Τετάρτη, 8 Αυγούστου 2012

Ελληνική Μακεδονία: Ο Μέγας Αλέξανδρος και οι Iεραπόστολοι των Σλάβων Κύριλλος και Μεθόδιος.

Ήταν η γλώσσα των Μοραβών η μητρική γλώσσα των αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου;;;;

ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΙΟΣ 
ΟΙ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΙ ΤΩΝ ΣΛΑΒΩΝ
του Βασιλείου Λαούρδα. 
ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ
ΙΔΡΥΜΑ ΜΕΛΕΤΩΝ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΥ ΑΙΜΟΥ 
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1966

(οι φωτογραφίες επιλογές Yauna)

O Αλέξανδρος ο Μέγας,
ως κυρίαρχος του κόσμου. 
Χρυσό Μετάλλιο από
το Αμπουκίρ, την Αίγυπτο,
του 3ου Αιώνα μ.Χ., 
Τό 334 προ Χρίστου ενας νέος βασιλεύς εφυγε άπό την Μακεδονία καί εφθασε εως την καρδιά τής ’Ανατολής, μεταφέροντας, παντού όπου πήγαινε, τό φως του Ελληνισμού.

 Ή μεγάλη αύτή πορεία, πού μετέφερε τον έλληνικο λόγο και τον ελληνικό πολιτισμό άπό τό Αίγαΐον πέλαγος εως τήν ’Άπω ’Ανατολή, είχε δύο θεμελιώδη χαρακτηριστικά.
 Τό πρώτο ήταν ότι εγινε άπό βασιλέα στρατηλάτη καί είχε τη μορφή πολεμικών επιχειρήσεων.

Οι μάχες διαδέχονταν ή μία τήν άλλη καί λιγοστές ήταν οί πολιτείες ή οι πολιτισμοί πού παραμειναν άθικτοι κάτω άπό τά πέλματα τών Μακεδόνων στρατιωτών.
Τό δεύτερο χαρακτηριστικό τής πορείας αυτής ήταν ότι εγινε σε μιάν εποχή πού ό Ελληνισμός είχε πιά δημιουργήσει τά μεγάλα πολιτιστικά έπιτεύγματά του στήν τέχνη, στή λογοτεχνία, στήν πολιτειλογία καί στή φιλοσοφία, καί είχε άρχίσει νά παρακμάζη.

 Ή μικρή αύτή πραγματεία είναι διάλεξις πού έγινε στή Θεσσαλονίκη τον Μάιο του 1957, στή σειρά τών διαλέξεων του ‘Ιδρύματος Μελετών της Χερσονήσου του Αίμου.
Δημοσιεύθηκε στή «Νέα Εστία» του 1958 καί άναδημοσιεύεται τώρα στή σειρά τών εκδόσεων του 'Ιδρύματος μέ τήν εύκαιρία τών έορτών Κυρίλλου καί Μεθοδίου πού όργάνωσε ή Ιερά Μητρόπολις Θεσσαλονίκης. Στή δημοσίευση της τώρα περιλαμβάνονται καί όσα τμήματα ήμουν τότε υποχρεωμένος νά παραλείψω λόγω του περιορισμένου χρόνου της διαλέξεως.


Τά δύο όμως αύτά χαρακτηριστικά δέν μειώνουν καθόλου την σημασία της έλληνικής διεισδύσεως στην ’Ανατολή, πού το άποτέλεσμά της ήτανε να δημιουργηθούν πολυάριθμες καινούριες ελληνικές πολιτείες, νά έξελληνισθούν ολόκληροι λαοί καί πολιτισμοί καί νά δημιουργηθούν οί άναγκαΐες γλωσσικές καί πνευματικές προϋποθέσεις πού συνετέλεσαν έπειτα στην διαμόρφωσι, στή διάδοσι καί στην επιβολή τού Χριστιανισμού.

Τό 863 μετά Χρίστον έφυγαν, καί πάλι άπό τή Μακεδονία, δύο άδελφοί καί έφθασαν εως τήν καρδία των Σλάβων τής Δύσεως, μεταφέροντας εκεί τον λόγο του Εύαγγελίου.

’Αντίθετα όμως άπό τον χαρακτήρα πού είχε ή διείσδυσις των παλαιών συμπατριωτών τους στήν ’Ασία, ή πορεία τών δύο Μακεδόνων πρός τούς Σλάβους ήτανε σεμνή καί άπέριττη, χωρίς στρατούς, χωρίς πολεμικές συγκρούσεις, χωρίς φωτιά καί καταστροφές.

 ’Αντί γιά στρατιώτες, οί δύο αύτοί άδελφοί είχαν ως συνοδεία τους τρεις - τέσσερεις άλλους άγνωστους σήμερα σέ μάς, τό ιδιο όμως ειρηνικούς καί πράους, όπως ήταν αύτοί.
’Αντί γιά στρατιωτικές στολές, φορούσαν όλοι τους τό ράσο τού καλογήρου καί άντί γιά σπαθιά, άρματα μάχης καί πολιορκητικές μηχανές, είχανε μαζί τους μόνο τό Εύαγγέλιο καί μερικές ορθόδοξες εικόνες.
Ό ειρηνικός αύτός χαρακτήρας ήτανε τό πρώτο γνώρισμα τής πορείας τών Βυζαντινών αύτών πρός τούς Σλάβους.
Τό δεύτερο ήταν ότι εγινε στή μεγαλύτερη περίοδο του βυζαντινού πολιτισμού, σέ μιάν εποχή όπου τά βυζαντινά στρατεύματα απλώνονταν πανίσχυρα στά σύνορα τής βυζαντινής αύτοκρατορίας, ενώ μέσα στήν πρωτεύουσα είχε άρχίσει νά άναθάλλη ή κλασική παράδοσις πλάι στήν μεγάλη δραστηριότητα τών θεολόγων καί τών καλλιτεχνών τής αύτοκρατορίας.

Τά κατορθώματα του Μεγάλου ’Αλεξάνδρου στήν ’Ασία τά έξύμνησαν οι 'Έλληνες με όλους τούς τρόπους πού είχαν στή διάθεσί τους, με ποιήματα, με ιστορικά δοκίμια, με φιλοσοφικές πραγματείες, με άγάλματα καί με πολυάριθμες λόγιες καί λαικές παραδόσεις.

Τά έπιτεύγματα όμως των δύο Θεσσαλονικέων άδελφών, τού Κυρίλλου καί του Μεθοδίου, δέν άπασχόλησαν καθόλου τούς Βυζαντινούς.

Οί ελληνικές πηγές δέν άναφέρουν τίποτε γιά τούς δύο αύτούς άδελφούς, καί τό μεγάλο γεγονός πού διαδραματίσθηκε στήν αύλή του ήγεμόνος των Σλάβων Ραστισλάβου πέρασε άπαρατήρητο άπο τούς άγιογράφους, τούς ιστορικούς καί τούς θεολόγους τού Βυζαντίου.

 Καί αύτο άκόμη το βυζαντινό έορτολόγιο, πού περιλαμβάνει στον κατάλογο των άγιων τής ’Ορθοδόξου Εκκλησίας πολλούς εκλεκτούς τού Θεού κατά τον ένατο αιώνα, δέν αναφέρει τίποτε γιά τούς δύο αύτούς άδελφούς πού έργάσθηκαν όσο λίγοι άλλοι γιά τήν δόξα τής ’Ορθοδοξίας.

Γιά νά μάθουμε τή ζωή καί τή δράσι τους θά πρέπη νά άνατρέξουμε σέ σλαβικές καί σέ λατινικές πηγές, στις δύο παλαιοσλαβονικές βιογραφίες τους, καί όσα γράφει ειδικά γιά τον Μεθόδιο ό Αναστάσιος ό βιβλιοθηκάριος, τής Ρωμαικής Εκκλησίας.
Το ίδιο δέν ειχαν ένδιαφερθή γιά τούς δύο αύτούς Θεσσαλονικεΐς καί οί νεώ-τεροι Έλληνες, πού φαίνεται ότι νόμισαν πώς ό βίος καί ή δράσις των δύο αύτών άδελφών άποτελεΐ ύπόθεσι καθαρά σλαβική πού δέν ενδιαφέρει τον Ελληνισμό,
Οί Σλάβοι, όπως είναι αύτονόητο, γυρίζουν καί ξαναγυρίζουν διαρκώς στή μνήμη τών δύο αύτών άδελφών, πού τούς έτίμησαν ώς άγιους καί ώς ίδρυτάς τής Εκκλησίας των.

 Οί σλαβικές μελέτες γιά τούς δύο αύτούς άδελφούς είναι άναρίθμητες σέ όλες τις γλώσσες καί σέ όλες τις διαλέκτους τών Σλάβων. Πολυάριθμα έπίσης είναι καί τά δημοσιεύματα σέ γλώσσες εύρωπαικές, είτε άπό Σλάβους συγγραφείς, είτε άπο Εύρωπαίους πού χρησιμοποιούν τήν σλαβική βιβλιογραφία.
'Όσα παλαιά στοιχεία υπάρχουνε, εξετάζονται κάθε φορά με νέα προοπτική, τά δε ελάχιστα νέα πού παρουσιάζονται, γίνονται δεκτά με ενθουσιασμό καί άποτελούν τήν βάσι νέων πολυαρίθμων δημοσιευμάτων.

’Αλλά ή ιεραποστολική εργασία τών δύο άδελφών άπό τή Θεσσαλονίκη δεν πρέπει νά μείνη ύποθεσι μόνο τών Σλάβων. 'Η πόλις τής Θεσσαλονίκης καί ή εκκλησία της έχουνε τά δικαιώματά τους, καί μαζί με τήν πόλι καί τήν εκκλησία τής Θεσσαλονίκης δικαιώματα έχει καί τό Βυζάντιο, καί διά του Βυζαντίου ό Ελληνισμός, έργο του όποιου ήταν ή είσοδος τών Σλάβων στον κόσμο του Χριστιανισμού.

Γιά τήν κατανόησι τής δράσεως τών δύο ιεραποστόλων θά χρειασθεί νά ξεκινήσουμε άπό άρκετά μακρυά, άπό τά χρόνια ήδη τής είκονομαχίας, πού υπήρξε ενας άπό τούς σπουδαιότερους παράγοντες γιά τήν διαμόρφωσι του εύρωπαικού γενικά πολιτισμού.

'Έως σήμερα άκόμη δεν εχει γίνει εντελώς σαφής ή προέλευσις του κινήματος εναντίον τών εικόνων.
'Υπάρχουν ιστορικοί πού άνάγουν τήν είκονομαχία σέ επιδράσεις εβραικές ή άραβικές.
’Άλλοι τήν θεωρούνε ως άντίδρασι έναντίον τής μεγάλης δυνάμεως πού είχε ή εκκλησία, με τό πατριαρχείο καί τά μοναστικά ιδρύματα, στή ζωή τής αύτοκρατορίας.
 'Υπάρχουν καί άλλοι πού τήν άνάγουν σέ παράγοντες κοινωνικούς καί οικονομικούς.
 Τό πιθανώτερο δμως ειναι ότι οι ρίζες της θά πρέπη νά άναζητηθούν στήν ίδια τήν χριστιανική δογματική διδασκαλία, στις πεποιθήσεις κυρίως πού είχαν διαμορφωθή γύρω άπό τήν διδασκαλία τού Ώριγένους, πού παρά τήν καταδίκη της δεν έ'παψε ποτέ νά επανεμφανίζεται στή βυζαντινή θεολογία.
Τό βασικό πρόβλημα στήν έριδα γιά τις εικόνες ήταν, αν καί πώς μπορούσε νά παρασταθή εικονικά ή διπλή φύσις του Θεου, ή υπερβατική καί ή ανθρώπινη.

Η εικονική παράστασις άποδίδει κατ’ άνάγκην μόνο τήν ανθρώπινη φύσι καί οχι τή θεική, πού είναι «άπερίγραφος».
 Άλλα ή απάντησης στο επιχείρημα αύτό ήταν ότι ή πολεμική κατά τών εικόνων είναι τελικά πολεμική εναντίον του βασικού δόγματος τής χριστιανικής διδασκαλίας, δηλ. τής ένσαρκώσεως του Λόγου.

Τό ζήτημα όμως τούτο δέν έχει τόση σημασία γιά μάς, όση έχουν τά άποτελέσματα τής είκονομαχίας, τό σπουδαιότερο από τά όποια ήταν ή διάσπασις τής ένιαίας έως τότε χριστιανικής οικουμένης σέ δυο παράλληλους κόσμους, στήν αύτοκρατορία τών Φράγκων, πού ίδρυσε τό 800 ό Κάρολος ό μέγας, καί στήν αύτοκρατορία του Βυζαντίου.

Έως τήν ώρα πού ό πάπας τής Ρώμης έστεψε ώς αύτοκράτορα τής Δύσεως τον Κάρολο, οί Χριστιανοί ήταν ένωμένοι σέ ένα βασίλειο, μέ έναν βασιλέα ώς πολιτικό άρχηγό καί έναν άρχιερέα ώς θρησκευτικό άρχηγό.

 Ό βυζαντινός βασιλεύς ήταν ο αντιπρόσωπος του Χρίστου επί τής γής, καί ώς Χριστομιμητής ήταν επί κεφαλής τής χριστιανικής οικουμένης. 

Μέ τήν είκονομαχία, πού καταδικάστηκε άπο τήν Ρωμαική εκκλησία, ό βασιλεύς καί ό πατριάρχης έγιναν αιρετικοί καί ή γνήσια χριστιανική διδασκαλία περιρίστηκε στή Δύσι, οί αύτοκράτορες τής όποίας μέ τον Κάρολο καί τούς άμέσους διαδόχους του έγιναν τώρα αύτοί οί άντιπρόσωποι του Χρίστου επί τής γής.

Δέν θά πρέπη όμως οί δυο διαφορετικοί δρόμοι πού άκολούθησαν άπο τότε καί πέρα οί αύτοκρατορίες τής Δύσεως καί του Βυζαντίου νά άναχθούνε μόνο στή δογματική διαφορά γιά τή σημασία τών εικόνων.
Πέρα από τό ειδικό αύτό ζήτημα καί δσα άλλα εξ ίσου ειδικά είχαν χωρίσει καί έχώριζαν τις δυο αύτοκρατορίες, ό βασικός συντελεστής τής διαφοράς τους έμεινε ή καταγωγή τής μιας άπο τις λατινικές παραδόσεις καί ή καταγωγή τής άλλης άπό τίς έλληνικές καί τις άνατολικές παραδόσεις.

Μέ την έριδα γιά τίς εικόνες ή διαφορά αύτή εγινε άπό δώ καί πέρα οριστική καί ενώ οί Φράγκοι γύριζαν ολο καί περισσότερο στήν ρωμαική αύτοκρατορία, τό Βυζάντιο άρχισε πιά νά γίνεται ολο καί περισσότερο έλληνικό. 

Καί όταν έληξε ή είκονομαχία καί άρχισαν νά άναστηλώνωνται στους βυζαντινούς ναούς οί εικόνες, οί ελληνικές καί άνατολικές παραδόσεις κυριάρχησαν στον χαρακτήρα καί στήν διαμόρφωσι του βυζαντινού πολιτισμού μέ τήν λαμπρή στροφή πρός τήν κλασική παιδεία πού είσήγαγε πρώτος ό Φώτιος.

Έτσι άπό δώ καί πέρα, ή άντιδικία μεταξύ τών Φράγκων καί τών Βυζαντινών είναι άντιδικία μεταξύ τών λατινικών καί τών ελληνικών παραδόσεων, μεταξύ δύο κόσμων, άπό τούς οποίους ό ένας άναζητούσε τά πρότυπά του στήν αύτοκρατορία του Αύγούστου καί ό άλλος στις κλασικές ελληνικές καί στις ελληνιστικές παραδόσεις.

Η άντιδικία αύτή άποκαλύφθηκε σέ όλη της τήν έκταση δταν άπό τά μέσα του ενάτου αίώνος άνέκυψε τό ζήτημα του έκχριστιανισμού τών Σλάβων, ιδίως έκείνων πού είχαν έγκατασταθή στις σημερινές περιοχές τής Μοραβίας καί τής Σλοβακίας καί είχαν άρχίσει νά όργανώνωνται σέ κράτος ισχυρό.
 Τό ζήτημα του έκχριστιανισμού τους παρουσιάστηκε καί γιά τίς δυο αύτοκρατορίες περισσότερο ώς άνάγκη πολιτική, γιατί έτσι μόνο θά μπορούσαν καί οί Φράγκοι καί οί Βυζαντινοί νά τούς φέρουν μέσα στήν περιοχή τής δικής τους ό καθένας διπλωματικής καί πολιτικής επιρροής.

Στο σημείο αύτό χρειάζεται μιά μικρή παρέκβασι γιά νά περιγραφούν οί συνθήκες πού έπικρατούσαν στο Βυζάντιο στις άρχές τού δευτέρου ήμίσεος τού ενάτου αίώνος. Τό 855, ύστερα άπό πραξικόπημα πού έπέφερε τό θάνατο τού λογοθέτη Θεοκτίστου καί τήν έξωσι άπό τήν άρχή τής Θεοδώρας, ή εξουσία στο Βυζάντιο περιέρχεται στα χέρια τού νεαρού βασιλέως Μιχαήλ τού τρίτου καί τού θείου του Βάρδα, άδελφού της Θεοδώρας, στον όποιο ό Μιχαήλ έδωσε τον τίτλο καί τήν εξουσία τού Καίσαρος (856).

Δίπλα στους δυο αύτούς νέους καί δυναμικούς πολιτικούς συγκεντρώνονται πολλοί έξ ίσου δυναμικοί διανοούμενοι τής Κωνσταντινουπόλεως, μέ άποτέλεσμα μέσα σέ ελάχιστο χρονικό διάστημα νά άλλάξη ριζικά ή διπλωματική καί ή πνευματική δραστηριότης τής αύτοκρατορίας.

Μέσα στά άνάκτορα τής Μαγναύρας, ό Βάρδας ίδρυσε ενα είδος ελευθέρου Πανεπιστημίου, δπου έδιδάσκονταν μαθήματα κοσμικού κυρίως χαρακτήρος, όσα δεν έδιδάσκονταν στήν άνώτερη θεολογική σχολή τού πατριαρχείου.

Ανάμεσα στά μαθήματα αύτά ήταν ή άρχαία φιλολογία, τά μαθηματικά καί οί ξένες γλώσσες.
Γιά τή διδασκαλία τους ό Βάρδας έδιάλεξε μερικούς άπό τούς πιο έκλεκτούς διανοουμένους τής Κωνσταντινουπόλεως.
'Ένας άπό αύτούς ήταν ό Λέων ό Μαθηματικός.
Άλλος ήταν ό Φώτιος καί τρίτος ενας άγνωστος άκόμη τότε νέος άπό τήν Θεσσαλονίκη, ό Κωνσταντίνος ό φιλόσοφος, πού ό Φώτιος τον περιέβαλε μέ ιδιαίτερη στοργή καί εμπιστοσύνη.

Η σχολή αύτή έγινε γρήγορα τό κέντρο ισχυρής πνευματικής κινήσεως καί άρχισε νά άκτινοβολή οχι μόνο μέσα στά άνάκτορα καί στήν Κωνσταντινούπολή άλλά καί εύρύτερα, όπου ύπήρχαν νέοι μέ ιδανικά καί φιλοδοξίες.

'Η σχολή όμως αύτή, δπως καί γενικώτερα ή προσπάθεια ταχείας άνασυγκροτήσεως τής βυζαντινής αύτοκρατορίας, ήλθε γρήγορα σέ άντίθεσι μέ τήν συντηρητική πολιτική τού πατριαρχείου καί μέ τούς κύκλους πού τό περιέβαλλαν.

Ό Μιχαήλ καί ό Βάρδας δεν ήταν διατακτικοί στήν πολιτική καί στις άποφάσεις τους. Τό 858, τρία χρόνια άπό τότε πού είχαν έκτοπίσει τήν Θεοδώρα καί τό περιβάλλον της, παραμέρισαν άπό τήν εξουσία καί τον πατριάρχη Ίγνάντιο καί μέσα σέ οκτώ ημέρες επέβαλαν καί πέτυχαν τήν χειροτονία πρώτα ώς μονάχου, ώς άρχιερέως έπειτα καί τέλος ώς πατριάρχου του διευθυντού τής σχολής τής Μαγναύρας Φωτίου.

Ετσι τό 860, ή πολιτική, ή στρατιωτική καί ή πνευματική εξουσία του Βυζαντίου είναι πιά στά χέρια τριών έξαιρετικά άποφασιστικών καί εμπνευσμένων ήγετών, του Μιχαήλ, του Βάρδα καί του Φωτίου, πού κατορθώνουν μέσα σέ λίγο χρονικό διάστημα νά άνυψώσουν τήν αυτοκρατορία, ελεύθερη πιά άπό τήν αίρεσι τής είκονομαχίας, σέ πανίσχυρη δύναμη στά Βαλκάνια, στή Μικρά Ασία καί εν μέρει στή Σικελία.

 Τό 859 τά βυζαντινά στρατεύματα συνέτριψαν τούς ’Άραβες κοντά στά Σαμόσατα, έπανοχύρωσαν τήν Άγκυρα καί τήν Νίκαια, έξεδίωξαν τον άραβικό στόλο άπό τήν περιοχή τής Δαμιέττης καί τό 863 έξεμηδένισαν τον στρατό του Όμάρ, εμίρη τής Μελιτινής, στά σύνορα του Άρμενιακού καί τής Παφλαγονίας.

Οί σλαβικές φυλές πού είχαν έγκατασταθή κατά τον έβδομο αιώνα στή Βαλκανική χερσόνησο, μέ τό σύστημα τών στρατιωτικών θεμάτων πού είχε άρχίσει ήδη παλαιότερα άλλά πού ένισχύθηκε καί σταθεροποιήθηκε κατά τά μέσα τού ενάτου αίώνος, ύπέκυψαν στήν εξουσία του Βυζαντίου ή χωρίστηκαν οριστικά γιά νά διαμορφώσουν βαθμιαία δικά τους κράτη, πέρα άπό τά σύνορα τού Βυζαντίου.

Τότε εξ άλλου οί Βυζαντινοί έγνώρισαν γιά πρώτη φορά καί τούς Σλάβους τής Ανατολής, γιά τούς όποιους δέν είχαν άκούσει τίποτε έως τότε. 

Τό 860 παρουσιάστηκαν γιά πρώτη φορά έξω άπό τήν Κωνσταντινούπολι οί Ρώσοι, πού είχαν φθάσει εως εκεί μέ μονόξυλα, άκολουθώντας τά ρεύματα τών ποταμών άπό τό Κίεβο. Αποβιβάστηκαν στις άκτές γύρω άπό τήν Κωνσταντινούπολι, έπολιόρκησαν τήν πόλι καί ερήμωσαν τήν ύπαιθρο χώρα. Ό Μιχαήλ, πού μόλις είχε έκστρατεύσει εναντίον τών Αράβων, έπέστρεψε  ταχύτατα, διέσπασε τήν πολιορκία καί συνέτριψε τούς πολιορκητάς.

'Η σύγκρουσις αυτή Ρώσων καί Βυζαντινών είχε άμέσως έπειτα καί τά άγαθά της αποτελέσματα, γιατί ό Φώτιος έστειλε ιεραποστόλους στην περιοχή τού Κιέβου καί λίγα χρόνια άργότερα άνήγγειλε μέ πολλή συγκίνηση τις πρώτες έπιτυχίες στήν προσπάθεια έκχριστιανισμου τών Ρώσων.
Παράλληλα μέ τά διπλωματικά καί στρατιωτικά αύτά επιτεύγματα, μέσα στήν αύτοκρατορία ό βυζαντινός πολιτισμός άρχίζει πιά, ελεύθερος άπο τις περιπλοκές τής εικονομαχίας, νά άναθάλλη.

Ό Φώτιος, πού είχε εισαγάγει τήν συστηματική μελέτη τής άρχαίας γραμματείας, πρωτοστατεί καί στήν άναστήλωσι τών εικόνων στούς ναούς τής Αύτοκρατορίας μέ μιά ομάδα άγνώστων τώρα σέ μάς άλλά εξαιρετικά προικισμένων θεολόγων καί καλλιτεχνών, στούς όποιους όφείλονται τό σχέδιο καί ή έκτέλεσις τών μωσαικών σέ πολλούς λαούς τής πρωτευούσης, από τούς όποιους θά πρέπη νά άναφερθούν εδώ οί 'Άγιοι Απόστολοι, ή Άγια Σοφία, ή Παναγία του Φάρου καί ή Νέα Εκκλησία.

Ή παρέκβασις αύτή έγινε γιά νά περιγράφουν σέ γενικώτατες γραμμές οί κατευθύνσεις πού έπαιρνε ή αύτοκρατορία τήν εποχή τού Κυρίλλου καί τού Μεθοδίου.
Άπο όσα ήδη έλέχθησαν, είναι φανερό ότι βρισκόμαστε σέ μιά άπο τις μεγαλύτερες περιόδους τού Βυζαντίου, ορθότερα μάλιστα στήν μεγαλύτερη, γιατί είναι τό μεταίχμιο εκείνο, όπου τό Βυζάντιο δέν είναι πιά ρωμαικό, μέ τήν έννοια τής έμμονης στις ρωμαικές παραδόσεις πού επικρατούσαν έως τήν έποχή τού ’Ιουστινιανού, καί δέν είναι άκόμη έλληνικό, μέ τήν έννοια τού ταυτισμού τής βυζαντινής πολιτικής μέ τό έθνος τών Ελλήνων.
 Ό βυζαντινός βασιλεύς πολιτεύεται ώς άρχηγός τής χριστιανικής οικουμένης, άδιάφορο αν οι
χριστιανοί τής Δύσεως έχουν πια άποσχισθή καί έχουν ιδρύσει δική τους αύτοκρατορία.

Σ’ αύτή τήν εποχή τής μεγάλης άκμής τού Βυζαντίου, ήλθε τό καλοκαίρι τού 862 στήν Κωνσταντινούπολι μια πρεσβεία άπό πολύ μακριά, άπό εναν λαό πού δεν είχε επικοινωνήσει ποτέ άλλοτε μέ τούς Βυζαντινούς. 
Η Μοραβία στα σημερινά εδάφη της Τσεχίας. 

Ό λαός αυτός ήταν οί Σλάβοι τής Δύσεως, οί Μοραβοί, πού κατοικούσαν στήν περιοχή άπό τή Βοημία έως τά Καρπάθια καί τον Δούναβι.

Πρός βορράν συνόρευαν μέ τίς γερμανικές φυλές, καί πρός άνατολάς μέ τούς Βουλγάρους.

Ό παλαιός χρονογράφος μιλάει γιά τήν πρεσβείαν αύτή μέ τά άκόλουθα λόγια:

Prince Ratislav
 «'Ο Ραστισλάβος, ό ήγεμών τών Μοραβών, άφού έκάλεσε τούς συμβούλους του γιά νά άκούση τη γνώμη τους και τη γνώμη του λαού του, εστειλε πρεσβεία στον βασιλέα Μιχαήλ και του είπε: 'Ο λαός μας εχει άπαρνηθή τήν πολυθεία και τηρεί τον χριστιανικό νόμο.

Αλλά δεν εχουμε διδάσκαλο πού νά μπορή νά μάς διδάξη τήν αληθινή πίστη στή γλώσσα μας, ώστε καί άλλοι νά γίνουν όμοιοι με μ΄ εμάς. Στείλε μας λοιπόν, Κύριε, εναν τέτοιον επίσκοπο και εναν τέτοιο διδάσκαλο.
Γιατί εσεις εχετε τον Νόμον τον καλό».

Μέ τίς άπλές αύτές εκφράσεις τού παλαιοσλαβονικού χρονικού υποδηλώνεται ενα άπό τά μεγαλύτερα γεγονότα τής παγκοσμίου ιστορίας, ή είσοδος τών σλαβικών λαών στήν ’Ορθοδοξία.

 'Ύστερα άπό τήν παρέκβασι πού κάναμε γιά τήν άκμή τού Βυζαντίου στά χρόνια τού Μιχαήλ καί τού Φωτίου, δέν χρειάζεται νά έρμηνευθή ποιος είναι ό λόγος πού εκανε τον Ραστισλάβο νά ζητήση ιεραποστόλους άπό τήν Κωνσταντινούπολι. ’Αρκεί μόνο νά προσέξουμε δυο άπό τίς φράσεις τού άποσπά- σματος πού είδαμε:
«Ό λαός μας έχει άπαρνηθή τήν πολυθεΐα καί τηρεί τον χριστιανικό νόμο άλλά δέν έχουμε διδάσκαλο πού νά μπορή νά μάς διδάξη τήν άληθινή πίστι στή γλώσσα μας».

 Οί Μοραβοί — ή τουλάχιστον οί ήγέται τών Μοραβών — είχαν ήδη γίνει χριστιανοί, άλλα δέν είχαν κανέναν νά τούς έξηγήση τό Εύαγγέλιο στή γλώσσα τους (σημ Yauna!!!!!!!!!!!!)

Η φράσις τούτη είναι σαφής άναφορά στούς λατίνους ιεραποστόλους πού είχαν ήδη πάει πριν άπο τούς Βυζαντινούς στή Μοραβία καί είχαν προσηλυτίσει τούς Μοραβούς.

Οί λατινοι όμως, συνεπείς πρός τις ρωμαικές παραδόσεις τους, έδίδασκαν καί υπέβαλλαν παντού τήν λατινική.
Ηταν όμως καί κάτι άλλο άκόμη. Ό χρονογράφος λέει, όπως είδαμε:

«Στείλε μας λοιπόν, Κύριε, έναν έπίσκοπο κι ενα τέτοιο διδάσκαλο.
 Γιατί εσείς εχετε τον Νόμο τον καλό». 

Η φράσις τούτη είναι καί πάλι σαφής άναφορά στούς λατίνους ιεραποστόλους πού δρούσαν στήν Μοραβία, οχι μόνον ώς ιεραπόστολοι, άλλά καί ώς άπεσταλμένοι τής Φραγκικής Αύτοκρατορίας.

Έπί πλέον τής πνευματικής προστασίας του Βυζαντίου, ό Ραστισλάβος έπεδίωκε καί τήν πολιτική προστασία του εναντίον τών Φράγκων άπο τήν Δύσι καί τών Βουλγάρων άπο τήν ’Ανατολή, πού είχαν περικλείσει τήν χώρα του καί άπειλούσαν τήν άνεξαρτησία της.

’Έτσι ή αίτησίς του, νά έλθουν στή Μοραβία ιεραπόστολοι άπο τήν Κωνσταντινούπολή ήταν μαζί καί αίτησις πολιτικής καί διπλωματικής συνεργασίας μέ τούς Βυζαντινούς, εναντίον τών Γερμανών καί τών συμμάχων τους Βουλγάρων, καί έναντίον τής πολιτικής δραστηριότητος τής λατινικής εκκλησίας πού ύπεστήριζε τούς Γερμανούς έναντίον τών Σλάβων.

Στή συνέχεια τής άφηγήσεώς του, ό χρονογράφος λέει: «'Ο βασιλεύς, άφοϋ συνεκάλεσε τό συμβούλιο του, προσκάλεσε τον Κωνσταντίνο τον φιλόσοφο και τον είπε τά άκόλουθα λόγια:

Γνωρίζω, φιλόσοφε, ότι είσαι κουρασμένος. Αλλά πρέπει νά μάς βοηθήσης, γιατί κανένας άλλος εκτός από σένα δέν μπορει νά άναλάβη αυτήν τήν αποστολή.

Γλαγολιτικά
O φιλόσοφος του άπαντά: Παρά τήν κούρασι, θά πάω μέ χαρά, αλλά μέ τον όρο νά έχουν μιά γραφή προσαρμοσμένη στη γλώσσα τους. 

Αλλά ο βασιλεύς του άπαντά: Πάτερ μου, όπως καί πολλοί άλλοι, τήν ζήτησαν και δεν τήν βρήκανε...
Ο φιλόσοφος τότε του λέει: Δεν θά είναι λοιπόν σά νά θέλη κανείς νά γράψη επάνω στο νερό και νά πάρη τήν ονομασία του αιρετικού;
'Ο βασιλεύς και ό θειος του ό Βάρδας του άπάντησαν και πάλιν:
Αν τό θέλης, ό Θεός θά σέ βοηθήση γιατί δίδει σ’ εκείνους πού ζητούν μέ εμπιστοσύνη και άνοίγει τή θύρα σ΄εκείνους πού χτυπουν.
Ο φιλόσοφος έφυγε και άκολουθώντας τήν παλαιά του συνήθεια προσευχήθηκε μέ τούς άλλους άδελφούς του.
Και ό Θεός ακουσε τις προσευχές τών δούλων του.
Τούς εν έπνευσε και έτσι συνέθεσε τό άλφάβητο. Και άρχισε νά γράφη τό Ευαγγέλιο:
Εν άρχη ήν ό λόγος».
Τό άπόσπασμα αύτό ειναι άπό τον παλαιοσλαβονικό βίο του Κωνσταντίνου, πού μετονομάσθηκε άργότερα Κύριλλος.
Ό επίσης παλαιοσλαβονικός βίος του Μεθοδίου άφηγείται τό ίδιο επεισόδιο μέ τά ακόλουθα λόγια:
«Τότε ό βασιλεύς Μιχαήλ ειπε στον Κωνσταντίνο: Άκοϋς, φιλόσοφε, αύτό πού λένε; Κανένας άλλος δέ μπορει νά κάνη αύτή τήν εργασία.
Νά λοιπόν πολλά δώρα. Πάρε μαζί σου τον αδελφό σου τον μοναχό Μεθόδιο και πηγαίνετε έκει. Γιατί και οι δυό σας εισαστε άπό τή Θεσσαλονίκη.

Και όλοι οί Θεσσαλονικεις μιλάνε μέ ευχέρεια τά σλαβικά.

 Δέν έτόλμησαν νά άντιταχθούν στον Θεό και στον βασιλέα, και άφού ακουσαν τον μεγάλον αυτόν λόγο, πήγαν νά προσευχηθούν μέ οσους είχαν τά ιδια συναισθήματα μαζί τους.

Τότε ό Θεός άπεκάλυψε στον φιλόσοφο τά σλαβικά γράμματα και άφοϋ διεμόρφωσε αυτά τά γράμματα και μετέφρασε τό Ευαγγέλιο, πήρε τον Μεθόδιο μαζί του και πήγε στή Μοραβία».

Στήν άφήγησι αύτήν υπάρχουν μερικά θέματα, πού πρέπει νά άναπτυχθούν ή νά έρμηνευθούν. Θά ξαναγυρίσω σ’ αύτά άφού συμπληρώσω τήν έξιστόρησι του ταξιδιού τών δύο άδελφών.

Στήν αύλή του Ραστισλάβου έφθασαν τήν άνοιξι τού 863.

Παρουσιάσθηκαν στον ήγεμόνα τών Μοραβών, τού έδωσαν τά δώρα καί συστατική επιστολή τού Μιχαήλ καί άρχισαν νά έπικοινωνούν μέ τούς Φράγκους ιερείς καί μέ δσους άπό τούς Μοραβούς είχαν γίνει ήδη Χριστιανοί.

Συνολικά έμειναν έκεί περίπου τρία χρόνια καί πέτυχαν όχι μόνο νά μεταφράσουν καί άλλα έκκλησιαστικά καί θεολογικά κείμενα στήν σλαβική, άλλά καί νά πείσουν τον Ραστισλάβο νά είσαγάγη στις χριστιανικές εκκλησίες τήν ορθόδοξη λειτουργία μεταφρασμένη κι αύτή στά σλαβικά.

'Η διείσδυσις όμως αύτή τής εκκλησίας τής Κωνσταντινουπόλεως στούς Σλάβους τού Μοράβα, καί μάλιστα σέ μιάν εποχή πού Οικουμενικός Πατριάρχης ήταν ό Φώτιος, ο όποιος εΐχε ήδη διαρρήξει τούς δεσμούς του μέ τήν καθολικήν εκκλησία, προκάλεσε τήν άντίδρασι καί τής Ρώμης καί τών Φράγκων ηγεμόνων.

 Οί δύο άδελφοί ειχαν οχι μόνο άνατρέψει τό έργο τών λατίνων ιεραποστόλων, άλλά καί ειχαν συνδέσει τό βασίλειο τού Ρατισλάβου μέ τήν αύτοκρατορία τού Βυζαντίου άποσπώντας το έτσι άπό τήν έπιρροή τής φραγκικής αύτοκρατορίας.

 Καί επιπλέον ειχαν καινοτομήσει κατά τρόπον πρωτοφανή γιά τούς λατίνους, μέ τήν εκβολή τής προσθήκης τού Filioque άπό τό σύμβολο τής πίστεως, μέ τήν εισαγωγή τής σλαβικής στήν Λειτουργία καί μέ τήν καθιέρωσι τών λειτουργικών βιβλίων τής Κωνσταντινουπόλεως στή θέσι τών λατινικών.

Η άντίδρασις πού συνάντησαν οί δυο άδελφοί στή μακρυνήν εκείνη χώρα, πού δρούσαν σχεδόν μόνοι τους, μέ τή συνοδεία ελάχιστων άλλων μοναχών άπό τό Βυζάντιο, ήταν ισχυρότατη. Λατίνοι ιερείς, Φράγκοι πράκτορες, άλλά καί όσοι Μοραβοί διαφωνούσαν μέ τήν πολιτική τού Ραστισλάβου, ύπέσκαπταν άδιάκοπα τήν ιεραποστολική εργασία τους.
 Καί ή θέσις τους έγινε ακόμη πιο δύσκολη, δταν στήν Κωνσταντινούπολι ό Βασίλειος ο Μακεδών δολοφόνησε τον Μιχαήλ, έγινε ό ιδιος βασιλεύς καί, άφού αντικατέστησε τον Φώτιο μέ τον παλιό του άντίπαλο ’Ιγνάτιο, έπανασυνέδεσε τούς δεσμούς τού Βυζαντίου μέ τήν εκκλησία τής Ρώμης.

Τήν ιδια περίπου εποχή (866) είχε συνδεθή μέ τή Ρωμαική εκκλησία καί ό ήγεμών τών Βουλγάρων, ό Βόρις - Μιχαήλ, πού εΐχε αρχικά βαφτιστή καί προσχωρήσει στήν εκκλησία τού Βυζαντίου.

Οί δύο άδελφοί, πού είχαν ήδη κληθή στή Ρώμη γιά νά τακτοποιήσουν τίς διαφορές τους μέ τούς Λατίνους ιεραποστόλους τής Μοραβίας καί γιά νά δικαιολογήσουν τίς καινοτομίες τους, έφθασαν έκεΐ στις αρχές τού 868 φέρνοντας μαζί τους καί τά λείψανα τού λατίνου ιεραποστόλου Άγιου Κλήμεντος, πού εΐχε μαρτυρήσει στή χώρα τών Χαζάρων.
Η ήγεσία τής καθολικής εκκλησίας δέχθηκε μέ μεγάλην επισημότητα τούς δύο άδελφούς, καί φάνηκε ότι άνεγνώριζε πανηγυρικά τήν ιεραποστολική τους δράσι στή Μοραβία.

 Τά σλαβικά λειτουργικά βιβλία έτοποθετήθησαν μέ εύλάβεια στήν Άγια Τράπεζα τής εκκλησίας Santa Maria ad Praesepe καί ή σλαβική λειτουργία άκούσθηκε ολόκληρη στήν βασιλική τού άγιου Πέτρου μέ συλλειτουργούς τον έπίσκοπο Αρσένιο καί τον βιβλιοθηκάριο Αναστάσιο, λατίνους καί τούς δύο.
Η πανηγυρική όμως αύτή άναγνώρισις τού έργου τών δύο ιεραποστόλων ύπέκρυπτε τή σταθερή άπόφασι τής παπικής εκκλησίας νά τό έκμηδενίση.
Σέ τούτο βοήθησε καί ό πρόωρος θάνατος τού Κωνσταντίνου, στις δεκατέσσερεις Φεβρουάριου τού 869, ενα περίπου χρόνο έπειτα άπό τήν άφιξί του στή Ρώμη, καί όταν πιά έγινε φανερό ότι ή καθολική ’Εκκλησία δέν εΐχε πρόθεσι νά τον άφίση νά έπιστρέψη στή Μοραβία.

Λίγο άργότερα, υστέρα άπό επίμονες παρακλήσεις τών ήγεμόνων τής Μοραβίας καί τής Παννονίας, ό Πάπας Άδριανός άναγκάσθηκε νά χειροτονήση τον Μεθόδιο πρώτον έπίσκοπο τής Μοραβίας καί τής Παννονίας καί νά τον στείλη μέ θερμή συστατικήν επιστολή πρός τον Ραστισλάβο, στήν όποίαν έδήλωνε χαρακτηριστικά ότι ό Μεθόδιος θά έργασθή ώς άπεσταλμένος τής καθολικής έκκλησίας.

«Έζητήσατε» εγραφε ό Πάπας στον Ραστισλάβο, «οχι μόνο άπό τήν Άποστολική τούτη εδρα, άλλά καί άπό τό βασιλέα Μιχαήλ, έναν διδάσκαλο. Επειδή έμεΐς τότε δέν μπορούσαμε, ό Μιχαήλ σάς εστείλε τον μακάριο Κωνσταντίνο τον φιλόσοφο, καί τον άδελφό του.
Καί οί δυο τους άναγνωρίζανε ότι ή χώρα σας άνήκει στήν εκκλησία μας καί δέν έκαναν τίποτε άντίθετο πρός τους εκκλησιαστικούς κανόνες καί ήλθαν μάλιστα σ’ εμάς φέρνοντας μαζί τους τά λείψανα τού άγιου Κλήμεντος.

Ύστερα άπό προσεκτική μελέτη άποφασίσαμε νά στείλουμε στή χώρα σας τό τέκνο μας Μεθόδιον, τον όποιον έχειροτονήσαμε μαζί μέ τούς μαθητάς του.
Είναι άνθρωπος ευφυέστατος καί πολύ εύσεβής. 'Η επιθυμία μας είναι νά σάς διδάξη όπως τό έζητήσατε ερμηνεύοντας στή γλώσσα σας τήν Άγια Γραφή, τήν τάξι όλων τών εκκλησιαστικών άκολουθιών καί τήν θεία λειτουργία, μαζί μέ τό βάπτισμα, όπως είχε άρχίσει νά κάνη ό Κωνσταντίνος βοηθούμενος άπό τήν θείαν χάρι καί επικαλούμενος τον Άγιο Κλήμέντα».

Ή επιδέξια αύτή οίκειοποίησις άπό τή Ρώμη τού ιεραποστολικού έργου τής έκκλησίας τής Κωνσταντινουπόλεως είχε τήν άμεση συνέχειά της τό τέλος τού 869, όταν ό Μεθόδιος εφθασε στήν Παννονία, ό ήγεμών τής όποίας τον ξανάστειλε άμέσως στήν Ρώμη μέ αιτησι πρός τον Πάπα νά όνομασθή είδικώς ό Μεθόδιος επίσκοπος τής Παννονίας μόνο, μέ πολύ περιορισμένη τώρα εκκλησιαστική δικαιοδοσία.

Στο μεταξύ όμως ό ήγεμών τής Βουλγαρίας Βόρις άνεγνώρισε έπισήμως ώς αρχηγό τής έκκλησίας του τό Πατριαρχείο τής Κωνσταντινουπόλεως, καί ή παπική έκκλησία, γιά νά άντιδράση στή νέα αύτή δραστηριότητα τών Βυζαντινών, άντί νά περιορίση τον Μεθόδιο στήν έκκλησία τής Παννονίας, τον ονόμασε επίσκοπο τής Παννονίας καί γενικόν άντιπρόσωπο τής Αγίας 'Έδρας σέ όλους τούς Σλάβους, επιζητώντας έτσι νά άντιπαραθέση στούς Βυζαντινούς εναν κατ’ έξοχήν Βυζαντινό.

Όταν ό Μεθόδιος ξαναγύρισε μέ τήν εύρύτατην αύτή δικαιοδοσία στήν εδρα του στήν Παννονία, είχε νά άντιμετωπίση τήν οργή τών Γερμανών επισκόπων καί τήν άδυναμία του διαδόχου του Ραστισλάβου στήν διακυβέρνησι τής Μοραβίας Σβατοπλούκ.

Τό άποτέλεσμα ήταν νά συλληφθή, νά παραμείνη επί δυόμιση χρόνια στις φυλακές τής Μοραβίας καί στο τέλος, ύστερα άπο έντονα διαβήματα του αύτοκράτορος Βασιλείου, νά ξαναγυρίση στήν Κωνσταντινούπολη τό 882, όπου έγινε δεκτός μέ μεγάλες τιμές.

Λίγο άργότερα γύρισε στή Μοραβία, όπου καί τελείωσε ειρηνικά τή ζωή του τό 885. Κατά πληροφορίες του βιογράφου του, εως τήν τελευταία ώρα τής ζωής του αγωνιζότανε μέ τή σλαβική μετάφρασι εκκλησιαστικών κειμένων άπο τά ελληνικά.

’Αμέσως επειτα, οί Έλληνες ιερείς έξεδιώχθησαν άπο τήν Μοραβία, ή χρήσις τής σλαβικής άπαγορεύθηκε καί ή Ρωμαική εκκλησία κυριάρχησε καί πάλι. ’Από τήν μακροχρόνια καί σκληρή εργασία τών δύο ιεραποστόλων άπο τή Θεσσαλονίκη δέν εμεινε τίποτε άλλο, εκτός άπο τήν γραφή σλαβικής καί τήν μετάφρασι τών έκκλησιαστικών κειμένων στά παλαιοσλαβονικά. 'Η εργασία όμως, πού άρχισε στή Μοραβία, δέν πήγε τελικά χαμένη, γιατί άπο άλλους δρόμους, μέ άλλους άνθρώπους καί μέ συνθήκες διαφορετικές, μεταφέρθηκε σέ δυο άλλες περιοχές, τις όποιες ουτε ό Κωνσταντίνος ούτε ό Μεθόδιος είχαν γνωρίσει.

Οί περιοχές αυτές ήταν ή Βουλγαρία καί ή Ρωσία, πού υιοθέτησαν τή διδασκαλία τών δύο άδελφών, είσήγαγαν τή σλαβική μετάφρασι τής λειτουργίας στήν εκκλησία τους καί προσεχώρησαν στήν ’Ορθοδοξία, υπό τήν ηγεσία τού Οίκουμενικού Πατριαρχείου.

Η παράδοξη αύτή άλλαγή τού πεδίου δράσεως τής Ιεραποστολής τών δύο άδελφών άπό τούς Σλάβους τής Δύσεως στούς Σλάβους τής ’Ανατολής καί τών Βαλκανίων έκλεισε για πάντα στήν ’Ορθοδοξία τίς θύρες τής Δύσεως, τής άνοιξε όμως τίς πύλες τής ’Ανατολής, όπου καί σήμερα άκόμη έξακολουθεΐ νά ζή καί νά ύπάρχη.

Ό έκχριστιανισμός τών Βουλγάρων πέρασε διάφορες φάσεις, μέ βασικούς συντελεστές τή φιλοδοξία τού ήγεμόνος των Βόριδος, νά ίδρύση ένα αύτόνομο, ισχυρό κράτος καί τήν άπόφασι τών Βυζαντινών νά μήν άφήσουν νά άναπτυχθή στά σύνορά τους μιά καινούρια δύναμις, άνεξάρτητη άπό τή δική τους πολιτική καί πολιτιστική έπιρροή.

Στήν άρχή τής βασιλείας του (852 καί έπειτα) ό Βόρις άκολούθησε πολιτική φιλίας καί συνεργασίας μέ τούς Φράγκους.
Τό 864 όμως ύποχρεώθηκε νά δεχτή τή συνεργασία μέ τούς Βυζαντινούς, βαφτίστηκε χριστιανός άπό τον Φώτιο καί έδειξε προθέσεις νά συνταυτίση τήν πολιτική τής χώρας του μέ τήν πολιτική τού Βυζαντίου.
Δυο χρόνια άργότερα, όταν διαπίστωσε ότι τό πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως δέν ένέκρινε τά σχέδιά του γιά τήν ίδρυσι βουλγαρικού πατριαρχείου ή έστω βουλγαρικής άρχιεπισκοπής, διέρρηξε τίς σχέσεις του μέ τό Βυζάντιο καί ζήτησε τή βοήθεια καί τή συνεργασία τής Ρωμαικής έκκλησίας.

’Έπειτα όμως άπό τέσσερα χρόνια, τό 870, άφού διαπίστωσε ότι δέν μπορούσε νά περιμένη άπό τή Ρωμαική εκκλησία τή βοήθεια πού ήθελε, γύρισε οριστικά στούς κόλπους τής Βυζαντινής έκκλησίας.

Η μεγάλη ώρα γιά τον λαό του ήλθε όταν οί Μοραβοί διώξανε άπό τή χώρα τους τούς μαθητές τού Κωνσταντίνου καί τού Μεθοδίου. Διωγμένοι άπό τήν Μοραβία, ζήτησαν καταφύγιο στή Βουλγαρία — σέ χώρα γειτονική μέ τό Βυζάντιο, σλαβική καί κάτω άπό τήν εξουσία καί τήν ισχύ τής έκκλησίας τής Κωνσταντινουπόλεως.

 Ό Βόρις τούς προσέφερε άμέσως τή φιλοξενία πού ζητούσαν, γιατί ή εισαγωγή τής σλαβικής στήν έκκλησία τής χώρας του θα τον βοηθούσε νά άποκτήση κάποιαν άνεξαρτησία από τό Οικουμενικό Πατριαρχείο καί θά τον βοηθούσε επίσης νά όλοκληρώση τον έκσλαβισμό τών Βουλγάρων.

 Άπο τήν πρωτεύουσά του, τήν Πλίσκα, έστειλε έναν άπο αύτούς, τον Κλήμεντα, στήν Αχρίδα καί έναν άλλον, τον Ναούμ, στήν Πρεσλάβα. 

'Όταν, άργότερα (893) επί τής εποχής τού Συμεών, ό Κλήμης άναγνωρίστηκε άπο τό Οικουμενικό Πατριαρχείο ώς επίσκοπος, πήγε στήν Αχρίδα καί ό Ναούμ.

Οι δυο αύτοί ιεραπόστολοι, μέ τή βοήθεια καί άλλων συνεργατών τους, άφιερώθηκαν σέ τεράστια μεταφραστική καί ιεραποστολική εργασία καί έκαναν τήν Αχρίδα τό πρώτο μεγάλο κέντρο Σλαβικής ’Ορθοδοξίας.

'Ίδρυσαν έκκλησιαστικές σχολές, μετέφρασαν στήν σλαβική πολυάριθμα βυζαντινά λειτουργικά καί θεολογικά κείμενα, έχτισαν εκκλησίες.

Ούτε ό Κωνσταντίνος ουτε ό Μεθόδιος πήγανε ποτέ στή Βουλγαρία.

 Οί μαθηταί τους όμως μετέφεραν τό έργο καί τό πνεύμα τών δύο ιεραποστόλων στήν Αχρίδα καί μέ τή δραστηριότητά τους τό συνέχισαν καί τό επέβαλαν, τουλάχιστον έως τήν έποχή τού αύτοκράτορος Βασιλείου τού Β', οπότε ή μητρόπολις τής Άχρίδος περιήλθε καί πάλι ύπό τον πλήρη έλεγχο τού Οικουμενικού Πατριαρχείου.

'Όπως τών Βουλγάρων, έτσι καί τών Ρώσων ή είσοδος στον κόσμο τής ’Ορθοδοξίας δέν έχει άμεση σχέσι μέ τή δράσι τού Κωνσταντίνου καί τού Μεθοδίου.
Έκτος άπο μεμονωμένες περιπτώσεις, μιά άπο τις όποιες άναφέρει ό Φώτιος στήν επιστολή του πρός τον ηγεμόνα τών Βουλγάρων Βόρι (865), οί Ρώσοι γίνανε Χριστιανοί τό 989, μέ τή συμφωνία πού έγινε μεταξύ τού αύτοκράτορος Βασιλείου τού Β' καί του πρίγκηπος τού Κιέβου Βλαδημήρου, νά πάρη ό Βλαδίμηρος γυναίκα του τήν άδελφή του αύτοκράτορος ’Άννα καί νά άσπασθή ό ίδιος καί ό λαός του τον Χριστιανισμό.

 Ό χριστιανικός κόσμος όμως πού γνωρίσανε οι Ρώσοι ήταν τά λειτουργικά καί θεολογικά βυζαντινά κείμενα πού είχανε μεταφρασθή στή σλαβική άπό τον Κωνσταντίνο, τον Μεθόδιο καί τούς μαθητάς των.

Τό ίδιο ισχύει καί γιά τούς άλλους σλαβικούς λαούς πού είσήλθανε στον κόσμο τής Όρ θοδοξίας. Γι αύτό άν καί οί δύο άδελφοί εργάστηκαν μόνο στή Μοραβία, ούσιαστικά έγίναν ιεραπόστολοι γιά ολους τούς Σλάβους.

'Ένα άπό τά θέματα πού άναφέρονται στον Κωνσταντίνο καί στον Μεθόδιο είναι ή καταγωγή τους.
Ό βιογράφος του Κωνσταντίνου δίνει τις άκόλουθες πληροφορίες:

 Ό Λέων, πατέρας τού Κωνσταντίνου, ήταν δρουγγάρως στή Θεσσαλονίκη (δηλ. διοικητής στρατιωτικής μονάδος άπό δυο χιλιάδες στρατιώτες) καί είχε επτά παιδιά, τό τελευταίο άπό τά όποια ήταν ό Κωνσταντίνος.
Ό Κωνσταντίνος άπό μικρός άγάπησε πολύ τά γράμματα καί παιδί άκόμη είχε διαβάσει τά έργα τού Γρηγορίου τού Θεολόγου καί ειχε συνθέσει έναν ύμνο πρός τιμήν του.
 Τά πνευματικά χαρίσματά του τά πρόσεξε ό λογοθέτης Θεόκτιστος, όταν τον συνάντησε, αύτόν καί τήν οίκογένειά του, στήν Κωνσταντινούπολι καί τον έστειλε στή Σχολή τής Μαγναύρας, όπου ό Κωνσταντίνος, μέ τήν καθοδήγησι τού Λέοντος τού Μαθηματικού καί τού Φωτίου, μελέτησε εντατικά ρητορική, γεωμετρία καί αρχαία ελληνική φιλοσοφία.

Οταν τελείωσε τις σπουδές του, ό Θεόκτιστος τον διόρισε χαρτοφύλακα (άρχιγραμματέα) τού πατριαρχείου καί λίγο άργότερα καθηγητή τής φιλοσοφίας στή Σχολή τής Μαγναύρας.

 Έξ άλλου, γιά τον Μεθόδιο ό βιογράφος του διηγείται ότι ό αύτοκράτωρ τον διόρισε στρατιωτικό διοικητή μιας περιοχής κοντά στις πηγές τού Στρυμόνος, στά σημερινά σύνορα Βουλγαρίας καί Γιουγκοσλαβίας, καί έτσι ό Μεθόδιος, πού εμεινε άρκετά χρόνια εκεί, ειχε τήν εύκαιρία νά γνωρίση καλά τούς Σλάβους.

Οί πληροφορίες αύτές, πού περιέχονται στις δύο σλαβικές βιογραφίες είναι καθαρές, ώστε νά μη χρειάζεται διεξοδική άνάλυσίς τους.

Μέ κανένα τρόπο δέν είναι δυνατόν νά ύποστηριχθή ότι ήταν Σλάβοι, ό Λέων, στρατιωτικός διοικητής τής αύτοκρατορικής φρουράς στή Θεσσαλονίκη κατά τήν κρίσιμη εποχή της δημιουργίας τού πρώτου βουλγαρικού κράτους, ό Κωνσταντίνος, πού άπό μικρός διάβαζε στο ελληνικό πρωτότυπο τούς πατέρες τής έκκλησίας καί πού εγινε άργότερα καθηγητής τής άρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας στή σχολή τής Μαγναύρας, καί ό Μεθόδιος, στρατιωτικός διοικητής μιας περιοχής, πού χρειαζότανε πανίσχυρη τή βυζαντινή αύτοκρατορική εξουσία. 

Άπό τή Νικόπολι τής ’Ηπείρου εως τή Θεσσαλονίκη καί άπό εκεί εως τίς Σέρρες καί τήν Άδριανούπολι, ολόκληρη ή πολιτική καί στρατιωτική εξουσία ήταν στά χέρια τών Βυζαντινών καί θά χρειαζότανε υπερβολική φαντασία νά πή κανείς ότι δύο στρατιωτικοί διοικηταί, ό Λέων καί ό Μεθόδιος, ήταν Σλάβοι.
 Άπό τά άξιώματα πού είχαν ό Λέων καί τά δυο παιδιά του καί άπό τούς δεσμούς φιλίας μέ τήν αύτοκρατορική αύλή είναι προφανές ότι άνήκαν στήν ιθύνουσα τάξι τής βυζαντινής κοινωνίας. Έπί πλέον οί μεταφράσεις τού Κωνσταντίνου καί τού Μεθοδίου άπό τά ελληνικά στά σλαβικά δείχνουν τέτοιαν οίκείωσι μέ τήν ελληνική γλώσσα καί τήν ελληνική σκέψι, ώστε νά άποκλείεται ή πιθανότης ότι έχουν γίνει άπό μεταφραστή μέ μητρική γλώσσα τήν σλαβική. 

Μένει βέβαια τό πρόβλημα τής φράσεως τού βασιλέως Μιχαήλ πρός τον Κωνσταντίνο, πού είδαμε ήδη ότι άναφέρει ό παλαιοσλαβονικός βίος τού Μεθοδίου: «Πάρε μαζί σου τον άδελφό σου τον μοναχό Μεθόδιο και πηγαίνετε καί οί δύο στή Μοραβία.
 Γιατί καί οί δύο είσθε άπο τή Θεσσαλονίκη καί δλοι οί Θεσσαλονικεις μιλούνε σλαβικά». 

Στον επίσης παλαιοσλαβονικό βίο του Κωνσταντίνου δέν υπάρχει ή φράσις αύτή — καί αύτό δεν είναι χωρίς σημασία.
Τή βιογραφία του Κυρίλλου τήν έγραψε, όπως έχει διαπιστωθή άπο πολλούς ειδικούς σλαβολόγους, ό άδελφός του Μεθόδιος.
Καί ό Μεθόδιος, γεννημένος καί μεγαλωμένος στή Θεσσαλονίκη, δέν ήταν δυνατόν νά γράψη, καί γι αύτό δέν έγραψε, ότι στή Θεσσαλονίκη μιλούσαν σλαβικά.

 ’Αντίθετα, ό άγνωστος συγγραφέας τής βιογραφίας του Μεθοδίου, άπο τις παραλείψεις πού έχει καί άπο τά λάθη πού κάνει, άποδεικνύεται ότι ζούσε μακριά άπο τις βυζαντινές περιοχές, στήν Παννονία ίσως ή καί στή Βουλγαρία, καί δέν έγνώριζε τίποτα γιά τή Θεσσαλονίκη.

Γι’ αύτόν ή πατρίδα τών ιεραποστόλων τών Σλάβων ήταν μιά χώρα μυθική, όπου κατ’ άνάγκην θά έπρεπε νά μιλούσαν σλαβικά, έφ’ όσον ό Κωνσταντίνος καί ό Μεθόδιος μιλούσαν σλαβικά.

 Τό λάθος αύτό δέν τό έκανε ό Μεθόδιος στή βιγραφία τού άδελφού του. Ό συγγραφέας όμως τής βιογραφίας του Μεθοδίου πού ασφαλώς έγνώριζε τή βιογραφία τού Κωνσταντίνου προσέθεσε αύτή τή φράση άπο άγνοια καί άπο τον ζήλο του νά έξάρη τό πραγματικά μεγάλο γεγονός τής εισαγωγής τής σλαβικής στή λειτουργία.

Γιά τό σημερινό μελετητή τής ιστορίας τής Θεσσαλονίκης ή πληροφορία τού βιογράφου τού Μεθοδίου δέν μπορει κατά κανένα τρόπο νά δικαιολογηθή, πρώτα γιατί γνωρίζουμε ότι ποτέ δέν μπήκαν Σλάβοι στή Θεσσαλονίκη παρά μόνο ώς δούλοι ή βοηθητικοί τών βυζαντινών στρατευμάτων, καί έπειτα γιατί τά μνημεία τής πόλεως καί οί άλλες πληροφορίες πού έχουμε άποκλείουν τελείως τήν παρουσία Σλάβων σέ μιά πόλι, τής όποίας ό προστάτης Άγιος ήταν σύμβολο τής άμύνης της έναντίον τής σλαβικής διεισδύσεως.


Άπό τά μέσα του όγδοου αίώνος (τό 732 ή τό 751), όταν πιά έπαψε νά άνήκη στή δικαιοδοσία τής παπικής έκκλησίας καί περιήλθε στήν εξουσία του οίκουμενικού πατριαρχείου, ή Θεσσαλονίκη εγινε τό μεγαλύτερο μετά άπό τήν Κωνσταντινούπολι, θρησκευτικό καί πολιτιστικό κέντρο του Βυζαντίου.

'Έως τήν εποχή του αύτοκράτορος Λέοντος του Γ' ή του Κωνσταντίνου του Ε', οί επίσκοποι τής Θεσσαλονίκης ήταν άπλώς άντιπρόσωποι του Πάπα. Άπό τότε καί πέρα, μετά άπό τήν πρόσάρτησι του ’Ιλλυρικού στήν εξουσία του Βυζαντίου, ή εκκλησία τής Θεσσαλονίκης συνεδέθη αμεσα μέ τό Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Αψευδής μάρτυς του έλληνικού χαρακτήρος της στήν εποχή του Κυρίλλου καί του Μεθοδίου μένει τό μωσαικό του θόλου τής Άγιας Σοφίας στή Θεσσαλονίκη, πού εγινε τό 885 επί του μητροπολίτου Παύλου, στενού φίλου του πατριάρχου Φωτίου, πού ό Παύλος είχε βοηθήσει στήν οικουμενική σύνοδο του 880. Ό θόλος αύτός, πού άκολουθει τό σχέδιο τού κεντρικού θόλου τών Άγιων Αποστόλων στήν Κωνσταντινούπολι, δέν είναι νοητό νά ειχε γίνει γιά περιοχή σλαβοφώνων.

'Υπολείπεται πάντως νά έρμηνευθή ή γνώσις τής σλαβικής άπό τούς δύο άδελφούς.
 Πρέπει εύθύς άμέσως νά ύπομνησθή ότι ό Κωνσταντίνος εκτός άπό τά σλαβικά γνώριζε καί τήν τουρκική διάλεκτο τών Χαζάρων, τούς όποιους είχε έπισκεφθή ώς ιεραπόστολος, προτού άκόμη νά σταλή στή Μοραβία.

Άν πούμε ότι ο Κωνσταντίνος ήταν Σλάβος, επειδή γνώριζε τή σλαβική, θά πρέπη έπίσης νά πούμε ότι ήταν Χάζαρος Τούρκος, επειδή γνώριζε τήν τουρκική γλώσσα τών Χαζάρων.

 Μέσα στο πολύγλωσσο περιβάλλον τών άνακτόρων καί τού Πατριαρχείου τής Κωνσταντινουπόλεως, μέ τούς διερμηνείς, τούς διπλωματικούς άπεσταλμένους καί τούς εμπόρους πού έφθαναν εκεί άπό δλα τά μέρη, καθώς έπίσης καί μέ τούς διδασκάλους ξένων γλωσσών πού εργάζονταν στις σχολές τής Μαγναύρας καί τού Πατριαρχείου, δέν θά ήταν δύσκολο σέ δύο νέους, μέ τίς πνευματικές ικανότητες τού Κωνσταντίνου καί τού Μεθοδίου, νά μάθουν τά σλαβικά, τίς πρώτες βάσεις τών όποιων θά εΐχαν ίσως πάρει στή Θεσσαλονίκη, δταν ήταν μικρά παιδιά άκόμη έκεΐ, άπό Σλάβους υπηρέτες.

Θά ήθελα τώρα νά εξετάσω ενα δεύτερο ζήτημα πού παρουσιάζει ή άφήγησις τού βίου τών δύο ιεραποστόλων.

Η γραφή πού χρησιμοποίησε ό Κωνσταντίνος γιά τά σλαβικά παρουσιάζεται καί στις δύο βιογραφίες ότι άποκαλύφθηκε στον ιεραπόστολο ώς θαύμα υστέρα άπό εντατική προσευχή του μαζί μέ άλλους φίλους του.
 Οί σλαβολόγοι έχουν φθάσει στο συμπέρασμα ότι πριν άπό τον Κωνσταντίνο θά εΐχαν γίνει καί πολλές άλλες προσπάθειες άπό τήν βυζαντινή αυλή γιά νά γραφούν τά σλαβικά.

’Ασφαλώς θά είχε χρησιμοποιηθή καί ή ελληνική γραφή, όπως εγινε άργότερα καί στή Μικρά Ασία μέ τήν τουρκική μετάφραση τής Λειτουργίας. 'Η προσπάθεια όμως αύτή —όπως ίσως καί άλλες — τελικά εκμηδενίστηκε μέ τήν έργασία τού Κωνσταντίνου.

Στο σημείο αύτό θά πρέπη νά ύπομνηθή, αν καί είναι βέβαια γνωστό σέ όλους, ότι τό σημερινό σλαβικό άλφάβητο πού λέγεται κυριλλικό, δέν είναι τό άλφάβητο πού συνέθεσε ό Κωνσταντίνος.

 Τό δικό του άλφάβητο είναι γνωστό σήμερα ώς γλαγολιτική γραφή, έχει δέ διασωθή σέ πολύ λίγα μνημεία.
Πολλές άπό τίς μεταφράσεις τής εποχής τών δύο ιεραποστόλων τίς γνωρίζουμε σήμερα σέ μεταγενέστερες μεταγραφές στο κυριλλικό άλφάβητο, πού εΐναι βασικά ή μεγαλογράμματος γραφή τών Βυζαντινών μέ μερικές λατινικές προσθήκες.
Γιά τήν προέλευσι τού γλαγολιτικού άλφαβήτου πού συνέθεσαν καί χρησιμοποίησαν οί δύο ιεραπόστολοι, οί γνώμες τών ειδικών σλαβολόγων εξακολουθούν νά εΐναι μοιρασμένες, καί ή άσυμφωνία αύτή άποδεικνύει ότι, εως σήμερα, δέν εχει διαλευκανθή οριστικά ή καταγωγή του.

Μερικοί υπέθεσαν ότι το άλφάβητο αύτό έχει άνατολική προέλεσι καί μοιάζει μ’ έκεινο πού χρησιμοποιούσαν οί Εβραίοι, οί Σαμαρεΐται ή οί Πέρσαι.
Μερικοί άλλοι άναζήτησαν τις άρχές του στήν παλαιά άλβανική γραφή, άλλοι στή λατινική καί άλλοι στήν μικρογράμματη ή συντομογραφική ελληνική.

Ή έπικρατέστερη σήμερα γνώμη είναι ότι δέν εχει νόημα νά άναζητήση κανείς νά προσδιορίση ακριβώς τήν προέλευσι όλων τών γλαγολιτικών γραμμάτων.

Στήν εποχή του Κωνσταντίνου όλοι οί λαοί πού ήθελαν νά θεωρηθούν ώς πολιτισμένοι έπρεπε νά έχουν ειδική, δική τους γραφή, διαφορετική άπο τήν γραφή τών άλλων λαών.

Τό παράδειγμα τών ’Αρμενίων, τών Γότθων, τών ’Αράβων, τών Εβραίων καί άλλων άνατολικών λαών ειναι χαρακτηριστικό.
Ό Κωνσταντίνος συμμορφώθηκε πρός τήν ιδεολογία αύτή τών λαών τής εποχής του καί άπομακρύνθηκε ήθελημένα άπο τό ελληνικό άλφάβητο σάν νά ήθελε νά κρύψη τις πηγές τής έφευρέσεώς του καί νά δημιουργήση μιά γραφή ανατολικού χαρακτήρος.
Πολύ συνοπτικά θά γίνη εδώ λόγος καί γιά ένα τρίτο ζήτημα, γιά τό όποιο καί παλαιότερα καί τώρα άκόμη γίνεται μεγάλη συζήτησις: γιά τον άκριβή προσδιορισμό τής σλαβικής εκείνης περιοχής, άπο τήν όποίαν πήραν τήν σλαβική διάλεκτο τών μεταφράσεών τους οί δύο ιεραπόστολοι.
Τό ζήτημα όμως αύτό ούσιαστικά είναι άνύπαρκτο, γιατί προσεκτική άνάλυσις τών παλαιοσλαβονικών μεταφράσεων, πού μπορούνε νά άποδοθούν μέ θετικότητα στον Κωνσταντίνο καί στον Μεθόδιο, δείχνει ότι πρόκειται γιά μιά γλώσσα έντεχνη, πού, όπως είναι γραμμένη, δέν μιλήθηκε ποτέ. Είναι δηλαδή μιά γλώσσα λογοτεχνική, μέ τή σφραγίδα καί τον χαρακτήρα του προσωπικού ύφους τών δύο μεταφραστών, τόσο στενά δεμένη μέ τό ελληνικό πρωτότυπο, ώστε νά αποκλείεται νά είχε ποτέ μιληθή.

Τό λεξιλόγιο καί οί γραμματικοί της τύποι μοιάζουν περισσότερο νά είναι βουλγαρικής προελεύσεως, δύσκολο όμως είναι νά έντοπισθουν είδικώς σέ μιά συγκεκριμένη περιοχή, έφ’ οσον δέν υπάρχουν τόσα παλαιοσλαβονικά στοιχεία, όσα θά χρειάζονταν γιά νά γίνη ενας γλωσσολογικός χάρτης τών παλαιοσλαβονικών διαλέκτων.

Στο σύνολό της ή γλώσσα αύτή δέν ήταν δυνατόν νά είχε ποτέ χρησιμοποιηθή σέ προφορική ομιλία, γιατί οί έννοιες πού άποδίδει, ιδίως στις μεταφράσεις του Εύαγγελίου του Ίωάννου καί τών πατέρων τής Εκκλησίας,

δέν υπήρχαν εως τότε στή σλαβική γλώσσα πού ήταν γλώσσα ποιμένων καί γεωργών

Άπό τήν άποψι αύτή οί δύο ιεραπόστολοι θά πρέπη νά θεωρηθούν οχι μόνο ώς έφευρέτες τής σλαβικής γραφής, άλλά καί ώς δημιουργοί τής σλαβικής άφηρημένης γλώσσας.

’Έπειτα άπό τή διαπίστωσι αύτή, δέν εχει νόημα νά λέγεται καί νά γράφεται, όπως λέγεται καί γράφεται άπό τούς περισσότερους μελετητές τού έργου τού Κωνσταντίνου καί τού Μεθοδίου, ότι ή σλαβική διάλεκτος πού χρησιμοποίησαν στις μεταφράσεις τους ήταν ή γλώσσα τών Σλάβων πού είχαν έγκατασταθή στις περιοχές τής Βορείου Μακεδονίας (στις «Σκλαβινίες» τών Βυζαντινών).

IIρώτα - πρώτα ό όρος «Μακεδονία» κατά τήν εποχή τού Κυρίλλου καί τού Μεθοδίου δήλωνε τήν Ανατολική Θράκη καί οχι τήν περιοχή τής άρχαίας Μακεδονίας.
Έξ άλλου δέν είναι δυνατόν νά γνωρίζουμε τι διάλεκτο μιλούσαν οί κάτοικοι τών Σκλαβινιών, έφ όσον δέν έχουμε άλλα γραπτά κείμενα τής εποχής εκείνης έκτος άπό τις μεταφράσεις τών δύο ιεραποστόλων.

 'Η όλη συζήτησις στηρίζεται στήν ύπόθεσι, ότι οί δύο άδελφοί γνωρίζανε άπό μικρά παιδιά τή διάλεκτο αύτή, ενώ τό ορθό είναι ότι τά σλαβικά τά είχαν μάθει στήν Κωνσταντινούπολή καί ότι διεμόρφωσαν τις μεταφράσεις τους γιά τούς Σλάβους της Μοραβίας. 

Στήν εντεχνη σλαβική γλώσσα πού χρησιμοποίησαν, λογικό είναι νά ζητηθούνε ώς βάσις διαλεκτολογικά στοιχεία τής Μοραβίας.


'Ύστερα άπό τά επί μέρους πληροφοριακά στοιχεία καί τά επί μέρους ζητήματα, μένει τώρα νά ίδούμε τήν σημασία τής εισόδου τών σλαβικών λαών στήν ενότητα τής χριστιανικής οικουμένης. Χριστιανική οικουμένη είναι εδώ ή Βυζαντινή ’Ορθοδοξία γιατί άπό αύτήν εγιναν χριστιανοί καί σ’-αυτήν έμειναν εως τώρα οί περισσότεροι καί ισχυρότεροι άπό τους σλαβικούς λαούς.

Τήν σημασία αύτή τήν διετύπωσε ήδη πρώτος ό πατριάρχης Φώτιος μιλώντας γιά τον έκχριστιανισμό τών Βουλγάρων καί τών Ρώσων.

Στή συνείδησι τού τελευταίου αύτού πατρός τής οικουμενικής έκκλησίας, τήν διάστασι μεταξύ Ελλήνων καί βαρβάρων τήν έ'χει τώρα διαδεχθή ή διάστασις μεταξύ Οικουμένης καί βαρβαρότητος — στήν οικουμένη δε άνήκουν δσοι τρέφονται καί κατευθύνονται πνευματικά άπό τό Πατριαρχείο τού Βυζαντίου.

 Μιλώντας γιά τον έκχριστιανισμό τών Ρώσων, πού άρχισε ήδη έπί τής έποχής του, ό Φώτιος λέγει:
«Τό παρά πολλοΐς πολλάκις θρυλλούμενον καί εις ωμότητα καί μιαιφονίαν πάντας δευτέρους ταττόμενον, τούτο δή τό καλούμενον τό Ρώς... εν υπηκόων εαυτούς καί προξένων τάξει έγκατέστησαν, ώστε καί επίσκοπον καί ποιμένα δέξασθαι καί τά τών χριστιανών θρησκεύματα διά πολλής σπουδής καί έπιμελείας άσπάζεσθαι».

Μέ τήν ιδια στοργή καί τρυφερότητα μιλάει καί γιά τούς Βουλγάρους, στον πρώτο χριστιανό ήγεμόνα τών οποίων, στον Βόρι - Μιχαήλ, άπηύθυνε ενα άπό τά ωραιότερα κείμενα τής βυζαντινής γραμματείας, τήν παραινετική του επιστολή, στήν όποια υψώνει στήν ψυχή τού μέχρι χθες βαρβάρου ήγεμόνος τό ιδεώδες τού χριστιανού βασιλέως.

Είναι δύσκολο νά έξάρη κανείς όσο πρέπει τήν σημασία τής αλλαγής πού έσήμαινε γιά τούς Σλάβους ή είσοδός τους στήν Οικουμενική ’Ορθοδοξία.

 Γιατί δέν είναι σχήμα λόγου ή διατύπωσις οτι μέ τον έκχριστιανισμό τους πέρασαν άπο τήν βαρβαρότητα στον πολιτισμό.

Ή ’Ορθοδοξία τούς έδωσε γραφή γιά νά γράφουν τή γλώσσα τους τούς βοήθησε νά μάθουν, νά άγαπήσουν καί νά πλουτίσουν τή γλώσσα τους τούς προίκισε μέ τον κόσμο τών ιδεών τής ορθοδόξου ελληνικής εκκλησίας μέ τις μεταφράσεις τών νομικών βιβλίων του Βυζαντίου τούς βοήθησε νά οργανώσουν τήν κοινωνική τους ζωή οχι έπάνω στις διαθέσεις καί στις προτιμήσεις τών άρχηγών τών γενών, όπως γινόταν έως τότε, άλλά έπάνω στή γενική καί στήν άπρόσωπη έννοια του νόμου.

Καί μέ τήν είσοδό τους στήν ’Ορθοδοξία, πού έγινε στήν καλύτερη ώρα τού βυζαντινού πολιτισμού, οί Σλάβοι είχαν τήν εύκαιρία νά παρακολουθήσουν άπο κοντά τή λειτουργία ένός κράτους οργανωμένου καί στερεού, όπως ήταν τό Βυζάντιο στήν εποχή τού Μιχαήλ, τού Φωτίου καί τής Μακεδονικής δυναστείας.


ΒΑΣΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Μ. Anastos, Iconoclasm and Imperial Rule. The Cambridge Medieval History IV, I (1966).
F. Grivec, Konstantin und Method, Lehrer der Slave n (Wies¬baden, 1960).
F. Grivec καί F. Tom§i6, Constantinus et Methodius, Thessalo- nicenses. Fontes (Zagreb, 1960).
F. Dolger, Byzanz und die europaische Staatenwelt (Ettal, 1953). F. Dvornik, Les Slaves, Byzance et Rome au IXe Siecle (Paris, 1926).
F. Dvornik, Les Legendes de Constantin et de Methode vue de Byzance (Prague, 1933).
F. Dvornik, The Making of Central and Eastern Europe (London, 1949).
F. Dvornik, The Photian Schism (Cambridge 1948).
D. Obolensky, The Empire and its Northern Neighbours, the Cambridge Medieval History IV, I (1966).
D. Obolensky, The Heritage of Cyril and Methodius in Russia. Dumbarton Oaks Papers 19 (1965).
G. Ostrogorsky, Studien zur Geschichte des byzantinischen Bilderstreites (Breslau, 1929).
G. Ostrogorsky, The Byzantine Background of the Moravian Mission. Dumbarton Oaks Papers 19 (1965).
G. C. Soulis, The Legacy of Cyril and Methodius to the Southern Slavs. Dumbarton Oaks Papers 19 (1965).


Δεν υπάρχουν σχόλια: