Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2015

Μακεδονικός Αγώνας: Ο Ελληνισμός στη Μακεδονία.

Μητροπολίτης Καστοριάς
ΚΑΡΑΒΑΓΓΕΛΗΣ

και ο Βοεβόδας ΓΚΕΛΕΦ
του Σωτήρη Ζήση.

DOUGLAS DAKIN
Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ
ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ
1897-1913
(οι φωτογραφίες επιλογή Yauna)


Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ
ΣΤΗ ΔΥΤΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

Αν η ελληνική κυβέρνηση δεν ήταν σε θέση να επηρεάσει τις εξελίξεις στη Μακεδονία, ο γηγενής Ελληνισμός, ωστόσο, είχε ήδη αρχίσει να οργανώνει την άμυνά του.

Ολόκληρες κοινότητες είχαν φανερά μείνει πιστές στην Ορθοδοξία, ενώ άλλες, οι οποίες είχαν εξαναγκαστεί να ανακηρυχτούν σχισματικές, παρέμεναν κρυφά πατριαρχικές, έτοιμες να επανακάμψουν στις γνήσιες πεποιθήσεις τους με την πρώτη ευκαιρία.

Η αποτυχία του εγχειρήματος των επαναστατών οφειλόταν κυρίως στην αντίθεση των κοινοτήτων, ιδίως εκείνων στις οποίες οι πατριαρχικοί επικρατούσαν ή τουλάχιστον αποτελούσαν ισχυρή δύναμη.

Δεν θα ήταν ποτέ δυνατό να εξιστορήσει κανείς ολόκληρη την ιστορία της αντίστασης αυτής: απαρτίζεται από πολυάριθμες τοπικές ιστορίες και πολύ σπάνια συλλαμβάνουμε κάτι περισσότερο από μια φευγαλέα ματιά από τις πολυάριθμες τοπικές έριδες, οι οποίες, αν διαφωτίζονταν πλήρως, θα συνέθεταν το μεγαλύτερο τμήμα της ιστορίας του Μακεδονικού Αγώνα.

Συνηθέστερα γνωρίζουμε μόνο τις τραγικές εκδηλώσεις της μιας ή της άλλης διαμάχης —
τη δολοφονία 
προκρίτων, 
ιερέων και 
δασκάλων, την 
πυρπόληση κατοικιών και τη 
σφαγή γυναικοπαιδών.

Αυτό το οποίο δεν γνωρίζουμε, παρά μόνο σε λίγες περιπτώσεις, είναι η ιστορία της αποφασισμένης αντίστασης των πατριαρχικών απέναντι σε απειλές και απάνθρωπη μεταχείριση



Δεν χωρεί, όμως, αμφιβολία ότι η αντίσταση αυτή αφορούσε χιλιάδες.

Χωρίς αυτήν, ολόκληρη η Μακεδονία θα περνούσε σιωπηρά στα χέρια της Εξαρχίας και η μετέπειτα ιστορία του Μακεδονικού ζητήματος θα ήταν εντελώς διαφορετική.

Το αδιαμφισβήτητο γεγονός της αντίστασης αυτής απέδειξε περισσότερο από κάθε τι άλλο ότι ο ελληνικός αγώνας στη Μακεδονία κάθε άλλο παρά ανεδαφικός ήταν (όπως πολλοί νόμισαν τότε) αλλά ότι αποτελούσε μια εξαιρετικά εύλογη και, όπως θα αποδείκνυαν τα γεγονότα, θετική πολιτική επιλογή.

 Η προβολή της ελληνικής υπόθεσης στηρίχτηκε συχνά σε ιστορικά, γλωσσολογικά και εθνολογικά επιχειρήματα, τα οποία ήταν κατά τι μόνο λιγότερο φαιδρά από εκείνα τα οποία επιχειρούσαν να αναιρέσουν: την πραγματική, όμως, βάση των ελληνικών ισχυρισμών αποτελούσε η ύπαρξη ισχυρών στοιχείων που αντιδρούσαν στην εξαρχική και βουλγαρική επικράτηση.

Τα στοιχεία αυτά συνέθεταν τον Ελληνισμό με την πιο ευρεία σημασία του όμια δύναμη η οποία στη Μακεδονία δεν ήταν σωστό να ταυτίζεται αποκλειστικά με την ελληνική γλώσσα ή φυλή. 

Ο Ελληνισμός αντλούσε το περιεχόμενό του κυρίως από την πατριαρχική Εκκλησία, τα ανθηρά ελληνικά σχολεία και από μια τάξη η οποία απολάμβανε ένα βαθμό οικονομικής ανωτερότητας, μια τάξη συντηρητική, η οποία διακινδύνευε πολλά και η οποία είχε προσαρμοστεί στο καθεστώς της οθωμανικής κυριαρχίας, λαμβάνοντας υπόψη τα μειονεκτήματά του.

Ο Ελληνισμός αποτελούσε τρόπο ζωής, με εμφανές χαρακτηριστικό την αποδοχή της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας. 

Αυτόν τον τρόπο ζωής απειλούσαν τώρα στοιχεία του ντόπιου πληθυσμού, τα οποία θεωρούνταν ανεπιθύμητα, και δεν είναι περίεργο ότι παρουσιάστηκαν πολλοί για να υπερασπιστούν την παλιά τάξη πραγμάτων.

Στην προσπάθειά τους να ανταπεξέλθουν μόνοι τους στην απειλή,
οι πατριαρχικοί έπρεπε κατανάγκην να ζητήσουν προστασία από τις τουρκικές αρχές. 

Αυτό το έπραξαν μέσω των νόμιμων εκπροσώπων τους, του ανώτερου κλήρου και των προκρίτων

Αρχικά, στην ύπαιθρο ελάχιστη προστασία ήταν δυνατή αλλά, καθώς οι Τούρκοι ενίσχυσαν τη στρατιωτική τους παρουσία στη Μακεδονία, οι δραστηριότητες του επαναστατικού κινήματος περιορίστηκαν σαφώς.
 Οι πατριαρχικοί συχνά αναλάμβαναν δράση με την προτροπή των πιο αποφασιστικών από τους Έλληνες μητροπολίτες, ενώ η αποστολή τους χωρίς αμφιβολία ενισχύθηκε από πλήθος πατριαρχικών πληροφοριοδοτών.

Εάν, όπως έχει λεχθεί, οι Έλληνες «δολοφονούσαν δι' αντιπροσώπου»,
 αυτό συνέβαινε επειδή αρχικά αποτελούσε τον μόνο τρόπο αυτοάμυνας.

 Από την αρχή ο ελληνικός κλήρος και οι πρόκριτοι επινόησαν μεθόδους για να μεταδίδουν πληροφορίες στους Τούρκους.

Για τις τουρκικές αρχές η συνδρομή αυτή ήταν ευπρόσδεκτη:
όσο και αν η Ευρώπη αμφέβαλλε για την ύπαρξη του Ελληνισμού, οι Τούρκοι ασφαλώς γνώριζαν τη λανθάνουσα ισχύ του και παρόλο που η υποστήριξη που είχαν παράσχει στην Εξαρχία υπήρξε από τους βασικούς λόγους για την εξασθένιση της επιρροής του Ελληνισμού στη Μακεδονία, τώρα προσπαθούσαν να επωφεληθούν όσο ήταν δυνατό.

Οι ηγέτες του Ελληνισμού από την πλευρά τους,
όση απέχθεια και αν αισθάνονταν για την τουρκική κυριαρχία,
θεώρησαν κάποιο βαθμό συνεργασίας ως τη μοναδική ελπίδα σωτηρίας.

 Ο τρόπος αυτός ενέργειας δεν είχε κάτι το υπερβολικά επονείδιστο, περιέκλειε, όμως, κινδύνους, καθώς ο αγώνας έπρεπε να διεξαχθεί εξ ολοκλήρου υπό τα όμματατης ευρωπαϊκής κοινής γνώμης, η οποία διέθετε κακή πληροφόρηση από τις σελίδες ενός κίτρινου Τύπου .

Το πρόβλημα αυτό —σε ποιο βαθμό, δηλαδή, ήταν δικαιολογημένη ή πολιτικά φρόνιμη η συνεργασία με τους Τούρκους— επρόκειτο να προκαλέσει αρκετές αντεγκλήσεις και μεταξύ των ίδιων των Ελλήνωνστο ξεκίνημα, όμως, του αγώνα δεν υπήρχε άλλη επιλογή.

Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι οι Έλληνες όφειλαν αρκετά στους Τούρκους. Πράγματι, η τουρκική επικράτηση το 1903 ήταν σωτήρια για τον Ελληνισμό.
Τη χρονιά εκείνη οι Τούρκοι κατάφεραν στην επαναστατική κίνηση ένα πλήγμα από το οποίο δεν συνήλθε ποτέ, με αποτέλεσμα ο Ελληνισμός, ο οποίος είχε ήδη αρχίσει να οργανώνει την άμυνά του, να είναι σε θέση να ξανακερδίσει το χαμένο έδαφος.

  Ο Κότας και ο Καραβαγγέλης
Ο πρώτος Μακεδονομάχος
Καπετάν Κότας (Κώτας).


Μητροπολίτης Καστοριάς
Γερμανός Καραβαγγέλης
Κορυφαίοι μεταξύ εκείνων που με διάφορους τρόπους συσπείρωσαν τον Ελληνισμό στη Μακεδονία υπήρξαν ο Κότας και ο μητροπολίτης Καραβαγγέλης.

Ο Κότας, που ποτέ του δεν εμπιστεύτηκε την ΕΜΕΟ, εξελίχτηκε τελικά σε αδυσώπητο εχθρό της. 

Η περίπτωσή του δεν ήταν μοναδική στη Μακεδονία, σίγουρα, όμως, καταλαμβάνει περίοπτη θέση και ως παράδειγμα ενέπνευσε τους ομόφρονές του να προβάλουν ακλόνητη και ηρωική αντίσταση.

Ανάλογη υπήρξε η συμβολή του Καραβαγγέλη, ενός από τους πιο ατρόμητους Έλληνες ιεράρχες, η στάση του οποίου, όπως και του Κότα, εμψύχωσε σε τεράστιο βαθμό τους πατριαρχικούς στη Δυτική Μακεδονία.

Η συνεργασία τους δεν υπήρξε ιδιαίτερα στενή:
ο καθένας τράβηξε το δικό του δρόμο και δεν συμφωνούσαν σε όλα πάντοτε·
 στο βαθμό, όμως, που η πορεία τους συνέπεσε αλλά και για τη δράση του ο καθένας ξεχωριστά κέρδισαν την ευγνωμοσύνη του ελληνικού έθνους.

Ο Γερμανός Καραβαγγέλης ανήλθε το 1900 στο μητροπολιτικό θρόνο της Καστοριάς —στη θαυμάσια αυτή ορεινή πόλη της Δυτικής Μακεδονίας, που είναι χτισμένη πάνω σε μια μικρή χερσόνησο που εισχωρεί στην ομώνυμη λίμνη και κοσμείται από πολυάριθμες βυζαντινές εκκλησίες.

Η χειροτονία του έγινε από τον Πατριάρχη Κωνσταντίνο Ε', ο οποίος έκλινε προς την πιο εθνικιστική εκδοχή του Ελληνισμού που πρόβαλλαν οι κυβερνήσεις της Αθήνας και αναγνώριζε την ανάγκη για την παρουσία μιας ισχυρής προσωπικότητας στη Δυτική Μακεδονία.

Ο Καραβαγγέλης αποτελούσε μια καλή επιλογή .

Νικόλαος Μαυροκορδάτος
(1837-1903)
Ως επίσκοπος στο Πέραν είχε αποδείξει τις ικανότητές του με την αναδιοργάνωση των σχολείων της περιφέρειάς του σύμφωνα με τα ελληνικά πρότυπα και με την ίδρυση νέων.

 Ο ίδιος, πάντως, δεν ήταν ιδιαίτερα πρόθυμος να μεταβεί στη Μακεδονία —μέχρι τη στιγμή που ο Έλληνας πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη Νικόλαος Μαυροκορδάτος του μίλησε για τη σημασία του έργου που είχε να επιτελέσει εκεί.

 Ο Καραβαγγέλης βιαστικά έβαλε ενέχυρο τα άμφιά του (είχε ξοδέψει όλα του τα χρήματα για τα σχολεία του Πέραν) και για να καθησυχάσει τους πιστωτές του ασφάλισε τη ζωή του.

Αφού έγιναν αυτά, ξεκίνησε για τη Μακεδονία.
Εκεί βρήκε μια αξιοθρήνητη κατάσταση. 

Η πόλη της Καστοριάς ήταν γεμάτη με πατριαρχικούς που είχαν εγκαταλείψει τα χωριά τους για να γλιτώσουν από τις διώξεις
πολλοί δάσκαλοι και ιερείς, έπειτα από τις άγριες δολοφονίες των ιερέων στο Νερέτι, το Στρέμπενο (Ασπρόγεια), την Πρεκοπάνα (Περικοπή) και την Ποσδίβιστα, είχαν εγκαταλείψει τις θέσεις τους, ενώ όσοι δεν είχαν πάρει το δρόμο της φυγής έμεναν πτοημένοι και σιωπηλοί με τη μάταιη ελπίδα ότι θα περνούσε και αυτή η μάστιγα.

Η πρώτη κίνηση του Καραβαγγέλη ήταν να πάει στο Μοναστήρι και να συναντηθεί με τον Έλληνα πρόξενο Πεζά, ο οποίος, όμως, το μόνο που συνέστησε στον Καραβαγγέλη ήταν να συντάξει μια έκθεση την οποία το προξενείο θα προωθούσε στην Αθήνα.

 Πράγματι, ο Καραβαγγέλης συνέταξε την έκθεση:
εφιστούσε την προσοχή των αποδεκτών της στα θλιβερά δεινά του Ελληνισμού στη Δυτική Μακεδονία και
υπογράμμιζε την ανάγκη να σταλεί ένοπλο σώμα από την Ελλάδα.

Τίποτε, όμως, δεν βγήκε από την έκθεση αυτή.

Έτσι, λοιπόν, αποφάσισε να δράσει μόνος του.
Υπογράφοντας ως Κώστας Γεωργίου,
άρχισε μυστική αλληλογραφία με τους πατριαρχικούς προκρίτους της περιφέρειάς του, προσπαθώντας να συντηρήσει την ελπίδα ότι θα έφτανε βοήθεια από την Ελλάδα, αν και γνώριζε καλά ότι, πριν από την παροχή οποιασδήποτε βοήθειας, θα έπρεπε να αποδειχτεί ότι υπήρχε οργανωμένη ελληνική αντίσταση.

 Υπήρχε, λοιπόν, κατά την άποψή του, άμεση ανάγκη να οργανωθεί ένα σώμα ή, ακόμη καλύτερα, καθώς ο χρόνος πίεζε,
να ταχθεί ένα τοπικό σώμα στην υπηρεσία του Ελληνισμού. 

Η προτίμησή του στράφηκε στον Κότα από τη Ρούλια, του οποίου γνώριζε την αντίθεση με τα επαναστατικά στελέχη της περιοχής της Καστοριάς.

Χαμηλού αναστήματος, νευρώδης και οστεώδης, φαλακρός, με μικρά φωτεινά μάτια και μακρύ γυριστό μουστάκι, ο Κότας την περίοδο αυτή θα ήταν γύρω στα τριανταοκτώ .

Ήταν αληθινός πολυτεχνίτης:
 καλλιεργούσε ένα μικρό κλήρο,
πουλούσε λίγα μαναβικά,
έκανε τον πανδοχέα,
έφτιαχνε κεριά και
εκτελούσε δουλειές του ποδαριού.

 Έγινε, επίσης, μουχτάρης (κοινοτάρχης) στο χωριό του, τη Ρούλια, που βρίσκεται σε μια δασωμένη ρεματιά που ξεκινά από το Πισοδέρι και καταλήγει στα αλβανικά σύνορα.

Στην περιοχή αυτή ο τουρκικός ζυγός ήταν βαρύτερος από αλλού, καθώς οι ντόπιοι τσιφλικάδες ήταν περήφανοι και αδίστακτοι Αλβανοί μπέηδες, που απομυζούσαν και τον τελευταίο παρά, χωρίς να λογαριάζουν, όποτε τους βόλευε, τους οθωμανικούς νόμους.

Το τυραννικό αυτό καθεστώς αψήφησε ο Κότας, πιστός στην κλέφτικη παράδοση, και αναδείχτηκε σε αφοσιωμένο υπερασπιστή των τοπικών δικαιωμάτων.

Είχε πολλές διαφορές με τον Κασίμ Μπέη της Καπέστιτσα, ο οποίος κατείχε μια μεγάλη έκταση στο οροπέδιο της Φλώρινας.
Μια διαφορά, για παράδειγμα, αφορούσε ένα χάνι που ανήκε στην Εκκλησία, ενώ μια άλλη είχε να κάνει με τη λειτουργία ενός νερόμυλου που στερούσε τις γειτονικές κοινότητες από το αναγκαίο νερό για την άρδευση.
Ο Κότας αντιτάχθηκε, επίσης, στους Τούρκους υπαλλήλους που γύρευαν τρόφιμα για τη στρατιωτική επιμελητεία.

Το τόλμημα αυτό του στοίχισε κάποτε ένα γερό ραβδισμό, στη συνέχεια, όμως, παρουσιάστηκε αγέρωχος στις αρχές στην Καστοριά για να υποβάλει διαμαρτυρία, με αποτέλεσμα να του χορηγηθεί αποζημίωση.

Η φήμη του είχε εξαπλωθεί τόσο, ώστε πολλά χωριά άρχισαν να προσκαλούν αυτόν και το σώμα του για προστασία. Ενέπνεε φόβο στους Τούρκους αξιωματούχους και στους ανθρώπους των μπέηδων, και όσοι τόλμησαν να τον αψηφήσουν βρήκαν άσχημο τέλος στα χέρια του.

Μετά από κάθε κατόρθωμα συνήθιζε να πηγαίνει στο βυζαντινό μοναστήρι της Αγίας Τριάδας στο Πισοδέρι και να προσκυνά, χωρίς ποτέ να μάθει κανείς αν το έκανε για να ζητήσει συγχώρεση για το αίμα που χύθηκε ή για να ευχαριστήσει την Παρθένο που τον ευλόγησε να απαλλάξει τη γη του από έναν ακόμη κακούργο.

Το παράδοξο είναι ότι, ενώ τα περισσότερα από τα θύματά του ήταν Τουρκαλβανοί, ο ίδιος έγινε ένας από τους ήρωες του αλβανικού λαού, ο οποίος έχει και τραγούδι για τον Κότα.

Ένα άλλο ενδιαφέρον σημείο είναι ότι διατηρούσε αγαθές σχέσεις με τους Τούρκους στρατιώτες και χωροφύλακες, με τους οποίους περνούσε πάντα τη μέρα του χωρίς ποτέ να τον ενοχλήσουν.

Αν και είχε γεννηθεί και βαπτιστεί ορθόδοξος 
και ζούσε σε κοινότητα κυρίως πατριαρχική, 
σε κάποια φάση της ζωής του 
είχε γίνει εξαρχικός.

Η αλλαγή αυτή πιθανώς δεν σήμαινε πολλά για τον Κότα,
για τον οποίο δεν είχε διαφορά αν η λειτουργία γινόταν στα ελληνικά ή τα σλαβικά.

 Ήταν, πάντως, πιστός.
Ως γνήσιος κλέφτης καταδίκαζε τους αδιάκριτους φόνους χριστιανών .
Ούτε μπορούσε να καταλάβει γιατί
οι νεαροί επαναστάτες έπρεπε να αγοράζουν όπλα στην Ελλάδα μια περίπου λίρα το ένα
 κι ύστερα να υποχρεώνουν τους φτωχούς χωρικούς να τ' αγοράζουν με εξωφρενικό τίμημα,
 τη στιγμή που θα μπορούσαν να τα είχαν προμηθευτεί πολύ πιο φθηνά από τους Αλβανούς της περιοχής τους.

Γι' αυτούς και άλλους, καθαρά προσωπικούς, λόγους, ο Κότας είχε τραβηχτεί μακριά από τους πράκτορες της ΕΜΕΟ και στα τέλη του 1901 εργαζόταν εναντίον της.
Μητροπολίτης Καστοριάς
Γερμανός Καραβαγγέλης

Ο Καραβαγγέλης ήταν πλήρως ενήμερος για τη λειτουργία της ΕΜΕΟ και την ιδιόμορφη θέση του Κότα.

Ο Πετρόφ, όπως έχουμε δει, είχε μιλήσει απρόσεκτα και ο παπα-Αργύρης, ο ιερέας της Ζουπάνιστα, ήταν σε θέση να δώσει στον Καραβαγγέλη μια σχεδόν ολοκληρωμένη εικόνα της κατάστασης.

Ο Καραβαγγέλης γνώριζε τα πάντα για τα σχέδια αγοράς όπλων από την Ελλάδα

Άλλες πληροφορίες είχε πάρει από τον παπα-Ηλία και τον Γιάντση Κιάμο από την Ποσδίβιστα, καθώς και από τον πρόκριτο Καραμάντσο της Ζαγορίτσανης .

Η βουλγαρική Τσέτα της ΕΜΕΑΟ -VMORO του
Panto Kliatsiev Пандо Кляшев
Σύμφωνα με τον Κλιάσεφ, ο Καραβαγγέλης ήταν εκείνος που έπεισε τον καϊμακάμη της Καστοριάς να εγκαταστήσει φρουρές στα χωριά και να λάβει μέτρα κατά των εξαρχικών,
στους οποίους αποδίδονταν τώρα όλα τα εγκλήματα .

 Ο Καραβαγγέλης, επίσης, τηρούσε τους Τούρκους ενήμερους με κάθε λεπτομέρεια για το εμπόριο όπλων, με αποτέλεσμα, όπως έχουμε δει, η διακίνηση όπλων να καταστεί εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα.

Στα τέλη του 1901 ή στις αρχές του 1902 ο Καραβαγγέλης κατόρθωσε με μεγάλη δυσκολία να κανονίσει μια συνάντηση με τον Κότα στο χωριό Τίρνοβο, απέναντι από τη Ρούλια .
 Σύμφωνα με την περιγραφή του ίδιου του Καραβαγγέλη , ήταν μεσάνυχτα όταν συναντήθηκαν και συνέχισαν να συνομιλούν μέχρι την αυγή.

Ο Καραβαγγέλης είπε στον Κότα:

Μέγας Αλέξανδρος
 «Εσείς είσαστε Έλληνες από την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου
και πέρασαν οι Σλάβοι και σας εξεσλάβωσαν.

 Η μορφή σας είναι ελληνική και η γη που πατούμε είναι ελληνική. 

Το μαρτυρούνε τα αγάλματα που είναι κρυμμένα μέσα της. 

Και αυτά είναι ελληνικά, και τα νομίσματα που βρίσκομε είναι ελληνικά, κι οι επιγραφές είναι ελληνικές. 

Έπειτα η Εκκλησία μας και το Πατριαρχείο επρωτοστάτησαν πάντοτε στην ελευθερία. 

Ενώ η Βουλγαρία δε στάθηκε ικανή ώστε η ίδια να ελευθερωθεί, παρά την ελευθέρωσε η Ρωσία. 

Και συ περιμένεις τώρα να ελευθερώσει και τη Μακεδονία; 

Και φαντάζεσαι πως είναι ποτέ δυνατόν η ευρωπαϊκή διπλωματία να κατακυρώσει τη Μακεδονία στη Βουλγαρία και προπάντων τη Φλώρινα και την Καστοριά, 
που απέχουν μόλις δύο μέρες από τα ελληνικά σύνορα, ενώ από τα βουλγαρικά απέχουν επτά;... 

Από σήμερα, του είπα, θα είσαι μαζί μας, θα είσαι ο πρώτος. 

Θα σε στείλω κάτω να γνωρίσεις τους Έλληνες βασιλείς και τα παιδιά σου θα τα στείλω στην Ελλάδα να σπουδάσουν» . 

 Σύμφωνα με τον Καραβαγγέλη, ο Κότας συμφώνησε να υπηρετήσει την πατριαρχική υπόθεση και η συμφωνία διατυπώθηκε γραπτώς.

 Ο Καραβαγγέλης εξασφάλισε στον Κότα μηνιαία χορηγία δέκα τουρκικών λιρών, ενώ θα έδινε δύο λίρες σε καθένα από τους άντρες του.

 Αυτή υπήρξε πιθανώς η συμφωνία ανάμεσα στον Καραβαγγέλη και τον Κότα.
Δεν ήταν τόσο ζήτημα να κερδηθεί ο Κότας όσο να κανονιστεί η χρηματοδότηση και η συνεργασία μαζί του.

Στην πραγματικότητα ο Κότας και όχι ο Καραβαγγέλης ήταν εκείνος που έκανε την πρώτη κρούση, 
και έτσι δημιουργείται εύλογα η εντύπωση ότι ο Κότας επιθυμούσε τη βοήθεια του Καραβαγγέλη για να στείλει τους γιους του στην Αθήνα. 

Από πουθενά δεν προκύπτει το συμπέρασμα ότι ο Κότας έγινε ο πειθήνιος αρχιστράτηγος του μητροπολίτη. 
Καπετάν Κώττας

Ο Κότας είχε ήδη αναδειχτεί σε ηγέτη ενός ιδιότυπου Ελληνισμού και δεν ήταν άνθρωπος που θα δεχόταν διαταγές. 

Ο Καραβαγγέλης προσπαθεί από την αρχή να δώσει την εντύπωση ότι ο .ίδιος ασκούσε τον υπέρτατο έλεγχο.
 Όμως, όσο δραστήριος και αν ήταν, ασφαλώς δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο.
Τόσο ο Κότας όσο και ο Καραβαγγέλης, παρά την όποια συνεργασία τους, ακολούθησαν το δικό του δρόμο ο καθένας.

Ο Καραβαγγέλης είχε κιόλας ξεκινήσει να δημιουργεί κάποιας μορφής οργάνωση στην περιφέρειά του. 

Ήδη, από το Μάιο του 1902, οι ηγέτες της ΕΜΕΟ είχαν πληροφορίες
 ότι μια μυστική ελληνική εταιρεία είχε συσταθεί στην Ποσδίβιστα.


Τις υποψίες τους είχε κινήσει το γεγονός ότι, όταν ο Τσακαλάροφ είχε βρεθεί στην Αθήνα το Μάρτιο του 1902, άνθρωποι από την Ποσδίβιστα είχαν αποπειραθεί να τον απαγάγουν.

 Στην πραγματικότητα, ο Καραβαγγέλης είχε στείλει τον Γεώργιο Τσιάμο (Γιάντση) και τον εξάδελφό του παπα-Ηλία της Ποσδίβιστα για να εκτελέσουν το εγχείρημα, πληρώνοντας τα έξοδά τους από την τσέπη του.

Από τη βιασύνη του ο Τσιάμος έχασε μια χρυσή ευκαιρία.

Ο Τσακαλάροφ τον πρόσεξε, διέφυγε σ' ένα καφενείο και εξαφανίστηκε .

Λίγο μετά την επιστροφή του στο Σμάρδεσι (24 Απριλίου 1902), ο Τσακαλάροφ ανέλαβε με τον Κλιάσεφ να ξεκαθαρίσει το θέμα της μυστικής οργάνωσης.

Η βουλγαρική Τσέτα της ΕΜΕΑΟ -VMORO των
Panto Kliatsiev-Пандо Кляшев και
Vasil Chakalarov-
Васил Чекаларов
Τη νύχτα της 5/18 Μαΐου έπιασαν τον Τσιάμο και τον παπα-Ηλία και δέκα μέρες αργότερα τους εκτέλεσαν , αφού προηγουμένως είχαν εξαναγκάσει τον παπα-Ηλία να υπογράψει μια ομολογία και κατάρα μαζί, την οποία έστειλαν στον Καραβαγγέλη.

Κατά την παραμονή τους στην Ποσδίβιστα, οι Κλιάσεφ και Τσακαλάροφ ανακάλυψαν ότι ο Καραβαγγέλης είχε υποσχεθεί στους κατοίκους όπλα, καθώς επίσης και την άφιξη σώματος από την Ελλάδα για την προστασία τους.

Ο Καραβαγγέλης είχε πράγματι εισέλθει αποφασιστικά στον αγώνα.
 Στην πόλη της Καστοριάς αυτός ήταν ο πραγματικός κυρίαρχος και όχι ο καϊμακάμης από το ετοιμόρροπο κονάκι του.

 «Μπορείς να τον δεις», γράφει ο Brailsford, που επισκέφτηκε την Καστοριά το 1903, «οποιαδήποτε μέρα κατά το μεσημέρι —μια αρρενωπή μορφή με μαύρο ράσο, μαύρη γενειάδα, κυματιστούς βοστρύχους και έντονα χαρακτηριστικά, να ανηφορίζει καμαρωτός πάνω στο άσπρο του άλογο τον κεντρικό δρόμο που οδηγεί στο δικό του μέγαρο στην κορυφή του λόφου. 
Προηγουμένως υπαγόρευε πολιτική στον Τούρκο Καϊμακάμη» . 

Μια βδομάδα πριν τον συναντήσει ο Βρετανός επισκέπτης του, ένας Βούλγαρος επίσκοπος είχε αποπειραθεί να εισέλθει στην πόλη.
Μέσα σε μισή ώρα ηχούσαν οι καμπάνες όλων των εκκλησιών και ο Καραβαγγέλης πάνω στο καμαρωτό λευκό του άτι συγκέντρωνε τους πιστούς για να διαδηλώσουν και να κραυγάσουν θάνατο στον παρείσακτο.

Την επόμενη μέρα ο Βούλγαρος ιεράρχης συνοδεύτηκε από ισχυρή δύναμη της τουρκικής αστυνομίας έξω από τα ιερά όρια του Ελληνισμού .

Για να επιτύχει ένας Έλληνας επίσκοπος στην Ευρωπαϊκή Τουρκία, όποια και αν ήταν τα άλλα προσόντα του, έπρεπε να διαθέτει πολιτικές ικανότητες αλλά και θάρρος.

 Το αξίωμά του καθαυτό είχε πολιτικό χαρακτήρα, για τον απλούστατο λόγο ότι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία η ελληνική Εκκλησία αποτελούσε ταυτόχρονα τόσο ένα ημι-αυτόνομο θεοκρατικό σύστημα όσο και τμήμα του οθωμανικού διοικητικού συστήματος.

Οι ανώτεροι κληρικοί είχαν διπλή ιδιότητα:
αξιωματούχοι του οθωμανικού κράτους και ηγέτες, πολιτικοί και πνευματικοί, του λαού τους. 

Η διπλή αυτή ιδιότητα ήταν επαχθής, ιδίως σε μια περιοχή σαν τη Μακεδονία.
Εδώ ήταν απαραίτητοι άντρες με ασυνήθιστες ικανότητες.

Γι αυτό το λόγο ο Καραβαγγέλης αποτελούσε εξαιρετική επιλογή για τη μητρόπολη της Καστοριάς.

Και άλλοι, όπως ο προκαθήμενος στη γειτονική μητρόπολη Πελαγονίας 
Ιωακείμ Φορόπουλος και ο ακάματος ιεράρχης
Χρυσόστομος Καλαφάτης στη Δράμα,
τον συναγωνίζονταν από την άποψη αυτή·
ο Καραβαγγέλης, όμως, ξεχωρίζει ως η μεγαλύτερη, ίσως, εκκλησιαστική μορφή του ελληνικού αγώνα για τη Μακεδονία, εν μέρει γιατί γνωρίζουμε τόσα πολλά γι' αυτόν, κυρίως, όμως, επειδή η συμπεριφορά του ήταν εντυπωσιακή και τα λόγια του σταράτα, κι ήταν πάντα έτοιμος να ριχτεί στη φωτιά του αγώνα.

Λίγο μετά την άφιξή του στην Καστοριά άρχισε τις περιοδείες στα χωριά της δικαιοδοσίας του. Έκανε αισθητή την παρουσία του, συσπείρωνε τους αναποφάσιστους, ενθάρρυνε τους πιστούς να αντιτάξουν σθεναρή άμυνα.

Συνήθως ζητούσε ένοπλη συνοδεία από τους Τούρκους. 

Αυτό έκανε όταν στις αρχές του 1901 επισκέφτηκε τα χωριά των Κορεστίων για να λειτουργήσει και να κηρύξει στους συγκεντρωμένους χωρικούς .

Με την ευκαιρία εκείνη τα χωριά Ρούλια, Τίρνοβο, Τίρσια, Ντρενοβένι, Γάμπρες και Ζερνόβιστα επέστρεψαν όλα στο Πατριαρχείο.

 Σε άλλα χωριά (όπως στο Κοστενέτσι, το Σμάρδεσι, την Πρέβιτσα και τη Μπρόντβιτσα) έπρεπε να αρκεστεί στην τέλεση της θείας λειτουργίας με την πατριαρχική μερίδα υπό την προστασία των τουρκικών δυνάμεων.
Υπήρχαν περιπτώσεις, πάντως, που καταργούσε τη συνοδεία και ήταν απορίας άξιο πώς κατόρθωνε να επιβιώνει.

Όσο ατρόμητος και αν ήταν, όμως, γνώριζε να αποφεύγει τις επικίνδυνες απερισκεψίες. 

Πρώτα απ' όλα διέθετε τόσο εξαιρετικό δίκτυο πληροφοριών, ώστε να είναι πάντα σε θέση να γνωρίζει σε ποια σημεία ελλόχευαν σώματα (πληροφορίες τις οποίες γενναιόδωρα παραχωρούσε στις τοπικές αρχές).
 Έπειτα, δεν πήγαινε πάντοτε εκεί όπου είχε προαναγγείλει την άφιξή του, και συνήθιζε να ταξιδεύει από ασυνήθιστα δρομολόγια, διασχίζοντας συχνά, αντί να παρακάμπτει, ψηλές βουνοκορφές .

 Τέλος, τόσο ο ίδιος όσο και ο «καβάσης» του, ο πιστός Εμίν, διέθεταν εξαιρετικά άλογα, σβέλτα και με σταθερό πάτημα, χάρη στα οποία ήταν σε θέση να εκτελούν μεγάλες διαδρομές προστατευμένοι από το σκοτάδι της νύχτας.
Μόνο μια φορά, ή μπορεί και δύο, βρέθηκαν στην ανάγκη να φέρουν τα δύο αυτά ζώα στα όρια της αντοχής τους για να ξεφύγουν από επίδοξους δολοφόνους.

Ο μητροπολίτης, όπως και ο σωματοφύλακάς του, ήταν αρματωμένοι ως τα δόντια. 
Ο οπλισμός του Μητροπολιτη Καστοριάς
Γερμανού Καραβαγγέλη
Ο ίδιος ο Καραβαγγέλης ήταν δεινός σκοπευτής:
όταν βρισκόταν σε φιλικό χωριό περνούσε την ώρα του εξασκούμενος στο σημάδι.

Φορώντας σκούρο εγγλέζικο αδιάβροχο πανωφόρι με ψηλές μπότες ιππασίας και μ' ένα μαύρο μαντίλι τυλιγμένο γύρω από το καλυμμαύκι του, 
είχε ένα τουφέκι Μάνλιχερ περασμένο στον ώμο,
 το φυσεκλίκι στον άλλο, και από τη ζώνη του κρεμόταν θήκη μ' ένα μεγάλο πιστόλι κι ένα μαχαίρι. 

Димитър (Митре) Пандуров
Μήτρο Βλάχο 
Mitre Pandzharov
Έτσι οπλισμένος επισκεπτόταν συχνά τα χωριά, τελώντας λειτουργία και εκπληρώνοντας την πολιτική αποστολή του.
Μια φορά στο Κονομπλάτι, το χωριό του Μήτρου Βλάχου, η εξαρχική μερίδα αρνήθηκε να
παραδώσει τα κλειδιά της εκκλησίας.
 Ο Καραβαγγέλης και ο Εμίν έσπασαν την πόρτα, και ο μητροπολίτης, έχοντας πλάι του το περίστροφο και τον Εμίν να τον καλύπτει, τέλεσε απρόσκοπτα τη θεία λειτουργία.

Σε μιαν άλλη περίπτωση (τη φορά αυτή είχε πάρει στρατιωτική συνοδεία, καθώς είχε πληροφορηθεί ότι ο Τσακαλάροφ και ο Μήτρος Βλάχος σχέδιαζαν νατού επιτεθούν) πήγε στη Ζαγορίτσανη. 

Εκεί τα κλειδιά της εκκλησίας δεν παραδόθηκαν και πάλι, παρά το γεγονός ότι σύμφωνα με τουρκικό φιρμάνι ανήκαν στους πατριαρχικούς. Οι συνοδοί του Καραβαγγέλη εξασφάλισαν τελικά τα κλειδιά και ο Καραβαγγέλης λειτούργησε υπό την προστασία των τουρκικών όπλων.


 Ο Βαγγέλης, ο Γκέλεφ και άλλοι
Ο ΜακεδονομάχοςΕυάγγελος Νάτσης Γεωργίου
ή
Βαγγέλης Στρεμπενιώτης μετά τέκνων

Σχεδόν την ίδια περίοδο που είχε αποκαταστήσει σχέσεις με τον Κότα, ο Καραβαγγέλης είχε την τύχη να εξασφαλίσει τις υπηρεσίες ενός από τους πιο φημισμένους μαχητές της Μακεδονίας —του Βαγγέλη, ενός ψηλού, γεροδεμένου νέου, αρρενωπού, έντιμου, αφοσιωμένου και έξυπνου. Γεννημένος στο Στρέμπενο, στις βουνοπλαγιές του Βίτσι, είχε πάει να εργαστεί στην Κωνσταντινούπολη ως οικοδόμος.

 Εκεί ο ίδιος και οι φίλοι του διασκέδαζαν με όπλα, μέχρι που οι Τούρκοι ενοχλήθηκαν και τους ξαπέστειλαν πίσω στα
Ο Μακεδονομάχος
Βαγγέλης Στρεμπενιώτης
χωριά τους.

Μόλις επέστρεψε, στρατολογήθηκε από την ΕΜΕΟ αλλά, όπως και ο Κότας, 
δεν μπορούσε να ανεχτεί εκείνους που δολοφονούσαν ιερείς και προκρίτους.

Μια μέρα η οργάνωση του ζήτησε να γίνει οπλαρχηγός στο Στρέμπενο και στα γειτονικά χωριά Πέτρες και Πάτελε.

Αποκρίθηκε ότι θα έθετε υπό την προστασία του και το Λέχοβο, την Κλεισούρα, το Γκέρμαν, τη Λόσνιτσα και το Κοσταράζι.

Ο καθοδηγητής της οργάνωσης Ποπόφ παρατήρησε ότι οι κάτοικοι αυτών των ελληνικών και γραικομάνικων χωριών ήταν ανεπιθύμητοι στην κίνηση.

Ο Βαγγέλης απάντησε:

 «Μα... μα... πώς;... 

Δεν είναι και αυτοί σκλάβοι και εχθροί των Τούρκων;... 

Μα απ' την Ελλάδα παίρνομε τα όπλα και δεν λέμε στον κόσμο πως πολεμάμε σαν χριστιανοί για το σταυρό και την ελευθερία χωρίς να ξεχωρίζουμε Γραικούς και Βούλγαρους...

 Εγώ δεν τα καταλαβαίνω αυτά τα πράγματα». 

Αργότερα, η ΕΜΕΟ του πρόσφερε την αρχηγία στα Κορέστια, αλλά δεν τη δέχτηκε.
Από ’ κει και έπειτα τον κυνήγησαν. 

Μια φορά, αντιμετώπισε τους επίδοξους δολοφόνους του με τη βοήθεια ενός συντρόφου και της αδελφής του, η οποία είχε την ευστροφία να ρίξει πιπέρι στους εισβολείς, καθώς εκείνοι προσπαθούσαν να ανέβουν από τη σκάλα στο πάνω πάτωμα του σπιτιού .

Ο Καραβαγγέλης είχε μάθει για τον Βαγγέλη.

Μια μέρα του Νοεμβρίου 1901, ο θείος του Βαγγέλη, ο έβδομηντάχρονος παπα-Δημήτρης από το Στρέμπενο, επισκέφτηκε το μητροπολίτη για να παραπονεθεί για τις απειλές που δεχόταν από τους εξαρχικούς.
Μια ώρα μετά την αναχώρησή του από την Καστοριά ο παπα-Δημήτρης δολοφονήθηκε

Μετά από λίγο, ο Νικόλας Νικολαΐδης, πατριαρχικός από το Στρέμπενο, βρέθηκε κι αυτός δολοφονημένος,
ενώ έγιναν απόπειρες και κατά του γιου του παπα-Δημήτρη και εξαδέλφου του Βαγγέλη.

 Μαζί με άλλους συγγενείς, ο Βαγγέλης κι ο εξάδελφός του πήγαν να δουν το μητροπολίτη .
Ο Καραβαγγέλης προφανώς πρότεινε στον Βαγγέλη να συστήσει σώμα.

Στην αρχή ο νέος φοβήθηκε τον όρκο που είχε δώσει στην Εσωτερική Οργάνωση.
Ο Καραβαγγέλης, όμως, γρήγορα έβαλε τα πράγματα στη θέση τους, απαλλάσσοντας τον Βαγγέλη από τον όρκο του και ορκίζοντάς τον στην ελληνική υπόθεση.

Του έδωσε όπλα, πυρομαχικά και χρήματα για να οργανώσει σώμα από οκτώ άντρες , ανάμεσά τους τον Γρηγόρη και τον Χρήστο, που εξελίχτηκαν αργότερα σε σημαντικούς αρχηγούς.

Ο Καραβαγγέλης χειροτόνησε επίσης τον εξάδελφο του Βαγγέλη ιερέα του χωριού του, δίνοντάς του το όνομα του πατέρα του, του παπαΔημήτρη.

Το σώμα του Βαγγέλη ήταν ευπρόσδεκτο για τους Τούρκους, που μυστικά βοήθησαν τις κινήσεις του.
Πράγματι, αν πιστέψουμε τον Μακρή , ο Βαγγέλης είχε ρητή άδεια από τον Χουσεΐν Χουσνί πασά (φίλο του Καραβαγγέλη) να κυκλοφορεί οπλισμένος και να καταδιώκει τα μέλη της ΕΜΕΟ .

Έτσι, μόλις σχηματίστηκε το σώμα, άρχισε να παρενοχλεί τους επαναστάτες, οι οποίοι αποπειράθηκαν πολλές φορές να σκοτώσουν τον Βαγγέλη.

Μια μέρα, καθώς πήγαινε στο γάμο της ηρωικής αδελφής του, ο Κόλεφ προσπάθησε να του στήσει καρτέρι· η απόπειρα απέτυχε και ο Κόλεφ αποσύρθηκε με δύο άντρες λιγότερους.

Το ίδιο βράδυ ο Βαγγέλης άφησε τη γαμήλια γιορτή και ανηφόρισε στο κοντινό ύψωμα του Ράδου για να καταδιώξει τους εχθρούς του.
Αυτή τη φορά σκότωσε τον κομιτατζή Κίρτση .

Λίγο διάστημα αφότου εξασφάλισε τις υπηρεσίες του Βαγγέλη, ο Καραβαγγέλης στρατολόγησε έναν άλλον αρχηγό, τον Γκέλεφ, πρώην δάσκαλο στα Τίρσια, τον άνθρωπο που το Νοέμβριο του 1901 είχε πάει μαζί με τον Κότα να συναντήσουν τον Ντέλτσεφ.

 Στις 19 Μαΐου 1902 ο Γκέλεφ είχε τραυματιστεί όταν τουρκικός στρατός επιτέθηκε στα Τίρσια.

Τη στιγμή εκείνη βρίσκονταν στο χωριό οι Μάρκοφ, Τσακαλάροφ και Κλιάσεφ. 

Προφανώς ήταν εκεί για να εξακριβώσουν σε ποιο σημείο βρίσκονταν οι σχέσεις του Γκέλεφ με τον Κότα.
Δεν χωρεί αμφιβολία ότι υπήρχε κοινό μέτωπο ανάμεσά τους, γιατί λίγο αργότερα άρχισε να μαζεύει όπλα από χωριά και να τα κρύβει σε μέρη όπου δεν θα τα ανακάλυπταν οι ηγέτες της Εσωτερικής Οργάνωσης .

Επιπλέον, είχε έρθει σε ρήξη με τον Μάρκοφ και είχε αρνηθεί να αποδώσει λογαριασμό για τα χρήματα που είχε συλλέξει.

Γύρω στα τέλη του 1902 ο Τσακαλάροφ και ο Κλιάσεφ προσπάθησαν και πάλι να τον πάρουν με το μέρος τους, με σκοπό να τον χρησιμοποιήσουν για την εξόντωση του Κότα.

Σύμφωνα με τον Κλιάσεφ, όμως, στις 2 Αυγούστου 1902 ο Γκέλεφ κατέστησε σαφές ότι ήταν με το μέρος του Κότα.

Το περιστατικό αυτό θα πρέπει να συνέπεσε με την ένταξη του Γκέλεφ στην υπηρεσία του Καραβαγγέλη.

Ο Καραβαγγέλης είχε μάθει τα πάντα για τα προβλήματα του Γκέλεφ με τους πράκτορες της ΕΜΕΟ, καθώς και για την προσωπική του βεντέτα με τον Τσακαλάροφ που αφορούσε τη γυναίκα του Γκέλεφ. 

Έτυχε, ακόμη, ο Γκέλεφ να είναι εξάδελφος του παπα-Ηλία, τον οποίο, όπως είδαμε, είχε δολοφονήσει ο Τσακαλάροφ.

 Με τη μεσολάβηση του Κότα, ο Καραβαγγέλης κανόνισε να συναντηθεί με τον Γκέλεφ στη Στάτιστα, κάπου έξι ώρες δρόμο από την Καστοριά.

Ο Εμίν ο καβάσης, ο οποίος δεν γνώριζε πού πήγαινε ο Καραβαγγέλης, δεν συμφώνησε καθόλου με το παράτολμο εγχείρημα και δικαιολογήθηκε ότι είχε την οικογένειά του να σκεφτεί.
Τελικά, όμως, υπάκουσε και ξεκίνησε με τον αφέντη του μόλις έπεσε το σκοτάδι για να συναντήσουν έναν οδηγό που έστειλε ο Γκέλεφ.

Ο οδηγός τους πήγε σ' ένα σπίτι —στα δύο επάνω δωμάτια, αφού το ισόγειο καταλάμβαναν τα ζώα— όπου έμειναν να περιμένουν από τα μεσάνυχτα μέχρι τις δύο το πρωί.

Εκείνη την ώρα τα σκυλιά άρχισαν να γαβγίζουν, βήματα ακούστηκαν να πλησιάζουν, το καπάκι της καταπακτής άνοιξε και ο Γκέλεφ με μια ομάδα από δέκα πέντε άντρες ξεπρόβαλαν ένας-ένας.

Ο Καραβαγγέλης είχε έτοιμο το περίστροφό του και φάνηκε απρόθυμος να αφήσει τον Γκέλεφ να φιλήσει το δαχτυλίδι του —κάτι, όμως, που ο Γ κέλεφ επέμεινε να κάνει.

Ο Γκέλεφ ήξερε ελληνικά και ο Καραβαγγέλης του μίλησε σ' αυτή τη γλώσσα.

 «Έργάζεσθε για την ελευθερία της Μακεδονίας. 
Ο σκοπός σας βέβαια είναι ιερός. 
Μα επιτρέπεται σ' ένα σωματείο με τέτοιο ιερό σκοπό να κάνει τέτοιους φόνους;...
 Δε μου λες,... 
πήγατε στον παπα-Ηλία.
 Σας δέχτηκε;"
 "Ναι". 
"Σας έδωσε ψωμί;"
 "Ναι." 
"Ήταν καλός άνθρωπος;" 
"Ναι". 
"Τότε γιατί τον σκότωσε αυτός ο κακούργος;"
 "Ναι" μου λέει "κι εγώ θύμωσα γι ' αυτό". 
"Τι θα πει θύμωσες; Έτσι, για ένα καπρίτσιο του να σκοτώσει έναν τέτοιον άνθρωπο;"»·

 Ο Καραβαγγέλης υπενθύμισε κατόπιν στον Γκέλεφ τις ερωτοτροπίες του Τσακαλάροφ.

Στο τέλος άρχισε να μιλά για τη Μακεδονία.

Από τη Βουλγαρία, είπε, δεν υπήρχε καμιά ελπίδα.

«Μόνο άμα θα ιδείς στις κορυφογραμμές των βουνών της Μακεδονίας τα Ελληνόπουλα και μένα με το ντουφέκι στο χέρι, μόνον τότε να κάνεις επανάσταση». 

Ο Γκέλεφ συγκινήθηκε μέχρι δακρύων. 
Τότε ο Καραβαγγέλης έβγαλε από την τσέπη του ένα έγγραφο που απευθυνόταν στον Δεληγιάννη στην Αθήνα —ένα πιστοποιητικό με το οποίο ο Γκέλεφ αναλάμβανε να εργαστεί για την Ελλάδα .

 Το έγγραφο αυτό, υποτίθεται, υπέγραψαν ο Γκέλεφ και οι σύντροφοί του, οπότε και ο Καραβαγγέλης, αφού τους είχε πει ότι σε καμιά περίπτωση δεν θα έπαιρναν χρήματα από τους φτωχούς, τους μίλησε για την αμοιβή τους — τρεις λίρες το μήνα για τον Γκέλεφ και μιάμιση για καθένα από τους άντρες του.

Λίγο μετά από την επιστροφή του στην Καστοριά, ο Καραβαγγέλης έμαθε ότι ο Γκέλεφ είχε σκοτώσει τον Τσίλο Κότεφ και έναν άντρα από το Γκάμπρες —κι οι δύο μέλη του σώματος που είχαν συνοδεύσει τον Τσακαλάροφ στην Ποσδίβιστα για τη δολοφονία του παπα-Ηλία και του Τσιάμου.

Η είδηση έφτασε ενώ παρακολουθούσε ένα τοπικό συμβούλιο στο κονάκι.

Ο καϊμακάμης ρώτησε τον Καραβαγγέλη γιατί οι «Βούλγαροι» είχαν αρχίσει να σκοτώνονται αναμεταξύ τους.
«Δε χαίρεσαι;» ήταν η απάντηση του μητροπολίτη. Ο καϊμακάμης, όμως, μάλλον είχε μαντέψει την αλήθεια .

Το πιστοποιητικό με την υπογραφή του Γκέλεφ το έστειλε ο Καραβαγγέλης στον Δεληγιάννη, μαζί με εσώκλειστη αναφορά.
Δεν έλαβε καμιά απάντηση.
Έγραψε και στον Ζαΐμη.

 «Στείλτε μου», έλεγε, 
«πενήντα παλικάρια, πενήντα Κρητικούς, για να τους ενώσω με τους δικούς μου. 
Θα καταρτίσω έτσι είκοσι σώματα και θα τα μοιράσω από τον Αλιάκμονα ως το Μορίχοβο και το Μοναστήρι, τη Φλώρινα, το Όστροβο, Σέτινα (Σκοπό), Βλάδοβο (Άγρας), Βοδενά και Καρατζόβα.

 Ο καιρός είναι κατάλληλος για δράση.
 Ένα σωρό πρόκριτοι, ιερείς και διδάσκαλοι είναι μεμυημένοι και οι οπλαρχηγοί περιμένουν ενίσχυση από την Ελλάδα...
Τα πενήντα αυτά παιδιά θα τα παραδώσω στον Κότα, στον Γκέλεφ, στον καπετάν Βαγγέλη, στον καπετάν Γιώργη από τη Νεγκοβάνη (Φλάμπουρο) και άλλους, και ξαφνικά μια βραδιά θα διατάξω να χτυπήσουν σε κάθε χωριό ένα-δύο Βουλγάρους αρχηγούς κι έτσι όλος ο τόπος θα γίνει δικός μας». 


Ο Ζαΐμης, όμως, έχοντας πικρή πείρα από τα σώματα του 1896 και την ήττα του 1897, είπε στους συναδέλφους του:
 «Να βγάλομε αμέσως τον Καραβαγγέλη από την Καστοριά, γιατί θα κάνει κακό μεγάλο» .

Ο καπετάν Γιώργης από τη Νεγκοβάνη, που αναφέρει ο Καραβαγγέλης, ήταν παλιός κλέφτης .

Τον διαδέχτηκε στη συνέχεια ο ανηψιός του, καπετάν Νικόλας, καθώς ο ίδιος ο Γιώργης είχε προσκληθεί από τον Μαζαράκη για να οργανώσει το πρώτο σώμα που συνέστησε q Οργάνωση της Θεσσαλονίκης .

Μεταξύ των «άλλων» ήταν ο Καραλίβανος, πρώην υπαξιωματικός του ελληνικού στρατού, μετά κλέφτης στη Μακεδονία, ο οποίος, αφού έλαβε αμνηστία, υπηρέτησε και με τις δυνάμεις του Νεσάτ πασά στα ελληνοτουρκικά σύνορα.

 Ο Καραβαγγέλης λέει ότι «στρατολόγησε» τον Καραλίβανο το 1901.
 Το πιθανότερο είναι ότι τον «δανείστηκε» και τον χρησιμοποίησε για να μειώσει τη διακίνηση όπλων.

Αργότερα, την εποχή της εξέγερσης του 1λιντεν, ο Καραβαγγέλης τον έστειλε «εκ μέρους του Νεσάτ πασά» (ο οποίος ήταν φίλος του Καραβαγγέλη) στην περιοχή γύρω από τη Μπόμπιστα, όπου έσωσε πολλά πατριαρχικά χωριά από τη φωτιά . 

Επίσης ανάμεσα στους «άλλους» συγκαταλεγόταν ο Νίκος από το Νερέτι, ο οποίος, μαζί με θείο του Γιάννη κάι άλλους συγγενείς δημιούργησαν σώμα το οποίο πρόσφερε πολλές υπηρεσίες .

 Παρόμοια σώματα συστάθηκαν στο Ζέλοβο, το Πισοδέρι (βλαχόφωνο χωριό), το Βογατσικό, την Κλεισούρα και το Λέχοβο .

Όλο αυτό το διάστημα ο Καραβαγγέλης ανέπτυσσε μια «οργάνωση» από πατριαρχικά κομιτάτα, που διευκόλυναν τη διανομή όπλων, εξασφάλιζαν εφόδια και χρήματα για τα σώματα, και επίσης παρείχαν πληροφορίες και ταχυδρομικές υπηρεσίες.

Ο Καραβαγγέλης συντηρούσε επίσης πολλούς κατασκόπους, 
αρκετοί από τους οποίους εξωτερικά ανήκαν στην ΕΜΕΟ 
αλλά μυστικά εργάζονταν εναντίον της. 

Τέτοια ήταν, για παράδειγμα, η περίπτωση ενός Βλάχου από τη Νέβεσκα, στον οποίον ο ιεράρχης κατέβαλλε δύο τουρκικές λίρες το μήνα. 

Το άτομο αυτό κρατούσε διαρκώς εμήμερο τον Καραβαγγέλη για τις κινήσεις των εχθρικών σωμάτων .

Μεγάλες υπηρεσίες πρόσφερε, επίσης, μέχρι την ώρα του θανάτου του (δολοφονήθηκε έπειτα από μια επίσκεψη στο μητροπολίτη) ο Λάζαρος από το Σμάρδεσι, που ήταν προπύργιο των αντιπάλων. Από το ίδιο χωριό ο Καραβαγγέλης στρατολόγησε τον Ηλία Κοβάτση, ο οποίος είχε επίσης βίαιο τέλος.

Για λογαριασμό του Καραβαγγέλη εργάζονταν επίσης αρκετοί δάσκαλοι, ανάμεσά τους ο Νικόλαος Ναούμ από το Ζέλοβο .

Μακεδονομάχος Παύλος Κύρου
Από το ίδιο χωριό καταγόταν ο Παύλος Κύρου, που κατά καιρούς είχε λάβει μέρος στο σώμα του Κότα, όπως και ο Τράικο, που αργότερα έγινε καπετάνιος.

Τέλος, υπήρχε ο Δημήτριος Νταλίπης, παλιός κλέφτης, που πρόσφερε πολλές υπηρεσίες ως οπλαρχηγός .

Δεν υπάρχουν σχόλια: