Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2015

Μακεδονικός Αγώνας: Η θέση του ελληνισμού της Μακεδονίας στα τέλη του περασμένου αιώνα

  Κωνσταντίνος Α. Βακαλόπουλος
Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 
ΣΤΙΣ ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ 
ΤΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ 
(1894-1904)

Η θέση του ελληνισμού της Μακεδονίας
 στα τέλη του περασμένου αιώνα και ο αντίκτυπος του ελληνοτουρκικού πολέμου (1897) 
στο πολιτικό καθεστώς του.

1.    Η εξελικτική πορεία του μακεδονικού ελληνισμού κατά τη χρονική περίοδο 1894-1897,
η οποία αποτελεί μια από τις κρισιμότερες φάσεις της νεότερης ιστορίας της Μακεδονίας,
βρίσκεται σε στενή εξάρτηση με τη στάση της Πύλης,
 τη ραγδαία ανάπτυξη της βουλγαρικής κίνησης και τις δυσμενείς συγκυρίες,
 που αντιμετωπίζει το ελληνικό κράτος μετά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897.


Οι αλλεπάλληλες παραχωρήσεις της Πύλης προς την Εξαρχία τόσο στον εκπαιδευτικό όσο και στον εκκλησιαστικό τομέα, καθώς και ο δυσμενής αντίκτυπος των ελληνικών ανταρτικών κινημάτων του 1896-1897 και του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897,
δημιούργησαν την εποχή αυτή πρόσφορο έδαφος για την εδραίωση του βουλγαρικού παράγοντα σ’ ολόκληρο το μακεδονικό χώρο και προκάλεσαν μεγάλη ένταση στις ελληνοβουλγαρικές διαμάχες.

Νωπές ήταν ακόμη οι θυελλώδεις διαμαρτυρίες και οι αθρόες διαδηλώσεις, που είχαν πραγματοποιήσει οι Έλληνες στα 1894 στη
Θεσσαλονίκη, στα 
Βοδενά, στα 
Γιανιτσά, στη 
Δοϊράνη, στη 
Στρώμνιτσα, στις 
Σέρρες, στο 
Μοναστήρι, στο 
Νευροκόπι, στη 
Δράμα και σ’ 
άλλες κωμοπόλεις 
για το διορισμό των δυο Βουλγάρων επισκόπων στα Βελεσά και στο Νευροκόπι. 



Οι επίμονες φήμες που κυκλοφορούσαν την εποχή εκείνη για τη χορήγηση και άλλων βερατιών στην Εξαρχία και το διορισμό νέων Βουλγάρων επισκόπων στη Μακεδονία, ανησυχούσε ιδιαίτερα τους Έλληνες της Μακεδονίας, οι οποίοι συνέχιζαν με αποφασιστικότητα να εκδηλώνουν τις διαμαρτυρίες τους.

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι το μέγεθος της ελληνικής αντίδρασης υπήρξε τόσο μεγάλο, ώστε είχε παρακινήσει ακόμη και το σουλτάνο ν’ αναστείλει, έστω και προσωρινά, την απόφασή του για το διορισμό των δυο Βουλγάρων επισκόπων στο Νευροκόπι και στα Βελεσά.

Ήδη όμως από τις αρχές του 1895 η επανασύνδεση φιλικών επαφών ανάμεσα στο σουλτάνο και στο Βούλγαρο Έξαρχο έδωσαν αφορμή για τη διασπορά νέων φημών, που προμήνυαν τον επικείμενο διορισμό Βουλγάρων επισκόπων στη Θεσσαλονίκη και στο Μοναστήρι.

 Στο διπλωματικό βέβαια πεδίο ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Λαμπάνωφ διέβλεπε δυσάρεστες συνέπειες από τη δημιουργία νέων βουλγαρικών επισκοπικών εδρών στη Μακεδονία και έμμεσα δικαίωνε τις ελληνικές και τις σερβικές εδαφικές αξιώσεις στο γεωγραφικό αυτό χώρο.

 Σε συσχετισμό με τις επίσημες ρωσικές θέσεις απέναντι στο μακεδονικό ζήτημα, οι Αυστριακοί διπλωμάτες επιβεβαίωναν την εποχή αυτή σταθερά την πρόθεση της χώρας τους να μη διεκδικήσει στο μέλλον οποιοδήποτε τμήμα του γεωγραφικού χώρου της Μακεδονίας.
 Η επίσημη αυστριακή πολιτική αντιδρούσε κατηγορηματικά στην παραχώρηση νέων βουλγαρικών βερατιών και κατά την έναρξη του βουλγαρικού κινήματος του Ιουνίου (1895) είχε προβεί σε έντονες διαμαρτυρίες προς τη βουλγαρική κυβέρνηση.

Η εφαρμογή του 23ου άρθρου της συνθήκης του Βερολίνου, για την εισαγωγή διοικητικών μεταρρυθμίσεων στη Μακεδονία και την παραχώρηση οργανικού νόμου, ανάλογου μ’ εκείνον που είχε θεσπιστεί για την Κρήτη στα 1868, παραμένει και κατά τη νέα χρονική περίοδο το κυριότερο αίτημα του βουλγαρικού πληθυσμού της Μακεδονίας.

 Μετά το 1890 η Εξαρχία είχε πετύχει με δραστήριες ενέργειες σημαντικά αποτελέσματα στο μακεδονικό χώρο, αφού, παράλληλα με το διορισμό των Βουλγάρων επισκόπων στα 1890 και στα 1894 σε τέσσερα επίκαιρα γεωγραφικά σημεία της Βόρειας Μακεδονίας, είχε αναπτύξει επίσης ζωηρή εκπαιδευτική δραστηριότητα με την αποστολή διευθυντών οικοτροφείων, την ίδρυση βουλγαρικών διδασκαλείων και γυμνασίων και την καλλιέργεια βουλγαρικής εθνικής συνείδησης σε μεγάλο ποσοστό του ντόπιου πληθυσμιακού στοιχείου.
Έτσι κατάφερε, ανάλογα βέβαια με τις περιστάσεις και το μέγεθος της αντίδρασης, να δημιουργήσει μικρούς ή μεγαλύτερους αστικούς και αγροτικούς βουλγαρικούς πυρήνες στις περιοχές Θεσσαλονίκης, 
Δοϊράνης, 
Κιλκίς,
 Βοδενών, 
Βελεσών, 
Στρώμνιτσας, 
Νευροκοπίου, 
Μελενίκου, 
Πετριτσίου, 
Πορρόιων, 
Άνω και Κάτω Τζουμαγιάς,
 Σερρών,
 Βροντούς, 
Αλιστράτης, 
Ζηλιάχοβου, 
Μοναστηριού, 
Καστοριάς, 
Φλώρινας, 
Αχρίδας, 
Κρουσόβου, 
Περλεπέ,
Σκοπιών, 
Κουμάνοβου καί 
Καλκάνδελε (Τέτοβου).

Απέναντι στη θεαματική αυτή ανάπτυξη του βουλγαρικού στοιχείου
 σ ’ ολόκληρο σχεδόν το μακεδονικό χώρο, 
η ελληνική παρουσία εμφανίζεται αισθητά αποδυναμωμένη συγκριτικά με τα προηγούμενα χρόνια. 

Είναι γεγονός ότι μετά το 1894 ο μακεδονικός ελληνισμός περνά την κρισιμότερη φάση της ιστορικής του εξέλιξης και γι αυτό ακριβώς το λόγο θα ήταν απαραίτητο να σταθμιστεί εδώ με βάση ορισμένα αντικειμενικά κριτήρια η πληθυσμιακή ενότητα και το πεδίο της εκπαιδευτικής του δραστηριότητας στα μέσα της τελευταίας δεκαετίας του περασμένου αιώνα.
Από διάφορα ενδιαφέροντα στατιστικά δεδομένα, που αντλούνται από αρχειακές πηγές του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών, προκύπτει ότι στο σαντζάκι της Θεσσαλονίκης ολόκληρη η νότια ζώνη υπήρξε ελληνική με την παρεμβολή σημαντικών βουλγαρικών νησίδων στους καζάδες Βοδενών και Γιανιτσών.

 Αντίθετα στον καζά του Αβρέτ Χισάρ το συνολικό ποσοστό του ελληνικού πληθυσμού αντιπροσώπευε μόνο το 1/5 περίπου του αντίστοιχου βουλγαρικού. 

Στο βόρειο χώρο ο ελληνισμός υπερείχε αισθητά στους καζάδες της Γευγελής και της Στρώμνιτσας, ενώ αξιόλογη ήταν και η παρουσία του στους καζάδες Δοϊράνης και Βελεσών.

Στο σαντζάκι Σερρών επισημαίνεται η ελληνικότητα των καζάδων Σερρών και Ζίχνας αλλά και η δυναμική παρουσία του ελληνισμού στους καζάδες Νευροκοπίου, Πετριτσίου και Μελενίκου

Η κατανομή των πατριαρχικών και εξαρχικών
εγκαταστάσεων το 1903
Στον καζά του Δεμίρ Χισάρ ο ελληνικός και ο βουλγαρικός πληθυσμός αντιπροσωπεύονται σε ίση περίπου αναλογία.

Στο βιλαέτι Μοναστηριού αναμφισβήτητα υπερείχε ο ελληνισμός στους καζάδες Μοναστηριού, Κοριτσάς, Καστοριάς και Μογλενών. Αξιοσημείωτες υπήρξαν ακόμη οι ελληνικές κοινότητες της επαρχίας Πρεσπών και Αχριδών και της περιοχής Μοριχόβου.

Στον τομέα της εκπαιδευτικής δραστηριότητας ο ελληνισμός συνεχίζει να διατηρεί την κυριαρχική παρουσία του σ’ ολόκληρο το μακεδονικό χώρο παρά τη σημαντική αριθμητική αύξηση των βουλγαρικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων μετά το 1890.

 Έτσι κατά τη σχολική χρονιά 1894-1895 λειτούργησαν 
στο βιλαέτι της Θεσσαλονίκης
526 ελληνικά σχολεία με 
728 δασκάλους και καθηγητές και 
30.177 μαθητές, 
ενώ στο βιλαέτι του Μοναστηριού 
381 ελληνικά σχολεία με 
517 δασκάλους και καθηγητές και 
23.456 μαθητές. 

Έτσι λοιπόν κατά το σχολικό έτος 1894-1895 λειτούργησαν
 σ’ ολόκληρη τη Μακεδονία
907 ελληνικά σχολεία με 
1.245 δασκάλους και καθηγητές και 
53.633 μαθητές. 

Πρόκειται οπωσδήποτε για ένα πολύ αξιόλογο αριθμό σχολείων και μαθητών, ο οποίος όχι μόνο υπερείχε σημαντικά των αντίστοιχων βουλγαρικών και ρουμανικών, αλλά αντικατόπτριζε κυρίως την πληθυσμιακή υπεροχή του ελληνισμού ολόκληρης της Μακεδονίας στα τέλη του 19ου αιώνα.

Ο καζάς Θεσσαλονίκης περιλάμβανε 
46 ελληνικά σχολεία με 3.583 μαθητές, 

ο καζάς Γευγελής (στη Γευγελή και στα χωριά Γοργόπη, Γκίρτσιστα, Δάμποβο (Βαλτοτόπι), Ίσβορο, Καλύβα, Κούπα, Καρασούλι (Πολύκαστρο), Λέσκοβο (Τρία Έλατα), Λούκοβιτς, Λούγουντσα (Λαγκάδια), Λούμνιτσα (Σκρα), Μπερίσλαβ (Περίκλεια), Μαρζέντσα, Μπογορόϊτσα, Μπογδάντσα, Μόιμτσα, Μαντσίκοβο (Εύζωνοι), Μπερόφτσα, Μούιν, Νέγκορτσα, Πέτροβο, Παρδέιτσα, Στογιάκοβο, Σέχοβο (Ειδομένη) και Φούρκα) 
 30 σχολεία με 1.126 μαθητές

ο καζάς Δοϊράνης (στη Δοϊράνη και στα χωριά Αμάτοβο (Άσπρο), Βαλάντοβο, Βαρδαρόφτσα (Αξιοχώρι), Βεργατούρι, Καβακλί (Αγ. Αθανάσιος), Ποταρός (Δροσάτο), Σφεταπέτκα, Τοψίν (Γέφυρα), 10 σχολεία με 385 μαθητές

οι καζάδες Λαγκαδά και Κασσάνδρας  
29 σχολεία με 1.939 μαθητές και 
55 σχολεία με 2.972 αντίστοιχα, 

ο καζάς της Στρώμνιτσας (στη Στρώμνιτσα και στα χωριά Γάβροβο, Βοδότσια, Βαρβαρίτσα. Δραγομίρ, Ελεούσα, Ζούμποβο, Κολέσινο, Κοστούρινο, Μόκρινο, Μακρίοβο, Μπορίεβο, Μονόσπιτο, Μποσίλοβο, Μπαρμπάρεβο, Ρούσινο, Ριτς, Πέστοβα και Χράτοβο) 
22 σχολεία με 1.277 μαθητές

ο καζάς Κατερίνης
31 σχολεία με 1.988 μαθητές,

 οι καζάδες Γιανιτσών και Βέροιας 
30 σχολεία με 1.234 μαθητές και 
39 σχολεία με 2.192 μαθητές αντίστοιχα,

ο καζάς Βοδενών
27 σχολεία και 1.341 μαθητές

ο καζάς Βελεσών
2 σχολεία και 103 μαθητές

ο καζάς Σερρών 
70 σχολεία και 4.058 μαθητές

ο καζάς Δεμίρ Χισάρ και Μελενίκου (στις κωμοπόλεις και στα χωριά Δεμίρ Χισάρ, Μελένικο, 'Ανω Τζουμαγιά, Βέτερνα (Ν. Πετρίτσι), Ερνίκιοϊ (Ποντισμένο), Κρούσοβο (Αχλαδοχώρι), Κουμλί, Κάτω Τζουμαγιά, Μπαϊρακλί (Βαλτερό), Μαρκόστινα, Πετρίτσι, Πυρίνη, Πορρόϊα, Ράδοβο (Χαρωπό), Στάρτσοβο, Ράμνα (Ομαλό), Σουσίτσα, Ρουπέλι, Λάτροβο(Χορτερό), Σάβιακο (Βαμβακόφυτο), Σπάτοβο (Κοίμηση), Συγκέλι, 
 35 σχολεία και 1.978 μαθητές

ο καζάς Νευροκοπίου (Κάτω Βροντού, Νευροκόπι, Τσέρνοβο, Στάρτσιστα (Περιθώρι)
 6 σχολεία και 230 μαθητές

ο καζάς της Ζίχνας 
53 σχολεία και 3.090 μαθητές και 

οι καζάδες της Δράμας και της Καβάλας 
41 σχολεία με 2.681 μαθητές.

Στο βιλαέτι Μοναστηριού υπήρχαν στον καζά Καστοριάς 
131 ελληνικά σχολεία με 5.907 μαθητές

στον καζά Ελασσόνας 
31 σχολεία με 1.264 μαθητές

στον καζά Σερβίων και Κοζάνης 
30 σχολεία με 2.343 μαθητές

στον καζά Σισανίων και Σιάτιστας 
38 σχολεία με 3.025

στον καζά Γρεβενών
27 σχολεία με 1452 μαθητές

στον καζά Πελαγονίας (στο Μοναστήρι και στα χωριά και κωμοπόλεις Βελουσίνα, Γραδέσνιτσα, Δίχοβο, Δομπρομίρ, Δράγος, Δομπρούσοβο, Κάτω Ίγρι, Λάζετς, Λάχτσι, Μεγάροβο, Μπαρέσανη, Μπίτουσα (Παρόρι), Μπούκοβο, Μπροντ, Μπρούσνικ, Νεγότσανη (Νίκη), Νιζόπολη, Ορέχοβο, Ράκοβο (Κρατερό), Ρακοτίν, Σφεταπέτκα (Αγ. Παρασκευή), Κάτω Τσαϊρλί, Τύρνοβο) 
38 σχολεία με 3.005 μαθητές

στον καζά Περλεπέ (Περλεπές, Γραδέσνιτσα, Σταράβινα, Ζώβικ) 
3 σχολεία με 165 μαθητές, 

στον καζά Πρεσπών και Αχριδών (στις πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά Αχρίδα, Βέρμπιανη (Ιτιά), Βοστάρανη (Μελίτη), Γέρμα, Γιαγκοβέτσι, Γκόπεσι, Κρούσοβο, Κρούσορατ (Αχλάδα), Λάγκα, Λουμπάνιστα, Μηλόβιστα, Άνω και Κάτω Μπεάλα, Νίβιτσα, Ορέχοβο, Όροβνικ (Καρυές), Όστροβο, Πισοδέρι, Πούστετι, Ράμπη (Λαιμός), Ρέσνα, Ρούδαρι (Καλλιθέα), Στρούγκα, Τούμνετι, Τραπεζίτσα, Τσερέσοβο) 
36 σχολεία με 2.270 μαθητές

στον καζά Μογλενών (στην Φλώρινα και στα χωριά Αρμένσκο ( Άλωνας), Αρμενοχώρι, Γκορνίτσοβο (Κέλλη), Γραμματίκοβο (Γραμματικό), Εξυσού (Ξυνό Νερό), Εμπόριο, Καμπάσνιτσα (Πρώτη), Κατράνιτσα (Πύργοι), Κλέστινα(Άνω Κλειναί), Κορνίσορ, Κίμανη, Κόνσκο, Κουνούχι, Μπλάτσι, Νεβόλιανη, Πάτελη (Άγ. Παντελεήμων), Πεσόσνιτσα (Αμμοχώρι), Πέτερσκο (Πέτραι), Σουροβίτσοβο, Τρέμενο, Τσερτσέσοβο, Φράγκοτς, Χασάνκιοϊ) 
28 σχολεία με 1465 μαθητές 

και στον καζά Κοριτσάς (Βεμπέλι, Βερνίκι, Βοστοστίτσα, Γιάντση, Γράψη, Δίσνιτσα, Δρένοβο, Ζιτίστι, Καμενίτσα, Κοριτσά, Μοναστηράτσι, Μπόρια, Μπραδοβίτσα, Πολένα, Πρόγρι, Χότσιστα) 
22 σχολεία με 2.560 μαθητές


Η αξιόλογη ανάπτυξη της ελληνικής παιδείας, η οποία συνεχίστηκε και στα τέλη της δεκαετίας του 1890-1900 σε ολόκληρη τη Μακεδονία, παρά τις τεράστιες οικονομικές δυσχέρειες που αντιμετωπίζει ο ελληνισμός, συμπίπτει χρονικά με τη θεαματική αριθμητική αύξηση των βουλγαρικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων κυρίως στο βόρειο γεωγραφικό χώρο.

 Οι επίμονες προσπάθειες που καταβάλλουν οι εξαρχικοί την εποχή αυτή για την επαναλειτουργία ορισμένων βουλγαρικών σχολείων, τα οποία είχαν κλειστεί από τις τουρκικές αρχές, επειδή δεν διέθεταν άδεια λειτουργίας, συναντούσαν την αντίδραση των κατά τόπους διοικητικών οργάνων.

Η στάση αυτή των τουρκικών αρχών οφείλεται κυρίως στην τεταμένη κατάσταση, που επικρατούσε στα 1895 στο βόρειο μακεδονικό χώρο, ύστερα από τις αλλεπάλληλες διεισδύσεις των βουλγαρικών ανταρτικών σωμάτων, τα οποία με την παρουσία τους είχαν εξαγριώσει τις ντόπιες τουρκικές διοικήσεις και είχαν καταθορυβήσει τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς.

Ηδη από τις αρχές του 1895 είχαν παρατηρηθεί μεγάλες στρατιωτικές κινήσεις κοντά στα τουρκοβουλγαρικά σύνορα.
Η προσοχή των τουρκικών στρατευμάτων είχε στραφεί προς το Μελένικο, την Αχρίδα, το Μορίχοβο και τη Στρώμνιτσα. 

Τον Απρίλιο του 1895 πραγματοποιήθηκαν πολλές συλλήψεις Βουλγάρων που συμμετείχαν σε ανταρτικά σώματα, τα οποία δρούσαν στις περιοχές
 Περλεπέ, Βελεσών, Αχρίδας και Νευροκοπίου.

Η διείσδυση βουλγαρικών ανταρτικών σωμάτων στη Μακεδονία από τη Ρίλα και τη Ντούπνιτσα, φαινόμενο, που καθιερώθηκε ως «εποχιακό» από τις τουρκικές αρχές της Μακεδονίας κατά τη χρονική περίοδο 1878—1890, πήρε στα μέσα της δεκαετίας του περασμένου αιώνα διαστάσεις μόνιμης αναταραχής με αποκορύφωμα το βουλγαρικό κίνημα το καλοκαίρι του 1895.

Καθώς λοιπόν φημολογούνταν ότι επρόκειτο να επιβληθεί σύντομα η εφαρμογή του 23ου άρθρου της συνθήκης του Βερολίνου, 
πολυάριθμα βουλγαρικά σώματα ξεχύθηκαν στις αρχές Ιουλίου του 1895 από το Κιουστεντίλ και από την οροσειρά του Μαλεσίου στην κοιλάδα της Στρώμνιτσας,
 αλλά η αποστολή ισχυρών τουρκικών δυνάμεων τα ανάγκασε να διαλυθούν και να υποχωρήσουν. 

Στο Πετρίτσι και σε άλλες κωμοπόλεις της Βορειοανατολικής Μακεδονίας Βούλγαροι απεσταλμένοι περιέτρεχαν τους δρόμους υποκινώντας το ντόπιο χριστιανικό πληθυσμό σε γενική εξέγερση.

 Στο Μελένικο, που αποτελούσε πια για τον ελληνισμό της γεωγραφικής εκείνης περιφέρειας «όασιν εν τη ερήμω», 
οι Βούλγαροι είχαν νοικιάσει ένα οίκημα και το είχαν μεταβάλει σ’ εκκλησία, — η ενέργειά τους αυτή είχε πραγματοποιηθεί με τη συμπαράσταση του ντόπιου μουτεσαρίφη αποβλέποντας στο διορισμό Βουλγάρου επισκόπου, αλλά η προσπάθεια τους συνάντησε τη σφοδρή αντίδραση του ντόπιου ελληνικού πληθυσμού.

 Στις αρχές Ιουλίου ο ακμαίος ελληνισμός του Μελένικου αντίκρισε 60 Βουλγάρους αντάρτες, οι οποίοι εισέδυσαν στην κωμόπολη,
έκαψαν το τηλεγραφείο και 25 σπίτια, κυρίως τουρκικά, και κραυγάζοντας «Janghin Var» (= φωτιά! φωτιά!), πυροβολούσαν τους Τούρκους ναι τους Ελληνες κατοίκους.

Οι Ελληνες έχασαν μάλιστα 7-8 συμπατριώτες τους. 
Συχνή ήταν επίσης και η παρουσία των βουλγαρικών ανταρτικών σωμάτων στο Νευροκόπι, όπου προμηθεύονταν με βίαια μέσα τρόφιμα από τους ντόπιους Ελληνες κατοίκους και έπειτα απομακρύνονταν.

 Ο ελληνισμός του Νευροκοπίου αντίκριζε καθημερινά με μεγάλη απογοήτευση τη βαθμιαία συρρίκνωσή του. 

Αισθανόταν επίσης ιδιαίτερη θλίψη από την περικοπή των εκπαιδευτικών χορηγημάτων του ελληνικού κράτους, γεγονός, που είχε δυσμενή αντίκτυπο στην εύρυθμη λειτουργία των ελληνικών σχολείων.
Οι Ελληνες δάσκαλοι του Νευροκοπίου όχι μόνο υπέφεραν σημαντικά από την ανεπάρκεια των πενιχρών μισθών τους, αλλά έβλεπαν και αυτούς ακόμη να περικόπτονται αρκετά.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του ακαταπόνητου Ελληνα δασκάλου Α. Τοζίδη, ο οποίος είχε προσφέρει για 15 ολόκληρα χρόνια ανεκτίμητες υπηρεσίες στην ελληνική κοινότητα 
του Νευροκοπίου.

Στα μέσα Ιουλίου του 1895 Βούλγαροι αντάρτες περιφέρονταν στα περίχωρα της Στρώμνιτσας και καλούσαν τους κατοίκους να πάρουν τα όπλα και να εξεγερθούν κατά των Τούρκων.

 Στα τέλη του ίδιου μήνα σημειώθηκε σφοδρή σύγκρουση ανάμεσα σε βουλγαρικά σώματα και στον τουρκικό στρατό κοντά στο Λιμπάχοβο στην περιοχή Νευροκοπίου, αλλά έληξε με μεγάλες απώλειες για τους Βουλγάρους.

Από τις ανακρίσεις των αιχμαλώτων προέκυψε ότι η εισβολή των βουλγαρικών σωμάτων στη Μακεδονία απόβλεπε σε μαζική επίθεση και κατάληψη του Μελένικου, του Πετριτσίου και των γύρω χωριών.

 Στα τέλη Ιουλίου του 1895 εμφανίστηκαν επίσης 150 περίπου Βούλγαροι αντάρτες στο σαντζάκι Σερρών, στο τουρκικό χωριό Μοράσκα της περιφέρειας Πετριτσίου, αλλά απωθήθηκαν και ανασυντάχθηκαν με βαρειές απώλειες στη Μπρέσνιτσα.

 Πολλά άλλα σώματα που δρούσαν στις περιοχές της Στρώμνιτσας,του Μαλεσίου, του Ράδοβιτς και της Τζουμαγιάς, σχέδιαζαν ν’ ανατινάξουν τις κοντινές σιδηροδρομικές γέφυρες αλλά απέτυχαν στο σκοπό τους και διαλύθηκαν.

 Βέβαιο είναι ότι το βουλγαρικό κίνημα του 1895 καταπνίγηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα, αφού δεν διέθετε τη συμπαράσταση του ντόπιου εξαρχικού πληθυσμού, ο οποίος προτίμησε να παραμείνει αμέτοχος.
 Σημαντικές υπήρξαν οι απώλειες των Βουλγάρων σε ανθρώπινο υλικό.

Η αμείωτη δράση των βουλγαρικών σωμάτων, που παρατηρήθηκε στα τέλη του 1894 και εντάθηκε ιδιαίτερα στα μέσα του 1895 σε ολόκληρο το μακεδονικό χώρο, έδωσε παράλληλα μεγάλη ώθηση στη δραστηριοποίηση των βουλγαρικών ενεργειών κυρίως στις περιοχές της
Μπογδάντσας, της 
Γευγελής, της 
Στρώμνιτσας, του 
Μοναστηριού, αλλά και σε
 άλλες περιφέρειες της νοτιότερης ζώνης, 
οι οποίες περιλαμβάνονται στα σημερινά όρια της ελληνικής Μακεδονίας, 
όπως π.χ. στις επαρχίες Βοδενών και Γιανιτσών. 

Με ιδιαίτερη αγριότητα, ίσως περισσότερο από κάθε άλλη φορά, συνεχίζονται κατά τη χρονική περίοδο 1894-1897 οι ελληνοβουλγαρικές συγκρούσεις για την κατοχή των ελληνικών σχολείων και εκκλησιών.

Χαρακτηριστικές είναι οι εκκλησιαστικές διαμάχες, που εξελίσσονται στα ελληνικά χωριά του Γραδεμπορίου και της Λιγκοβάνης (Ξυλόπολη) στα1896,   οι οποίες αντικατοπτρίζουν ανάγλυφα τις τραγικές συνθήκες που επικρατούσαν την εποχή εκείνη στη Μακεδονία. 

Στη Λιγκοβάνη οι εξαρχικοί υποστήριζαν με ανεδαφικά επιχειρήματα ότι αποτελούσαν την πλειοψηφία του ντόπιου πληθυσμού,
ότι είχαν συνεισφέρει υλικά στην ίδρυση της ελληνικής εκκλησίας και επιδίωκαν την κατάληψή της και την τέλεση της λειτουργίας στα βουλγαρικά.

 Κάτω από τη δυναμική αντίδραση των Ελλήνων η εκκλησία παρέμεινε κλειστή για αρκετούς μήνες, ως τη γιορτή του Αγ. Δημητρίου (1896), οπότε οι εξαρχικοί δημιούργησαν πάλι επεισόδια και δόθηκε ξανά η εντολή να κλείσει.

Στη Μπογδάντσα, όπου ήδη από το 1860 διεξάγονταν σκληροί αγώνες ανάμεσα στο ντόπιο ελληνικό και βουλγαρικό στοιχείο, η κατάσταση διαγραφόταν ιδιαίτερα ανησυχητική, στα μέσα της δεκαετίας του 1890-1900, υστέρα απο την ενεργή δραστηριότητα των Βουλγάρων, Σέρβων και Ουνιτών δασκάλων, οι οποίοι παρενέβαλαν αλλεπάλληλα εμπόδια στην ευρυθμη λειτουργία των ελληνικών σχολείων της κωμόπολης.

 Η άφιξη όμως του Ελληνα δασκάλου Κ. Μιχαηλίδη το Σεπτέμβριο του 1894 στη Μπογδαντσα, και οι σύντονες προσπάθειες που κατέβαλε για τη βελτίωση της κατάστασης, έπεισαν την Ελληνίδα συνάδελφό του Ζωή Γρηγορίου Κιατου, η οποία εργαζόταν τότε ως διευθύντρια του εκεί ουνιτικού σχολείου, να παραιτηθεί απο τη θέση της και να δεχθεί με δάκρυα χαράς το διορισμό της ως βοηθος του ελληνικού παρθεναγωγείου.

Η αποχώρηση της Κιάτου απο το ουνιτικό σχολείο προξένησε μεγάλη αγανάκτηση στο ντόπιο βουλγαρικό και ουνιτικό πληθυσμό και συνέβαλε αποφασιστικά στη συρροή των Ουνιτών μαθητών προς τα ελληνικά σχολεία.

 Το καθολικό σχολείο σχεδόν ερημώθηκε και οι βουλγαρικές οικογένειες δεν ξεπερνούσαν τις 58. Στο ελληνικό σχολείο φοιτούσαν 110 μαθητές και 118 μαθήτριες.

Στην περιφέρεια Γευγελής, όπου σημαντικό ποσοστό των κατοίκων υπηρξαν Βούλγαροι, τα χωριά Σμόκφιτσα, Κουβάντσα, Σλιόπινο και Δρεβινο, τα οποία υπήρξαν άλλοτε ουνιτικά, μεταπήδησαν στα μέσα της δεκαετίας του 1890-1900 στην Εξαρχία.

Ορισμένες προόδους είχαν πραγματοποιήσει στη γεωγραφική εκείνη περιοχή και οι σερβικές ενέργειες
Όπως στο υπόλοιπο τμήμα της Βόρειας Μακεδονίας, έτσι και στην περιφέρεια Γευγελης, οι Βούλγαροι επιδίωκαν την εποχή αυτή να γίνονται κάτοχοι των μουχταρικων σφραγίδων, να σφραγίζονται τα διάφορα έγγραφα με το ανάλογο πολιτικό περιεχόμενο και να διορίζονται στα ντόπια διοικητικά συμβουλια Βούλγαροι αζάδες (σύμβουλοι).

Με τον τρόπο αυτό είχαν τη δυνατότητα να προωθούν τα συμφέροντά τους, να προστατεύουν τους Βουλγάρους κατοίκους και να προσελκύουν ολοένα και περισσότερους.

Μέσα στη Στρώμνιτσα οι Βούλγαροι απέκτησαν στις αρχές του 1895 δικό τους παρεκκλήσι.

 Την ίδια εποχή στο χωριό Μποσίλοβο οι Έλληνες εκλεισαν τη μια εκκλησία, για να μη κατέχεται από τους Βουλγαρουνίτες, οι οποίοι κατοικούσαν κυρίως στα χωριά Μονοσπίτοβο, Μούρτινο, Βελούστι και Ντραγκομίροβο.

Κατά την ίδια περίπου χρονική περίοδο (τέλη 1894 -αρχές 1895) μεγάλη ένταση σημειώνουν οι βουλγαρικές ενέργειες και στην επαρχία Βοδενών, οπου το 1/4 των κατοίκων ήταν εξαρχικοί.

Μετά το διορισμό Βουλγάρων επισκόπων στα 1890 και στα 1894 ο ντόπιος βουλγαρικός πληθυσμός της επαρχίας Βοδενών είχε κινητοποιηθεί σύσσωμος επιζητώντας την παρουσία ενός Βουλγάρου εκκλησιαστικού εκπροσώπου στην περιοχή εκείνη.

 Η βουλγαρική κίνηση, εκμεταλλευόμενη και εδώ τις δυσμενείς συνέπειες από την περικοπή των εκπαιδευτικών χορηγημάτων του ελληνικού κράτους, — ο σχολικός προϋπολογισμός της επαρχίας Βοδενών, περίπου 4.264 τουρκικές λίρες, που είχε προτείνει ο Έλληνας πρόξενος της Θεσσαλονίκης Γ. Δοκός για τη χρονιά 1894-1895, είχε περικοπεί κατά το ημισυ— είχε δημιουργήσει πρόσφορο έδαφος για την κατάληψη των ελληνικών εκκλησιών και την ίδρυση βουλγαρικών σχολείων με τη συμπαράσταση του ντόπιου καϊμακάκη και την πρωτοβουλία των Βουλγάρων ιερέων Στέφ. Μαυρομάτη και Ιωσήφ και των εξαρχικών κατοίκων της Έδεσσας Στογιάννου Μόϊσεφ, Τζανέση, X. Σαρακέντσε, Λιμπάρη και Νόστε.

Το χωριό Βαλκογιάννοβο είχε προσχωρήσει στην Εξαρχία, ενώ 10 περίπου οικογένειες του χωριού Μεσημέρι που είχαν εκβουλγαριστεί με τις ενέργειες του περιβόητου Χρήστου Γιάντσε, είχαν καταλάβει το ελληνικό μοναστήρι της Αγ. Τριάδας και είχαν ιδρύσει βουλγαρικό σχολείο.

Στα τέλη του 19ου αιώνα η βουλγαρική δραστηριότητα εντάθηκε στο χωριό Μεσημέρι με τη δημιουργία ντόπιων σωμάτων και την απαρχή δολοφονικών ενεργειών σε βάρος των Ελλήνων.

Υποτυπώδη βουλγαρικά σχολεία λειτουργούσαν επίσης στο Βλάδοβο (Άγρας) με 20 βουλγαρικές οικογένειες και στο Τέχοβο (Καρυδιά) με 5-6 βουλγαρικές οικογένειες.

Απερίγραπτες είναι αληθινά οι οικονομικές δυσχέρειες που αντιμετωπίζει την εποχή αυτή ο μητροπολίτης Βοδενών Ιερόθεος ύστερα από την περικοπή της αρχιερατικής επιχορήγησής του και του σχολικού προϋπολογισμού της επαρχίας του.

 Είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ο ίδιος είχε αναγκαστεί να δανειστεί στις αρχές του 1895 10 τουρκικές λίρες από το βαλή της Θεσσαλονίκης!
Ανάλογα προβλήματα αντιμετώπιζαν και τα ελληνικά σχολεία των γύρω χωριών, όπως του Σαμαριού, του Βερτεκόπι (Σκύδρας),του Προφήτη Ηλία, της Πράνιανης (Άσπρου), του Άρσεν (Αρσένιου), του Κάμενικ (Πετριάδας), του Οριζαρίου, του Τσερμαρίνοβου (Μαρίνας) και της Βοστίτσας, τα οποία είχαν άμεση ανάγκη από τις επιχορηγήσεις του ελληνικού κράτους, καθώς και των χωριών Μπαρίνοβου, Καδίνοβου (Γαλατάδων), Γιούπσεβου (Γυψοχωρίου), Ασιάρμπεη (Δροσερού), Βλάσης, Βέτκης, Παζάρ, Λιτοβόης και Μαυροβίτσας της επαρχίας Γιανιτσών και Μποέμιτσας (Αξιούπολης), Γοργόπης και Ισβόρου της περιφέρειας Γευγελής».

Στα τέλη Μαρτίου του 1895 ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης ζήτησε από το ντόπιο βαλή να μεσολαβήσει για την παράδοση της ελληνικής εκκλησίας και της μουχταρικής σφραγίδας του χωριού Οριζάρι στους Έλληνες, να μεταθέσει τους καϊμάκηδες Βοδενών και Γιανιτσών, που κρατούσαν ανοικτά ανθελληνική στάση, να μην εκλέγονται στο εξής Βούλγαροι μουχτάρηδες, οι οποίοι καταδίωκαν το ντόπιο ελληνικό πληθυσμό και να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα για τη σύλληψη όλων εκείνων,
που εξανάγκαζαν τους κατοίκους να υπογράφουν αναφορές για το διορισμό Βουλγάρων επισκόπων.

Ας σημειωθεί ότι στο χωριό Οριζάρι, όπου τα 2/3 των κατοίκων ήταν εξαρχικοί, η ντόπια διοίκηση είχε διατάξει να κλειστεί η ελληνική εκκλησία αγνοώντας τις διαμαρτυρίες των Ελλήνων κατοίκων. Μπροστά στα πιεστικά αιτήματα του μητροπολίτη Θεσσαλονίκης ο βαλής παρέμενε αναποφάσιστος και αδυνατούσε να προχωρήσει στη λήψη δραστικών μέτρων.

Αντίθετα καυτηρίαζε τη στάση των εκκλησιαστικών εκπροσώπων του πατριαρχείου, στους οποίους επέρριπτε την ευθύνη για την ελεεινή κατάσταση που επικρατούσε.
Χαρακτηριστικά ανάφερε το παράδειγμα του μητροπολίτη Βελεσών, ο οποίος είχε επιτρέψει στην εκκλησία του Πασάκιοϊ την τέλεση της εκκλησιαστικής λειτουργίας από ένα Σέρβο και ένα Βούλγαρο ιερέα, αδιαφορώντας για τις διαμαρτυρίες της ελληνοβλαχικής κοινότητας.

Κατηγορούσε επίσης τον άλλοτε μητροπολίτη Κοριτσάς Φιλόθεο, ο οποίος είχε διαιρέσει με τη στάση του την εκεί ελληνική κοινότητα.

Στην περιφέρεια Γιανιτσών ο εκεί εκκλησιαστικός εκπρόσωπος της Εξαρχίας, ιερέας Νικόλαος από το Νευροκόπι, κατέβαλε έντονες προσπάθειες για να προσελκύσει τους Ουνίτες στην Εξαρχία, ύστερα μάλιστα από την προσχώρηση του Mladenof

Σε όσους κατοίκους της περιοχής παράμεναν ακόμη αφοσιωμένοι στην Ουνία, οι τουρκικές αρχές παραχώρησαν μια εκκλησία στα Γιανιτσά.

Πολυάριθμοι έκτακτοι απεσταλμένοι των βουλγαρικών κομιτάτων περιφέρονταν στην επαρχία και συγκέντρωναν υπογραφές από τους Βουλγάρους κατοίκους.
 
 Οι κάτοικοι των χωριών της Τρούπιστας, της Τούμπας, του Κάτω Κουφάλοβου και του Τσέκρι είχαν προσέλθει στην Εξαρχία.
Επίσης στα χωριά Μπαμπάκιοϊ και Αλάρι ορισμένοι κάτοικοι είχαν εκδηλώσει την επιθυμία τους να προσέλθουν στην Εξαρχία.

Η περικοπή των εκπαιδευτικών χορηγημάτων του ελληνικού κράτους είχε προκαλέσει κατά την τελευταία δεκαετία του περασμένου αιώνα οξύτατα προβλήματα και στις συνθήκες διαβίωσης των Ελλήνων εκπαιδευτικών της Βορειοδυτικής Μακεδονίας.

 Μάταια παρακαλούσε ο Έλληνας πρόξενος του Μοναστηριού Ν. Μπέτσος τους αρμόδιους υπαλλήλους του υπουργείου Εξωτερικών να στείλουν χρηματικές ενισχύσεις για τους δασκάλους της περιφέρειας Μοναστηριού και τους εκκλησιαστικούς εκπροσώπους του πατριαρχείου.

 Στις κρίσιμες εθνικές περιστάσεις, κάτω από τις οποίες αγωνιζόταν ο ελληνισμός της Πελαγονίας, η ατυχής παρουσία του μητροπολίτη Αλεξάνδρου Ρηγοπούλου (1891-1895) είχε διαιρέσει την ελληνική κοινότητα και είχε προκαλέσει μεγάλη αναστάτωση.
Οι εκπρόσωποι των εσναφιών του Μοναστηριού έστειλαν στα μέσα του 1895 έγγραφη διαμαρτυρία προς τον πατριάρχη, την οποία όμως αρνήθηκαν να υπογράψουν τα σωματεία και η εφορεία των ελληνικών σχολείων.
Η κατάσταση επιδεινώθηκε αισθητά στις αρχές του 1896 με την οριστική ρήξη του μητροπολίτη και του Έλληνα προξένου, του οποίου τις ενέργειες καταδίκαζαν ορισμένοι Έλληνες πρόκριτοι του Μοναστηριού και ζητούσαν από τον Έλληνα υπουργό Εξωτερικών την ανάκλησή του.

Οι πρόκριτοι αυτοί υποστήριζαν ότι η στάση του Ν. Μπέτσου είχε ερεθίσει τις τουρκικές αρχές και είχε δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα.
 Η ενεργή ανάμειξή του στα εκπαιδευτικά ζητήματα και οι άστοχες παρεμβάσεις του για την αντικατάσταση ορισμένων ικανών Ελλήνων δασκάλων τον είχαν φέρει σε σύγκρουση με το μητροπολίτη Πελαγονίας Αλέξανδρο.

 Σε νέα τους επιστολή από τις 7 Μαΐου του 1896 οι Έλληνες έφοροι του Μοναστηριού Νικ. Νικαρούσης, Γεώργ. Γώγος και Κων. Ματσάλης, απευθυνόμενοι προς το μητροπολίτη Αλέξανδρο, εξέθεταν τις υπάρχουσες διαφωνίες ανάμεσα στις εφορείες των ελληνικών κοινοτήτων της Πελαγονίας και στους εκκλησιαστικούς εκπροσώπους του πατριαρχείου ως προς το ζήτημα της δικαιοδοσίας των εφορειών, κυρίως στο θέμα της εκλογής, του διορισμού και της παύσης των καθηγητών του γυμνασίου Μοναστηριού, που διαδραμάτιζε την εποχή εκείνη σημαντικό ρόλο σε ολόκληρη τη Βορειοδυτική Μακεδονία και αποτελούσε πόλο έλξης του μαθητικού κόσμου.

Πραγματικά, κατά το σχολικό έτος 1896-1897 είχαν εγγράφει στο γυμνάσιο Μοναστηριού 102 μαθητές, από τους οποίους 65 προέρχονταν από το Μοναστήρι, 9 από το Μεγάροβο, 4 από τη Νιζόπολη, 5 από το Βελβενδό, 2 από τη Νάουσα και ανά 1 από το Τύρνοβο, τη Ρέσνα, το Γιαγκοβέτσι, τη Μηλόβιστα, το Γκόπεσι, το Μπουντιμίρτσι, το Ελβασάν, το Δυρράχιο, το Παλαιογρατσίνο, την Κοζάνη, τα Γιανιτσά, τη Δάϊστα, το Δοξάτο, το Ζαγόρι, τη Θεσσαλονίκη, τη Χειμάρα.
Ανάμεσα στο καθηγητικό προσωπικό του γυμνασίου Μοναστηριού συγκαταλέγονταν ο Παντελής Νάκας, ο οποίος δίδασκε Φυσική, μαθηματικά και κοσμογραφία, ο Δ. Νάκας χημεία, ο Πέτρος Καραϊσκάκης γαλλικά, ο Δημ. Παλατίδης γυμναστική και τουρκική γλώσσα, οι Ευάγγ. Τσούπτσης και Σωτ.Κοντούλης θρησκευτικά και λατινικά, ο Αλέξ. Παπαναούμ ιχνογραφία, ο γιατρός Κ. Ματσάλης ζωολογία και ο Χαράλ. Τριανταφύλλου γυμναστική.

Οι προσπάθειες της Πύλης για την ανακίνηση του προνομιακού ζητήματος, που άρχισαν να σημειώνονται και πάλι στα μέσα της τελευταίας δεκαετίας του περασμένου αιώνα, έθεσαν αρχικά σα στόχο την υποχρεωτική εισαγωγή της τουρκικής γλώσσας στα ελληνικά σχολεία της Ευρωπαϊκής Τουρκίας.

Ήδη το Σεπτέμβριο του 1894 οι ντόπιες αρχές του βιλαετιού Μοναστηριού κοινοποίησαν στους εκκλησιαστικούς εκπροσώπους του πατριαρχείου τη σχετική απόφαση της Πύλης.

 Ιδιαίτερα εχθρική στάση τήρησε ο καϊμακάκης της Αχρίδας απέναντι στον μητροπολίτη Πρεσπών και Αχριδών, στον οποίο ανάγγειλε ότι θα έκλεινε όλα τα ελληνικά σχολεία της περιφέρειάς του.

Σε δεύτερο στάδιο οι τουρκικές ενέργειες απόβλεψαν, στα πλαίσια της κατάλυσης των εκπαιδευτικών προνομίων, να παρεμβάλλουν ποικίλα εμπόδια στην εύρυθμη λειτουργία των ελληνικών σχολείων.
Στις 28 Μαΐου του 1896 επίσημο έγγραφο του βαλή του Μοναστηριού, απευθυνόμενο προς το νέο μητροπολίτη Πελαγονίας Κοσμά Ευμορφόπουλο (1895-1900), συντάραξε τον εκκλησιαστικό εκπρόσωπο του πατριαρχείου και προκάλεσε γενικό αναβρασμό στην ελληνική κοινότητα.

Σύμφωνα με το περιεχόμενο του εγγράφου, διατάχθηκε να παραβρίσκεται εκπρόσωπος της ντόπιας τουρκικής εκπαιδευτικής επιτροπής ή της πολιτικής αρχής στις εξετάσεις των ελληνικών δημοτικών σχολείων και των γυμνασίων, ο οποίος θα ήταν υπεύθυνος για την υπογραφή των τετραδίων των εξετάσεων, για την επίδοση επικυρωμένου αντιγράφου αυτών στα μέλη της εκπαιδευτικής επιτροπής και για την επικύρωση των μαθητικών διπλωμάτων.

Ανάμεσα στα δραματικότερα γεγονότα που έζησε ο ελληνισμός της Πελαγονίας στα 1896, αναφέρονται η σκληρή ελληνοβουλγαρική διαμάχη για την κατοχή του ελληνικού μοναστηριού της Μπαρεσάνης και η τραγική αληθινά περιοδεία του μητροπολίτη Κοσμά στην περιοχή του Περλεπέ μέσα σ' ένα εχθρικά διακείμενο απέναντι του βουλγαρικό πληθυσμό.

Στο χωριό Μπαρεσάνη, κοντά στο Μοναστήρι, στα νότια του Μπουκόβου, όπου λειτουργούσε ελληνικό σχολείο και το ομώνυμο μοναστήρι, οι εξαρχικοί είχαν πετύχει να επικρατήσουν και απειλούσαν να καταλάβουν και τη μονή.

Η ντόπια τουρκική διοίκηση είχε ζητήσει μάλιστα από το μητροπολίτη Πελαγονίας να παραδώσει τα κλειδιά του μοναστηριού στους εξαρχικούς
αλλά ο εκκλησιαστικός εκπρόσωπος του πατριαρχείου αντιδρούσε, επικαλούμενος ότι η μονή της Μπαρεσάνης υπαγόταν, σύμφωνα με σχετικό φιρμάνι, στο πατριαρχείο

Την ημέρα της Αγ. Αναλήψεως, στη μνήμη της οποίας γιόρταζε το μοναστήρι της Μπαρεσάνης και ενώ η κατάσταση διαγραφόταν ανησυχητική, ύστερα από τις αυξημένες πιέσεις των εξαρχικών,
η ντόπια τουρκική διοίκηση αποφάσισε να τελεστεί η εκκλησιαστική λειτουργία εναλλάξ από τους Έλληνες και τους Βουλγάρους.

 Ο ελληνικός πληθυσμός με επικεφαλής το μητροπολίτη Πελαγονίας εισέβαλε στο μοναστήρι, τέλεσε την εκκλησιαστική λειτουργία και δεν επέτρεψε την είσοδο στους εξαρχικούς

Η συμπλοκή γενικεύθηκε και οι Βούλγαροι αποχώρησαν άπρακτοι.
Σε ιδιαίτερα δυσχερή θέση περιήλθε τον Οκτώβριο του 1896 ο μητροπολίτης Πελαγονίας Κοσμάς, όταν, ανταποκρινόμενος στην επιθυμία ορισμένων κατοίκων διαφόρων μεμονωμένων ελληνικών κοινοτήτων του καζά Περλεπέ και επιθυμώντας να επισκεφθεί το ελληνικό μοναστήρι στο μεικτό χωριό Σλέπτσε, εκδήλωσε την πρόθεσή του να επιχειρήσει μια μεγάλη περιοδεία στη γεωγραφική εκείνη περιφέρεια, όπου ζούσε συμπαγής βουλγαρικός πληθυσμός, γύρω στους 37.000 κατοίκους, ανάμεσα στους οποίους και 1.000 περίπου Έλληνες.

 Στις 4 Οκτωβρίου ο Κοσμάς παρακάλεσε το βαλή Μοναστηριού να του χορηγήσει στρατιωτική συνοδεία, για να μεταβεί στον Περλεπέ, όπως και έγινε.
Το βράδυ της ίδιας μέρας αντιπρόσωποι της βουλγαρικής κοινότητας του Περλεπέ, επικαλούμενοι κυρίως τα εχθρικά αισθήματα του εξαγριωμένου βουλγαρικού πληθυσμού της πόλης, έστειλαν έγγραφη διαμαρτυρία στο ντόπιο καϊμακάμη και απαίτησαν να μην επιτραπεί στον εκπρόσωπο του πατριαρχείου να διασχίσει τα βουλγαρικά χωριά της γύρω περιοχής.

Καθώς όμως ο καϊμακάμης έσπευδε να ζητήσει οδηγίες από το βαλή του Μοναστηριού, ο μητροπολίτης Πελαγονίας έφτασε ήδη κρυφά στον Περλεπέ και απέφυγε να συναντήσει το ντόπιο Τούρκο διοικητή.

Έστειλε επίσης σχετικό έγγραφο στο βαλή καθιστώντας υπεύθυνο τον καϊμακάμη του Περλεπέ για ο,τιδήποτε θα του συνέβαινε κατά τη διάρκεια της περιοδείας του. Ενώ η απάντηση του βαλή αργοπορούσε, ο Κοσμάς, συνοδευόμενος από διαφόρους ιερείς των χωριών που επρόκειτο να επισκεφθεί, αποφάσισε να αρχίσει την περιοδεία, αλλά πλήθος αγριεμένων Βουλγάρων του επιτέθηκε έξω από την πόλη και ο κακοποιημένος μητροπολίτης μόλις κατόρθωσε να διαφύγει στο τηλεγραφείο με τη βοήθεια ισχυρών τουρκικών δυνάμεων.

Όταν πληροφορήθηκε το συμβάν η πολυπληθής ελληνική κοινότητα Μοναστηριού, επέδωσε έντονη διαμαρτυρία προς το βαλή και ζήτησε ικανοποίηση για την προσβολή που είχε υποστεί ο Έλληνας μητροπολίτης.
Ιδιαίτερα ευαίσθητη απέναντι στις δυναμικές βουλγαρικές ενέργειες ήταν η ελληνική κοινότητα Μοναστηριού, η οποία φαινόταν την εποχή εκείνη αποφασισμένη να μη κάμει οποιαδήποτε υποχώρηση παρά τις αντίξοες περιστάσεις που επικρατούσαν στο βόρειο μακεδονικό χώρο.

 Αυτό φάνηκε καθαρά μετά την άτυχη έκβαση του ελληνοτουρκικού πολέμου του
1897,    όταν η δραστηριότητα της βουλγαρικής κίνησης πήρε πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις, επωφελούμενη και από την ανθελληνική στάση της Πύλης. Συνάρτηση της νέας πολιτικής κατάστασης, που επικρατεί τώρα στη Βόρεια Μακεδονία, αποτέλεσε αρχικά ο διορισμός των Βουλγάρων εμπορικών πρακτόρων σε επίκαιρα γεωγραφικά σημεία ολόκληρου του μακεδονικού χώρου, οι οποίοι κινούσαν τα νήματα της βουλγαρικής κίνησης, συνέβαλαν άμεσα στην προώθηση των βουλγαρικών συμφερόντων και αντιστάθμιζαν στην πραγματικότητα την απουσία των Βουλγάρων διπλωματικών εκπροσώπων.


Σε δεύτερη φάση η Πύλη έκανε πραγματικότητα το όνειρο του βουλγαρικού πληθυσμού και της Εξαρχίας με το διορισμό Βουλγάρων επισκόπων στο Μοναστήρι, στη Στρώμνιτσα και στη Δίβρα, δηλαδή σε δύο καθαρά ελληνικά αστικά κέντρα.

Η βουλγαρική πολιτική στόχευε ουσιαστικά στην ίδρυση πέντε βουλγαρικών επισκοπικών εδρών στο Μελένικο, στο Κιλκίς, στο Μοναστήρι, στη Στρώμνιτσα και στις Σέρρες ή στη Τζουμαγιά.

Η αναταραχή και ο αναβρασμός, που προκλήθηκαν τότε ανάμεσα στις μεγάλες μάζες των ελληνικών πληθυσμών του Μοναστηριού και της Στρώμνιτσας, ύστερα από τη διαμόρφωση του νέου πολιτικού κλίματος στο βόρειο μακεδονικό χώρο, υπήρξαν πολύ μεγάλοι.

Σοβαρές ανησυχίες είχε εκδηλώσει επίσης και η σέρβική πλευρά, η οποία ζήτησε από την Πύλη την ανάκληση των τριών Βουλγάρων επισκόπων.
Στην Κωνσταντινούπολη ο σύμβουλος της εκεί ρουμανικής πρεσβείας επισκέφθηκε στις αρχές Ιανουαρίου του 1898 τον σουλτάνο και έκανε έντονες παραστάσεις, διαμαρτυρόμενος για το διορισμό των Βουλγάρων εκκλησιαστικών εκπροσώπων ζητώντας σαν αντιστάθμισμα την αναγνώριση ρουμανικών κοινοτήτων από την Πύλη και το διορισμό Ρουμάνου Εξάρχου.

 Η αντίδραση όμως του ελληνικού πληθυσμού του Μοναστηριού και της Στρώμνιτσας υπήρξε ιδιαίτερα σφοδρή.

 Τουλάχιστο χίλιες υπογραφές συγκέντρωσαν οι δύο ελληνικές κοινότητες σε έγγραφες αναφορές τους προς την Πύλη, στις οποίες διαμαρτύρονταν για την παρουσία Βουλγάρων επισκόπων.

 Η επικείμενη άφιξη του Βουλγάρου επισκόπου στο Μοναστήρι έδωσε αφορμή για την πραγματοποίηση μεγάλων ειρηνικών διαδηλώσεων εκ μέρους των Ελλήνων Μοναστηριωτών, οι οποίες ανάγκασαν τελικά το βαλή Αβδούλ Κερίμ πασά να δεχθεί να μεταβιβάσει στο σουλτάνο την έγγραφη ελληνική διαμαρτυρία, που είχε αρχικά αρνηθεί να παράλάβει.
Τη μέρα της άφιξης του Βουλγάρου επισκόπου στο Μοναστήρι (23 Δεκεμβρίου 1897) συγκεντρώθηκε μικρό σχετικά πλήθος, για να τον υποδεχθεί, η βουλγαρική σχολική κοινότητα του Μοναστηριού, το διδακτικό προσωπικό και άλλα περίπου 250-300 άτομα.

 Την ίδια μέρα πολλοί Έλληνες κατευθύνθηκαν στη μητρόπολη του Μοναστηριού, ζήτησαν από το σουλτάνο ν’ αναστείλει την απόφασή του και εξέφρασαν στο μητροπολίτη Πελαγονίας την αγανάκτησή τους για τη στάση του πατριαρχείου.

 Όταν μάλιστα ο Βούλγαρος επίσκοπος Γρηγόριος παρουσιάστηκε στο βαλή και του παράδωσε το φιρμάνι του διορισμού του, παρατηρήθηκε γενική αναστάτωση ανάμεσα στα μέλη της ελληνικής κοινότητας.

 Την επόμενη, παραμονή Χριστουγέννων, η ελληνική αντιπροσωπεία συγκεντρώθηκε στη μητρόπολη και ζητούσε να πραγματοποιήσει πορεία διαμαρτυρίας, αλλά τελικά αποφασίστηκε να σταλεί τηλεγράφημα στον πατριάρχη, για να μεσολαβήσει ενεργά για την προστασία των πατριαρχικών προνομίων και την ανάκληση του Βουλγάρου επισκόπου.

 Μπροστά στις τραγικές εκείνες στιγμές ο μητροπολίτης Κοσμάς έχασε την ψυχραιμία του και χωρίς να αναλογιστεί τις συνέπειες της ενέργειάς του, αποφάσισε, στις 25 Δεκεμβρίου του 1897, να υποβάλει τηλεγραφικά προς το πατριαρχείο την παραίτησή του.

 Σύσσωμη η ελληνική κοινότητα του Μοναστηριού έστειλε την επομένη τηλεγράφημα διαμαρτυρίας στο σουλτάνο και διόρισε επιτροπή, η οποία επέδωσε νέα αναφορά στο βαλή, παρακαλώντας τον γραπτά και προφορικά να μεταφέρει στην Πύλη τη θλιβερή εντύπωση, που είχε προκαλέσει στον ελληνισμό ο διορισμός του μητροπολίτη Γρηγορίου.

 Ο βαλής όμως, αφού διάβασε την αναφορά, αρνήθηκε να την προωθήσει στην Πύλη, γεγονός, το οποίο εξόργισε περισσότερο την ελληνική κοινότητα, που σκέφτηκε να κλείσει σ’ ένδειξη διαμαρτυρίας ακόμη και την αγορά της πόλης, αλλά ανακάλεσε την απόφασή της κάτω από τις επίμονες προτροπές του μητροπολίτη Κοσμά.

Η σιωπηρή στάση του πατριαρχείου απέναντι στα γεγονότα που διαδραματίζονταν στο Μοναστήρι, απογοήτευσε τους Έλληνες και δημιούργησε σ’ αυτούς πολλά ερωτηματικά ως προς τις μελλοντικές σκέψεις του πατριάρχη σχετικά με την ελληνική παρουσία στη Βόρεια Μακεδονία.

Καθώς λοιπόν οι βουλγαρικοί κύκλοι του Μοναστηριού θριαμβολογούσαν για το διορισμό του εκκλησιαστικού εκπροσώπου της Εξαρχίας και επεσήμαιναν τη βαθμιαία συρρίκνωση του βόρειου ελληνισμού, ο μητροπολίτης Πελαγονίας δήλωνε επίσημα σ’ έγγραφό του προς την Πύλη το ασυμβίβαστο της παρουσίας δύο ορθοδόξων μητροπολιτών στο Μοναστήρι.

 Σ’ επιστολή του γραμμένη στις 27 Δεκεμβρίου του 1897 προς τον Έλληνα πρόξενο του Μοναστηριού Ν. Μπέτσο, ο Κοσμάς χαρακτήριζε το διορισμό των νέων Βουλγάρων επισκόπων «χαριστική βολή» για την εξελικτική πορεία του ελληνισμού της Βόρειας Μακεδονίας και επικαλούμενος τις τεράστιες οικονομικές δυσχέρειες, που αντιμετώπιζε ο ίδιος, οι Έλληνες δάσκαλοι και τα ελληνικά σχολεία, κατέληγε στο συμπέρασμα ότι όλες αυτές οι δυσμενείς συγκυρίες είχαν παραλύσει το σθένος του και τον είχαν παρακινήσει να υποβάλει την παραίτησή του στο πατριαρχείο.

 Το πατριαρχείο δεν έκανε βέβαια δεκτή την παραίτησή του και ο πατριάρχης, απογοητευμένος από την ενέργεια αυτή του Κοσμά, που δεν μπόρεσε να σταθεί στο ύψος των εθνικών περιστάσεων, αναγνώρισε τα τετελεσμένα γεγονότα και αρκέστηκε να διαμαρτυρηθεί στην Πύλη με έντονο ύφος χωρίς όμως να προβεί σε άλλα διαβήματα, τα οποία πιθανό να περιέπλεκαν ακόμη περισσότερο την κατάσταση.

Άλλωστε ο ίδιος ο πατριάρχης επεσήμανε στον Έλληνα πρέσβη ότι το πατριαρχείο δεν διέθετε τα ανάλογα ηθικά μέσα για να αντιστρατευθεί στην τουρκική απόφαση, εφόσον ο σουλτάνος κρατούσε ευνοϊκή στάση απέναντι στην Εξαρχία.

Γι αυτό και σκόπευε να επαναλάβει παλαιότερο αίτημά του για την αλλαγή του σχήματος του βουλγαρικού κλήρου.

Σύγχρονα με την υποβολή της παραίτησής του στο πατριαρχείο, το Δεκέμβριο του 1897, ο μητροπολίτης Πελαγονίας πρότεινε σε σχετικό υπόμνημά του προς τον πατριάρχη και τον Έλληνα πρόξενο Ν. Μπέτσο την κατάργηση της μητρόπολης Πρεσπών και Αχριδών και την υπαγωγή των ελληνικών κοινοτήτων της γεωγραφικής εκείνης περιφέρειας στη μητρόπολη Πελαγονίας.

 Παράλληλα επεσήμανε την αναγκαιότητα για τη σύσφιξη των ελληνοσερβικών σχέσεων, την πραγματοποίηση στενότερης ελληνοσερβικής συνεργασίας στη Μακεδονία και το διορισμό Σέρβου επισκόπου στο Κίρτσοβο.
Οι προτάσεις του όμως αυτές έδωσαν αφορμή στο Ν. Μπέτσο να χαρακτηρίσει τον Κοσμά «μικρόπνοο», «όργανο» της σερβικής πολιτικής και τον ανάγκασαν να ζητήσει από το υπουργείο Εξωτερικών την αντικατάστασή του από το μητροπολίτη Τραπεζούντας ή το μητροπολίτη Σκοπίων Αμβρόσιο.

Επάνω στα ζωτικά αυτά ζητήματα επανήλθε ο μητροπολίτης Πελαγονίας και πάλι στις αρχές του 1898 με μακροσκελές υπόμνημά του προς τον πατριάρχη, γραμμένο στις 23 Μαρτίου του ίδιου χρόνου.
Εκεί τονίζει, αρχικά τη δεινή θέση του ελληνισμού της Βόρειας Μακεδονίας, ο οποίος είχε ν αντιπαλαίσει κυρίως με το βουλγαρικό παράγοντα, που είχε αποκτήσει σημαντικά ερείσματα ακόμη και μέσα στο Μοναστήρι μετά το διορισμό του Βουλγάρου επισκόπου.

Η ένταση των εθνικών ανταγωνισμών στο γεωγραφικό αυτό χώρο είχε συντελέσει, σύμφωνα με την άποψη του Κοσμά, στη διαφθορά των θρησκευτικών συνειδήσεων του χριστιανικού πληθυσμού και των διαφόρων εκκλησιαστικών εκπροσώπων του πατριαρχείου, στη συρρίκνωση του ελληνισμού, καθώς και στην παράλληλη ισχυροποίηση του ντόπιου βουλγαρικού στοιχείου.

 Η τεταμένη κατάσταση που επικρατούσε, θα μπορούσε να είχε εξομαλυνθεί, εάν το πατριαρχείο έπαιρνε ουσιαστικά μέτρα για την άρση του σχίσματος και τη συμφιλίωση των αντιμαχόμενων πλευρών με τη μορφή αμοιβαίων παραχωρήσεων.

Καθώς όμως όλα αυτά φαίνονταν ανέφικτα,τουλάχιστο για εκείνη τη χρονική περίοδο, ο εκκλησιαστικός εκπρόσωπος του πατριαρχείου σπεύδει να προτείνει στο πατριαρχείο ορισμένα μέτρα, που απέβλεπαν στη συσπείρωση του ελληνισμού της Βόρειας Μακεδονίας και στη διαφύλαξη των ελληνικών συμφερόντων.

Και αυτά ακριβώς τα μέτρα συνοψίζονταν στην επείγουσα ανάγκη για την εναρμόνιση της εκκλησιαστικής διαίρεσης ορισμένων επαρχιών του βιλαετιού Μοναστηριού με τη διοικητική οργάνωση που προϋπήρχε, την κατάργηση της μητρόπολης Αχριδών και Πρεσπών, τη μεταβολή των γεωγραφικών ορίων της δικαιοδοσίας ορισμένων άλλων μητροπόλεων, την αύξηση της οικονομικής ενίσχυσης των μητροπόλεων Πελαγονίας, Μογλενών και Πρεσπών, την αποστολή εκπαιδευμένων ιερέων σε διάφορα χωριά της Βόρειας Μακεδονίας για την προάσπιση των ελληνικών συμφερόντων και τέλος το συντονιστικό ρόλο, τον οποίο θα έπρεπε να διαδραματίσει η μητρόπολη Πελαγονίας σε ολόκληρο το βόρειο μακεδονικό χώρο.

Αρχικά λοιπόν ο μητροπολίτης Πελαγονίας προσδιορίζει στο υπόμνημά του τη ζώνη επιρροής του ελληνισμού, η οποία, όπως σημειώνει, για λόγους ιστορικοπολιτικούς, θα

 «πρέπει να τεθή εις την γραμμήν την διερχομένην από του Κιρτζόβου της επαρχίας Δεβρών και διευθυνομένην προς ανατολάς άνωθεν τον Κρουσόβου της επαρχίας Πρεσπών, διερχομένην άνωθεν του Περλεπέ ανά μέσον του Δρένοβο Σέλο και Καβαδάρ της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης και εκείθεν, κάμπτουσα προς βορράν άνωθεν της Στρουμνίτζης, περιλαμβάνουσα το Πετρίτσι της επαρχίας Μελενίκου κάτωθεν της πόλεως Μελενίκου και εξικνουμένη κάτωθεν του Νευροκόπου και άνωθεν της Λυμπέγοββας μέχρι ύπερθεν της Δράμας εις τα σύνορα της Θράκης».

Στη συνέχεια του υπομνήματος του ο μητροπολίτης Πελαγονίας θίγει ένα πολύ καυτό ζήτημα, που είχε απασχολήσει ιδιαίτερα τις ελληνικές κυβερνήσεις στις τελευταίες δεκαετίες του περασμένου αιώνα και αφορούσε την επιτακτική ανάγκη για την ομοιόμορφη κατανομή των εκκλησιαστικών περιφερειών της Μακεδονίας σύμφωνα ή έστω κατά προσέγγιση με το υφιστάμενο διοικητικό σύστημα.

Είναι αλήθεια ότι ο σαφής διαχωρισμός ανάμεσα στην εκκλησιαστική και τη διοικητική διαίρεση της Μακεδονίας δημιουργούσε πολλά προβλήματα κυρίως στους κατοίκους των κωμοπόλεων και ιδιαίτερα των χωριών, οι οποίοι υπάγονταν διοικητικά και εκκλησιαστικά σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές.

Παρά τις επίμονες όμως πιέσεις των ελληνικών κυβερνήσεων, 
το πατριαρχείο δεν φαινόταν διατεθειμένο να κάμει τουλάχιστο ορισμένες μεταβολές. 

Διακρίνοντας τα πράγματα ρεαλιστικά και αποβλέποντας, αφενός στην ομοιόμορφη κατανομή των εκκλησιαστικών και των διοικητικών περιφερειών της Μακεδονίας και αφετέρου στην ισχυροποίηση του βόρειου ελληνισμού του βιλαετιού Μοναστηριού και στην εξάρτησή του από ένα μόνο εκκλησιαστικό κέντρο, δηλαδή από τη μητρόπολη Πελαγονίας, όπου το ελληνικό στοιχείο εμφανιζόταν ισχυρότερο συγκριτικά από εκείνο που υπαγόταν στη μητρόπολη Αχριδών και Πρεσπών, ο Κοσμάς επισημαίνει την ανάγκη να υπαχθεί το Κρούσοβο εκκλησιαστικά στη μητρόπολη· Πελαγονίας. 

Στο Κρούσοβο βέβαια θα συνέχιζε να εδρεύει ένας τιτουλάριος επίσκοπος, ο οποίος θα είχε κάτω από την εποπτεία του όλα τα χωριά Ν. του Κρουσόβου και όσα βρίσκονταν γύρω από τον Περλεπέ και στο τμήμα Μοριχόβου.

Στο συμπέρασμα αυτό είχε καταλήξει ο μητροπολίτης Πελαγονίας ύστερα από την ορθή διαπίστωση ότι η μητρόπολη Αχριδών και Πρεσπών θα ήταν δύσκολο να εποπτευθεί από τους εκκλησιαστικούς εκπροσώπους του πατριαρχείου λόγω της απομακρυσμένης γεωγραφικής θέσης του Κρουσόβου από τα υπόλοιπα χωριά και κωμοπόλεις, που υπάγονταν σε διαφορετικές πολιτικές υποδιοικήσεις και διοικήσεις.
Παρόμοιο φαινόμενο παρατηρούνταν και στα χωριά της περιφέρειας του Οστρόβου, που βρίσκονταν γεωγραφικά στο μέσο των επαρχιών Μογλενών και Πελαγονίας και των οποίων οι κάτοικοι αναγκάζονταν ν’ απευθύνονται για τις υποθέσεις τους, άλλοι στη μητρόπολη Πελαγονίας και άλλοι στη μητρόπολη Μογλενών.
Το ίδιο ίσχυε για το γεωγραφικό τμήμα της Καρατζόβας, που υπαγόταν στη μητρόπολη Μογλενών και για εκείνα τα χωριά των τμημάτων Μοριχόβου και Περλεπέ, που διοικητικά υπάγονταν στην υποδιοίκηση Περλεπέ και εκκλησιαστικά στη μητρόπολη Πελαγονίας, αλλά απείχαν απ’ αυτή 8—10 ώρες απόσταση.
Ο μητροπολίτης Κοσμάς τονίζει ακόμη ότι στη μητρόπολη Πελαγονίας θα έπρεπε επίσης να υπαχθούν και οι κωμοπόλεις της Μηλόβιστας, του Γκοπεσίου και της Ρέσνας, όπου ζούσε συμπαγής ελληνοβλαχικός πληθυσμός.

Το υπόλοιπο γεωγραφικό τμήμα της μητρόπολης Αχριδών θα αποσπόταν από τη μητρόπολη Πρεσπών και μαζί με την περιφέρεια του Κιρτσόβου της μητρόπολης Δεβρών, τα χωριά της Κάτω Δίβρας και εκείνα, που βρίσκονταν γύρω από τη Στρούγγα και υπάγονταν στη μητρόπολη Δυρραχίου, θ’ αποτελούσαν ξεχωριστή μητρόπολη ή ανεξάρτητη επισκοπή με έδρα την Αχρίδα και το Κίρτσοβο (μητρόπολη Αχριδών και Κιρτσόβου).
Το γεωγραφικό τμήμα της Πρέσπας και του Οστρόβου και όσα χωριά της μητρόπολης Καστοριάς υπάγονταν διοικητικά στη Φλώρινα, θα συγχωνεύονταν στη μητρόπολη Μογλενών.

 Έτσι θα δημιουργούνταν η μητρόπολη Πρεσπών και Μογλενών, αφού αφαιρούνταν απ’ αυτήν το τμήμα Καρατζόβας και υπαγόταν στη μητρόπολη Βοδενών, κοντά στην οποία βρισκόταν. 

Όσα χωριά ακόμη βρίσκονταν κοντά στην περιφέρεια Γευγελής και υπάγονταν στη μητρόπολη Μογλενών, θα περιέρχονταν στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία της επισκοπής Πολυανής, ενώ εκείνα, στα νότια της Νάουσας, της μητρόπολης Βοδενών, θα προσαρτιόνταν στη μητρόπολη Βέροιας.
Η μητρόπολη Βελεσών και Δεβρών θα διασπόταν και η πρώτη θα αποτελούσε ανεξάρτητη επισκοπή, στην οποία θα υπάγονταν τα χωριά κοντά στα Βελεσά και όσα βρίσκονταν μακριά από τη Στρώμνιτσα. Το γεωγραφικό τμήμα της μητρόπολης Δεβρών θα περιερχόταν στη μητρόπολη Δυρραχίου μαζί με την περιφέρεια της Σπαθίας.

Πέρα όμως από τις παραπάνω μεταβολές, που ήταν απαραίτητο να πραγματοποιηθούν στο υφιστάμενο καθεστώς της εκκλησιαστικής διαίρεσης της Βορειοδυτικής Μακεδονίας, ο μητροπολίτης Πελαγονίας έκρινε σκόπιμο ν’ αναφερθεί και σε ορισμένα άλλα καίρια θέματα, που αφορούσαν τις επιχορηγήσεις του ελληνικού κράτους προς τις μητροπόλεις του βόρειου μακεδονικού χώρου και την ορθότερη κατανομή των ενισχύσεων αυτών για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της κατάστασης.

Αρχικά τονίζει ότι δεν υπήρχε ανάγκη να επιχορηγείται η μητρόπολη Βοδενών, η οποία, όπως υπονοεί, δεν διέτρεχε κανένα κίνδυνο από τη βουλγαρική διείσδυση. Ακόμη θα έπρεπε να διακοπούν οι επιχορηγήσεις προς τα ελληνικά χωριά των επαρχιών Καστοριάς και Κοριτσάς και προς τις δύο ανθηρές κωμοπόλεις του Μεγάροβου και του Τύρνοβου.

Αντίθετα ο μητροπολίτης Πελαγονίας επισήμαινε την ανάγκη για την αύξηση της χορηγίας προς τις μητροπόλεις Πελαγονίας, Μογλενών και Πρεσπών, Αχριδών και Κιρτσόβου και προς τον τιτουλάριο επίσκοπο Κρουσόβου και Περλεπέ.

Ένα ειδικό κονδύλι θα έπρεπε να διατεθεί αποκλειστικά για τις τεράστιες ανάγκες των κατοίκων των πολυάριθμων ελληνικών χωριών των επαρχιών Πελαγονίας, Πρέσπας και Μογλενών, που είχαν εξαντληθεί οικονομικά από τις μεγάλες υλικές θυσίες, στις οποίες υποβάλλονταν καθημερινά κατά τους λυσσώδεις αγώνες τους για την ανάκτηση των ελληνικών εκκλησιών και σχολείων.

 Ο ίδιος μητροπολίτης Πελαγονίας χαρακτηρίζει θαύμα το γεγονός, πώς τόσα πολλά χωριά στις παραπάνω επαρχίες είχαν παραμείνει γνήσια ελληνικά, χωρίς να έχουν καμιά υλική συμπαράσταση από το ελληνικό κράτος.

Ένα άλλο σημαντικό μέτρο που πρότεινε ο εκπρόσωπος του πατριαρχείου στο υπόμνημά του, έχοντας σαν πρότυπο ανάλογο μέτρο, το οποίο εφάρμοζε εδώ και αρκετά χρόνια η Εξαρχία με μεγάλη επιτυχία, αφορούσε την επιστράτευση ντόπιων κατηχητών ιερέων, οι οποίοι θα ήταν γνώστες του σλαβικού ιδιώματος και θα είχαν σαν κύρια αποστολή να επαναφέρουν στο πατριαρχείο όσα χωριά είχαν εξαναγκαστεί να προσέλθουν στην Εξαρχία.

 Στη μητρόπολη Πελαγονίας θα διορίζονταν 3 ιερείς, 2 στη μητρόπολη Πρεσπών και Μογλενών και 2 στη μητρόπολη Αχριδών και Κιρτσόβου.
 Στα πλαίσια της υλοποίησης της πρότασης αυτής ο μητροπολίτης Πελαγονίας προτείνει την κατάργηση του Τσοτυλίου διδασκαλείου και την ανασύστασή του σε οικοτροφείο, προοριζόμενο για τους κατηχητές ιερείς, οι οποίοι θα είχαν υλική ενίσχυση όχι μόνο από τη «Μακεδονική Αδελφότητα» της Κωνσταντινούπολης, αλλά και από το ελληνικό κράτος.

Επικαλούμενος ακόμη την καίρια γεωγραφική θέση του Μοναστηριού, το οποίο υπήρξε έδρα της μητρόπολης Πελαγονίας και προπύργιο του ελληνισμού της Βόρειας Μακεδονίας, καθώς και τον τεράστιο φόρτο εργασίας και ευθύνης, που προέκυπτε για τον εκάστοτε εκπρόσωπο του πατριαρχείου, όταν είχε ν’ αντιμετωπίσει κυρίως τα αλλεπάλληλα αιτήματα των κατοίκων των χωριών της Πελαγονίας, ο Κοσμάς προτείνει την άμεση λήψη των παρακάτω μέτρων:

 1) να υποχρεωθούν οι μητροπόλεις του βιλαετιού Μοναστηριού, ύστερα από σχετική απόφαση του πατριαρχείου, να επιλύουν τις εκκρεμείς υποθέσεις τους αρχικά μέσω της μητρόπολης Πελαγονίας και έπειτα μέσω της γενικής διοίκησης,

2) με παρέμβαση του πατριαρχείου στην Πύλη ν’ αναγνωριστεί από τη γενική διοίκηση του βιλαετιού στη μητρόπολη Πελαγονίας το δικαίωμα να μεσολαβεί στην κεντρική αρχή για τις υποθέσεις και των άλλων μητροπόλεων,

3)να διοριστεί από το μητροπολίτη Πελαγονίας υπεύθυνος υπάλληλος, ο οποίος να γνωρίζει ελληνικά και τουρκικά. Αυτός θα αναλαμβάνει να αλληλογραφεί με τις γύρω μητροπόλεις κάτω από την καθοδήγηση του εκκλησιαστικού εκπροσώπου Πελαγονίας και θα έρχεται σε επαφή με τη γενική διοίκηση Μοναστηριού για την επίλυση των εκκρεμών υποθέσεων.

 Τακτικές συναντήσεις των μητροπολιτών Αχριδών και Κιρτσόβου, Μογλενών και Πρεσπών και Καστοριάς, που θα πραγματοποιούνταν τρεις φορές το χρόνο, κάθε Φεβρουάριο, Μάιο, και Ιούλιο,θα συντόνιζαν τις κατάλληλες εθνικές ενέργειες.

Αυτές ήταν σε γενικές γραμμές οι συγκεκριμένες προτάσεις που υπέβαλε με διορατικότητα και ρεαλισμό ο μητροπολίτης Πελαγονίας προς τον πατριάρχη θίγοντας και αναλύοντας ορισμένα πολύ σημαντικά θέματα, των οποίων, όπως χαρακτηριστικά έγραφε,

«η εφαρμογή παρέχει την ελπίδα της βελτιώσεως της τύχης των δικαιωμάτων του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας ανά τα μέρη ταύτα. 
Βεβαίως υπάρχουσι και έτεραι λεπτομέρειαι. 
Επειδή όμως αύται συνέχονται προς τα μέτρα ταύτα, είναι περιττόν να εκτεθώσιν εν τη παρούση μου. Και είνε μεν αληθές ότι η εφαρμογή του πρώτου μέτρου περί διαρρυθμίσεως των επαρχιών προσκρούει εις το καθεστώς, αλλ ’ επιτραπήτω μοι να είπω ότι, εάν εις άλλα κλίματα του Οικουμενικού Θρόνου η μετακίνησις του τοιούτου καθεστώτος τυγχάνη επιζήμιος ή ασύμφερος, έχει την δικαιολογίαν ότι δεν εκβιάζεται υπό των περιστάσεων, αλλά και η εμμονή εις το τοιούτον καθεστώς καταφωράται ως έγκλημα αβελτηρίας και τούτ ’ αυτό προδοσία των συμφερόντων της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού. 

Τούτων πάντων ένεκα αφ ’ ενός και εκ των ανυπερβλήτων δυσχερειών ως απαντώμεν ημείς τε ενταύθα και η Μήτηρ Εκκλησία εν τη Βασιλευούση προς υποστήριξιν των καθ’ ημέραν διαφευγόντων εκ των χειρών ημών δικαιωμάτων του Οικουμενικού Θρόνου αφ ’ ετέρου, κατά την εμήν ταπεινήν κρίσιν δέον ή εκ των δύο να σπεύση η Εκκλησία να θέση εις ενέργειαν ή την συνθηκολόγησιν μετά των διεκδικούντων το Μακεδονικόν έδαφος εθνών και την μετά ταύτην άρσιν του σχίσματος ή την εφαρμογήν των ανωτέρω μέτρων. 

Αλλως μάτην κοπιώσι και το Οικουμενικόν Πατριαρχείον καταναλισκόμενον εις τα ουνήθη ημίμετρα παρά τη Σεβαστή Κυβερνήσει και η Ελλάς δαπανώσα ανωφελώς το εθνικόν χρήμα και ημείς οι εν τω κλίματι τούτω αρχιερείς, οι καταστάντες ανίσχυροι και αυτών των χωρικών ιδιωτών και σταυρώσαντες τας χείρας ημών απέναντι της συνωμοσίας των πάντων καθ ’ ημών. 

Η φορά δε των πραγμάτων ενταύθα κατέστη τοσούτον ταχεία όσον και ο χρόνος και καθώς ούτος δεν επιστρέφει, ούτω και τα πράγματα δεν επιστρέφουσιν αλλά ολονεν προχωρούντα εξαλείφουσι την ύπαρξιν ημών εκ του εδάφους τούτου ώστε ό,τι δύναται να γίνη σήμερον μηδέ ως όναρ δύναται να λεχθή».


Η δίνη των περιστάσεων και η τροπή των γεγονότων δεν επέτρεψαν βέβαια την υλοποίηση των προτάσεων του μητροπολίτη Πελαγονίας, που στόχευαν αναμφισβήτητα στη βελτίωση του καθεστώτος του ελληνισμού της Βόρειας Μακεδονίας στα τέλη του περασμένου αιώνα.

Η ουδέτερη στάση του πατριαρχείου και η διστακτικότητά του ν’ αναλάβει ενεργή πρωτοβουλία επιδείνωναν καθημερινά τη θέση του εκκλησιαστικού εκπροσώπου του στη μητρόπολη Πελαγονίας, ο οποίος είχε ν’ ανταπεξέλθει με την ολοένα ισχυροποιούμενη βουλγαρική παρουσία.

Έτσι το Νοέμβριο του 1897 ξέσπασε μεγάλη αναταραχή στο Μοναστήρι με αφορμή την κατοχή των ελληνικών νεκροταφείων, που διεκδικούσαν με πείσμα οι Βούλγαροι, οι οποίοι προσπαθούσαν να επωφεληθούν από τις δυσμενείς για τους Έλληνες περιστάσεις με την πρωτοβουλία του Βουλγάρου εμπορικού πράκτορα Στόιτσεφ και του Ρώσου προξένου Ροστκόφσκι.

Στο Μοναστήρι υπήρχαν την εποχή εκείνη 3 νεκροταφεία:
του Ντοβλετζίκ,
της Ηράκλειας στο Μπούκοβο και
της Αγ. Κυριακής.

Μετά την ίδρυση της Εξαρχίας (1870) οι Έλληνες παραχώρησαν στους λιγοστούς εξαρχικούς της πόλης το νεκροταφείο της Αγ. Κυριακής όπου είχαν ταφεί πολλοί Έλληνες, ορισμένοι απόγονοι των οποίων είχαν προσέλθει στην Εξαρχία.

Από τότε ο ελληνισμός του Μοναστηριού κατείχε τα νεκροταφεία του Ντοβλετζίκ και του Μπουκόβου.

Το τελευταίο ήταν το μεγαλύτερο και διαιρούνταν σε τρεις κατηγορίες.
Βουλγαρικές ενέργειες για την ταφή εξαρχικών στα δυο παραπάνω νεκροταφεία προκάλεσαν στα 1897 αιματηρές συγκρούσεις  ανάμεσα στην ελληνική και τη βουλγαρική κοινότητα, η οποία πέτυχε, μολαταύτα, με την έγκριση και των τουρκικών αρχών, να χρησιμοποιεί το νεκροταφείο του Ντοβλετζίκ καθώς και την τρίτη και δεύτερη θέση του νεκροταφείου του Μπουκόβου με την προϋπόθεση ότι ο ενταφιαζόμενος εξαρχικός θα είχε συγγενείς Έλληνες και μάλιστα ύστερα από την έγκριση του μητροπολίτη Πελαγονίας.
 
Η διαμάχη αυτή για την κατοχή των ελληνικών νεκροταφείων προκάλεσε στα τέλη του 1897 μεγάλη αναταραχή ανάμεσα στον ελληνικό πληθυσμό του Μοναστηριού, ο οποίος κυριεύθηκε από πίκρα και απογοήτευση ύστερα από την άδικη αυτή απόφαση των τουρκικών αρχών.

 Με τη συμπαράσταση του μητροπολίτη Πελαγονίας Κοσμά οι Έλληνες Μοναστηριώτες, επικαλούμενοι την αναντίρρητη πληθυσμιακή υπεροχή τους όχι μόνο στο Μοναστήρι, αλλά και σε ολόκληρο το βιλαέτι, έστειλαν έγγραφη διαμαρτυρία προς την Πύλη ζητώντας την άμεση επέμβασή της για την ακύρωση της απόφασης του βαλή.


Την κυριαρχική πληθυσμιακή παρουσία του ελληνισμού 
ολοκλήρου του βιλαετιού Μοναστηριού 
αναγνωρίζει την ίδια ακριβώς εποχή
 και ο Γάλλος πρόξενος του Μοναστηριού Ledoux, 
ο οποίος επισημαίνει παράλληλα τις ακαταπόνητες ενέργειες
 της βουλγαρικής κίνησης και τις θεαματικές προόδους της στη Μακεδονία. 

Ο Ledoux συμπεραίνει ότι
 η μεγαλύτερη πλειοψηφία
 των βλαχόφωνων και αλβανόφωνων πληθυσμών
 του μακεδονικού χώρου
 είχε ελληνική συνείδηση. 

Δεν ίσχυε βέβαια το ίδιο και για τους σλαβόφωνους των βόρειων κυρίως περιοχών, τους οποίους προσέλκυε ολοένα και περισσότερο ο βουλγαρικός παράγοντας, ύστερα από τα αλλεπάλληλα τραγικά σφάλματα, όπως αναφέρει, που είχαν διαπράξει οι εκκλησιαστικοί εκπρόσωποι του πατριαρχείου.

 Στο βόρειο τμήμα του βιλαετιού Μοναστηριού η παρουσία του ελληνισμού εμφανιζόταν λοιπόν αισθητά εξασθενημένη, όπως συμπεραίνουμε από τις αυστριακές προξενικές στατιστικές του 1897.

Αν εξαιρέσουμε το πολυάριθμο ελληνοβλαχικό πληθυσμιακό στοιχείο της Βορειοδυτικής Μακεδονίας, 
συμπαγείς ελληνικοί σλαβόφωνοι πληθυσμοί, αφοσιωμένοι στο πατριαρχείο, κατοικούσαν στα εξής χωριά της περιοχής Μοναστηριού:
Λισολάι, 
Κιρκλίνο, 
Τσούλιτσα, 
Πότζεμ, 
Νόβατσι, 
Ριμπάρτσι, 
Νεγκότινο, 
Παράλοβο, 
Βράνεφτσι, 
Μπαλτόβιτσα, 
Βελιέσελο, 
Τέπαφτσι, 
Γκνίλες, 
Γκορντίλοβο, 
Μπροντ, 
Σλήβιτσα, 
Σκοτσιβίρ, 
Πόλιατε, 
Τσένγκελ, 
Ορέχοβο, 
Σούχοντολ, 
Δομπρομίρ, 
Νταλεμπέλοφτσι, 
Τράπε, 
Νοσπάλ, 
Ποντμολ, 
Τσάπαρη, 
Ρακοτίνο, 
Μπραντιντόλ, 
Δίχοβο, 
Μπρούσνικ, 
Λάχτση (Γκάμπα), 
Μπούκοβο, 
Ολέβενη, 
Ποροντίν,
Βελουσίνα, 
Όστρετς, 
Κράβαρη, 
Μάμπλιανη, 
Ομπντίτσαρη, 
Γραδέσνιτσα, 
Λάζετς, 
Κάνινο, 
Νταγουσίνο, 
Οψίρινα (Εθνικό), 
Αγ. Παρασκευή, 
Βίτουσα (Παρόρι), 
Ράκοβο (Κρατερό), 
Κλαμπουτσίστα (Πολυπλάτανος), 
Βακάφ, 
Νεγότσανη (Νίκη), 
Έγκρη Βακούφ, 
Μπούκρι, 
Άνω και Κάτω Έγκρη.

Συνολικά στο ναχιγιέ Μοναστηριού, σύμφωνα με τις αυστριακές στατιστικές, κατοικούσαν
22.499 εξαρχικοί και
21.905 πατριαρχικοί.

Στο ναχιγιέ Μοριχόβου
(4.460 εξαρχικοί και 2.547 πατριαρχικοί)
αναφέρονται ελληνικοί πληθυσμοί στα χωριά
Βιτόλιστα, 
Μέλνιτσα, 
Γραδέσνιτσα, 
Σταράβινα, 
Μοναστήρτσε. 

Ο Αυστριακός πρόξενος αγνοεί την ελληνική παρουσία και στα χωριά
Μπουντιμίρτσι, 
Γρούνιστα και 
Ζώβικ.

 Στην περιοχή της Φλώρινας το ελληνικό στοιχείο, εκτός από την ίδια τη Φλώρινα, επικρατεί στα χωριά
Κοτσκόινι, 
Νερέτη (Πολυπόταμο), 
Χασάνοβο (Μεσοχώρι), 
Σακούλεβο, 
Γκορνίτσοβο (Κέλλη), 
Νεγοβάνη (Φλάμπουρο), 
Τσέροβο (Κλειδί), 
Μπάνιτσα (Βεύη), 
Σέτινα (Σκοπός), 
Κρούσορατ (Αχλάδα), 
Λάζανη (Μεσονήσι), 
Πεσόσνιτσα (Αμμοχώρι), 
Αρμενοχώρι, 
Κλαδοράπη (Κλαδοράχη), 
Αρμένσκο (Άλωνας), 
Πισοδέρι, 
Τούρια, 
Κάλενικ (Άνω Καληνίκη), 
Καμπάσνιτσα (Πρώτη), 
Μπατς, 
Γκόριντσι, 
Λέσκοβατς (Λεπτοκαρυά), 
Ζίβονιε, 
Γράψιστα και 
Βακούφκιοϊ. 

Συνολικά στο ναχιγιέ της Φλώρινας κατοικούσαν
9.323 εξαρχικοί και
13.244 πατριαρχικοί.

Πατριαρχικοί πληθυσμοί αναφέρονται ακόμη και στα χωριά 
Τραπεζίτσα και 
Λουμπάνιστα του 
ναχιγιέ της Αχρίδας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: