Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 2015

Ελληνικότητα Μακεδονίας: ΟΥ ΒΑΡΒΑΡΟΣ O ΦΙΛΙΠΠΟΣ!

Τοιχογραφία με την αρπαγή της Περσεφόνης από τον Άδη.
Βεργίνα, Τάφος Φιλίππου Β'.


Αγαπητός Γ. Τσοπανάκης
ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ
ΕΟΡΤΑΣΤΙΚΟΣ ΤΟΜΟΣ
50 ΧΡΟΝΙΑ (1939-1989)
(οι φωτογραφίες  επιλογές Yauna)







ΟΥ ΒΑΡΒΑΡΟΣ (ΦΙΛΙΠΠΟΣ)
ή
 ΠΩΣ ΔΙΑΙΩΝΙΖΟΝΤΑΙ ΟΙ ΜΥΘΟΙ

Σε πολλές και σοβαρές υποθέσεις αφήνουμε τους εχθρούς να οικοδομούν με ψέματα και να προβάλλουν ανυπόστατες απόψεις, που με την επιμονή και την επανάληψη κατορθώνουν να τις εντυπώνουν στο μυαλό και την ψυχή των άλλων ανθρώπων. 

Εμείς θεωρούμε ότι  η αλήθεια είναι αυτονόητη, δεν φροντίζουμε όμως  να την γνωστοποιήσουμε στους άλλους, και νομίζουμε ότι είναι αρκετό να λέμε ότι «το μακεδονικό ζήτημα είναι ανύπαρκτο», και ότι  αυτή είναι η καλύτερη απάντηση. 
Δυστυχώς όμως  δεν είναι η καλύτερη, και αμφιβάλλω αν είναι καν απάντηση.
Από που συμπεραίνεται η μη ελληνικότητά της Μακεδονίας και των Μακεδόνων;


Ο Αθηναίος Ρήτωρ
Δημοσθένης
 Κυρίως από το ότι  ο Δημοσθένης θέλοντας να εξάψη τους Αθηναίους εναντίον του Φιλίππου κραυγάζει από το βήμα της εκκλησίας του δήμου:

 ουκ εχθρός (ο Φίλιππος, δηλαδή);
 ουκ ’έχων τα υμέτερα; ου βάρβαρος; (Όλυνθ. Γ', 17). 

Το γιατί, τώρα, ένας Φίλιππος,
 γιος του Αμύν-τα, απόγονος
 ενός Αρχε-λάου 
και άλλων ομοιών θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί «βάρβαρος», δηλαδή «μη Έλληνας», σύμφωνα με μίαν προσφιλή σε πολλούς άποψη, αυτό είναι δυσκολοεξήγητο για ανθρώπους που διαθέτουν και υψηλήν ακόμα νοημοσύνη. 


Ο Αρχέλαος μάλιστα, ήδη προς το τέλος του 5ου αι. π.Χ., είχε καλέσει στην Πέλλα τα μεγάλα καλλιτεχνικά ονόματα της εποχής, 
τον περίφημο ζωγράφο Ζεύξιν, από την Ηράκλεια της Κάτω Ιταλίας,
 τον επικό ποιητή Χοιρίλο τον Σαμιώτη,
 τους τραγικούς ποιητές Αγάθωνα και Ευριπίδην από την Αθήνα και τον περίφημο διθυραμβοποιό και μουσικό Τιμόθεο από την Μίλητο, τον πρώτο για να του διακοσμήση το παλάτι και τους άλλους για να τραγουδήσουν ή να ανεβάσουν θεατρικά έργα.
Ο φανατισμός παραμορφώνει τις ανθρώπινες σκέψεις και συναισθηματικές διαθέσεις και κάμνει τους ανθρώπους να μην προσέχουν ότι ο ζωγράφος πρέπει να έμεινε έναν τουλάχιστο χρόνο στην Πέλλα, οι άλλοι τουλάχιστο μίαν περίοδο δύο η τριών μηνών, 
ενώ για τον Ευριπίδη είναι γνωστά ότι έμεινε κάτι παραπάνω από δυο χρόνια και ότι πέθανε στην Μακεδονία. 
Είναι μάλιστα γνωστό ότι εδώ έγραψε και τις Βάκχες του, που παραστάθηκαν στα 404 π.Χ., μετά τον θάνατό του, στην Αθήνα, πήραν το πρώτο βραβείο, και εξακολουθούν να είναι ένα από τα πιο συγκλονιστικά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας .
 Είναι λοιπόν αυτονόητο ότι τα μεγάλα αυτά καλλιτεχνικά ονόματα που αντιπροσώπευαν την επική, λυρική και δραματική τέχνη της εποχής, έδιναν παραστάσεις για τον πολύν κόσμο, συναναστρέφονταν με πολύν κόσμο, και οι παραστάσεις αυτές εκτελούνταν σε ειδικούς χώρους, που ήταν τα θέατρα, και αυτό πρέπει να έγινε και στην Πέλλα.

 Ξέρουμε μάλιστα πως ο Ευριπίδης έγραψε και μίαν τραγωδία με τον τίτλο Αρχέλαος, που θα αφορούσε προφανώς κάποιον πρόγονο του βασιλιά, η όποια είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι παραστάθηκε κιόλας εκεί .
Αρχαίο Θέατρο Βεργίνας Μακεδονίας
Το θέατρο λοιπόν, και ως λογοτεχνικό είδος και ως θεσμός και ως οικοδόμημα αρχιτεκτονικό, είναι αποκλειστικώς ελληνικό, και ένα θέατρο βρέθηκε ήδη από τις ανασκαφές του καθηγητή Ανδρόνικου στην Βεργίνα, δίπλα και κάτω από το παλάτι, όπου ίσως δολοφονήθηκε ο Φίλιππος ο Β '


Οι άλλοι λαοί, εκτός από τους Έλληνες, δεν είχαν θέατρα,
 και αυτά που υπάρχουν στον βορειοελλαδικό χώρο της Θράκης ιδρύθηκαν από τους Έλληνες αποίκους,
 όπως στην Θάσο, τους Φιλίππους, τα Άβδηρα κ.α.
Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων Μακεδονίας


 Οι παλιοί Θράκες δεν τα ήξεραν.

Το θέατρο ήταν πολιτιστικό στοιχείο του ελληνισμού, 
και η παρουσία του στην Μακεδονία
αποτελεί βασικό και απρόσβλητο στοιχείο αυτού του ελληνισμού, 
του αρχαίου ελληνισμού της Μακεδονίας,
 και όχι αποικιακή εισφορά η εισαγωγή του.

 Η αγνόηση η αποσιώπηση αυτού του γεγονότος δείχνει ότι εμείς οι ίδιοι 
ή δεν αντιλαμβανόμαστε την σημασία του η το θεωρούμε αυτονόητο, 
αυτό που αποτελεί, αντίθετα, 
το σήμα κατατεθέν και την σφραγίδα της γνήσιας ελληνικότητας.
Καιρός είναι να καταλάβουμε ότι τα πράγματα γίνονται αυτονόητα, όταν αποκτήσουν την κατάλληλη προβολή τους, προπάντων όταν είναι αληθινά. και επιτρέψετέ μου να υπογραμμίσω, χωρίς να υπερβάλλω, ότι και οι δυο τραγικοί ποιητές, 
και ο Χοιρίλος και ο Τιμόθεος, 
Αρχαίο Θέατρο Δίον Μακεδονίας
ήρθαν στην Πέλλα βέβαιοι ότι θα υπήρχε θέατρο, όπου θα μπορούσαν να επιδείξουν την τέχνη τους, αφού έρχονταν σε μίαν ελληνική πρωτεύουσα.

Από την άλλη μεριά, και ο βασιλιάς που έκαμε την πρόσκληση δεν θα ήθελε να γίνει καταγέλαστος, αν δεν διέθετε τον κατάλληλο χώρο. 

Ξέρουμε τώρα ότι και το Δίον είχε το θέατρό του,

και βέβαια αυτά όλα προϋποθέτουν και το αντίστοιχο ακροατήριο, το κοινό, 
που βλέπει, ακούει και καταλαβαίνει: που ξέρει τον  Ηρακλή και τον Διόνυσο, την Αθηνά, τον ' Ερμή και τους ήρωες.
Έχω μιλήσει σε άλλην ευκαιρία για τον Όλυμπο και την σημασία του για την ελληνικότητα της Μακεδονίας . 

Το γεγονός ότι ο Όλυμπος είναι Όλυμπος μόνο από τον κάμπο της κεντρικής Μακεδονίας, και όχι τόσο από της Θεσσαλίας, 
νομίζω ότι έκαμε τους Έλληνες να τοποθετήσουν στην κορυφή του το Δωδεκάθεό τους,
 να ιδρύσουν το Δίον από τους μυκηναϊκούς χρόνους στους μακεδονικούς πρόποδές του, να ονομάσουν *Ολυμπιάδας ('Ησιοδ. Θεογ. 25, 52, 966, 1022) η Πιερίδας (Ήσιοδ. Ασπ. 206) τις Μούσες από τα αντίστοιχα βουνά —και τα Πιέρια είναι αξιοπρόσεκτα μόνο από την Μακεδονία—, και να καταστήσουν την περιοχή θρησκευτικό και μουσικό κέντρο του ελληνισμού.

 Αν η Μακεδονία δεν ήταν ελληνική, αν δεν είχαν εγκατασταθεί εδώ πάρα πολλά χρόνια, τουλάχιστο δυο η τρεις αιώνες, τα ελληνικά φύλα που κατέβαιναν προς τα κάτω, αν αυτοί που προχώρησαν δεν είχαν αφήσει πίσω τους τους Έλληνες Μακεδόνες να συντηρούν αυτές τις καταβολές, 
για ποιόν λόγο οι «βάρβαροι» Μακεδόνες θα διαφύλατταν την λατρεία του Δία και των άλλων θεών στο Δίον και στην υπόλοιπη Μακεδονία; 
 
Αρχαιολογικός Χώρος Δίον Μακεδονίας


Τα διαφύλατταν γιατί ήταν κοινή ελληνική κληρονομιά και οι ίδιοι ήταν Έλληνες· και θα είχαν προβάλει τα δικά τους, αν δεν ήταν. 

Κι αν δεν υπήρχε αυτή η κοινότητα, ποιος από την Θεσσαλία και κάτω θα ήξερε τι ήταν και που βρισκόταν ο Όλυμπος; 

Από την άλλη μεριά, 
πως θα ήταν δυνατό να θεωρηθή τόσο ιερό,
 τόσο συνδεμένο με την θρησκεία των  Ελλήνων ένα βουνό 
που δεν βρισκόταν μέσα στην Ελλάδα αλλά στα σύνορά της, 
με ξένους λαούς έξω από αυτά;
Η απομόνωση ενός τόπου, μιας περιοχής, όπως και η μόνωση ενός ατομού, είναι και ευλογία και κατάρα. 

Οι επικοινωνίες με την κάτω 'Ελλάδα, κυρίως την Θεσσαλία, είναι δύσκολες από την ξηρά.

Τα Τέμπη ήταν δύσβατα, υπάρχει μια διάβαση από τα Πιέρια προς τα κάτω, η κοίτη του  Αλιάκμονα είναι πιο βατή.

 Πιο ομαλές είναι οι διαβάσεις από το Μοναστήρι προς το Αμύνταιο, την Πτολεμαΐδα και την Θεσσαλία, η προς την Κορυτσά και την ’Ήπειρο. Όλες όμως οι διαβάσεις αυτές, λίγο πολύ, πρέπει να περάσουν από στενά, τα περίφημα δερβένια των Τούρκων και τις κλεισούρες των Βυζαντινών, και ήταν πάντα επικίνδυνες. 
 Η ορεινή Μακεδονία έχει ψυχρό κλίμα, η κεντρική σχετικά ήπιο μικροκλίμα με ηπειρωτικό χαρακτήρα.
Ο βίος ήταν γεωργοκτηνοτροφικός, ίσως περισσότερο ημινομαδικός, με εκμετάλλευση ορυκτού πλούτου και ξυλείας οικοδομήσιμης και ναυπηγήσιμης από βαλανιδιές, καστανιές, έλατα η ρόμπολα.

Έτσι, η Μακεδονία, με την απομόνωσή της από την κάτω Ελλάδα,
 έχασε την τακτική γλωσσική επαφή της
με αποτέλεσμα να διατηρήσει μίαν κλειστή και 
αρχαϊκή διάλεκτο
αρχαϊκούς θεσμούς
εταίρους και σχεδόν ομηρική βασιλεία, 
αγροτοποιμενικήν οικονομία και ενότητα, σε μεγάλη κλίμακα και εκτεταμένη περιοχή· 
από την άλλη όμως  —αν εξαιρέσει κανείς την κάπως προσιτή επικοινωνία με την Χαλκιδική— πρέπει να υστερούσε ως προς την εγγραμματωσύνη από το επίπεδο της Θεσσαλίας, της Ηπείρου και, φυσικά, της Αττικής. 

Το αποτέλεσμα είναι ότι δεν βρέθηκαν, ως τώρα τουλάχιστο, μακεδονικές επιγραφές πριν από τον 4ο αι. π.Χ., ούτε και αντίστοιχα δείγματα μακεδονικής διαλέκτου από συγγραφείς, εκτός από αυτά που διαφαίνονται από τα κύρια ονόματα, όπως 
Παρ-μενίων, 
Άμύν-τας, 
Νικά-τωρ , 
άγ-χαρμον, 
που δείχνουν την αιολική και δωρική αποκοπή των προθέσεων ανά, παρά, κατά, από, υπό σε αν-, παρ-, κατ-, απ-, υπ- μπροστά στο σύμφωνο της επόμενης λέξης, αιολικές και δωρικές καταλήξεις σε -τας, -τωρ, αιολικό και δωρικό α αντί η· από τα ονόματα των μηνών, όπως 
Απελλαίος, 
Άρτεμίσιος, 
Λώιος, 
Υπερβερεταίος , 
 λίγες αρχαίες λέξεις που σώθηκαν από λεξικογράφους, όπως
 ('ρακλής) Κυναγίδας, 
ίλαξ·
 η πρίνος, 
κατα-πάλτης, κ.α.,
 και μερικές που σώζονται στα σημερινά μακεδονικά ιδιώματα, 
 προδίδουν όμως την μεγάλη τους αρχαιότητα και την αρχαιοελληνική μακεδονική τους ιδιότητα· π.χ. ού μάκους = η μήκων, 
αργατίνα, η = η έργάτρια, κ.α.

Επεξηγώ με συντομία ότι
 Παρμενίων είναι αυτός που παρα-μένει, μένει δηλαδή σταθερός στην θέση του, στην μάχη, πιστός στον σύντροφό του στην παράταξη, 
Αμύν-τας, είναι ο αμύν-της, δηλαδή αυτός που αμύνεται αποκρούοντας τον εχθρό, ανα-χάρμαν < άγχαρμον, ήταν στρατιωτικό παράγγελμα = ανωφερή την αιχμήν, να έχουν προς τα πάνω την αιχμή του δόρατος (ανα-χάρμαν), έτοιμοι να το ρίξουν εναντίον κάποιου, 
Νικάτωρ = νικήτωρ, 
Κυναγίδας = κυνηγίδης, 
καταπάλτης, ο, (= καταπέλτης, πολεμικό όπλο η μηχάνημα), κ.α. 

Το ότι ο μάκους και η αργατίνα προέρχονται άπο την αρχαία μακεδονική διάλεκτο το συμπεραίνουμε από το ότι ο μάκους σώζεται και στα σλαβικά (μάκκο, ο) και στα βλάχικα και η αργατίνα με τον τύπο αργατίνκα, η, στα σλαβικά (πρβλ. Τσιούλκα, Κ. I., Συμβολαί εις την διγλωσσίαν των Μακεδόνων, Άθήναι 1907, σ. 13 s.v. εργάτης, 30 s.v.
 μήκων («μάκκο — όπιον εις χρήσιν των παίδων αϋπνούντων αϋπνιαν»). 
Όλα αυτά μας οδηγούν στην ανάμειξη αιολικών και δωρικών στοιχείων, μας προσεγγίζουν προς την ομηρική γλώσσα και την θεσσαλική, βοιωτική και την (αρχαία) κυπριακή διάλεκτο.
Αυτή η απομόνωση και η πατριαρχική βασιλεία της Μακεδονίας ερχόταν σε οξεία αντιπαράθεση προς την λαοκρατική ψύχωση της Αθήνας και έκαμνε τον Δημοσθένη αλλεργικόν μπροστά στον πολεμικό Φίλιππο και τους κινδύνους που εξαιτίας του απειλούσαν την αθηναϊκή δημοκρατία και δύναμη.
Όλα αυτά του επέτρεπαν να διατυπώνη έναν τόσο υβριστικό χαρακτηρισμό, πιθανώς χωρίς να διαμαρτύρονται οι ακροατές του.
Ας μην ξεχνούμε ότι και ο Δημοσθένης και οι Αθηναίοι, λίγα χρόνια αργότερα, περίμεναν με ανακουφιστική προσδοκία τον θάνατο του Αλεξάνδρου, για να απαλλαγούν από την μακεδονική κηδεμονία.


 Κανένας όμως από όλους αυτούς 
δεν υποψιάσθηκε ποτέ
 και δεν το κατήγγειλε ποτέ,
 ότι οι Μακεδόνες αυτοί, 
ο Φίλιππος, ο Αλέξανδρος,
 οι τοποτηρητές τους και οι άλλοι,
 μιλούσαν άλλην γλωσσά και ανήκαν σε ξένη φυλή, 
γιατί ένα τέτοιο πράγμα δεν συνέβαινε.

Η τραγική ειρωνεία των γεγονότων αυτών ήταν ότι αυτοί οι ίδιοι οι Αθηναίοι και οι πρόγονοί τους πριν από πέντε γενεές, δηλαδή από 160 χρόνια και περισσότερα, μόνοι τους στον Μαραθώνα στα 490 π.Χ. και με τους Σπαρτιάτες και Κορινθίους στην Σαλαμίνα 10 χρόνια αργότερα, ήταν αυτοί που νίκησαν τους Πέρσες, οι μόνοι που εγκατάλειψαν την πόλη τους, οι μόνοι που είδαν τα ιερά τους να καίγωνται ( ' Ηροδ. 8, 53), χωρίς πιά να μπορούν στα επόμενα χρόνια να πάρουν την εκδίκηση που πάντα είχαν στον νου τους. 

Kαι την εκδίκηση αυτήν, ύστερα από αυτά τα πολλά χρόνια, ερχόταν να την εξοφλήσει αυτός ο ίδιος ο Φίλιππος, που την προετοίμασε με την αναγκαστική ένωση των 'Ελλήνων μετά την μάχη της Χαιρώνειας (338 π.Χ.) και την εξερευνητική αποστολή δυο σπουδαίων στρατηγών στην Μικρά Ασία λίγο πριν από τον θάνατό του στα 336, δεν πρόφτασε όμως να την πραγματοποιήση. 
 
Η Ελληνική-Μακεδονική 'Αυτοκρατορία'

Aυτό ήταν το τυχερό του απαράμιλλου γιου του, του Αλεξάνδρου, ο όποιος έσπρωξε την ελληνική και μακεδονική δύναμη ως τον Ινδό και πραγματοποίησε την διάλυση της περσικής αυτοκρατορίας και τα όνειρα μιας παγκόσμιας ελληνικής πολυεθνικής ηγεμονίας.
Νομίζω ακόμα ότι, μέσα σ ’ αυτά τα συμφραζόμενα της δήθεν «βαρβαρότητας» του Φιλίππου, δεν λαμβάνουμε υπόψη μας ότι 
θα ήταν αδύνατο σε έναν Αθηναίο σαν τον Ισοκράτη
με την τόσο πανελλήνια συνείδηση, 
ο οποίος αναζητούσε Έλληνες και από την Κάτω Ιταλία και Σικελία ακόμα για να αναλάβουν την συμφιλίωση των ελληνικών πόλεων και την εκστρατεία εναντίον των Περσών ( Ίσοκρ. Έπιστ. 1 Διονυσίω), 
πως θα ήταν δυνατό λοιπόν να απευθυνθεί στον Φίλιππο τον Β ' και να του ζητά να οργανώσει αυτήν την ένωση και αυτήν την εκστρατεία.
Λέει λοιπόν ο Ισοκράτης σε ένα πρώτο του εκτεταμένο μήνυμα προς τον Φίλιππο (Ίσοκρ. Φίλιππος 103α) τα εξής: 
«ό δέ (ένν. «ό κτησάμενος τήν άρχήν», προφανώς ό Περδίκκας ό Α', γιος του Τημένου) τον μεν τόπον τόν ελληνικόν όλως είασεν, τήν δ ‘ έν Μακεδονία βασιλείαν κατασχών έπεθύμησεν ήπίστατο γάρ τούς μεν "Ελληνας ούκ είθισμένους ύπομένειν τάς μοναρχίας, τούς δ ’ άλλους ού δυναμενους ανευ τής τοιαύτης δυναστείας διοικεΐν τόν βίον τόν σφέτερον αύτών...»,
όπου η αντιπαράθεση του  «τόν μέν τόπον τόν έλληνικόν» πρός «τήν εν Μακεδονία βασιλείαν» και του «τούς μεν  Έλληνας» προς το «τούς δ ’ άλλους» στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι Μακεδόνες, θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν αναμφισβήτητη απόδειξη της διαφορετικής καταγωγής των μεν και των δε. 
Αυτά, μάλιστα, ο κακόβουλος θα πίστευε ότι θα μπορούσε να τα ενισχύσει με όσα λέει για τον ίδιο τον Φίλιππο ο ’ Ισοκράτης ο ίδιος λίγο παρακάτω (107, ως έξής:

«έστιν ουν άνδρός μέγα φρονούντος και φιλέλληνος..., άπαλλάξαι τους ξενιτευομένους των κακών...», 
αν δεν αντιληφθεί ότι το επίθετο φιλέλλην σημαίνει εδώ τον Έλληνα που αγαπά την πατρίδα του, τον φιλόπατρη, τον πατριώτη, οπως και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, εκτός από την σημασία και του ξένου που αγαπά τους Έλληνες και την Ελλάδα- και βέβαια, αν δεν θεώρηση ότι  ο Ισοκράτης κάτι έχει πάθει όταν,
 από την μια μεριά καλεί τους Αθηναίους να εμπιστευθούν τον Φίλιππο για την ένωση των 'Ελλήνων, από την άλλη όμως  τους λέει ότι ο Φίλιππος αυτός δεν είναι Έλληνας.
Ευτυχώς όμως  τα πράγματα δεν είναι έτσι. 

Η άμεση συνέχεια στις αντιθέσεις που παραθέσαμε, που αναφέρεται ακόμα στον «κτησάμενον την άρχήν», λέει: 
«μόνος γαρ των Ελλήνων ουχ ομοφύλου γένους 
άρχειν αξιώσας, μόνος και διαφυγείν ηδυνήθη τους κίνδυνους τους περί τας μοναρχίας γιγνομένους», 
όπου η υπογράμμιση του «μόνος των Ελλήνων» «ομοφύλου γένους», που δεν θεώρησε ότι ήταν αξιοπρεπές να το υπόταξη και να το εξουσιάσει, αφαιρεί το έδαφος κάτω από τα ποδιά όσων θα ήθελαν να παίζουν με τις λέξεις. 

Είναι γνωστό ότι αρχικά «Έλληνες» ήταν αυτοί που πήραν το όνομα τους από τον Έλληνα , τον γιο του Δευκαλίωνα και της Πύρρας, 
του ζευγαριού δηλαδή που σώθηκε από τον ελληνικό κατακλυσμό. 

Οι τρεις γιοι του 'Έλληνα,
ο Δώρος, 
ο Ξούθος και 
Αίολος, 
έφτασαν ως την Θεσσαλία, αφήσαν όμως  έξω την Ήπειρο και την Μακεδονία,
 έτσι ώστε μόνο η κάτω από την Μακεδονία περιοχή να ονομάζεται Ελλάς και οι κάτοικοι Έλληνες
'
Ότι όμως  και η Μακεδονία (και η ’Ήπειρος) ήταν τμήματα του ελληνικού χώρου, φαίνεται από την πολύτιμη πληροφορία του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου, ο οποίος μας διασώζει ένα απόσπασμα από τις  Ηοίες, γενεαλογικό έπος του ' Ησιόδου, που λέει ότι η κόρη του Δευκαλίωνα, αυτού του ίδιου που έκαμε τους τρεις γιούς, η Θυία, ενώθηκε με τον Δία και γέννησε δυο γιούς,
τον Μάγνητα και 
τον Μακηδόνα,
 τον ιπποδαμαστή ( Ησιοδ. αποσπ. 5 Rzach):


έτσι ώστε να μην υπάρχει αμφισβήτηση ή αμφιβολία για την άμεση σχέση της Μακεδονίας με την άλλη Ελλάδα, όπως το υπογραμμίζει και ο Πορφυρογέννητος αυτοκράτορας: 
«Μακεδονία η χώρα (ωνομάσθη) από Μακεδόνος του Διός (= του γιου του Δία) 
και Θυίας της Δευκαλίωνος (= της κόρης του Δ.), 
ως φησι 'Ησίοδος ο ποιητής».
Είναι περιττό να ξανασυζητήσουμε την σημασία της λέξης βάρβαρος, που είναι ονοματοποιημένη και σήμαινε αρχικά τους ξενόγλωσσους ανθρώπους, 
 αυτούς που σαν να έλεγαν διαρκώς 
μπαρ-μπαρ, 
δηλαδή μιλούσαν ακαταλαβίστικα
όπως φαίνεται καθαρά από την πρώτη μνημόνευση του επιθέτου από τον Όμηρο στο σύνθετο βαρβαρόφωνος (Β 867 Καρών ηγήσατο βαρβαροφώνων),
 για τους Κάρες. 
Το ρήμα βαρβαρίζω, με επιμονή στην ηχομιμητική προφορά μπαρ-μπαρ, σώζεται και σήμερα ως μπαρμπαρίζω και μπερμπερίζω, και σημαίνει μιλώ ακαταλαβίστικα, μουρμουρίζω .
Το ότι οι 'Έλληνες απέδιδαν το επίθετο σε ορισμένους ξενόγλωσσους λαούς που διέπρατταν βιαιότητες και ανομίες δεν είναι εκπληκτικό. 
Όλοι θεωρούμε φυσικό η δική μας γλώσσα και τα δικά μας ήθη και έθιμα να είναι τα καλύτερα.

 Το εκπληκτικό είναι ότι εμείς γενικεύουμε τα πράγματα και εκεί όπου δεν πρέπει, και βγάζουμε συμπεράσματα, που δεν μπορούν να σταθούν. 

Θα προσφέρω δυο εντυπωσιακά παραδείγματα, ένα από έναν ρήτορα του 4ου αι. π.Χ., συγχρόνου του Δημοσθένη, και ένα από τον Πλάτωνα, επίσης του 4ου αι. π.Χ., από τα όποια και ο πιο δύσπιστος μπορεί να καταλάβει με πόσην προσοχή πρέπει να διαβάζουμε και με πόσο μεγαλύτερη να ερμηνεύουμε αυτά που διαβάζουμε:

 Στο πρώτο, ο ευγενής Αθηναίος ρήτορας Λυκούργος στον λόγο του εναντίον του Λεωκράτη (Κατά Λεωκράτους, 42) λέει τα έξής: 
 «τοσαύτη δ ’ ή πόλις (δηλ. η Αθήνα) εκέχρητο μεταβολή, 
ώστε πρότερον μέν ύπέρ τής τών άλλων Ελλήνων ελευθερίας αγωνίζεσθαι, 
έν δέ τοίς τότε χρόνοις αγαπάν, 
εάν υπέρ τής αυτών χωράς δύνηται διακινδυνεύσαι, 
καί πρότερον πολλής τών βαρβάρων έπάρχειν,
 τότε δε πρός Μακεδόνας ύπέρ τής ιδίας κινδυνεύειν»
όπου είναι φανερό ότι η αντίθεση ανάμεσα στους βαρβάρους, στους οποίους υπονοούνται και περιλαμβάνονται εδώ όλοι οι μη Έλληνες, και από την άλλην τους Μακεδόνες, βεβαιώνει την συμπερίληψη και αυτών μέσα στην ελληνική οικογένεια.

Το ότι η αντιπαράθεση ερχόταν φυσική στο στόμα του ρήτορα φαίνεται και από την άμεση συνεχεία της ιδίας περιόδου, που λέει: 

«και τον δήμον (ενν. των Αθηναίων), όν πρότερον Λακεδαιμόνιοι και Πελοποννήσιοι και οι την Άσίαν κατοικούντες Έλληνες βοηθόν έπεκαλούντο, έδει τοτ’ εξ 'Άνδρου και ... και ... και ... έπικουρίαν αύτω μεταπέμψασθαι ..., 
οπού η παράταξη και διάκριση Λακεδαιμόνιοι και Πελοποννήσιοι δεν παραξένεψαν ούτε τον ρήτορα που τα έλεγε ούτε τους άκρατές του, 
γιατί κανένας δεν θα μπορούσε να σκεφτεί 
ότι οι Λακεδαιμόνιοι δεν περιλαμβάνονταν στους Πελοποννησίους.
Η δεύτερη —και πιο εντυπωσιακή— μαρτυρία προέρχεται από τον Πλάτωνα, ο όποιος, στον Πρωταγόρα του (341c) 
 αποδίδει σκωπτικά το επίθετο βάρβαρος σε μίαν από τις αρχαϊκότερες και ωραιότερες ελληνικές διαλέκτους, την λεσβιακή.

Λέει λοιπόν εκεί ο φιλόσοφος, στην αρχαιότερη —και όχι πολύ καλόπιστη— φιλολογική ανάλυση ενός ποιήματος, 

«διά τούτ ’ άρα και μέμφεται (ο Σιμωνίδης), 
ην δ’ έγώ, ω Πρόδικε (μιλά ο Σωκράτης), 
τον Πιττακόν λέγοντα χαλεπόν έσθλόν έμμεναι, ώσπερ αν ει ήκουεν αύτού λέγοντος ότι εστί κακόν έσθλόν έμμεναι’ (όπου, φυσικά, άλλο είναι το χαλεπόν, το δύσκολο, και άλλο το κακόν)
 — Άλλα τι οίει, έφη (ο Πρόδικος), λέγειν, ω Σώκρατες, Σιμωνίδην άλλο η τούτο, και όνειδίζειν τω Πιττακώ ότι τα ονόματα (= τις λέξεις) 
ουκ ήπίστατο όρθώς διαιρείν άτε Λέσβιος ων και εν φωνή βαρβάρω τεθραμμένος»— 
« Ακούεις δη, εφην έγώ (ο Σωκράτης), ω Πρωταγόρα, Προδίκου τούδε. έχεις τι προς τούτο λέγειν;» .
'Ο Πρόδικος, δηλαδή, λέει ο Πλάτωνας, έχει την γνώμη ότι ο Πιττακός δεν ήταν σε θέση να ξεχωρίζει την σημασία των λέξεων,
 γιατί ανατράφηκε μέσα σε «βάρβαρον φωνήν»,
 δηλαδή σε μίαν «ακαταλαβίστική» γλώσσα, 
η οποία δεν ήταν άλλη από διάλεκτο του Αλκαίου και της Σαπφώς. 
Περιττό να σημειώσουμε ότι και ο Πρόδικος και ο Σιμωνίδης κατάγονταν από την Κέα, την Τζιά, και είχαν, μαζί με τον Πλάτωνα, αττικούς τίτλους γλωσσικής ευγενείας.
Δεν νομίζω ότι πρέπει να εκπλαγούμε από την ευκολία με την οποία και σπουδαίοι άνδρες ακόμα μπορούν να χρησιμοποιούν ακατάλληλα επίθετα, μπορούμε όμως  να ευγνωμονούμε τον Πρόδικο-Πλάτωνα που έκαμε αυτήν την ταύτιση, γιατί μας δίνει την ευκαιρία να καταλάβουμε πως η αρχαία λεσβιακή διάλεκτος η τα ποντιακά σήμερα μπορούν να δημιουργήσουν σοβαρότερες παρεξηγήσεις. αυτό γινόταν ασφαλώς και με την αρχαία μακεδονική διάλεκτο, που είναι ευνόητο για εν αν γλωσσολόγο, έστω και αν ο πολύς κόσμος δυσκολεύεται να το καταλάβει.
Προσωπικά, πάντως,
δεν είμαι βέβαιος ότι ο Δημοσθένης
 ήθελε να πει πως
 ήταν ξενόγλωσσος ο Φίλιππος. 

 Ο ίδιος πρέπει να ήξερε καλά ότι 
η μακεδονική διάλεκτος ήταν διαφορετική από την αττική
όπως ήταν και η βοιωτική και η θεσσαλική και οι δωρικές.

Και ο ίδιος χρησιμοποίησε το επίθετο «βάρβαρος» με υπονοούμενο ουσιαστικό την λ.. χώρα σε διαφορετικά συμφραζόμενα που περιλαμβάνουν τον Φίλιππο στον ελληνικό χώρο. Λέει δηλαδή στον Γ' Φιλιππικό του (27) ότι
«ουθ’ ή 'Ελλάς ουθ’ ή βάρβαρος (ένν. χώρα) τήν πλεονεξίαν χωρεί τάνθρώπου», ενώ στο χωρίο του Γ ' ’ Ολυνθιακού, που ξεσήκωσε τόσες συζητήσεις, τα συμφραζόμενα δείχνουν ότι η σημασία του επιθέτου είναι «βίαιος, άπρόβλεπτος, κακοποιός, πες τον ο,τι θέλεις»,
 όχι όμως  ξενόγλωσσος, αλλόγλωσσος. ’

Αξίζει τον κόπο να τα ακούσουμε:
«— Δεν έχει προκυριεύσει όλους τους δικούς μας τόπους;
—           Δεν έχουμε υποσχεθεί να σπεύσουμε αμέσως να προστατεύσουμε όλους όσοι θα πολεμούσαν εναντίον του;
—           Δεν είναι εχθρός μας;
—           Δεν κατακρατά τα δικά μας μέρη;
—           Δεν είναι ένας βάρβαρος άνθρωπος;
—           Δεν είναι ο,τι και να πει κανείς;» .
Τις απόψεις για την απομόνωση της Μακεδονίας και την ελληνικότητά της έχει διατυπώσει σαφέστατα και ο αξιόλογος καθηγητής της αρχαίας ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, Hermann Bengtson στο κλασσικό βιβλίο του Griechische Geschichte, Μόναχο 1965, ο όποιος αφού εξέτασε όλες τις απόψεις καταλήγει (σ. 296 κ.ε.): 

«Για την ιστορική κρίση έχει αποφασιστική σημασία το ότι
 μια μακραίωνη απομόνωση διαμόρφωσε τους Μακεδόνες στην χώρα
 που έχει το όνομά τους σαν μίαν ξεχωριστή κοινωνική,
 πολιτική και ανθρωπολογική ενότητα και μάλιστα χωρίς την παρεμβολή ελληνικής επίδρασης σε όλα τα ουσιώδη, εσωτερικά και εξωτερικά, χαρακτηριστικά. 

Ετσι, —συνεχίζει ο Bengtson—, ήταν πιά από πολύν καιρό διαμορφωμένος ο χαρακτήρας του μακεδονικού λαού,
 όταν οι γεμάτες μίσος δημηγορίες του Δημοσθένη πρόβαλλαν διαρκώς την διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε Έλληνες και Μακεδόνες».
Από όσα είπαμε, πρέπει να έγινε φανερό ότι τα προβλήματά μας δεν ξεκινούν από την αρχαιότητα. 

Ξεκινούν από τις επιδρομές και εγκαταστάσεις Σλάβων στα βόρεια σύνορα της Μακεδονίας και από την διεκδίκησή της από τους άμεσους ομόγλωσσούς τους γείτονες.

Η κίνηση του Τίτο να δημιουργήσει
 ένα ψευδώνυμο κράτος στις παρυφές της ελληνικής Μακεδονίας
 στέρησε από τον Δημητρώφ την ευκαιρία να προσάρτηση στην Βουλγαρία
 αυτό το νοτιοσερβικό βουλγαρόφωνο κομμάτι 
και να διεκδικήσει ο,τι μπορούσε και από μας, 
δημιούργησε όμως απρόβλεπτα προβλήματα και σε μας, 
για τα όποια πάντοτε πρέπει να αγρυπνούμε. 

Από την στιγμή που κάποιος διεκδικεί κάτι από σένα, σου δημιουργεί πρόβλημα.

Πρόσεχε!








Δεν υπάρχουν σχόλια: