Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2015

Η Σφαγή της Δράμας, 29 Σεπτεμβρίου 1941. Μία άλλη θεωρία για τα αίτια της εξέγερσης.

Δημήτριος Μπατσιούλας
"ΤΑ ΝΤΟΥΡΝΤΟΥΒΑΚΙΑ"
Ιστορικό Μυθιστόρημα
Εκδόσεις Λογοσοφία

(οι φωτογραφίες επιλογές Yauna)

( Σημ. Yauna.
Αναρτώ το Δεύτερο Κεφάλαιο του Ιστορικού Μυθιστορήματος.
Τα πρόσωπα που αναφέρονται είναι-ήταν υπαρκτά. 
Δίνει μια διαφορετική διάσταση στην αναζήτηση για τα πραγματικά αίτια της ("Ψευτο"-) επανάστασης- Εξέγερσης της 29ης Σεπτεμβρίου 1941.
Είναι Μυθιστόρημα, όμως περιέχει και περιγράφει γεγονότα π....)

Νωρίς την άλλη μέρα το πρωί ακούστηκαν χτυπήματα στην αυλόπορτα του σπιτιού. Πασταλιάζαμε τον καπνό και δεν είχαμε ξεμανταλώσει  ακόμα.

-Γιώργο, για πήγαινε ν’ ανοίξεις, είπα στο γιό μου.
Γύρισε φέρνοντας μαζί του το Ζέμο. Ήταν στα ίδια χάλια με την προηγούμενη μέρα.
Μας καλημέρισε κι’ αγκάλιασε τις σωλήνες από τη σόμπα πούκαιγε με κάρβουνο.

Κάτσε να ζεσταθείς, να φας, να συνειφέρεις λίγο.
- Ενα τσιάϊ βρε Ελένη, είπε στη γυναίκα μου, καυτό, μπας και ανοίlt:ι ο λαιμός μου και μπορέσω να καταπιώ το σάλιο μου.  Ξεράθηκε ο λαιμός μου... Δεν κατεβάζει τίποτα.

 - Μπα θείε Ζέμο, τόκοψες το ρακί; πετάχθηκε η κόρη μου, η Αφροδίτη.
 - Σύ τα μαθήματα σου, της αποκρίθηκε ο Ζέμος.
Σηκώθηκε η γυναίκα μου κι έβαλε το τσαγιερό στη σόμπα.
Έκοψε ψωμοτύρι και τ’ απίθωσε μπροστά στο Ζέμο.
- Φάγε λίγο να στυλωθεί η ψυχή σου, τούπε και μετά πίνεις το τσιάϊ, μόλις γίνει.
Και μη φύγεις, το μεσημέρι θα μαγειρέψω φασολάδα με χοιρινό μέσα.

-Γώ Στέργιο θα πεταχτώ μέχρι τη μάνα μου για να διώ τι κάνουν μ’ αυτό το ψόφο.
Δε θ’ αργήσω.
- Θα" ρθω κι’ εγώ μαζί σου να διώ τη γιαγιά μου, πετάχθηκε η κόρη μου.
 - Θα βγω και γώ καμμιά βόλτα μέχρι την πλατεία, είπε ο γιος μου.
 Αλλά καλύτερα να κάτσω μέσα.
Ποιός θάναι απ’ τους φίλους μου τέτοια ώρα έξω!

Ο Ζέμος συνέχιζε να κάθεται σχεδόν κολλημένος στη σόμπα.
Τούδωκα ένα κύπελλο καυτό τσιάϊ.
 Στην αρχή το χούφτιασε και με τα δυό του χέρια κι’ ύστερα τ’ απίθωσε απάνω στη σόμπα.

- Λοιπόν Ζέμο, τι λέει ο κόσμος για τον καιρό; τον ρώτησα.
 - Δύσκολος Στέργιο, πολύ χιόνι. Αλήθεια από πότε έχει να χιονίσει έτσι;
 Πάνε πολλά χρόνια. Εσύ πόσα χρόνια είσαι εδώ στο χωριό;
 - Πόσα χρόνια...σάμπως και λογαριάζω τον καιρό...Σάμπως και λογαριάζω τίποτα.

Πήρε το κύπελλο με το τσιάϊ κι’ αρχίνησε να το κατεβάζει γουλιά- γουλιά.
 Με μιά ματιά γυάλινη κι’ απόμακρη.
- Αλήθεια Στέργιο, πόσω χρονώ ήσουνα στην κατοχή ;
 ρώτησε ύστερα από κάμποση ώρα.

 - Γιατί ρωτάς; Αφού στόχω πει πολλές φορές.

Φαντάρος, ήμουνα στον πόλεμο του ’40, λοχίας στο οχυρό Παληουριώνες όταν το πήραν οι Γερμανοί και μας έκαναν «παρουσιάστε» αντί να μας τουφεκίσουν όπως έκαναν με όλους τους άλλους στρατούς
Δοξασμένες στιγμές Ζέμο, αλλά τι να τα κάνεις μ’ όλα εκείνα που ακολούθησαν.

Με τους Βουλγάρους, τον ανταρτοπόλεμο...

 - Μ’ όλα κείνα που ακολούθησαν., μονολόγησε κι’ ο Ζέμος.

 Μ’ όλα κείνα...
Θυμάσαι τη σφαγή στη Δράμα..., στο Δοξάτο....

 - Ξεχνιούνται αυτά Ζέμο!

- Τη θυμάσαι αλλά δεν την ξέρεις... δε την έζησες όπως εγώ.

 - Γιατί εσύ που ήσουνα τότε; το ρώτησα. Από τότε που ήρθες εδώ όλο λες πως ήσουνα αιχμάλωτος σε στρατόπεδο στη Γερμανία.

 - Ναι στο Νταχάου ήμουνα... κλεισμένος και απείραχτος.

- Τι απείραχτος; Ώς τα τώρα λες πως σ’ είχαν για εκτέλεση.

- Είναι αλήθειες Στέργιο που δε θα μαθευτούν ποτές... Γιατί τις ξέρουν λίγοι μοναχά άνθρωποι κι αυτοί ίσως όλοι πεθαμένοι. 
Νάναι κάνα δυό ζωντανοί κι’ αυτοί πάλι δεν γίνονται πιστευτοί.

- Τι είναι αυτά που λες σήμερα, δε σε καταλαβαίνω.

- Γω Στέργιο, στον πόλεμο ήμουνα τριαντάρης.
Γερμανική Ταυτότητα Έλληνα..


Δε με βρήκε εδώ η επιστράτευση για τον πόλεμο γιατί ήμουνα στη Γερμανία. 

Από πολύ καιρό...
Πως βρέθηκα εκεί είναι άλλη ιστορία...θα στην πω μιά άλλη φορά.

- Για να διούμε τι θες να πεις.

- Θα στα πω στα γρήγορα γιατί σήμερα δεν είμαι καλά... και μπ ρεί να καταλάβεις γιατί ρεμάλιαξα έτσι.

Ήμουνα στην πραπαγάνδα του Χίτλερ. 

Δε ξέρω πως με διάλεξαν μα με διάλεξαν, κει κατά το 36’ και με πήγαν στη Γερμανία, σε πολλές πόλεις, σε πολλά στρατόπεδα.

 Ήμασταν απ’ όλα τα κράτη του κόσμου εκεί. Έλληνες ήμαστε τέσσερις.

 Εκεί να διείς προπαγάνδα.

Έπρεπε μεις να βρούμε άλλους.

Να αυγατίσουμε την προπαγάνδα, να ετοιμάσουμε το δρόμο για να περάσει η Γερμανία από κει πούθελε.

Κι’ έτσι στον πόλεμο ήμουνα στα μετόπισθεν.
Στο χωριό μου ήξεραν ότι δούλευα στις φάμπρικες της Γερμανίας κι’ ότι αποκλείστηκα εκεί από τον πόλεμο. 
Μας έστειλαν πίσω στην Ελλάδα λίγο μετά που μπήκαν οι Γερμανοί κι’ οι Βούλγαροι.

 Γω είχα αποστολή να στρατολογώ προπαγανδιστές, μα πιο πολύ ανθρώπους, που ήξεραν τα Βουλγάρικα, αλλά ήθελαν να δουλέψουν για τη Γερμανία.

Σταμάτησε για λίγο, πίνοντας μια γουλιά τσιάϊ και συνέχισε.

 - Γιατί, μη με πεις ότι η Γερμανία του Χίτλερ κι ο Χίτλερ ακόμα, δεν είχαν ένα μεγαλείο;

Αλλιώς πως μπορεί να εξηγηθεί όλη εκείνη η αφοσίωση, εκείνη η τυφλή υποταγή ολόκληρου του Γερμανικού μα και του Αυστριακού λαού, στο Χίτλερ;

 - Εγώ έχω άλλη γνώμη γι’ αυτά, είπα.

- Αυτούς που στρατολογούσα, τους διάλεγα πολύ προσεκτικά, συνέχισε να μιλά ο Ζέμος σα
να μην άκουσε την παρατήρηση μου.

Τους πήγαινα στη Γερμανία κι’ εκεί οι Γερμανοί τους εκπαίδευαν για το σκοπό που τους ήθελαν.

Να μαθαίνουν πληροφορίες από τους Βουλγάρους αλλά και να διαδίδουν τις πληροφορίες που ήθελαν οι Γερμανοί να περάσουν στους Βουλγάρους.

 Κι’ όλα αυτά για να εμποδίσουν με κάθε τρόπο να επικρατήσει ο κομμουνισμός στα Βαλκάνια κι’ έτσι να μην αποκτήσουν οι Ρώσοι έξοδο στη Μεσόγειο θάλασσα.

 - Και γιατί με τα λες όλα αυτά σήμερα Ζέμο; τον ρώτησα με απορία.
Κοίταξα κατά το γιό μου.
Με φάνηκε ότι κι’ αυτός άκουγε απορημένα.

 - Θα το καταλάβεις απ’ αυτά που θα σε πω παρακάτω.
Προπολεμικά, το ξέρεις ίσως καλύτερα από μένα, το κομμουνιστικό κίνημα ήταν πολύ δυνατό στη Βουλγαρία, στη Σερβία, όπως και στην Ελλάδα.

Οι Γερμανοί, για κάθε ενδεχόμενο, μπόρεσαν κι’ έβαλαν μέσα στους κομμουνιστές, πράχτορες δικούς τους.

Έτσι ήξεραν τι σχέδιαζαν οι κομμουνιστές. 

Όταν ήταν να χτυπήσουν την Ελλάδα ήξεραν τις δυσκολίες που θα’ βρισκαν.

Γι’ αυτό συμφώνησαν με τη Βουλγαρία, πέρασαν από μέσα και χτύπησαν ανενόχλητοι την Ελλάδα κάνοντας δώρο στους Βουλγάρους την Ανατολική Μακεδονία και Θράκη.

 - Νάξερες τι μου θυμίζεις τώρα Ζέμο! είπα μ’ ένα κρυφό καμάρι.

- Μπαίνοντας όμως οι Βούλγαροι στη Μακεδονία συνέχισε ο Ζέμος δεν ακολούθησαν τη συμφωνία που έκαναν με το Χίτλερ.

Αυτός ήθελε τους Βουλγάρους, συμμάχους του, βοηθούς του, ενώ αυτοί το θεώρησαν σαν τη μεγάλη ευκαιρία για να κάνουν τη Μεγάλη Βουλγαρία του Αιγαίου και για το λόγο αυτό έριξαν όλο σχεδόν το στρατό τους εδώ.

 Θυμάσαι πόσο στρατό κουβάλησαν.

Σε κάθε πόλη και σε κάθε χωριό είχαν στρατώνες.

 Αυτό δεν βόλευε τους Γερμανούς, που έβλεπαν ότι οι Βούλγαροι θα ξόδευαν όλες τους τις δυνάμεις και θα είχαν όλο το στρατό τους για να επιβάλλουν την κατοχή τους στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, από το Στρυμώνα μέχρι τον Έβρο κι ’ όχι να βοηθούν τους Γερμανούς.

 Γι’ αυτό έπρεπε να βρούν τρόπο να αναγκαστούν οι Βούλγαροι να φύγουν από την Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, χωρίς να φανεί ότι το έκαναν οι ίδιοι οι Γερμανοί.

Έστριψα τσιγάρο βλέποντας τον με μισόκλειστα μάτια, ενώ εκείνος συνέχιζε:

- Ένας τρόπος μονάχα υπήρχε, να ξεσηκωθούν οι Έλληνες και να τους διώξουν, πράγμα που δεν μπορούσε να γίνει εκείνη την περίοδο, γιατί οι Βούλγαροι δεν άφηναν να κουνηθεί τίποτα στην Ελλάδα.

Ώσπου οι πράχτορες των Γερμανών, πούταν μέσα στους Βούλγαρους κομμουνιστές έδωκαν την πληροφορία ότι οι κομμουνιστές εξέταζαν την περίπτωση να ξεσηκωθούν μαζί με τους Έλληνες κομμουνιστές στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, εναντίον του Βούλγαρου Βασιλιά, του Μπόρις, να τον διώξουν και να ιδρύσουν την πολυπόθητη τους Βαλκανική Κομμουνιστική Συνομοσπονδία. 

Αυτή την πληροφορία οι Γερμανοί την πέρασαν στο Βούλγαρο Βασιλιά.

Ο Μπόρις το θεώρησε σαν τη μοναδική ευκαιρία να ξεκαθαρίσει μιά και καλή και με τους Βούλγαρους κομμουνιστές αλλά και με τους Έλληνες, που δεν έλεγαν να σκύψουν το κεφάλι και να υποταχτούν. 

Σκέφτηκαν ότι άμα ξεσηκωνόταν οι Βούλγαροι κομμουνιστές, που υπολόγιζαν πολύ στη βοήθεια των Ελλήνων κομμουνιστών, θα ορμούσε ο Μπόρις και θα τους διέλυε μιάς και βοήθεια δεν μπορούσαν να έχουν από πουθενά, αφού η Ρωσία, η μάνα τους, ήταν κιόλας σε πόλεμο με τη Γερμανία.

 Και με τη δικαιολογία ότι οι Έλληνες βοήθησαν τους Βούλγαρους κομμουνιστές στο κίνημα εναντίον του, θα κατέσφαζε κι’ αυτούς, για να κατακτήσει πιο εύκολα τη Μακεδονία και τη Θράκη.
М’ ένα σμπάρο, δυό τρυγόνια.

 Γι’ αυτό άφησε τους κομμουνιστές να κινιούνται ελεύθερα για να οργανώσουν το κίνημα τους τόσο φανερά μάλιστα, που πολύ αναρωτιούνταν τι σόι Βασιλιάς ήταν αυτός που άφηνε τόσο ελεύθερα τους κομμουνιστές!

Πού ήταν ο στρατός του, η χωροφυλακή του, η ασφάλεια του!
 Από την άλλη μεριά οι Γερμανοί σχέδιαζαν πολύ προσεκτικά τις κινήσεις τους.

Αν επικρατούσαν οι Βούλγαροι κομμουνιστές, τότε οι Γερμανοί, απαλλαγμένοι από το Μπόρι, θα έβαζαν δίκιά τους κυβέρνηση στην Βουλγαρία, αφού βέβαια έδιωχναν πρώτα τους κομμουνιστές, πράγμα πολύ εύκολο για κείνη την περίοδο.

Αν νικούσε ο Μπόρις και κατέσφαζε τους Έλληνες, τότε θα τους έδινε το δικαίωμα να τα χαλάσουν μαζί του, γιατί δεν θα συμφωνούσαν με τις αγριότητες του.

Γι’ αυτό το κίνημα έπρεπε να γίνει με κάθε θυσία.

- Ζέμο το πας πολύ βαθειά, του είπα, καλύτερα να το κόψεις εδώ.

- Ασε τον πατέρα, καλά τα λέει, είπε ο γιός μου.

 - Γιώργο εσύ τ’ ακούς κάθε μέρα αυτά αποκρίθηκα στο γιό μου. Σ
χεδόν μονάχα αυτά λέμε όταν συναντιόμαστε με τους άλλους πούμασταν μαζί ντουρντουβάκια. - Δεν τα λέτε όμως έτσι όπως τα λέει ο θείος Ζέμος.

- Το κίνημα, συνέχισε να μιλά ο Ζέμος απόμακρος πάντα, διαδόθηκε, ότι θα γινόταν στις 28 Σεπτεμβρίου του 1941, σε όλες τις πόλεις και τα χωριά της Ανατολικής Μακεδονίας.

Οι Βούλγαροι κομμουνιστές βλέποντας ότι ο Μπόρις δεν τους κυνηγούσε όπως παλαιότερα, αναθάρρεψαν και κατέβασαν στην Ελλάδα πολλά στελέχη τους, διαδίδοντας ότι οι Ρώσοι βρισκόταν στα βόρεια σύνορα της Βουλγαρίας, έτοιμοι να τους βοηθήσουν. 

Ειδήσεις δεν υπήρχαν τότε για να μπορέσει ο κόσμος να διασταυρώσει αυτές τις πληροφορίες κι’ έτσι τις πίστευε.
Πολλοί από τους Βούλγαρους κομμουνιστές που ήρθαν στην Ελλάδα, μιλούσαν Ελληνικά και διέδιδαν στους Έλληνες ότι ήταν Ρώσοι και ότι ήρθαν στη Βουλγαρία και στην Ελλάδα για να οργανώσουν το κίνημα.

 Κανένας όμως εδώ στην Ελλάδα, δεν αναρωτήθηκε πως βρέθηκαν τόσοι πολλοί Ρώσοι που να ομιλούν τα Ελληνικά.
Σε κάθε χωριό και σε κάθε πόλη, παρουσιάστηκαν ξαφνικά ένας ή δυό Ρώσοι, που μιλούσαν Ελληνικά και προσπαθούσαν να οργανώσουν το κίνημα.

Οι περισσότεροι είχαν μαζωχτεί στην περιοχή της Δράμας και η εξήγηση ήταν ότι μάλλον ήθελαν να πιάσουν το αεροδρόμιο της Καβάλας, που ανήκει στον Νομό Καβάλας αλλά είναι πιο κοντά στη Δράμα.
Κι’ όλα αυτά μέχρι τα μισά του Σεπτεμβρίου του 1941.

Τότε ο Βούλγαρος Βασιλιάς, ο Μπόρις, τ’ αντιγύρισε.
Φοβήθηκε φαίνεται ότι οι κομμουνιστές θα του έπαιρναν την εξουσία κι’ αρχίνησε ν’ αποτραβιέται από κείνο το κίνημα, που θα το έκαναν ξεχωριστά οι κομμουνιστές κι’ οι βασιλικοί, αλλά στην πραγματικότητα θα το έκαναν μαζί.

Έβαλε πάλι τους ανθρώπους του να παρακολουθούν πολύ στενά τους κομμουνιστές και να οργανώσουν πολύ καλά το χτύπημα που θα τους έκαναν αν τελικά ξεσηκωνόταν στις 28 Σεπτεμβρίου.

 Αυτά οι κομμουνιστές τάμαθαν από την πρώτη στιγμή αφού είχαν παντού δικούς τους ανθρώπους, κι’ η απόφαση τους ήταν να μη σταματήσουν. 

Ακόμα έμαθαν ότι βγήκε διαταγή του βασιλιά, όλοι οι Βούλγαροι πούταν στην Ελλάδα, να μη έβγαιναν από τα σπίτια τους τις μέρες κείνες ή να μαζευτούν στους πιο κοντινούς στρατώνες.

Αυτό ήταν που το πήραν για την μεγάλη ευκαιρία.

Θα ορμούσαν στους στρατώνες και θα τους έπιαναν στον ύπνο, έφτανε κάποιος νάδινε την αφορμή.
 - Και ποιος την έδωκε Ζέμο; τον ρώτησα ενώ άναβα κι’ άλλο τσιγάρο χωρίς να τελειώσω το προηγούμενο.

 - Τώρα θα μάθεις πράγματα που τα ξέρει άλλος ένας, αν ζει ακόμα.

Εμένα κείνες τις μέρες με φώναξαν στην Καβάλα, στα γραφεία της Γκεστάπο, που εκεί είχαν.

Βρήκα έναν Γερμανό ταγματάρχη, Χανς Φύσσερ έτσι μ’ είπε από την αρχή που το γνώρισα ότι λεγόταν και δεν ξέρω αν ήταν το πραγματικό του όνομα, γιατί ήταν της αντικατασκοπείας και όλοι όσοι ήταν σ’ εκείνη την υπηρεσία κυκλοφορούσαν με άλλα και πολλά ονόματα.

 Αφού κι’ εμένα με ήξεραν με το όνομα Γιάννης, αντί το Δημοσθένης που είναι το κανονικό μου.

Στην Καβάλα ο Γερμανός ταγματάρχης με ενημέρωσε για τις κινήσεις του Βούλγαρου βασιλιά, των Βούλγαρων και Ελλήνων κομμουνιστών, καθώς και για τις πληροφορίες που είχαν οι ίδιοι.

Και αφού μ’ έδωκε χαρτιά για να κυκλοφορώ ελεύθερα ανάμεσα στους Βουλγάρους και στους Γερμανούς, μ’ είπε να γυρίσω στο χωριό μου, στην Τσατσάλτζα, Χωριστή τη λένε τώρα και 16 Δημήτριος Μπατσιούλας να παρακολουθώ τα πάντα, πηγαινοερχόμενος στη Δράμα, που είναι δίπλα στο χωριό μου, όσες φορές τη μέρα μπορούσα.

 Ότι παρατηρούσα ή μάθαινα, θα το έγραφα σε σημείωμα που θα το άφηνα σ’ ένα σημείο του δρόμου που το χρησιμοποιούσαμε από πολύ καιρό για αυτή τη δουλειά.

 Εκεί άφηνε κι’ ο ταγματάρχης τα δικά του σημειώματα με τις οδηγίες που ήθελε να δώσει.

 Το μεσημέρι τις 28 Σεπτεμβρίου του 1941 αφήκε ένα σημείωμα στο οποίο έγραφε να τον περιμένω το βράδυ της ίδιας μέρας στο δρόμο για τη Δράμα, απ’ όπου θα περνούσε να με πάρει.

Τίποτα άλλο.
 Ήρθε οδηγώντας ο ίδιος ένα στρατιωτικό τζίπ.
 Μ’ έβαλε στο αυτοκίνητο και συνέχισε το δρόμο για τη Δράμα.

 Μ’ έδωκε ένα Γερμανικό όπλο λέγοντας με ότι οι Έλληνες κομμουνιστές πήραν απόφαση να ανατινάξουν ένα εργοστάσιο που έδινε ηλεκτρικό ρεύμα στη Δράμα, αλλά δεν ήταν ολότελα αποφασισμένοι να το κάνουν γιατί φοβούνταν και ότι εμείς έπρεπε να τους διευκολύνουμε να πάρουν την απόφαση τους.

 Τον ρώτησα τι εννοούσε και μ’ είπε ότι θα το καταλάβαινα σε λίγο από μόνος μου.

 Όταν επέμεινα να με εξηγήσει, μ’ είπε ότι ο Βούλγαρος Βασιλιάς ετοιμαζόταν να κάνει συλλήψεις, έτσι έλεγαν οι πληροφορίες που ερχόταν καθημερινά κι’ αν γινόταν κάτι τέτοιο, τότες όλα τα σχέδια των Γερμανών θα πήγαιναν χαμένα.

Οι κομμουνιστές τα μάθαιναν αυτά και κουμπωνόταν.

Μονάχα στην περιοχή της Δράμας κουνιόταν ακόμα κανονικά, γιατί ο Βούλγαρος Νομάρχης ήταν κομμουνιστής κι’ αυτός φαίνεται ότι ήταν ο συντονιστής.

 Βλέποντας ο Γερμανός ταγματάρχης ότι η ευκαιρία πήγαινε να χαθεί, αποφάσισε να περάσει στο Νομάρχη της Δράμας την ψεύτικη πληροφορία ότι ο Βουλγαρικός στρατός κι’ η χωροφυλακή δεν ήταν και τόσο με το μέρος του Βασιλιά τους κι’ ότι το βράδυ στις 28 Σεπτεμβρίου, ένα μεγάλο μέρος από αυτούς θα ξεσηκωνόταν.

Ο Νομάρχης φαίνεται ότι πίστεψε αυτές τις πληροφορίες και ότι τις μετάδωσε.

 Δεν τον είπε για την ανατίναξη του εργοστασίου του ρεύματος που είχαν αποφασίσει οι Έλληνες κομμουνιστές και που πιθανόν να την ήξερε.
Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί συνέχιζα να τον ακούω χωρίς να αντιδρώ.

 Μονάχα κάπνιζα ξεφυσώντας τον καπνό.

 - Στο δρόμο για τη Δράμα είχε συνέχεια μπλόκα. Είχα το όπλο κρυμμένο κάτω από τα πόδια μου. Βλέποντας οι Βούλγαροι το Γερμανό ταγματάρχη μας άνοιγαν αμέσως το δρόμο.

Μπήκαμε στη Δράμα και στον πρώτο αδειανό δρόμο μ’ είπε να πυροβολήσω στον αέρα.

 Στο πρώτο Βουλγάρικο μπλόκο που βρήκαμε γυρίζοντας, ο ταγματάρχης είπε στα Γερμανικά, που δεν ξέρω αν οι Βούλγαροι τα κατάλαβαν, ότι κάποιοι μας πυροβόλησαν και γι’ αυτό το λόγο γυρίζαμε πίσω στην Καβάλα.
Ξαφνικά έστριψε για το Δοξάτο.

Φαίνεται πως ήξερε το χωριό γιατί με πήγε ίσια στο σταθμό χωροφυλακής.

Απόξω φύλαγε ένας Βούλγαρος χωροφύλακας που κίνησε να έρθει κατά το μέρος μας.

 Ο Γερμανός κόλλησε το πιστόλι του στο λαιμό μου λέγοντας με να σκοτώσω το Βούλγαρο χωροφύλακα, γιατί αλλοιώς θα σκότωνε πρώτα εμένα και κατόπι το Βούλγαρο.

Θα πέταγε το κουφάρι μου στο δρόμο κι’ έτσι οι Βούλγαροι θα πίστευαν ότι το δικό τους τον σκότωσαν οι Έλληνες και από κει και μετά μ’ είπε ότι δεν ήταν δύσκολο να φανταστώ τι θα έκαναν οι Βούλγαροι στους συμπατριώτες μου τους Έλληνες.

Θέλοντας και μη πυροβόλησα σχεδόν από το ένα μέτρο το Βούλγαρο χωροφύλακα και τον σκότωσα.

Το αυτοκίνητο έφυγε με μεγάλη ταχύτητα από το σημείο εκείνο και προτού να προλάβω να διώ τι έκαναν οι άλλοι Βούλγαροι χωροφύλακες που ήταν μέσα στο σταθμό.

Με πήγε στην κοινότητα, λέγοντας με ότι ο Βούλγαρος νομάρχης είχε πάει απο νωρίς στο Δοξάτο και ήταν ακόμα εκεί και ότι αν είχε ακούσει τον πυροβολισμό που σκοτώσαμε το χωροφύλακα και έβγαινε από την κοινότητα θα σκοτώναμε κι’ εκείνον.

 Δεν ξέρω αν εκείνοι που ήταν μέσα στην κοινότητα άκουσαν τον πυροβολισμό, αλλά η κοινότητα είχε φώτα.
Ο ταγματάρχης μ’ είπε να ρίξω στα φωτισμένα παραθύρια καθώς εκείνος θα οδηγούσε το αυτοκίνητο.

Δεν ξέρω αν σκότωσα κανέναν από αυτούς που ήταν μέσα

 - Ζέμο ξέρεις πόσοι αθώοι σκοτώθηκαν στη Δράμα, στο Δοξάτο και στα γύρω χωριά εξ αιτίας των πυροβολισμών σου; ρώτησα οργισμένα.

- Ξέρω Στέργιο, τα ξέρω όλα. Ξέρω ότι την ίδια νύχτα οι Βούλγαροι έβαλαν σφαγή στη Δράμα

 Ξέρω ότι την άλλη μέρα σκότωσαν στο Δοξάτο πολύ κόσμο, όπως και σε όλα τα χωριά της Δράμας, μα και πιο πέρα.

Ξέρω τι τράβηξες από τους Βουλγάρους όταν σ’ έπαιρναν ντουρντουβάκι, ξέρω για το παιδί πούχασες, ξέρω για το αίμα που χύθηκε στη Δράμα και το Δοξάτο....

Στο χωριό μου το ίδιο σκότωσαν πάνω από εκατόν είκοσι άτομα την άλλη μέρα, στις είκοσι εννιά Σεπτεμβρίου του 1941.

Πολύ αίμα Στέργιο, πολύ αίμα, με πνίγει, γι’ αυτό κατάντησα έτσι...

- Φύγε ρε πούστη από μπροστά μου, ούρλιαξα κι’ ανασηκώθηκα ανταριασμένος σκορπώντας το καπνό που παστάλιαζα, φύγε ρε κωλογαμημένε ρουφιάνε μη σε καθαρίσω.

- Μη πατέρα, άστον, δεν τον βλέπεις πως τον τιμωρούν κι’ ο Θεός κι’ οι ανθρώποι, μπήκε στη μέση ο γιος μου πασκίζοντας να με συγκρατήσει.
- Ποιός Θεός; Ποιοί ανθρώποι;

 - Ζέμο φύγε, φύγε και μη ξαναπατήσεις το ποδάρι σου στο σπίτι μου γιατί εγώ θα είμαι αυτή που θα σε σκοτώσω.

Ήταν η Ελένη που μίλησε σφυριχτά στο Ζέμο και που ποιος ξέρει πόση ώρα άκουγε αυτά πούλεγε.
Κι’ εκείνος έφυγε.

Απομείναμε στο δωμάτιο, με την Ελένη και το Γιώργο, να μη ξέρουν τι να με κάνουν.

 Ένοιωθα το βρόντο της καρδιάς μου, σα νάσπαγε τα σωθικά μου, το πνίξιμο στο λαιμό μου, τα χέρια μου να κρέμονται ανήμπορα απ’ τους ώμους μου.

 - Έλα κάτσε δώ στο ντιβάνι, μ’ είπε γλυκά η Ελένη.
Έλα να σε κάνω ένα τσιάϊ ζεστό, έλα, θα το ξεπεράσουμε.

Ο κόμπος ήταν ακόμα στο λαιμό μου.
Την κοίταζα με παράπονο.

- Θα πάω.,.μιά βόλτα, είπα σα βρήκα τη λαλιά μου.

Μέχρι το καφενείο, να πιω ένα ρακί και θα γυρίσω.
- Όλο έτσι κάνεις, είπε η γυναίκα μου παραπονιάρικα.
- Δεν θ’ αργήσω Ελένη, θα διείς ότι σήμερα θα το ξεπεράσω γρήγορα.

Κατέβαινα στην πλατεία, τη Ρομάντσα, όπου ήταν τα καφενεία, με μεγάλες δρασκελιές, τσαλαβουτώντας άτσαλα μέσα στο παγωμένο χιόνι.
Χαιρετούσα βιαστικά όσους αντάμωνα.
 Όταν ανακάλυψα ότι ήμουνα εκτός εαυτού, ήμουνα μέσα στο καφενείο του Βλάχου.

Χαιρέτησα αυτούς πούταν εκεί.
Στο τραπέζι στο βάθος της γωνίας καθόταν κουλουριασμένος ο Ζέμος. Έκανα νόημα στο Βλάχο να βάλει δυό ρακιά.
- Σήμερα δεν πίνει, είπε ο Βλάχος εννοώντας το Ζέμο.
 - Μαζί μου θα πιεί, αποκρίθηκα. Κατέβασα μονορούφι το ρακί μου και παράγγειλα κι’ άλλο ένα.

Ο Ζέμος κρατούσε σφιχτά το ποτήρι του και με τα δυό του χέρια.

 - Έπρεπε να το είχα καταλάβει...δεν πρόσεξα, δεν το μελέτησα όσο έπρεπε, μουρμούρισε.

Λεν μπορεί, αν το μελετούσα κάποια κίνηση τους θάπιανα που θα μαρτύραγε τα σχέδια τους.
 Να το αποτέλεσμα...
Να μη μπορώ να ησυχάσω, να με πνίγει το αίμα.

Πολύ αίμα...Δεν δοκίμασα να ζητήσω συγχώρεση από κανένα...γιατί δεν νομίζω να υπάρχει συγχώρεση για το δικό μου έγκλημα...για τις δικές μου αμαρτίες.

Να, πάρε και το δικό μου ρακί ...Δεν μπορώ να το κατεβάσω. Δεν κατεβαίνει τίποτα, ακόμα και το πιοτό, που τόπινα για να μεθύσω και να βουτηχτώ στις λήθες.

Δεν μπορώ...

- Καλά κάνεις μεθούκλιακα, σφύριξα άγρια και λίγα είναι αυτά που περνάς, παλιοτόμαρο του κέρατά.
 Πλήρωσα και βγήκα από το καφενείο.
 Ανηφόρισα για το σπίτι κάπως ξαλαφρωμένος.

Πήγα ίσια στο αχούρι, έβγαλα τα ζώα στη βρύση όξω στο δρόμο για να ποτισθούν και τα τάισα. Κατόπι μπήκα στο σπίτι, στο δωμάτιο που πασταλιάζαμε.
- Α!, γύρισες κόλας Στέργιο, έκανε η γυναίκα μου και διέκρινα στη φωνή της κάποια ανακούφιση.

Να στρώσω το τραπέζι κι’ όπου νάναι έρχεται κι’ η Αφροδίτη.
Παστάλιαζα τα καπνά μέχρι αργά το βράδυ.

Επίτηδες, για να περνά η ώρα.

Ύστερα, την ώρα που συνήθως έβγαινα όξω στο καφενείο, αρχίνησα να κόβω τα παστάλια για να τα ντενκιάσω σε δέματα.
 Δεν ένοιωθα το ίδιο βάρος όπως τις άλλες φορές.
Αναρωτιόμουνα εάν το είχα ξεπεράσει.
Από την άλλη μεριά η γυναίκα μου με κοίταζε κάπως ανακουφισμένη.

Πήγα για ύπνο χωρίς να πολυσκέφτομαι ιδιαίτερα το επεισόδιο με το Ζέμο.

 Την άλλη μέρα, νωρίς το πρωί ακούστηκαν οι καμπάνες της εκκλησίας να χτυπούν πένθιμα.

 Ο γιος μου βγήκε να μάθει ποιός πέθανε μ' αυτό το χιόνι.

Ποιός; τον ρώτησα μόλις μπήκε.

Ο Ζέμος, τον βρήκαν παγωμένο στην αχερώνα του Κορακά.

Ενοιωσα στη ματιά της γυναίκας μου την ίδια άγρια χαρά πούνιωθα μέσα μου.

 -Η φύση απόδωσε δικαιοσύνη, μουρμούρισα σιγανά.
- Τι μουρμουράς πατέρα; ρώτησε η θυγατέρα μου.

- Τίποτα παιδί μου, τίποτα. Οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους και οι ζωντανοί με τους ζωντανούς.

Κάποτε ο Ζέμος, έτσι όπως ζούσε, θα πέθαινε...
Το απομεσήμερο έγινε η κηδεία.
Πολύς κόσμος, σχεδόν όλο το χωριό.
Γιομάτη η εκκλησιά.
Παρακολουθούσα ανέκφραστος.

Ώσπου σε κόποια στιγμή ο Παπα-Στέφανος αρχίνησε να ψέλνει το «Μετά πνευμάτων δικαίων τετελειωμένων»...
Δεν άντεξα άλλο, δεν μπορούσα ν’ ακούσω παρακάτω.

Τίναξα άγρια το κεφάλι μου καταπάνω και η ματιά μου έπεσε ίσια απάνω στη ματιά της γυναίκας μου της Ελένης.

Οπως τότε που ήμασταν παιδιά ερωτευμένα και οι ματιές μας πάσχιζαν ν’ ανταμωθούν κυρίως μέσα στην εκκλησιά.

Εκείνη κούνησε επιδοκιμαστικά το κεφάλι της.
Κατάλαβε τι ένοιωθα.

.........

Δεν υπάρχουν σχόλια: