Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2012

100 χρόνια από την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης: Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης (26 Οκτωβρίου 1912).

του Αποστόλου Παπαγιαννοπούλου
"Ιστορία της Θεσσαλονίκης"
Εκδόσεις Ρέκος
Θεσσαλονίκη 1982


Με την έναρξη του Α' Βαλκανικού πολέμου, και σε χρονικό διάστημα μιας βδομάδας, οι συμμαχικές δυνάμεις των βαλκανικών κρατών είχαν ήδη προξενήσει σοβαρά πλήγματα στις στρατιωτικές δυνάμεις της Τουρκίας.

Οι αλλε­πάλληλες, όμως, αυτές νίκες των συμμάχων όξυναν στο παρασκήνιο έναν έντονο ανταγωνι­σμό μεταξύ τους, που εκδηλωνόταν — παρό­λες τις συμφωνίες που προηγήθηκαν — ακόμα και σ’ αυτά τα πεδία των επιχειρήσεων.

Καθεμιά από τις σύμμαχες χώρες είχε πια φα­νερό στόχο την κατάληψη περισσότερων εδα­φών και ιδιαίτερα μεγάλων αστικών κέντρων, ώστε με βάση τις κατακτήσεις της να προβάλλει και να διεκδικήσει αργότερα τις απαιτήσεις της, που πολλές φορές εξυπηρετούσαν ξένα συμφέροντα των ισχυρών της Ευρώπης.

 Οι συνθήκες άλλωστε, που τις παραμονές του πο­λέμου υπογράφηκαν, έκαναν σαφές ότι το «ε­δαφικό» πρόβλημα δε θα λυνόταν παρά μόνο στο πεδίο των μαχών.

Ιδιαίτερα σαφής ήταν στο σημείο αυτό η συνθήκη που υπέγραψαν η Ελλάδα και η Βουλγαρία στις 16 Μαίου 1912 στη Σόφια.
Έτσι εδαφικά τίποτα δεν είχε προδικασθεί και αυτό αποτελούσε μια πραγματικό­τητα, που στοιχειώδης πολιτική αντίληψη όφειλε να εκτιμήσει ανάλογα.

Στο πεδίο των στρατιωτικών επιχειρήσεων ασφαλώς τα πράγματα είναι ρευστά και τα σχέ­δια δράσης αναπροσαρμόζονται σύμφωνα με τα δεδομένα της στιγμής.
Όμως υπάρχει πά­ντα ένας προκαθορισμένος στόχος, που προ­κύπτει από πάγιες εθνικές διεκδικήσεις.
Σύμφωνα, λοιπόν, με τις κατευθύνσεις της Ελ­ληνικής Κυβέρνησης και τις οδηγίες και εντο­λές του Υπουργού Στρατιωτικών Ελευθερίου Βενιζέλου, που ασκούσε παράλληλα και αυτά τα καθήκοντα, όφειλε ο επικεφαλής των ελλη­νικών στρατιωτικών δυνάμεων αρχιστράτηγος διάδοχος Κωνσταντίνος να συμμορφωθεί με τις γενικότερες αυτές επιδιώξεις και στόχους.

 Με­τά την επιτυχή έκβαση των συγκρούσεων στην Ελασσόνα και στο Σαραντάπορο και την κατά­ληψη των Σερβίων, Κοζάνης, Γρεβενών και Κα­τερίνης, ο ελληνικός στρατός έπρεπε ταχύτα­τα να κινηθεί προς την κατεύθυνση της Θεσσα­λονίκης, που αποτελούσε πάντοτε φανερό στό­χο και των άλλων δύο συμμάχων, της Βουλγα­ρίας (κατά κύριο λόγο) και της Σερβίας. 

Είναι ιστορικά διαπιστωμένο ότι στο θέμα αυτό ο διάδοχος Κωνσταντίνος ήρθε σε ρήξη με τον υπεύθυνο κυβερνήτη της χώρας Ελευθέριο Βενιζέλο επιμένοντας πως ο σωστότερος δρό­μος είναι αυτός που οδηγεί στο Μοναστήρι (όπου υπήρχε μεγάλος, επίσης, ελληνικός πλη­θυσμός) παρά στη Θεσσαλονίκη.

Χρειάστηκε ο Βενιζέλος να ασκήσει δυναμικά τις αρμοδιότητές του, στέλνοντας μάλιστα στις γραμμές του μετώπου και το βασιλιά Γεώργιο Α', για να τρο­ποποιήσει ο διάδοχος τα επιτελικά του σχέδια και να πειστεί πως το γενικότερο συμφέρον της Ελλάδας απαιτούσε την άμεση κατάληψη της Θεσσαλονίκης, που ήταν έδρα του Τούρ­κου αρχιστρατήγου Χασάν Ταξίν πασά, διοικη­τή του 8ου Σώματος του τουρκικού στρατού.

 Στις 14 Οκτωβρίου 1912 ο βασιλιάς Γεώργιος Α' φτάνει στην Κοζάνη με εντολή του Βενι­ζέλου να τεθεί, για λόγους γοήτρου και πο­λιτικής σκοπιμότητας, επικεφαλής των ελληνι­κών στρατιωτικών δυνάμεων που θα καταλάμ­βαναν τη Θεσσαλονίκη.

Οι πιέσεις του Βενιζέλου, η παρουσία του βα­σιλιά στο μέτωπο και οι πληροφορίες από θε­τικές πηγές ότι οι Βούλγαροι «σπεύδουν» προς τη Θεσσαλονίκη «πανστρατιά» ανάγκασαν τον Κωνσταντίνο να στραφεί προς τα Γιαννιτσά, όπου είχαν συγκεντρωθεί σημαντικές τουρκι­κές στρατιωτικές δυνάμεις για να εμποδίσουν την προέλαση προς την πρωτεύουσα της Μα­κεδονίας.

Δέκα πέντε μήνες προτού ελευθερωθεί η Θεσσαλονίκη απ’ τον τουρκικό ζυγό, επισκέφτηκε την πόλη ο σουλτάνος Ρεσάτ, που πήρε το θρόνο μετά την εκθρόνιση του Αβδούλ Χαμήτ.

 Πρώτος σουλτάνος που πάτησε τη Θεσσαλονίκη ή­ταν ο Μουράτ Β’ (1430) καί
 τελευταίος
 ο Ρεσάτ (1911). 

Στη φωτογραφία ο Ρεσάτ αναχωρεί απ’ την Αγία Σοφία (Αγιά-Σοφιά τζαμί) μετά από επίσημο προσκύνημα (παλιά καρτ-ποστάλ). 

 Ο ελληνικός στρατός «καθ’ όδόν» καταλαμβά­νει τη Βέροια, τη Νάουσα, Έδεσσα και Κατε­ρίνη. Το ηθικό των Τούρκων έχει καταρρεύσει πια και στα πεδία των μαχών αλλά και μέσα στην πόλη της Θεσσαλονίκης.
Σ’ αυτό βοήθη­σε, εκτός από τις αλλεπάλληλες ήττες του τουρκικού στρατού, και ο τορπιλισμός του τουρκικού θωρηκτού «Φετχή-Μπουλέν» μέσα στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης από το μικρό τορπιλοβόλο σκάφος του υποπλοίαρχου Νικο­λάου Βότση στις 18 Οκτωβρίου 1.

Ο υποπλοίαρχος Νικόλαος Βότσης συντέλεσε ουσιαστικά
στο να καταρρεύσει το ηθικό των Τούρκων
 με το παρά­τολμο κατόρθωμά του
να βυθίσει το τουρκικό θωρηκτό
«Φετχή-Μπουλέν»
μέσα στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. 
 Με το ηθικό ακμαίο, παρόλες τις σοβαρές ελλείψεις στον εφοδιασμό, ο ελληνικός στρατός σε διήμερη μάχη (19-20 Οκτωβρίου) στα Γιαννιτσά, πραγματοποίησε μεγαλειώδη νίκη. Οι Τούρκοι άρχισαν να υποχωρούν με μεγάλες απώλειες προς τη Θεσσαλονίκη καταστρέφοντας τις γέφυρες και τα δίκτυα οδικής επικοινωνίας με την πόλη. Η κριτική των στρατιωτικών επιχειρήσεων της περιόδου αυτής, αλλά και τα γεγονότα που επακολούθησαν, απέδειξαν πως και στην περίπτωση αυτή διαπράχτηκε μεγάλο λάθος τακτικής από μέρους του Διαδόχου και του επιτελείου του, που, μετά τη θριαμβευτική νίκη στα Γιαννιτσά, αντί να καταδιώξουν τους ηττημένους Τούρκους, παρέμειναν αδρανείς επί πέντε μέρες. Eκτός από τις πρόσθετες δυσχέρειες που δημιουργούσαν με την οπισθοχώρησή τους οι Τούρκοι καταστρέφοντας τις επικοινωνίες και κυρίως τη γέφυρα του Αξιού, που είχε πλημμυρίσει απ' τη συνεχή βροχή, έφτασαν πληροφορίες στην Ελληνική Κυβέρνηση ότι ο κύριος όγκος των βουλγαρικών δυνάμεων, μετά την κατάληψη των Σερρών, κινούνταν ταχύτατα με  στόχο να προλάβουν τους Έλληνες και να μπουν πρώτες στη Θεσσαλονίκη 2.

 Ο χρόνος που χάθηκε αποδείχτηκε πως ήταν πολύτιμος στην εξέλιξη των γεγονότων, που παραλίγο θα στοίχιζαν στην Ελλάδα την απώ­λεια, μετά τη λήξη των επιχειρήσεων, της πέρα από τον Αξιό ποταμό ελληνικής γης.

Με ξυλεία που μεταφέρθηκε εσπευσμένα απ’ τη Νάουσα και τα γύρω χωριά, το ελληνικό μηχανικό κατασκεύασε τις αναγκαίες γεφυρώσεις των ποταμών και έτσι ο ελληνικός στρα­τός άρχισε, με βραδύ ρυθμό, να αναπτύσσει «κυκλωτική» κίνηση γύρω από τη Θεσσαλονί­κη, κατά τα γερμανικά πρότυπα διεξαγωγής του πολέμου, των οποίων ένθερμος οπαδός ήταν ο διάδοχος Κωνσταντίνος.

 Στις 25 Οκτωβρίου το απόγευμα παρουσιάστη­καν στις προωθημένες ελληνικές θέσεις ο Τούρκος στρατηγός Σαδίλκ με τους Ευρω­παίους προξένους της Θεσσαλονίκης και πρότειναν την παράδοση της πόλης υπό όρους κατά εξουσιοδότηση του Τούρκου αρχιστρά­τηγου Χασάν Ταξίν πασά.

 Ο Διάδοχος αρχιστράτηγος, εκτιμώντας και πά­λι λανθασμένα την πίεση που ασκούσε ο χρό­νος, δεν έκανε δεκτούς τους όρους αυτούς και ζήτησε την παράδοση της πόλης «άνευ ορων». 

Μάλιστα έταξε και προθεσμία 16 ολό­κληρων ωρών για απάντηση, τη στιγμή που ήδη διαπιστωνόταν ότι οι Βούλγαροι πλησίαζαν την περιοχή των επιχειρήσεων 3

Ο τούρκος αρχιστράτηγος απέρριψε τους ό­ρους, παρόλο ότι διακρινόταν κάποια επιθυμία των Τούρκων να παραδοθεί η πόλη στους Έλ­ληνες παρά στους Βουλγάρους, για το φόβο καταστροφών και σφαγών.

 Ο Βενιζέλος, που παρακολουθούσε συνεχώς την εξέλιξη των επιχειρήσεων, με έντονο ύφος διατάζει στη συνέχεια τον Κωνσταντίνο να κα­ταλάβει αμέσως την πόλη της Θεσσαλονίκης χωρίς χρονοτριβή καθιστώντας τον μάλιστα υ­πεύθυνο για κάθε ανεπιθύμητη εξέλιξη που θα είχε σαν αιτία την καθυστέρηση αυτή3.

Ενώ ο στρατός και πάλι κινείται για να κατα­λάβει την πόλη, με νεώτερο μήνυμά του ο Τα­ξίν πασάς αποδέχεται τους όρους του Κωνστα­ντίνου.

Οι πληρεξούσιοι επιτελείς αξιωματικοί Βίκτωρας Δούσμανης και Ιωάννης Μεταξάς υ­πογράφουν εσπευσμένα στο Διοικητήριο της Θεσσαλονίκης στις 26 Οκτωβρίου 1912 τα σχε­τικά πρωτόκολλα της παράδοσης της πόλης από τους Τούρκους στον ελληνικό στρατό, ενώ οι Βούλγαροι είχαν πια φτάσει στην Άσσηρο και προωθούνταν προς τη Λητή. Οι σχετικές διατυπώσεις έληξαν το βράδυ στις 11, οπότε μπήκαν στη Θεσσαλονίκη δυό ευζω νικά τάγματα, για να ακολουθήσουν τμήματα της 7ης μεραρχίας, που εγκαταστάθηκαν στη ΒΔ είσοδο της πόλης.
Ο Τούρκος αρχιστράτηγος Χασάν Ταξίν πασάς
 υπογράφει στο Διοικητήριο της Θεσσαλονίκης
τα πρωτόκολλα παρά­δοσης της πόλης στους Έλληνες



 Την ίδια νύχτα ο Βούλγαρος στρατηγός Θεο δωρόφ, που τα τμήματά του είχαν φτάσει έξω από τα όρια της πόλης, κατορθώνει να στείλει Βούλγαρο αξιωματικό μυστικά στον Ταξίν πασά και να ζητήσει να υπογράψει παρόμοια πρωτό­κολλα παράδοσης της πόλης (σαν τα ελληνικά) και για τους Βουλγάρους. Ο Τούρκος αρχιστράτηγος αρνήθηκε να ικανο­ποιήσει τις απαιτήσεις των Βουλγάρων, παρόλο που φαίνεται ότι του ασκήθηκε έντονη πίεση 4.

Το Πρωτόκολλο παράδοσης της Θεσσαλονίκης στους Έλληνες, που συντάχτηκε απ’ τον έφε­δρο δεκανέα Ίωνα Δραγούμη5 
στα ελληνικά και 
γαλλικά, αναφέρει τα εξής:

 ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΝ

Μεταξύ τής Α. Βασ. Ύψηλότητος, τού 'Αρχι­στρατήγου του Ελληνικού στρατού καί τής Α.  Εξοχότητος τού 'Αρχιστρατήγου τού ’Οθωμανι­κού στρατού συνεφωνήθησαν καί άπεφασίσθησαν τά κάτωθι:

 Άρθρ. 1. Τά όπλα των όθωμανών στρατιωτών θά άφαιρεθοϋν καί θά άποτεθοϋν εις φύλαξιν ύπό τήν ευθύνην τού Ελληνικού στρατού. Πε­ρί τούτου θά συνταχθή πρωτόκολλον.

Αρθρ. 2. Οί όθωμανοί στρατιώται θά στρατωνισθούν έν μέρει εις Καραμπουρνού καί κατά τό λοιπόν τμήμα εις τόν στρατώνα τού πυροβο­λικού «Τοπτσή». Θά διατρέφωνται ύπό τών άρχών τής Θεσσαλονίκης.
Αρθρ. 3. Ή πόλις τής Θεσσαλονίκης παραδίδεται εις τόν Έλληνικόν στρατόν μέχρι τής συνάψεως τής ειρήνης.

Αρθρ. 4. "Ολοι οι ανώτεροι στρατιωτικοί άξιωματούχοι καί αξιωματικοί θά δικαιούνται νά δια­τηρήσουν τά ξίφη των καί νά εϊναι έλεύθεροι έν Θεσσαλονίκη. Ουτοι θά δώσουν τόν λόγον των ότι δέν θά λάβουν πλέον τά όπλα έναντίον τού Ελληνικού στρατού καί τών συμμάχων του κατά τήν διάρκεια τού πολέμου τούτου.

Αρθρ. 5. "Ολοι οί άνώτεροι πολιτικοί άξιωματούχοι καί υπάλληλοι τού Βιλαετιού θά είναι έλεύθεροι.

Αρθρ. 6. Οί χωροφύλακες καί τά όργανα τής άστυνομίας θά φέρουν τά όπλα των.

Αρθρ. 7. Τό Καραμπουρνού θά χρησιμεύση ώς τόπος στρατωνισμού τών άφωπλισμένων ό­θωμανών στρατιωτών. Τά πυροβόλα καί τά μη­χανήματα πολέμου τού Καραμπουρνού θά τε­θούν έκτός ύπηρεσίας ύπό τού ’Οθωμανικού στρατού καί θά παραδοθούν είς τόν Έλληνικόν στρατόν.

Αρθρ. 8. Τό περιεχόμενον τού άρθρου 1 θά έκτελεσθή έντός δύο ήμερών άπό τής αυριον Σάββατον 27 ’Οκτωβρίου 1912. Η προθεσμία δύναται νά παραταθή τή συναινέσει τού ’Αρχι­στρατήγου τού Ελληνικού στρατού.

Αρθρ. 9. Ή κατάστασις αυτή θά διατηρηθή μέχρι τής συνάψεως τής ειρήνης.

Αρθρ. 10. Οί χωροφύλακες καί ή 'Οθωμανική άστυνομία θά συνεχίσουν τήν ύπηρεσίαν των μέχρι νεωτέρας άποφάσεως.

Θεσσαλονίκη τή 26 'Οκτωβρίου 1912
 Ό ’Αρχιστράτηγος τού         Οί πληρεξούσιοι τής
                                          ’Οθωμανικού στρατού Α.Β.Υ. τού Πρίγκηπος Διαδόχου τής
 (Χασάν Ταξίν)                    Ελλάδος (Β. Δούσμανης)
                                           (Ι.Π. Μεταξάς)


Το παραπάνω Πρωτόκολλο συνόδευε και άλλο «προσαρτημένο» με 6 άρθρα, το οποίο αναφερόταν στον τρόπο εισόδου στην πόλη των ελληνικών στρατευμάτων, στην παροχή τρο­φής στους Τούρκους στρατιώτες κτλ.

Ίων Δραγούμης
Μετά την υπογραφή του Πρωτοκόλλου παρά­δοσης της πόλης, ο αρχηγός του Γενικού Επι­τελείου Μέραρχος Δαγκλής αναλαμβάνει κα­θήκοντα στο κτίριο του Διοικητηρίου, ενώ ο ενθουσιώδης λοχαγός του Μηχανικού Αθανά­σιος Εξαδάκτυλος («Αθανάσιος Αντωνίου») μα­ζί με τον Ίωνα Δραγούμη κατευθύνονται στο Ελληνικό Προξενείο στην παραλία, όπου σε α­τμόσφαιρα ενθουσιώδη υψώνουν, στο μπαλκό­νι του κτιρίου, την ελληνική σημαία.

Την ίδια ώρα και κάτω από ραγδαία βροχή, που όμως δεν ήταν ικανή να αποτρέψει τον ελληνικό πληθυσμό από το να πλημμυρίσει τους δρό­μους, μπαίνει στην πόλη από την οδό Μεμλεκέτ Μπαχτσεσή (σημερινή 26ης Οκτωβρίου) η μεραρχία του Μεράρχου Κλεομένη Κλεομέ­νους.

Στις 29 Οκτωβρίου με νέα τμήματα στρατού μπαίνει στην πόλη ο βασιλιάς Γεώργιος Α', που εγκαθίσταται στην περιοχή Εξοχών της Θεσσα­λονίκης, στο αρχοντικό Χατζηλαζάρου, ενώ ο διάδοχος Κωνσταντίνος και το επιτελείο του εγκαταστάθηκαν στο Ξενοδοχείο «Σπλέντιτ».

Αμέσως με την κατάληψη της πόλης ορίστη­κε ο πρίγκιπας Νικόλαος Στρατιωτικός Διοικη­τής των ελληνικών στρατευμάτων της πόλης, ενώ το κύριο Επιτελείο του στρατού μεταφέρ­θηκε εσπευσμένα στην Ήπειρο για την κατάλη­ψη των Ιωαννίνων 6.

 Στις 30 Οκτωβρίου έγινε λαμπρή δοξολογία στην εκκλησία του Αγίου Μηνά, στην οποία χοροστάτησε ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος (1868-1951) για την απελευθέρωση της ιστορικής πόλης της Θεσσαλονίκης απ’ τους Τούρκους, μετά από 482 χρόνια κατοχής και δουλείας στους Οθωμανούς.

 Η κατάληψη της Θεσσαλονίκης απ’ τον ελλη­νικό στρατό με την αργοπορία που έγινε και με τους Βουλγάρους στρατοπεδευμένους ή εγκαταστημένους, με διάφορα τεχνάσματα, μέσα στην πόλη, δεν ήταν διόλου οριστική. Επί μή­νες υπήρχε ένας ακήρυχτος πόλεμος μεταξύ 6.

 Το νεοκλασικό κτίσμα του παλιού Ε' Γυμνασίου Αρρένων Θεσσαλονίκης (villa Kapantzi) στη Λεωφόρο Βασ. Όλγας, χρησιμοποιήθηκε σαν έδρα της Στρατιωτικής Διοίκησης Θεσσαλονίκης. Ελλάδας και Βουλγαρίας με αντικείμενο τη Θεσσαλονίκη, ωσότου ο В' Βαλκανικός πόλε­μος έλυσε οριστικά το πρόβλημα υπέρ της Ελ­λάδας.

 Πέρα από τη Βουλγαρία, που είχε βλέψεις στη Θεσσαλονίκη, και η Αυστρο-ουγγρική αυτoκρατορία, με τη συμπαράσταση της Γερμανίας, εργαζόταν με μυστικές και παρασκηνιακές
 ε­νέργειες απ’ την πρώτη ώρα της κατάληψης της Θεσσαλονίκης απ’ τον ελληνικό στρατό, προκειμένου να «διεθνοποιηθεί» η πόλη, φυσι­κά προς όφελος της Βουλγαρίας και των γενικότερων συμφερόντων της Αυστρίας στα Βαλκάνια και τη Μ. Ανατολή.

Επίσης οι Εβραίοι κάτοικοι της πόλης, με την ισχυρή κοινότητά τους και τις διασυνδέσεις τους στον ευρω­παϊκό και παγκόσμιο χώρο, δεν αποδέχτηκαν με ιδιαίτερη ικανοποίηση την ένταξη της Θεσ­σαλονίκης στο ελληνικό κράτος. 

Μάλιστα προωθήθηκαν προς το εξωτερικό — χωρίς επιτυχία — και προτάσεις για «αυτόνομη» Θεσσαλονίκη με ισραηλιτική διοίκηση.

 Χρειάστηκαν επίμονοι αγώνες στο διπλωματικό πεδίο και ακόμα οι αιματηρές συγκρούσεις του Β' Βαλκανικού πολέμου, για να εδραιωθεί και να επικυρωθεί διεθνώς ότι η Θεσσαλονίκη ανήκει δικαιωματικά στην Ελλάδα.
To κτίσμα μέσα στο οποίο συμφωνήθηκε
η παράδοση της Θεσσαλονίκης
(παλιά καρτ-ποστάλ).

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ


 1. Ο υποπλοίαρχος Νικόλαος Βότσης με το τορπιλοβόλο σκά­φος του «11» μπήκε στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης με παράτολμο τρόπο που ξανάφερε στη μνήμη των Ελλήνων τις μέρες του Αγώνα του ’21.
 Υπολογίζοντας το μικρό βύθισμα του σκάφους του ο Βότσης πέρασε τη νύχτα πάνω από τις νάρκες, με τις οποίες είχαν φράξει το λι­μάνι οι Τούρκοι, κινούμενος πολύ κοντά στα αβαθή νερά των εκβολών του ποταμού Αξιού. 
Αφού με δυό τορπί­λες βύθισε το «Φετχή Μπουλέν» που βρισκόταν στο λι­μάνι, αποχώρησε χωρίς καμιά απώλεια. 
Να πώς περιγράφει το γεγονός ο Ιδιος ο υποπλοίαρχος Βότσης σε αναφορά του προς το τότε Υπουργείο Ναυ­τικών: 
«Άπέπλευσα έκ Αιτοχώρου τήν πρωίαν καί κατέπλευσα εις Σκάλαν Έλευθεροχωρίου, όπου παρέμεινα μέχρι 9ης έσπέρας, όπότε άπέπλευσα διά τήν έπίθεσιν. Τό Καραμπουρνοϋ έφώτιζε συνεχώς τήν θάλιασσαν διά τών προβολέων του, άλλά διήλθον άπαρατήρητος μεταξύ Καραβοφανάρου καί Βαρδάρη. 
Κατόπιν ολοταχώς εφθασα εις τόν λιμένα τής Θεσσαλονίκης καί τήν 11 και 20' διέκρινα άνευ αμφιβολίας τό Τουρκικών θωρηκτόν ανάπρωρον (έστραμμένον) πρός τόν πνέοντα Μέσην (Β.Α) εις τήν δυτικήν άκραν τού κυματοθραύστου. 
Εις τήν αντίθετον δεξιάν άκραν (συνήθη τόπον άγκυροβολίας) ύπήρχε Ρωσσικόν πολεμικόν υποθέτω καί άλλα. Έχώρησα ήρέμα, πάντοτε απαρατήρητος, καί κατηύθυνα τήν πρώραν εις τό μέσον του Τουρκικού θωρηκτοϋ. 
Έξεσφενδόνισα πρώτον τήν δεξιάν πρωραίαν τορπίλην τήν 11 καί 35' άπό άποστάσεως 150 μέτρων έστρεψα ειτα ολίγον άριστερά προχωρών καί έξεσφενδόνισα τήν άριστεράν άνεπόδισα τότε ολοταχώς όπως άπομακρυνθώ τής έκρήξεως...». 
Το γεγονός του τορπιλισμού του τουρκικού θωρηκτοϋ συν­τάραξε τους Τούρκους της Θεσσαλονίκης, ενώ ο ελλη­νικός πληθυσμός της πόλης έβλεπε να πλησιάζει η μέρα της απελευθέρωσης. 
Το ίδιο τορπιλοβόλο σκάφος βύθισε τουρκική κανονιοφό­ρο μέσα στο λιμάνι των Κυδωνιών (Αϊβαλι) στις 9 Νοεμ­βρίου 1912. Ο υποπλοίαρχος Νικόλαος Βότσης γεννήθηκε στην Ύδρα το 1877 και υπήρξε γόνος ναυτικής οικογένειας. Κατατά­χτηκε στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων το 1892. Πήρε μέ­ρος στους αγώνες της Κρήτης (1896-97) σαν σημαιοφό­ρος'του θωρηκτού «Υδρα» και στη συνέχεια στον ελλη­νοτουρκικό πόλεμο. Πήρε μέρος στους Βαλκανικούς πολέμους και αργότερα, σαν πλοίαρχος, υπήρξε κυβερνήτης του θωρηκτού «Κιλ­κίς». 

Το 1921 διορίστηκε Ύπατος Αρμοστής της Κωνστα­ντινούπολης.

2. Ο Έλληνας γιατρός Α. Δοξιάδης, που υπηρετούσε στο αρχιστρατηγείο των Βουλγάρων, είχε ήδη μεταβιβάσει τις πληροφορίες αυτές στον πρεσβευτή της Ελλάδας στη Σόφια Πανά. Το ίδιο έκανε και ο επίσης Έλληνας γιατρός Φίλιππος Νίκογλου, που υπηρετούσε στο χειρουργείο της 7ης βουλγαρικής μεραρχίας. 




 3. Ο Βενιζέλος μαθαίνοντας τη γρήγορη προέλαση των Βουλ­γάρων προς τη Θεσσαλονίκη, έστειλε βίαιο τηλεγράφημα στον Κωνσταντίνο με το εξής περιεχόμενο: «Παραγγέλλεσθε νά άποδεχθήτε τήν προσφερομένην ύμιν παράδοσιν τής Θεσσαλονίκης καί νά είσέλθετε εις ταύτην άνευ χρο­νοτριβής. Καθιστώ ύμάς υπεύθυνον διά πάσαν άναβολήν, έστω καί στιγμής».

 4. Υπάρχει γραπτή μαρτυρία του γιού του Ταξίν πασά, Κενάν Ταξίν Μεσσαρέ, που υπηρετούσε το 1912 στο επιτελείο του πατέρα του. Αποκαλυπτική επιστολή του δημοσιεύτη­κε σε ελληνική εφημερίδα προ 20ετίας. 


 5. Ο Ίωνας Δραγούμης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1878. 
Ή­ταν γιός του Στεφάνου Δραγούμη, που διετέλεσε πρωθυ­πουργός.
 Καταγόταν απ’ το Βογατσικό της Καστοριάς.

 Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και αφιερώ­θηκε στα γράμματα και την πολιτική. 

Στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 κατατάχτηκε εθε­λοντής.

 Το 1899 μπήκε στο διπλωματικό σώμα και διορί­στηκε υποπρόξενος στο ελληνικό προξενείο του Μοναστη­ριού (1902), όπου έμεινε μέχρι το 1904 εργαζόμενος για την υπόθεση της Ελλάδας

Αργότερα, μετά την απελευ­θέρωση της Μακεδονίας, εκλέχτηκε βουλευτής ΦλώριναςΚαστοριάς. 







Δεν υπάρχουν σχόλια: