Πέμπτη, 5 Απριλίου 2012

Βουλγάρικη Εξαρχία στη Μακεδονία: Η Αρχιεπισκοπή Οχρίδας-Αχρίδος και η Ψευδεπίγραφος "Εκκλησία της Μακεδονίας"

 Αρχιμ. Βασιλείου Στεφανίδου, Καθ. Πανεπ. Αθηνών.

Ή μετά τήν άλωσιν υπαγωγή τών Βουλγάρων ύπο τον πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως δέν ήτο αντικανονική και παράνομος, ώς ισχυρίσθυκαν τίνες.

 Τό θεοκρατικόν μουσουλμανικών πολίτευμα έγέννα ίδια θεο­κρατικά πολιτεύματα διά τούς μή μουσουλμάνους (ιδε § 50).

Έν τη διακανονίσει του ζητήματος τούτου δεν ήτο δυνατόν να ληφθώσιν ύπ' όψιν εθνότητες, άλλα θρησκευτικαί ομάδες, όλοι δέ οι ορθόδοξοι υπή­χθησαν υπό τον πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως.

Εις έξάρτησιν έξ αύτου ήλθον και τά άλλα πατριαρχεία.
Ουτω, τω 1663 οί τέσσαρες πατριάρχαι της 'Ανατολής, άναγνωρίζοντες τό άπό της άλώσεως καθε­στώς, άπεφάνθησαν, ότι
«αι ύποθέσεις πασαι τών Εκκλησιών εις τον της Κωνσταντινουπόλεως θρόνον άναφέρονται και παρ αύτοΰ τάς άποφάσεις λαμβάνουσιν, ώς τά 'ίσα πρωτεία κατά τούς κανόνας έχοντος της παλαιάς Ρώμης»

Εις τήν αυ­τήν και μεγαλητέραν έξάρτησιν, ώς ήτο έπόμενον, ήλθον αί άλλαι ανε­ξάρτητοι ορθόδοξοι Έκκλησίαι της 'Ανατολής, μάλιστα δέ αί εκ του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως προελθούσαι άνεξάρτητοι άρχιεπισκοπαί
Άχρίδος, όπου μεταξύ τών ορθοδόξων χριστιανών ύπήρχον και Βούλγαροι, 
καί 
Τυρνόβου, όπου έπλεόναζον οί Βούλγαροι.

H πράξις αυτη παρουσιάσθη άπό της γ' έκατονταετηρίδος (έκ τής διαιρέσεως του ρωμαϊκού κράτους εις επαρ­χίας προήλθεν ή μητροπολιτική διοργάνωσις), έξεδηλώθη δέ σαφέστερον, ότε ή Β' Οικουμενική Σύνοδος (381) περιώρισε τάς έκκλησιακάς εξαρχίας (τά προοίμια των πατριαρχείων) έντός των πολιτικών διοικήσεων (εκάστη των όποιων περιελάμβανε πολλάς έπαρχίας-κανών 2ος) και εθεσε τον έπίσκοπον Κωνσταντινουπόλεως ύπεράνω του Αλε­ξανδρείας, άμέσως μετά τον Ρώμης, άπλώς και μόνον, διότι ή Κων­σταντινούπολις είχε καταστεί ή νέα πρωτεύουσα του ρωμαϊκού κρά­τους.

Διά της καθιερωθείσης ταύτης πράξεως της άνατολικής Εκκλησίας άπεκρούσθησαν έν τη συνόδω της Κωνσταντινουπόλεως (869) αί επί της Βουλγαρίας άξιώσεις των παπών της Ρώμης (Hefele, Conciliengeschichte, τόμος 4, σελ. 431), ουτω δε οί Βούλγαροι παρέμειναν εις τήν άνατολικήν Έκκλησίαν και τήν όρθοδοξίαν.

Συμφώνως προς ταύτα, ή άρχιεπισκοπή Τυρνόβου, καταλυθέντος του λεγομένου δευτέρου βουλγάρικου κράτους υπό των Τούρκων, κατηργήθη (έπί πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Γενναδίου του Σχολαρίου 1454-56).

Ή άρχιεπισκοπή Άχρίδος έσχετίζετο μέ τό πρώτον Βουλγαρικόν κράτος (924), τό όποιον είχε καταλύσει ό αύτοκράτωρ Βασίλειος ό Βουλγαροκτόνος (1014).
Η άρχιεπισκοπή όμως του κράτους έκείνου, θελήσει του μνημονευθέντος αύτοκράτορος, διετηρήθη, βαθμηδόν περιορισθεισα εις τάς μακεδονικάς επαρχίας και αποβάλουσα τον βουλγαρικόν χαρακτήρα.

Το Ίνστιτούτον των Μακεδόνικων σπουδών της Σόφιας, διά Βραχείας Εκθέσεως (Ιουλίου 1941), ίσχυρίσθη, ότι

ή Νότιος Μακεδονία (είς τήν όποίαν περιωρίσθη ή άρχιεπι­σκοπή Άχρίδος)
ήτο βουλγαρική και ώνομάζετο Βουλγαρία.
Δέν είναι άληθές.

Ό άρχιεπίσκοπος Άχρίδος έφερε πράγματι τόν τίτλον 
«άρχιεπίσκοπος Άχριδών καί πάσης Βουλγα­ρίας»,
διότι ή άρχιεπισκοπή αυτη άρχικώς περιελάμβανεν όλόκληρον τό βουλγαρικόν κράτος του Συμεών.
Κατά τό διάστημα τούτο, ό τίτλος του άρχιεπισκόπου Άχρίδος άνταπεκρίνετο, βεβαίως, πρός τά πράγματα.

'Αλλ' όπως συμβαίνει δι' όλους τους όμοίους έκκλησιαστικούς τίτλους, οί άρχιεπίσκοποι Άχρίδος διετήρησαν τον μνημονευθέντα τίτλον καί ότε τό βουλγα­ρικόν κράτος κατελύθη υπό Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου καί ότε ή άρχιεπισκοπή περιωρί­σθη είς μακεδονικάς έπαρχίας.


'Έκτοτε ήτο άπλους τίτλος, μή άνταποκρινόμενος πλέον είς τά πράγματα, έξ αύτου δέ ούδέν συμπέρασμα είναι δυνατόν νά έξαχθή περί της όνομασίας καί του έθνολογικου χαρακτηρος της Μακεδονίας.
Λεπτομέρειαί τίνες θά άποδείξωσι τρανώς τούς Ισχυρισμούς ήμών.
Το πρώτον βουλγαρικόν κράτος, τό κράτος του Συμεών (893 - 927),
δέν ήτο καθαρώς βουλγαρικόν, άλλά περιελάμβανε πολλάς έλληνικάς έπαρχίας.
Διά τούτο ό Συμεών ώνόμασεν έαυτόν
«βασιλέα (αυτοκράτορα) Βουλγάρων καί Ρωμαίων (Ελλήνων
(G. Ostrogorsky, Geschichte bes Byzantinisehen Staates, Muenchen, 1940, σελ. 188).

Ή υπ' αύτού Ιδρυθείσα άρχιεπισκοπή Άχρίδος, έξετείνετο είς δλον τό κράτος τούτο, έπομένως αΰτη δέν ήτο καθα­ρώς βουλγαρική.
Οτε ίδρύθη τό δεύτερον βουλγαρικόν κράτος, τό κράτος του Άσέν (1186 ή 1189),
ιδρύθη ή αρχιεπισκοπή Τυρνόβου, έκτεινομένη είς όλον τό δεύτερον τούτο κράτος.
Τό νέον βουλγαρικόν κράτος περιελάμβανε κατά τό μάλλον ή ήττον τάς καθαρώς βουλγαρικάς έπαρχίας, έπομένως ή ίδρυσις της άρχιεπισκοπής Τυρνόβου άφήρεσεν έκ της άρχιεπισκοπής Άχρίδος τόν περισσότερον καΐ γνησιώτερον βουλγαρικόν πληθυσμών.

Βραδύτερον, ή ίδρυσις της σερβικής άρχιεπισκοπής Πεκίου (1219) άφήρεσεν έκ της άρχιεπισκοπής Άχρίδος και άλλας σλαυϊκάς έπαρχίας (τάς Σερβικάς).
Ούτως ή άρχιεπισκοπή Άχρίδος περιωρίσθη έντός τών νοτίων έπαρχιών, ήτοι έντός τών μακεδονικών έπαρχιών Καστορίας, Μογλενών, Πελαγονίας, Στρουμνίτσης, Γλαβινίτσης, Γιαννιτσών, Γρεβενών, Καννίνων και Δερβών.
(Η. Gelzer, Der Patriarchat von Achrida, Leipzig, 1902, σελ. 11).

Έντός τών έπαρχιών τούτων ύπήρχον έλληνικοί πληθυσμοί και ένεκα τούτων άκριβώς πρό τριών έκατονταετηρίδων (ήτοι τήν ι' έκατονταετηρίδα) έδικαιολογεΐτο ό μνημονευθείς τίτλος του Συμεών, ώς αύτοκράτορος τών Ελλήνων.
Ή άρχιεπισκοπή, άρα, της Άχρίδος, ή οποία εύθύς έξ άρχής είχε μικτόν έθνολογικόν χαρακτήρα, διά της μνημονευθείσης άφαιρέσεως τών καθαρώς βουλγαρικών και τών σερβικών έπαρχιών, άπέβαλε κατά τό πλείστον τόν σλαυΐκόν και βουλγαρικόν χαρακτήρα.

Οί άρχιεπίσκοποι Άχρίδος καί οί υπ' αύτούς μητροπολΐται και έπίσκοποι συνήθως ήσαν Ελληνες (Η. Gelzer, αύτ., σελ. 6 καί έξ., 7 καί έξ,, 9 καί έξης).
Ό φίλος τών Βουλ­γάρων Ιστορικός Κ. Jirecek ομολογεί, 'οτι
"ή Άχρις άπό της ιβ' έκατονταετηρίδος ήτο τό προπύργιον του ελληνισμού είς τάς σλαυΐκάς χώρας της Μακεδονίας"
(Geschichte der Bui- garen, Prag, 1876, σελ. 211).
"Οτε κατελύθη τό βυζαντινόν κράτος τήν ιγ' έκατονταετηρίδα ύπό της τετάρτης σταυροφορίας, «ή άρχιεπισκοπή Άχρίδος έμενεν, ώς φαίνεται, εις χείρας τών Ελλήνων άρχιεπισκόπων» (Η. Gelzer, αύτ., σελ. 16' πρβλ. σελ. 11 καί έξης).

Οτε ο Σέρβος ήγεμών Στέφανος Δουσάν κατέλαβε τήν Άχρίδα, Καστορίαν, Βοδενά, Στρούμνιτσαν καί Σέρρας, έστέφθη έν Σκοπίοις (16 'Απρ. 1346)
«αύτοκράτωρ Σέρβων καί Ελλήνων»

χωρίς νά άναφέρη όλοτελώς Βουλγάρους (Ostrogorsky, αύτ., σελ. 376 καί έξης).

«Ύπό τήν σερβικήν κυριαρχίαν παρέμεινεν έπίσης 
ο ελληνικός χαρακτήρ της Άχρίδος. 
Ένω τό Πέκιον έξεπροσώπει τήν έθνικήν συνείδησιν τών Σέρβων καί τό Τύρνοβον τήν τών Βουλγάρων, έν Άχρίδι, ή οποία έκκλησιαστικώς ήτο άνεξάρτητος της Κωνσταντινουπόλεως, οί  Ελληνες άπέκτησαν ίσχυρόν προπύργιον» (Gelzer, αύτ., σελ. 19).

Οτε ό άδελφός του βασιλέως της Σερ­βίας 'Ιωάννης Ούγκλέσης κατέστη ήγεμών τών Μακεδονικών έπαρχιών μέ πρωτεύουσαν τάς Σέρρας, διά τήν έκκλησιαστικήν διευθέτησιν τών έπαρχιών τούτων συνεννοήθη μετά του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως (1368).
«Άποδίδωμι... τω παναγιωτάτω μου δεσπότη τω οικουμενικώ Πατριάρχη πάσας τάς άρπαγείσας έκκλησίας καί μητροπόλεις καί πάντα τά πατριαρχικά δίκαια όλη χειρί καί γνώμη», λέγει ό ίδιος έν τω σωζομένω σχετικω έγγράφω (Miklosich καί Muller, Acta Patriarchatus Gonstantinopolitani, Βιέννη, τόμος I, 1860, σελ. 563).


Ό πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Φιλόθεος ό Α', διά συνοδικής άποφάσεως (1371), άνέθεσεν είς τόν μητροπολίτην Δράμας τήν έξαρχίαν καί διοίκησιν τών έν τή ήγεμονία του Ούγκλέση πατριαρχικών δικαίων (Miklosich καί Muller, αύτ., 559).

Έπί της τουρ­κοκρατίας έπίσης οί αρχιεπίσκοποι Άχρίδος καί οί υπ' αύτούς μητροπολίται καί επίσκοποι συνήθως ήσαν Έλληνες εγχώριοι ή έκ Κωνσταντινουπόλεως στελλόμενοι

(Gelzer, αύτ., σελ. 21 κ.έξ/ Jirecek, Geschichte der Bulgaren, σελ. 467 καί έξης). Έξ έγγράφων, τά όποια έδημοσίευσεν ό Η. Gelzer, (αύτόθι, σελ. 45 - 125) καί 6 Κ. Δεληκάνης (Πατριαρχικά έγγραφα, τόμος Γ', Κωνσταντινούπολις, 1905), έξάγεται, δτι ή άρχιεπισκοπή Άχρίδος έπΐ τουρκοκρα­τίας ήτο έλληνικόν κέντρον.

Ολα τά έγγραφα ταύτα είναι έλληνιστί γραμμένα.

Η άρχιεπισκοπή Αχρίδος δεν κατηργήθη άμέσως μετά τήν τουρκικήν κατάκτησιν.

Το 'Ινστιτοΰτον τών Μακεδονικών σπουδών της Σόφιας, διά του έν τη πρώτη υποσημειώσει μνημονευθέντος εγγράφου (Ιουλίου 1941), ίσχυρίσθη, ότι
«ή τουρκική κυβέρνησις δέν έθεσε χείρα έπί της αύτονομίας της άρχιεπισκοπής Άχρίδος· είχε μάλιστα έπιτρέ- ψει τήν αύτονομίαν ταύτην, ίνα ο βουλγάρικος λαός παραμείνη ηνωμέ­νος έκκλησιαστικώς».

Άλλ΄ώς είδομεν, ό περισσότερος και γνησιώτερος βουλγαρικός πληθυσμός εύρίσκετο έν τη άρχιεπισκοπή Τυρνόβου, ή όποια κατηργήθη καί ύπετάγη είς τό πατριαρχεΐον Κωνσταντινουπό­λεως άμέσως μετά τήν άλωσιν, επομένως, διά της διατηρήσεως της άνεξαρτησίας της άρχιεπισκοπης Άχρίδος δέν παρέμεινεν έκκλησιαστικώς ήνωμένος ό βουλγαρικός λαός, αλλά άκριβώς έχωρίσθη, έπί τη υποθέ­σει, δτι καί έν τη άρχιεπισκοπή Άχρίδος ύπήρχον καί Βούλγαροι.

Η άρχιεπισκοπή Άχρίδος δέν κατηργήθη,

πρώτον, 
διότι ήδη άπό του 1014 (Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου) είχε χωρισθεί του άντιστοίχου κράτους (καταργηθέντος)· 
δεύτερον,
 διότι ήτο ελληνική, οί δέ Έλληνες δέν ύποτάσσονται εύκόλως.

Ηλθεν όμως καί ή αρχιεπισκοπή αυτη είς έξάρτησιν έκ του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, άφου καί αύτά τά πατριαρχεία της Ανατολής ήλθον είς έξάρτησιν έξ αύτου.
Ή άρχιεπι­σκοπή Άχρίδος κατηργήθη βραδύτερον καί ήνώθη όλοτελώς μετά του πατριαρχείου, έπί του πατριάρχου Σαμουήλ του Χαντζερή (1767)
Οί μητροπολιται καί έπίσκοποι της άρχιεπισκοπης Άχρίδος ύπετάγησαν είς τόν πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως.
Μεταξύ αύτών τήν πρώτην θέσιν κατειχεν ο Καστορίας, ό όποιος προηγουμένως μέν έφερε τόν τίτλον «Έξαρχος πάσης Δαρδανίας»,
μετά τήν κατάργη­σιν δέ της αρχιεπισκοπής,
τόν τίτλον «Έξαρχος πάσης παλαιας Βουλγαρίας» (Η. Gelzer, αύτ., σελ. 30 καί 466 Ράλλη καί Ποτλή, Σύνταγμα, τόμος 5ος, σελ. 520).

Έκληρονόμησε τόν τίτλον του έκλιπόντος άρχιεπίσκόπου Άχρίδος, μετά της προσθήκης του έπιθέτου «παλαιας», τό όποιον δεικνύει, ότι ένταΰθα έχομεν απλούν παλαιόν τίτλον, δπως καί ό προηγού­μενος («Έξαρχος πάσης Δαρδανίας»), μή άνταποκρινόμενον είς τά πράγματα. Τούτο συνέβαινεν όχι μόνον άπό της καταργήσεως της άρχιεπισκοπής Άχρίδος (1766), άλλ' ώς έν τη προηγουμένη υποσημειώσει εϊδομεν, άπό του περιορισμού αύτης εις μακεδονικάς έπαρχίας (άπό της ιγ' έκατονταετηρίδος).

Κατά ταύτα, θεμελιώδεις λόγοι της τουρκικής θεοκρατίας καί της καθ­ιερωμένης έκκλησιαστικής διοργανώσεως έπέβαλλον είς τό πατριαρ­χεΐον Κωνσταντινουπόλεως, πρώτον μεν τήν κατάργησιν των ανεξαρτήτων άρχιεπισκοπών Τυρνόβου καί Άχρίδος, δεύτερον δέ άντίδρασιν κατά πάσης άποπείρας έπανιδρύσεως αυτών, έφόσον έξηκολούθει τό πολιτικόν καί έκκλησιαστικόν καθεστώς της έποχής έκείνης.

Έν τού­τοις, παρά τους λόγους τούτους, τό πατριαρχειον, ώς κατωτέρω θά ιδωμεν, διαρκουντος άκόμη του πολιτικού καί έκκλησιαστικοΰ καθε­στώτος, έδέχθη, βραδύτερον, νά κάμη διά τους Βουλγάρους έκκλησιαστικάς διακρίσεις καί νά παράσχη είς αύτούς έκκλησιαστικήν άνεξαρτησίαν (Πατριαρχικόν σχέδιον τών 15 άρθρων, 25 Φεβρουαρίου 1861' Σχέδιον του πατριάρχου Γρηγορίου του ζ', 'Ιουνίου 1867).

Δεν υπάρχουν σχόλια: