Τρίτη, 3 Απριλίου 2012

Μακεδόνισσες στην Επανάσταση των Μακεδόνων το 1878. Καπετάν-Περιστέρα Κράκα


της Αθηνάς Τζινίκου-Κακουλή, 
Η Μακεδόνισσα στο Θρύλο και την Ιστορία(1453-1940).

 Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1878

Το κίνημα του 1854 πνίγηκε στο αίμα, χωρίς όμως να καταπνίγει κι ό πόθος για λευτεριά στις καρδιές των Μακεδόνων.

 Στα χρόνια πού ακολούθησαν πολλοί καπετάνιοι μεμονωμένα ανέλαβαν δράση, ώσπου και πάλι δόθηκε αφορμή για γενικότερο ξεσηκωμό.

Στη δεκαετία 1870-1880 ό Ελληνισμός τής Μακεδονίας διέτρεξε θανάσιμο κίνδυνο.

 Γιατί ή Ρωσία, πού είχε απ’ την εποχή του Μεγάλου Πέτρου ακόμα φλογερό όνειρο να κατέβει στη Μεσόγειο.

 Βλέποντας ότι δέν το κατόρθωνε έξεγείροντας αδιάκοπα τους «όμοδόξους» Έλληνες, σοφίστηκε την πανσλαβιστική ιδέα κι έκαμε χαϊδεμένο ψυχοπαίδι τη Βουλγαρία.

 Έτσι στα 1870 υποχρέωσε την Τουρκία να αναγνωρίσει την βουλγαρική Εξαρχία και με την συνθήκη του 'Αγίου Στεφάνου, στα 1878, όριζε τη δημιουργία μιας υδροκέφαλης Βουλγαρίας, πού θα συμπεριελάμβανε όλη τη Μακεδονία εκτός των περιοχών Κοζάνης και Θεσσαλονίκης.

ΟΙ Μακεδόνες οσμίστηκαν τότε τον κίνδυνο και μόνοι, αβοήθητοι και άοπλοι ρίχτηκαν στη φωτιά, εγκαινιάζοντας στην ουσία τον πολύκροτο Μακεδονικό τους ’Αγώνα.

Στην αναισχυντία τής διπλωματίας αντέταξαν τα στήθη τους. ’Έκαμαν το πύρωμα τής καρδιάς τους κυματοθραύστη στα άνομα σχέδια των πανσλαβιστών και τον Φεβρουάριο του 1878 άναπέτασαν τις σημαίες τής επαναστάσεως τους, ενώ εκατοντάδες ψηφίσματα διαμαρτυρίας, απ’ το Μελένικο και το Μοναστήρι μέχρι τις Σέρρες, τη Δράμα και την Καβάλα κατέκλυζαν καθημερινά τα προξενεία των Μεγάλων Δυνάμεων στη Θεσσαλονίκη.
Ο Ι. Γκοβεδάρος και η οικογένεια του,

Και δέν ήταν μόνο άντρες οι γενναίοι πολεμιστές.

 Ήταν και λεβέντισσες κόρες, πού υπερέβαλαν κατά πολύ σε παλικαριά εκείνους κι αναδείχτηκαν καπετάνισσες κι ηρωίδες.

Κύριες επαναστατικές εστίες ήταν δύο:

Μια στο Βούρινο με «Τήν Προσωρινή Έπαναστατική Κυβέρνηση τής Έλιμείας και Πρόεδρο τον Κοζανίτη Ιωάννη Γκοβεδάρο κι ή άλλη στο Λιτόχωρο του Ολύμπου.

Επανάσταση του Ολύμπου

Χρυσάφω Παπαζήση: 

Την επανάσταση του Ολύμπου ύποκινούσαν σε συνεργασία με τον Πρόξενο Βατικιώτη διαπρεπείς Μακεδόνες, που βρίσκονταν στην ελευθερωμένη Ελλάδα.

 Εξέχουσα θέση ανάμεσά τους κατείχε ό προσωπικός γιατρός των θασιλοπαίδων Γεωργίου του Α' και αρχίατρος του ελληνικού στρατού 6ελ6ενδινός Γεώργιος Παπαζήσης.
 Στο χωριό του ζούσε ή αδελφή του Χρυσάφω, πού ξεπούλησε όλη την πατρική περιουσία και τα βαρύτιμα κοσμήματά της κι άρχισε να περιτρέχει πολιτείες και χωριά, όπου βρίσκονταν βελβενδινοί ή πλούσιοι φίλοι του αδελφού της, με φανερή αιτιολογία τη συγκέντρωση χρημάτων για την ανέγερση μεγαλοπρεπούς παρθεναγωγείου στο Βελβεντό, στην πραγματικότητα όμως για να ενισχύει με τα ποσά εκείνατο ταμείο του αγώνος και σαν σεμνή, μά άξια πρέσβειρα του Παπαζήση, να αφυπνίζει συνειδήσεις, να τις κρατά γρηγορούσες στις δύσκολες ώρες και να τις πυρπολεί με τον καημό της λευτεριάς.

Οι ήρωίδες των Πιερίων: 

Στίς 15 Φεβρουάριου τού 1878 στήν Πλάκα Λιτοχώρου άποβιβάστηκε σώμα 500 έθελοντών μέ αρχηγό τόν εκ Χαλκιδικής λοχαγό Κοσμά Δουμπιώτη, οπότε κι ό Επίσκοπος Κίτρους Νικόλαος άναπέτασε τήν επαναστατική σημαία στόν Κολυνδρό, ξεσήκωσε τά χωριά τών Πιερίων, συγκέντρωσε γιά ασφάλεια έξι χιλιάδες γυναικόπαιδα στό Μοναστήρι τών 'Αγίων Πάντων στά Πιέρια καί πυρπολώντας τή Μητρόπολη, οδευσε πρός τό Λιτόχωρο γιά νά ένωθει μέ κείνον.

 Μά βρήκε τήν πόλη έρημη. Γιατί τά γυναικόπαιδα μέ τόν άμαχο πληθυσμό τών γύρω χωριών, πάνω από είκοσι χιλιάδες ψυχές, παίρνοντας ό,τι πολύτιμο μπορούσαν, ζήτησαν προστασία στό Μοναστήρι τού 'Αγίου Διονυσίου Όλύμπου.

Ή λαϊκή Μούσα αποθανάτισε έτσι τά γεγονότα:

Φλεβάρης δέν κουτσούριασε καί Μάρτης δέν έμπήκε,
τά παλληκάρια θάλθηκαν νά φέρουν τό Ρωμέικο.
Στών "Αγιων Πάντων βγήκανε ψηλά τό καραούλι 
καί στό Δεσπότη λέγανε καί στό Δεσπότη λένε:
Δεσπότη, δός μας την ευχή, δός μας τήν ευλογία,
 τούς Τούρκους νά βαρέσουμε τά άγρια Θηρία.
Μάς καίνε χώρες καί χωριά, καίνε τόν κόσμο όλο.
Πολύ τό συλλογίστηκε ό καπετάν Δεσπότης.
Παιδιά μ , σάς δίνω τήν ευχή κι αυτή τήν ευλογία.
Δέν ήμπορώ, δέν δύναμαι νά τό άντέξω άλλο,
 νά βλέπω χήρες κι ορφανά, νά βλέπω κρεμασμένους.

Μετά από περιπέτειες, πού δέν είναι στό θέμα μας νά ιστορήσουμε, στό Μοναστήρι τών 'Αγίων Πάντων στά Πιέρια στίς 15 Μαρτίου τού 1878 έγινε μάχη άγρια καί πολύνεκρη.

 Οι επαναστάτες κατόρθωσαν νά παραλάβουν τά μισά γυναικόπαιδα καί νά τά στείλουν στή Σπουρλίτα,  ενώ τά ύπόλοιπα μέ σπαρακτικούς θρήνους καί κραυγές τρόμου διασκορπίστηκαν πανικόβλητα στά δάση καί τά λαγκάδια γιά ν’ άποφύγουν τήν αιχμαλωσία.

Και τότε στό λόφο του Γαλακτοΰ, τό Ζάλογγο κι ή Άραπίτσα αναβίωσαν σ' όλο τό τραγικό τους μεγαλείο, καθώς επτά γυναίκες βλαχοποιμένων, κυνηγημένες άπ’ τούς Τούρκους, γιά νά μή συλληφθοϋν, προτίμησαν τόν θάνατο πέφτοντας στό γκρεμνό, πού έχασκε στά πόδια τους.

Ήταν ή Μαρία Μητραντώνη, ή Κυράτσα Γκόνδου, ή Ελένη Τσούλη ή Βαγγέλια Σάντου, ή Σουλτάνα Μαρίτση, ή Μαρία Σιούλα καί ή Κατερίνα Νιώπα.
Καί τό συγκλονιστικότερο, ή Κατερίνα Νιώπα άφέθηκε στό θάνατο θαστώντας σφιχτά στήν άγκαλιά τό νεογέννητο άγοράκι της, τό όποιο περιμάζεψαν σέ λίγες μέρες περαστικοί, καθώς τό βρήκαν ζωντανό νά προσπαθεί νά θηλάσει τόν παγωμένο κόρφο τής νεκρής του μανούλας. Τό παιδί έκεινο, ό ’Ιωάννης Νιώπας, άνδρώθηκε κι έζησε ώς τά 62 χρόνια του στή Βέροια.

Έτσι πέθαναν οι ήρωίδες τών Πιερίων.

Κι επικύρωσαν μέ τό αίμα τους τήν αιώνια άλήθεια τού ποιητή, ότι «Θέλει άρετήν καί τόλμην ή ελευθερία». Ότι δέν χαρίζονται, αλλά κερδίζονται καί διαφυλάσσονται μέ αγώνες καί θυσίες ή τιμή κι ή ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Ομως ποιά ήταν ή τύχη τών γυναικοπαιδών του Λιτοχώρου;
  Ό Άσσάφ Πασάς, άφού πυρπόλησε τά έρημα σπίτια τους, αποφάσισε νά βαδίσει κατά του Μοναστηριού του 'Αγίου Διονυσίου, όπου είχαν καταφύγει, γιά νά τά αιχμαλωτίσει.

Εύτυχώς ό Πρόξενος Θεσσαλονίκης Κ. Βατικιώτης έκθέτοντας μέ τά πιό μελανά χρώματα τόν κίνδυνο πού διέτρεχαν απ’ τους Τούρκους κι απ’ τόν βαρύ χειμώνα, συγκίνησε τούς Προξένους ’Αγγλίας κι Ίταλίος καί μέ τή μεσολάβησή τους τήν τελευταία στιγμή τό μεγάλο κακό αποφεύχθηκε.

Ωστόσο ό Άσσάφ άπήτησε νά έπιστρέψουν σ’ είκοσιτέσσερις ώρες στίς έστίες τους καί τότε οί δυστυχισμένες μάννες, παρά τή σφοδρή κακοκαιρία, φορτώθηκαν στήν πλάτη τά μικρά παιδιά καί σέρνοντος πίσω τά μεγαλύτερα καί τούς γέρους κίνησαν γιά το Λιτόχωρο.
Μετά από ανεκδιήγητες ταλαιπωρίες κάποτε έφτασαν.
Μά πρίν τίς έπιτραπεί νά μπουν στό χωριό, οί Τούρκοι τίς έκαναν σωματική έρευνα καί άρπαξαν ό,τι πολύτιμο σέ χρυσαφικό ή κόσμημα είχαν.

Στό Λιτόχωρο έλάχιστα σπίτια στέκονταν όρθια, μισοερειπωμένα κι αύτά, όπου κατά δεκάδες στιβάχτηκαν οί οικογένειες, χωρίς ψωμί, χωρίς ρουχισμό, χωρίς σκεπάσματα, χωρίς φωτιά στό τζάκι, ενώ άπ’ τά σπασμένα παράθυρα τό ξεροβόρι θέριζε.
Οί χριστιανοί τής Θεσσαλονίκης άπλωσαν τότε χέρι αγάπης καί γλύκαναν τή δυστυχία τους.
 Όμως χρειάστηκε μεγάλος αγώνας, για να έπιτρέψουν οί Τούρκοι στά πλοία τών Άγγλων, ’Ιταλών κι Αύστριακών νά μεταφέρουν τά δυστυχισμένα έκεΐνα γυναικόπαιδα στή Θεσσαλονίκη. Καί γέμισαν τότε τά σπίτια, τό έλληνικό νοσοκομείο, οί έκκλησιές, ή Μητρόπολη καί τά μετόχια πρόσφυγες, πού οί θεσσαλονικεις μέ αγάπη περιέθαλψαν.

Παράλληλα ό Γ. Μόδης πληροφορεί,  ότι ό άνταποκριτής τής DAILY NEWS στο Λονδίνο τηλεγραφούσε στίς 22 Μαρτίου του 1878, ότι χιλιάδες χωρικοί σκορπισμένοι σέ σπήλαια ύπέφεραν τά πάνδεινα.

Τετρακόσια γυναικόπαιδα τά πήρε μαζί του ό Μητροπολίτης Κίτρους Νικόλαος στίς Σποράδες νά τά σώσει. 

Μα καθώς μεταφέρονταν από τή Σκίαθο στήν Αθήνα, ύποχρεώθηκαν νά άποβιβαστούν στή Χαλκίδα καί νά συνεχίσουν πεζοπορώντας ξυπόλητα καί πεινασμένα το δρόμο προς τήν πρωτεύουσα. Έκει ό Άγγλος Πρεσβευτής δίνοντας στο καθένα 15 δραχμές κι ένα εισιτήριο, τα προέτρεπε νά γυρίσουν στίς ρημαγμένες τους εστίες.

Όλο τό καλοκαίρι του ’78 μέχρι καί τήν άνοιξη του ’79 πανάθλια γυναικόπαιδα του Όλύμπου γύριζαν ψωμοζητώντας τά Θεσσαλικά βουνά, ένώ οί Τούρκοι άποθρασυμένοι εκτονώνονταν σ’ όποιον εϋρισκαν μπροστά τους.

Κατά πληροφορία του Μόδη πάντα, στήν Πουλιάνα έσφαξαν μιά γριά, μιά τυφλή κι έναν γέροντα -τούς μόνους πού βρήκαν έκει- ένω στό δάσος κακοποίησαν ομαδικά πολλές γυναίκες καί τίς άφησαν στή συνέχεια ολόγυμνες νά πεθάνουν από τό κρύο.

Άλλά τήν έναργέστερη εικόνα τών τουρκικών θηριωδιών τότε δίνει ή αναφορά ένός ιερέα του Λιτοχώρου πρός τόν Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης, όπου μεταξύ τών άλλων διαβάζουμε  ότι οί Τούρκοι κακοποίησαν:
«1ον. Τήν Μαρίαν, σύζυγον Ίωάννου Κόλπη, ηλικίας 35 περίπου ετών, ήτις άσθενής ούσα δέν ήδυνήθη κατά τήν άναχώρησιν τών άλλων γυκαικοπαίδων νά συναπέλθη μετ’ αυτών εις τήν Μονήν του 'Αγίου Διονυσίου, άλλως τε καί πάμπτωχος ούσα. Εύρέθη δέ αύτη εισέτι άναπνέουσα, άλλ' ούδέν αίσθανομένη, καί είχεν άπό μέν του λαιμού μέχρι τής κοιλίας αυτής πληγήν ώς διά πεπυρακτωμένου σιδήρου, τήν δέ φύσιν της κατεσπαραγμένην.
2ον. Τήν μοναχήν Εύπραξίαν, ηλικίας προβεβηκυίας (75 περίπου ετών) ήτις εΐχεν τάς χεΐρας της κεκομμένας εις τούς μυς καί πληγήν μεγάλην κατά πλάτος διήκουσαν άπό τής μιας μέχρι τής έτέρας ώμοπλάτης.
4ον. Τήν Γεώργαινα Γρούνενα, υπέρ τά εκατόν έτη φέρουσαν, της όποίας μόνον αί δύο κάτω σιαγόνες έξηρθρώθησαν.
5ον. Τήν Γιάννιναν Τσητσιφού καλουμένην, γραίαν τυφλήν 75 έως 80 έτών ήλικίας, ήτις είχεν άνά μίαν πληγήν εις τούς δύο μηρούς της.
6ον. Τήν Ασημίναν πρεσβυτέραν, ής τό πτώμα δέν εύρέθη εικάζεται δε μάλλον ότι έκάη εντός τής πυρποληθείσης οικίας της, ούσαν έτών 80 καί έπέκεινα.
8ον. Τήν Γιώργηνα Κουκούζινα (40 περίπου έτών). Ταύτην εύρεν ό έν λόγω ίερεύς ζώσαν, πλήν εις έλεεινοτάτην κατάστασιν. Κατά τήν προφορικήν δέ έξομολόγησίν της, λέγει, ότι επί 24 περίπου ώρας ήσέλγουν έπ’ αυτής οί στρατιώται άδιακόπως. Άπέθανεν δέ εκ τούτου μετά δύο ύστερον ημέρας.
....»

Ή επανάσταση τον Βουρίνου

Έτσι γοργά κι άτυχα τέλειωσε η επανάσταση του Όλύμπου:
Μέ ύπέρτατες θυσίες καί αθώων γυναικών βασανιστήρια, καθώς ή λύσσα των Τούρκων έγραφε τόν ματωμένο επίλογό της.
 Όμως στίς θηριωδίες έκεινες κάποιοι άλλοι δυτικομακεδόνες απάντησαν τότε μέ ρωμαλέα αντεπίθεση.

Ήταν οι πεντακόσιοι έθελοντές, πού είχαν συγκεντρωθεί στό Βούρινο άπ’ τόν Φεβρουάριο του 1878 μέ πολέμαρχο τόν Ιωάννη ή Ιωσήφ Λιάτση.

Στίς καρδιές των παλικαριών εκείνων τά τουρκικά αντίποινα σέ βάρος των γυναικοπαιδών του Λιτοχώρου προκάλεσαν οργή καί πολεμικό μένος καί τό κίνημα γενικεύτηκε άπ’ τήν Κοζάνη καί τά Γρεβενά, μέχρι την Καστοριά και το Μοναστήρι.

 Κάθε ραχούλα στήν ορεινή αύτή περιοχή ήταν καί μιά έστία αναβρασμού αναγκάζοντας τούς Τούρκους νά λουφάζουν στά καμπίσια τουρκοχώρια. Καί θαρρούσε κανείς πώς ή λευτεριά βασίλευε πιά στή Δ.Μ. καθώς ή έπανάσταση ήταν καθολική κι αυτοδύναμη. Κανείς δέν τή στήριζε, κανείς δέν τή χρηματοδοτούσε παρ’ έκτός οι ίδιοι οι Μακεδόνες, άντρες καί γυναίκες.

Μεταξύ των σιατιστινών, πού άδραξαν τότε τά όπλα, ήταν κι ό αμπελουργός Γούλας Κράκας, σάν προποπαλλήκαρο του καπετάν Σπανού. Σέ λίγο όμως ό Σπανός σκοτώθηκε καί τά παλληκάρια του ανακήρυξαν τόν Κράκα καπετάνιο, πού είχε άδερφή τήν ώραιότατη Περιστέρα, ή οποία έμελλε να αναδειχθεί σε πραγματική ηρωίδα.

Η καπετάν Περιστέρα Κράκα γεννήθηκε στή Σιάτιστα γύρω στά 1855 μέ 1860 καί άπό μικρή έτρεφε λατρεία καί θαυμασμό πρός τόν άδερφό της, τόν όποιο βοηθούσε στίς αγροτικές δουλειές κι έτσι καλλιεργούσε περισσότερο τή σωματική της αντοχή.

Όταν κηρύχτηκε ή επανάσταση του Βούρινου κι ό Γούλας βγήκε στό αντάρτικο, ή καρδιά της σκίρτησε  και τον παρακάλεσε νά τήν πάρει μαζί του, μα εκείνος είχε διαφορετική γνώμη.
 Ήθελε τήν αδερφή του άφοσιωμένη στά γυναικεία έργα του αργαλειού καί τής ρόκας καί καλή νοικοκυρά, άφήνοντας τόν πόλεμο γιά τούς άντρες.

Ή Περιστέρα φάνηκε πώς ύποτάσσονταν.
Εσώψυχα όμως εύχονταν νά δοθεί άφορμή νά πάει κοντά του. Καί κυριολεκτικά άδραξε τήν εύκαιρία, όταν κάποια Δευτέρα πού ψώνιζε στό παζάρι, τήν πλησίασαν δυό Τούρκοι τζαντερμάδες καί τήν κάλεσαν στήν άστυνομία για ανάκριση.

 Ή νέα προθυμοποιήθηκε νά τούς ακολουθήσει, ενώ φρόντισε να ρίξει αλεύρι στό φόρεμά της καί παρακάλεσε έτσι πρώτα νά περάσουν άπό τό σπίτι νά φορέσει τά καλά της.

Έκει, τούς κέρασε ρακί κι είπε νά περιμένουν λίγο, μέχρι να ετοιμαστεί.
 Όμως άργούσε κι οί Τούρκοι άρχισαν νά άνυπομονούν.
 Ώσπου άκουσαν έναν πυροβολισμό έξω άπό τήν πόλη καί σέ λίγο δεύτερο άπ’ τό έξωκλήσι του Άι-Γιώργη.
Καπετάν-Περιστέρα Κράκα. 
 Ήταν ή Περιστέρα, πού φορώντας αντρίκια, πάνοπλη, άφού ξέφυγε άπό μυστική πόρτα, τραβούσε γιά τά λημέρια του άδερφού της, όπου κατατάχτηκε σάν απλός κλέφτης.
 Κι έδειξε τόση παλληκαριά, περιφρόνηση στόν κίνδυνο, τόλμη, εύθυκρισία, γρηγοράδα στίς άποφάσεις κι εύστοχία στό βόλι, ώστε άμέσως κέρδισε τό σεβασμό, τόν θαυμασμό καί τήν έκτίμηση τών συμπολεμιστών της.


Σέ λίγο καιρό ό Κράκας προδομένος πιάστηκε άπό τούς Τούρκους καί γδάρθηκε ζωντανός. 

Τότε οί άντρες του ανακήρυξαν καπετάνιο τήν Περιστέρα, πού έγινε φόβος καί τρόμος του εχθρού. Μά πρό παντός έπιασε μέ γρηγοράδα τούς φονιάδες τού αδερφού της καί τούς τιμώρησε κατά πώς τούς έπρεπε με τά ίδια της τά χέρια.

Κι έπειτα άρχισε τόν κλεφτοπόλεμο διαφεντεύοντας τήν περιοχή των σημερινών νομών Κοζάνης καί Καστοριάς κι έκανε τούς Τούρκους νά κάθονται σ’ αναμμένα κάρβουνα.
 Σάν λέαινα εφορμούσε στή φωτιά κι οι άντρες της ηλεκτρισμένοι άπ’ τό παράδειγμά της άδελφοποιούνταν μέ τόν κίνδυνο.

Άπ’ τα  αναρίθμητα κατορθώματά της ξεχωρίζουμε την πυρπόληση τού σταθμοϋ χωροφυλακής —καρακόλι— στό Τζουμά Πτολεμαίδος καί τήν  εξολόθρευση ένός άκέραιου τουρκικού άποσπάσματος στά Καραγιάννια.

Ό ’Ιωάννης ’Αποστόλου στην «Ιστορία τής Σιατίστης» γράφει σχετικά:

« Έπί έξι μήνας κατόπιν κανείς Τούρκος στρατιωτικός δέν ήμπορούσεν νά κοιμάται ήσυχος. Άπιστεύτως γενναία, πολυμήχανος καί άποφασιστική έτρομοκράτει τήν επαρχίαν εις άκτίνα εκατοντάδων χιλιομέτρων ή κόρη αυτή, πρός τήν όποίαν έπί τέλους ήναγκάσθη νά συνθηκολογήσει μία ολόκληρος αυτοκρατορία».

Τό 1881 σύμφωνα μέ όρο τής συνθήκης τοϋ Βερολίνου, ή ελληνική κυβέρνηση άναγκάστηκε νά προσκαλέσει στήν έλεύθερη Ελλάδα όλα τά άνταρτικά σώματα πού δρούσαν στίς τουρκοκρατούμενες περιοχές.
 Τά μή συμμορφούμενα θά θεωρούνταν ληστανταρτικά.
 Ή Περιστέρα δέν συμμορφώθηκε.
Κι οι Τούρκοι, σαστισμένοι μέ τούτο τό φαινόμενο, μιά κορασιά νά τρομοκρατεί τ’ άσκέρια τους, άποφάσισαν νά τής δώσουν άμνηστία.
Τίς διαπραγματεύσεις άνέλαβε αύτοπροσώπως ό Μητροπολίτης ’Αγαθάγγελος κι ό Σπύρος Μελάς περιγράφει έτσι τήν έπιστροφή της στή Σιάτιστα:

«Μέτ' ολίγον ή ήρωίς μέ ένα σάλτον έπέρασε τό κατώφλι τής Μητροπόλεως κι εύρέθη ώς νά έπεσεν έξ ουρανού πρό του τότε Μητροπολίτου Άγαθαγγέλου, ό όποιος τήν εύλόγησεν καί ποτέ δέν θά λησμονήσουν οί Σιατιστιεΐς τόν θαυμάσιον λόγον πού έξεφώνησεν τήν άλλην ή μέραν έπί παρουσία της καί πρός τιμήν της εις τήν εκκλησίαν του Αγίου Δημητρίου ό ένθουσιώδης έκείνος ιεράρχης».

Λέγεται, ότι στήν Περιστέρα παραχωρήθηκε τότε ειδικό στασίδι στόν ναό τοϋ Αγίου Νικολάου γιά νά έκκλησιάζεται, τιμή πολύ μεγάλη γιά γυναίκα, σέ μιά εποχή πού σύμφωνα μ’ άγραφο νόμο ή θέση της ήταν μόνο στόν γυναικωνίτη.

Κι ό ’Αποστόλου συνεχίζει τή βιογραφία τής καπετάνισσας:

«Έκτοτε ζούσε ήσυχα στό σπίτι της. Μόνον πού άγαπούσε νά στολίζει τό στήθος της μέ χρυσά γιορντάνια καί ραμματιές άπό φλουριά καί νά διασχίζει τήν πόλη κατά τάς έπισήμους ημέρας ώς όραμα λεβεντιάς, ώς μία πρόκλησις πρός τά παλληκάρια, ώς άφωνος άλλ’ εύγλωττος ύπόμνησις του ηρωικού ιδεώδους».

Όμως όλα τούτα τά θεώρησαν οί Τούρκοι πρόκληση. Κι επειδή φοβούνταν μήπως ξυπνήσει καί πάλι στήν ψυχή της ό καπετάνιος, αποφάσισαν νά τήν  εξοντώσουν.

Μια νύχτα λοιπόν περικύκλωσαν τό αρχοντικό της, τσάκισαν τήν πόρτα κι άρχισαν νά τήν αναζητούν στά δωμάτια. Μά έκείνη, κάμνοντας τήν παλληκαριά της φτερά, τούς ξέφυγε καί πέταξε μακριά, στή λεύτερη Ελλάδα, όπου έστησε εύτυχισμένο σπιτικό, ενώ μέχρι σήμερα στή Σιάτιστα ή λεβεντιά καί τά κατορθώματά της έχουν γίνει ό προσφιλέστερος λαϊκός θρύλος κι ή φωτογραφία της δεσπόζει σέ περίοπτη θέση σ’ ολα τά σπίτια.

Έτσι σκιαγραφείται ή ζωή κι ή προσωπικότητα τής καπετάνισσας, από όσους έγραψαν γι’αύτήν.

Η συγγραφέας του βιβλίου όμως πήγε στή Σιάτιστα κι άπό το στόμα του πιό ήλικιωμένου ζωντανού συγγενούς της, του θαλερού γέροντα καί παλιού Μακεδονομάχου Ναούμη X. Τσίτσιαρη, ένενήντα επτά έτών σήμερα (1984), του οποίου ή πεθερά Βασιλική ήταν αδελφή τής Περιστέρας καί ό όποιος θυμάται πολύ καλά τήν ήρωίδα, κατέγραψε:

«Οί Κρακαίοι ήταν τέσσερα άδέρφια, οί Γούλας, Κώτσιος, Παναγιώτης καί Κοσμάς, καί τρεις αδερφές, ή πεθερά μου Βασιλική, ή 'Αγνούλα κι ή στερνή όλων Περιστέρα.

Τά χρόνια εκείνα οι Τούρκοι έκαμναν πολλά κακά στούς 'Έλληνες κι οί Κρακαίοι, αφού πάντρεψαν τίς δυο μεγάλες άδερφές τους, μή βαστώντας άλλο τήν τυραννία πήραν τά βουνά καί σχημάτισαν άνταρτικό σώμα.
 Ή μικρή Περιστέρα έγινε τότε στόχος τών Τούρκων, πού ήθελαν νά τήν έχουν στό χέρι, γιά νά εκβιάζουν τ’ άδέρφια της.
 Γι αυτό κοιμούνταν πότε στόν ένα καί πότε στόν άλλο συγγενή.
Σάν έγινε δεκαοχτώ χρόνων πήγε καί βρήκε τούς Κρακαίους καί τούς είπε:
«Γιά μέ κρατάτε μαζί σας, γιά μέ σκοτώνετε, γιά πάνω νά πνιγώ, γιατί μπεζέρισα νά μέ κυνηγούν συνέχεια οί Τούρκοι».
 Οί καπεταναΐοι τό σκέφτηκαν καί τό ξανασκέφτηκαν κι επειδή τό βρήκαν ντροπής πράγμα νά λημεριάζεται ένα κορίτσι μέ τούς κλέφτες, τήν είπαν νά γυρίσει στή Σιάτιστα, νά παντρευτεί, τώρα πού ήρθε ό καιρός της, καί νά γίνει στρωμένη νοικοκυρά μέ προστάτη τόν άντρα της.

Γύρισε ή Περιστέρα καί σέ λίγες μέρες στό παζάρι τήν πλεύρισαν τζαντερμάδες καί τήν κάλεσαν στήν άστυνομία. Τότε αυτή έρριξε άλεύρι στό φουστάνι καί τούς κάλεσε νά περάσουν άπό τό σπίτι ν’ άλλάξει κι εκεί τούς έβαλε ρακί καί ριτσέλια νά κερνιοϋνται κι άφήνοντάς τους νά τήν καρτερούν λάκισε κατά τόν 'Αι-Γιώργη άπ’ όπου έρριξε μιά τουφεκιά.

Από τότε πέρασαν χρόνια κι όλοι τήν είχαν γιά χαμένη. Αυτή όμως ντύθηκε άντρίκια καί μέ πρωτοπαλλήκαρο τόν Περδίκη έκαμε δικό της σώμα σάν καπετάν Σπανοβαγγέλης ή καπετάν Βαγγέλης Σπανός, γιατί -κατάλαβες— αφού ήταν γυναίκα, παρίστανε τόν σπανό άντρα.


Όχτώ χρόνια ό Σπανοβαγγέλης ήταν φόβος καί τρόμος τών Τούρκοι στά γύρω βουνά.
 Οί χριστιανοί τόν είχαν σάν Θεό τους.
 Μιά μέρα πώ λημέριασε στή Βάρισσα του είπαν, πώς στό γειτονικό ’Έξαρχο είχαν ξεπεζέψει κι οί Κρακαίοι.
Μέ κομμένη άνάσα πήγε, τούς βρήκε κι άρχισε νά τούς ’ξετάζει γιά τή χαμένη αδερφή τους Περιστέρα καί δάκρυσε όταν άκουσε πώς οί καπετάνιοι τό χαν βάρος στήν ψυχή, πού δέν τήν κράτησαν τότε μαζι τους καί τήν έστειλαν πίσω στή Σιάτιστα, όπου τήν αφάνισαν οι Τούρκοι.

Τότε ό Σπανοβαγγέλης —ή Περιστέρα κατάλαβες— τούς φανερώθηκε, άγκαλιάστηκαν, έκλαψαν κι άποφάσισαν νά ενώσουν τά παλληκάρια τους και νά τήν κάμουν καπετάνιο, όχι σάν Σπανοβαγγέλη— που διέδωσαν πώς σκοτώθηκε— αλλά σάν καπετάν Περιστέρα.

Όλοι μαζί υστέρα συνέχισαν τά κατορθώματα μέχρι πού οί Τούρκοι τους έδωκαν χάρη. Τότε οί Κρακαΐοι γύρισαν στή Σιάτιστα.
Τήν καπετάν Περιστέρα όμως τή γκιζέρισαν πρώτα σ' δλην τήν Τουρκία νά τό δει καί νά τό μάθει ό ντουνιάς, πώς μία γυναίκα ήταν καπετάνιος.
Τέλος-τέλος ή Περιστέρα παντρεύτηκε τό πρωτοπαλλήκαρό της Περδίκη κι έμειναν στό Καζακλάρι, όπου τούς έδωκαν πολλά κτήματα.

Έκαμε δυό θυγατέρες, τήν Άννέτα καί τήν Ελένη κι ένα παιδί τόν Χαριλάκη».

Τήν άλήθεια τής μαρτυρίας του γερο-Ναούμη Τσίτσιαρη έρχεται νά ένισχύσει καί δημοσίευμα τοϋ Γιώργου Χατζηδάκη («Ελεύθερος Τύπος» 8/12/1984), 'οπου μεταξύ άλλων διαβάζουμε:

Μιά απροσδόκητη ανακάλυψη, αναμφισβήτητης εγκυρότητας, έρχεται τώρα νά ξεκαθαρίσει μιά πλάνη των ιστορικών καί νά δώσει καταπληκτικές διαστάσεις στήν ιστορία τής Περιστέρας.
 Στήν αθηναϊκή εφημερίδα «Νέα Έφημερίς στίς 10 Μαΐου του 1882 διαβάζουμε τά παρακάτω: «Χθές ήλθαν έκ Λαρίσης ή νεαρά γυνή έκείνη, ήτις, εκ Σιατίστης τής Μακεδονίας όρμωμένη, ένεδύθη τήν φουστανέλλαν κατά τήν έπανάστασιν τοϋ 1878, ώπλίσθη καί ήγωνίσθη, μόνη ώς άρχηγός σώματος έκ 35-40 άνδρών, άγνοούντων τό φύλον της, καί ύποτασσομένων εις έκεΐνον τό δεκαεπταετές φαινόμενον παιδίον, όπερ τοίς έπεβάλλετο διά τής ευφυΐας, τής ανδρείας καί  του χαρακτήρος έν γένει.

Ονομάζεται Περιστέρα Κράκα, άλλ’ ώς πολεμιστής ήν γνωστή υπό τό όνομα Σπανοβαγγέλης, έπειδή δέν είχε γένειον...».

Καί γιά νά μή μάς έπιτρέψει καμιά δυσπιστία ή έφημερίδα, τήν άλλη μέρα σημειώνει πώς όσα έγραψε τήν προηγούμενη ήταν «όλιγότερα πολύ τής άληθείας, ώς έκ τής άφελείας μεθ’ ής συντόμως άφηγήθη ήμιν τά μέχρι τούδε του βίου της».
Πού πάει νά πει, πώς τό δημοσίευμα ήταν συνέντευξη τής ίδιας τής Περιστέρας, τρία χρόνια μόλις μετά τη δράση της...

"Ωστε λοιπόν ό Καπετάν Σπανοβαγγέλης, φυσιογνωμία ήρωική πού πολέμησε πολλές φορές δίπλα μέ τόν Καπετάν Κράκα, πού παίρνει μέρος στήν πολιορκία καί τήν κατάληψη τής Φλώρινας μαζί μέ τόν θρυλικό Καπετάν Νταβέλη στά 1879 δέν είναι άλλος από τήν Περιστέρα, τή δεκαεφτάχρονη κοπελίτσα από τή Σιάτιστα.

Μέχρι πού βλέπει τό φως τό σημερινό δημοσίευμα, όλοι οί ιστορικοί πίστευαν, πώς είχαν νά κάνουν μέ δύο διαφορετικά πρόσωπα.
Μάλιστα ό Γ. Χατζηδάκης στό ίδιο δημοσίευμα μάς δίνει καί άλλες ένδιαφέρουσες πληροφορίες, πού συνεχίζουν τή βιογραφία τής καπετάν- Περιστέρας πέραν των όσων γνωρίζει γι’ αυτήν ό γερο-Ναούμης Τσίτσιαρης. Παραθέτομε τό σχετικό άπόσπασμα.

Μπαίνοντας στή Θεσσαλία ή Περιστέρα έγκαθίσταται στό Καζακλάρ, σημερινό ’Αμπελώνα.

Πρίν καλά καλά φτάσουνε, ή έλληνική κυβέρνηση συλλαμβάνει τόν άνδρα της κι άλλους καπεταναίους μέ τήν κατηγορία τής ληστείας καί τούς φέρνει στήν Αίγινα.
 Μ’ ένα πλήθος συστατικές επιστολές, από δεσποτάδες κι άλλους ανώτερους διοικητικούς, ξεκινάει ή Περιστέρα νά βρει τόν βασιλιά στήν πρωτεύουσα γιά νά τόν πείσει ότι ό άνδρας της, όπως κι αύτή ή ίδια κι οι άλλοι καπεταναιοι πού συλληφθήκανε, δέν ήσαν ληστές, αλλά πολεμήσανε τόν Τούρκο καί προστατέψανε τό ραγιά.

«Είναι έντροπή γράφει ή «Νέα Έφημερίς», «νά γίνωνται τοιαυτα αισχρά λάθη. Θέλομεν γράψει καί αυριον ν' άποδείξωμεν τήν άθωότητα τον άνθρώπου.
Άλλ' ας σπεύση καί σήμερον ή κνβέρνησις νά ίκανοποιήση τήν μόνην καί μόνον υπέρ του δικαίου αϊτησιν άνδρείας τής πτωχής γυναικός, ήτις εις πάσαν άλλην χώραν σήμερον ώς ήρωίς ήθελεν είσθε τό άντικείμενον γενικού θαυμασμού».

Τήν παρουσιάζουν στό βασιλιά μιά Κυριακή στό Σκοπευτήριο τής Καισαριανής πού γίνονται σκοπευτικοί άγώνες.
Ή Περιστέρα τόν προκαλει νά άναμετρηθεί κι εκείνη στό σημάδι μέ τόν καλύτερο άπό τούς άξιωματικούς του κι αν νικήσει, ό βασιλιάς νά απελευθερώσει τόν άνδρα της, τά παλικάρια της καί τούς καπεταναίους.

 Ή πρόκληση είναι δημόσια κι ή ιστορία τής Περιστέρας έχει γίνει γνωστή.

 Πολλοί τής παραστέκονται. ’Έτσι ό Γεώργιος υποχρεώνεται νά δεχτεί κι όπως γίνεται σ’ όλα τά παραμύθια, ή εικοσάχρονη κοπέλα νικάει τόν ένα μετά τόν άλλο τούς καλύτερους σκοπευτές του βασιλιά.
Μέ τό χαρτί τής χάρης στά χέρια της ή Καπετάνισσα πάει στίς φυλακές τής Αίγινας.

«"Αμα εισελθούσα», γράφει ή «Νέα Έφημερίς», «έτεινε τήν δεξιάν πρός τόν σύζυγόν της, αμέσως δέ περιεστοιχίσθη ύφ’ όλων τών οπλαρχηγών καί τών οπαδών των. Έν μέσω ένός τών δωματίων έθηκαν κάθισμα διά τήν Περιστέραν, αύτοί δέ έξηπλώθηκαν κατά γης μετά σεβασμού παρά τούς πόδας της οι ξακουστοί τουρκοφάγοι Νταβέλαι, ό Καμάρας καί άλλοι».

Έτσι ή Περιστέρα απελευθέρωσε τόν άνδρα της καί τούς συναγωνιστές της καί γύρισε στόν ’Αμπελώνα τής Λάρισσας. Έκεί γέννησε τρία παιδιά. Τόν Χαρίλαο, τήν Έλέγκω καί τήν ’Αννέτα. Τόν άνδρα της, τόν καπετάν Περδίκη, τόν σκοτώσανε κάποιοι γιά αντεκδίκηση κάπου έκεί στά 1890. Μέ τόν πόλεμο τού 497 οι Τούρκοι βρήκανε τήν εύκαιρία καί τής κάψανε τό σπίτι.
Αύτή κατάφερε νά γλιτώσει μετά άπό πολλές περιπέτειες καί νά φυγαδεύσει τά παιδιά της στό Βόλο. Κι άλλες περιπέτειες σημαδέψανε τή ζωή της πού ακόμα τίς ξεθάβουμε από μισοσβησμένα γραφτά κι άπό ξεθωριασμένες αναμνήσεις.

Καί κλείνουμε τό αφιέρωμα μέ τό τραγούδι τής Περιστέρας, πού μάς τραγούδησε ό γερο-Ναούμης Τσίτσιαρης.

Ποιός έχει αράδα σήμερα — νά ρίξει στό νησάνι 
Ή Περιστέρα είχε σειρά νά ρίξει στό νησάνι
 Ή τσούπρα άπό τή βία της — κι άπ’ τόν πολύ σεβντά της
τής ’κόπη το χρυσό κουμπί — κι έφάνη το βυζί της 
ένας στόν άλλο έλεγε — ένας στόν άλλο λέει 
Παιδιά τί 'ναι τό μάλαμα — καί τί ’ναι τό άσήμι 
μ’ ένα μικρό κλεφτόπουλο — μικρό διαβολισμένο
 Δέν εΐν’ παιδιά μ’ τό μάλαμα — μά μήτε καί τ’ άσήμι 
μόν’ είναι κόρης τό βυζί — τής νιας τής Περιστέρας.

Τέλος της επαναστάσεως - Αντίποινα

Σάν μπήκε ό χειμώνας του 1878, τά επαναστατικά σώματα άρχισαν νά συρρικνώνονται κι οί πολεμιστές ένας-ένας νά επιστρέφουν στή θαλπωρή τής οικογενειακής τους έστίας.

 Είχαν όμως έν τώ μεταξύ έπιτελέσει έργο σπουδαίο, αφού οχτώ χρόνια μετά τήν άναγνώριση τής Εξαρχίας, μέ τούς άγώνες καί τίς θυσίες τους άπέδειξαν, ότι ήταν άποφασισμένοι καί νά πεθάνουν άκόμα γιά τή λευτεριά τους κι ότι ή συνθήκη του Αγίου Στεφάνου δέν μπορούσε νά περάσει έκει, όπου κι οί γυναίκες άδραχναν τα όπλα.

Βέβαια τά τουρκικά άντίποινα καί πάλι ύπήρξαν σκληρά.

 Οί επιδρομές συνεχίστηκαν άγριότερες, ιδίως στήν περιοχή Καστοριάς, όπου ή δημόσια άσφάλεια άνατέθηκε στόν Αλβανό άμνηστευμένο άρχιληστή Άβεδήν.
Τά έγγραφα πού δημοσίευσε ό Εύ. Κωφός είναι γεμάτα άπό περιγραφές έγκλημάτων του σέ βάρος γυναικών καπεταναίων, όπως τούτο τό άπόσπασμα έγγράφου σχετικού μέ τήν καταστροφή τής Σλήμιτσας:

«Κατόπιν οι επιδρομείς συμπλημουντές τό έργον τής καταστροφής του χωρίου τούτου, έπετέθησαν κατά τών κατοίκων φονεύσαντες καί τραυματί- σαντες άνδρας καί γυναικόπαιδα περί τά τριάκοντα. Δύο ημέρας μετά τήν διάπραξιν του κακουργήματος τούτου ό Άβεδήν μετά τής ύπ’ αυτόν ορδής επανακάμπτει εις Καστοριάν φέρων τρεις κεφαλάς καί άπάγων νέον τινα καί δύο γυναίκες, περί ών βεβαιοϋνται ότι ή μέν είναι σύζυγος, ή δέ άδελφή του Ταλίπη»***
Πολλές περιοχές δεινοπάθησαν τότε. Άπ’ τό βιβλίο τού Σ. Τζιούφα «Τό Δίλοφον Βοΐου» (σελ. 26) πληροφορούμεθα:

«1879 Ιουνίου 24. Κυριακή εσπέρας ήλθον οί λησταί καί έγδυσαν τήν οικίαν του Παπαϊωάννου Ντρούγκα καί του άφήρεσαν έως 80 λίρας τουρκικάςς. Τήν θείαν τον Βασίληναν τήν έζεμάτισαν καί πολύ ύπέφερε. Τίς νύφες τον έξαδέλφον τον τίς έλαβαν αιχμάλωτες καί τίς έβασάνισαν πέντε ήμέρας καί έστειλαν άλλες ιδιαίτερες πεντήκοντα λίρας καί τές άπόλυκαν.
Παπαιωάννης γράφω δι’ ένθύμησιν»

Τήν ίδια έποχή, τόν Ιούνιο του 1879, διέτρεξε κι ή Θεσσαλονίκη μεγάλο κίνδυνο, καθώς, ένώ ό Πρόξενος Βατικιώτης απούσιαζε στήν Κωνσταντινούπολη, ξέσπασε στό Προξενείο πυρκαγιά καί πήρε φωτιά ένα άπό τά κιβώτια όπλων, πού μυστικά ήταν άποθηκευμένα στά ύπόγεια.

Γεννήθηκε τότε φόβος, μήπως γίνει έρευνα, βρεθούν τά ύπόλοιπα, άκολουθήσουν ανακρίσεις καί άποκαλυφθεί, ότι ή έπανάσταση τού προηγούμενου χρόνου έκπορεύονταν άπό τό Προξενείο.
 Εύτυχώς τήν κατάσταση έσωσε τό θάρρος τής κυρίας Βατικιώτη, πού κρυφά μετέφερε λίγα-λίγα τά όπλα μέ τή βοήθεια τής Μαρίας Σπανδωνή — μετέπειτα συζύγου τού Θεοχάρη Πεντζίκη- καί τής Έρριέτας Οικονόμου στό σπίτι τής Σπανδωνή στή συνοικία Αγίου ’Αθανασίου, όπου τά έκρυψαν σέ άδεια στέρνα.

Φυσικά τών άντιποίνων δέν έξαιρέθηκε κι ό Βούρινος, όπου άλλωστε χτυπούσε ή καρδιά τού αγώνα.

Στίς 5-1-1880 ληστές βασάνισαν απάνθρωπα τούς κατοίκους, γιά νά τούς παραδώσουν τούς κρυμμένους θησαυρούς, πού είχε τάχα έκεί ή επαναστατική έπιτροπή, ζεμάτισαν τή γυναίκα τού τσέλιγκα Γκουλιάφα μέ καυτό λίπος, σκότωσαν μιά άλλη τσελιγκοπούλα γιατί δέν ήθελε νά τούς ακολουθήσει σάν αιχμάλωτη κι έσυραν μαζί τους πολλές σκλάβες,γιά τή λευτεριά τών οποίων οι δικοί τους πλήρωσαν ύπέρογκα λύτρα.
Μόνο γιά τήν Τασιάνα Τζιότζιου ό άνδρας της θυσίασε 800 γιδοπρόβατα .
Έτσι τέλειωσε μιά ακόμα έπανάσταση, ή τού 1878.
 Άδοξα.
Μέ ύπέρτατες θυσίες καί γυναικών μαρτύρια, χωρίς καί πάλι ή λευτεριά νά ρθει...

Ωστόσο επιβεβαιώθηκε γιά μιά ακόμα φορά ή εθνική αύτογνωσία τών Μακεδόνων
 καί διατρανώθηκε
 ή απόφασή τους 
νά παραμείνουν Έλληνες 
ή νά πεθάνουν βουτηγμένοι
 στό αίμα τής εθελοθυσίας τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια: