Τετάρτη, 30 Μαΐου 2012

Θράκη: Η ελληνική εκπαίδευση τον 19ο αιώνα.



Θράκη του ΙΘ΄ αιώνα:Η ΕΠΟΠΟΙΪΑ ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΠΑΡΑ ΤΑ ΕΓΓΕΝΗ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ



  1. Γράφει ο Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης

*Η φιλεκπαιδευτική δράση των Θρακικών συλλόγων
*Η προσφορά των φιλογενών Ελλήνων
*Προβλήματα διχόνοιας και παραγοντισμού
*Η στάση του Οθωμανικού κράτους

Το δεύτερο μισό του ΙΘ΄ αιώνα και τα χρόνια που ακολούθησαν έως το 1920, χαρακτηρίζονται από πολλούς μελετητές και δικαίως, ως εποχή πολιτιστικής και εκπαιδευτικής άνθισης στη Θράκη. Πρόκειται για μια πραγματική εθνική εποποιία. 
Είναι η εποχή, που άρχισαν να δραστηριοποιούνται διάφοροι φιλεκπαιδευτικοί σύλλογοι, οι οποίοι ωθούσαν τον υπόδουλο Ελληνισμό να στραφεί προς την Παιδεία.

Οι κινήσεις τους έμπρακτες, σχεδόν πάντα περιλάμβαναν ίδρυση σχολείων, αποστολή δασκάλων, βιβλίων και εποπτικών οργάνων και οικονομική ενίσχυση. Ουσιαστικά οι σύλλογοι αυτοί, υποκαθιστούσαν το ελληνικό κράτος στις υπόδουλες περιοχές. Και φυσικά μεγαλούργησαν, παρά τα ποικίλα προβλήματα που αντιμετώπιζαν καθημερινά, είτε από την αδιαφορία των κατοίκων είτε από τις τοπικές παραταξιακές έριδες.
Κατά τα έτη 1871-75, ιδρύθηκαν οι περισσότεροι και σημαντικότεροι σύλλογοι στις ελληνικές πόλεις της Θράκης.
Η Εκπαιδευτική και Φιλανθρωπική Αδελφότητα της Κωνσταντινούπολης, ένας από τους πλέον διακεκριμένους συλλόγους, την ίδια περίπου εποχή, είχε αναλάβει σε συνεργασία με την Πατριαρχική Εκπαιδευτική Επιτροπή την οικονομική ενίσχυση των σχολείων, με έσοδα που είχε από τις συνεισφορές πλουσίων ομογενών, τις επιχορηγήσεις που έρχονταν από το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών και κυρίως με την έμπρακτη συμμετοχή των κατοίκων της Θράκης και των τοπικών εκκλησιών.
Επιστατούσε στην πρόσληψη δασκάλων ζητώντας κάθε χρόνο την υποβολή λεπτομερών εκθέσεων για τους μαθητές, τα σχολεία, την κατάσταση των κτιρίων, τις εκκλησίες, την εθνολογική  σύνθεση των πληθυσμών, τα  χρήματα που διέθεταν οι τοπικές κοινωνίες κλπ.  


*Διδυμότειχο: Σε πρώτο πλάνο διακρίνονται οι τουρκικοί στρατώνες
"κισλάδες"
 απ' όπου πήρε την ονομασία της
η συνοικία της Αγίας Πέτρας
Στους Κώδικες της Μητρόπολης Διδυμοτείχου, διασώθηκε η επιστολή που είχε σταλεί προς τους Μητροπολίτες της Θράκης από την Εκπαιδευτική και Φιλανθρωπική Αδελφότητα της Κωνσταντινούπολης. Την υπέγραφε ο πρόεδρος  Γεώργιος Ζαρίφης και ο γενικός γραμματέας Δ. Πασπαλής. Με την επιστολή αυτή γνωστοποιούσαν ότι με την ευλογία του Οικουμενικού Πατριάρχη συγκροτήθηκε η Αδελφότητα με διπλό σκοπό, εκπαιδευτικό και φιλανθρωπικό. Η Εκπαιδευτική και Φιλανθρωπική Αδελφότητα αποσκοπούσε στη διαφώτιση των Ελλήνων για τη λειτουργία των σχολείων και στην προπαρασκευή στελεχών για τη διδασκαλία στις πόλεις και τα χωριά. Ιδρύθηκε επί Πατριάρχου Ιωακείμ του Γ΄.
Άλλοι σύλλογοι, που ιδρύθηκαν την εποχή εκείνη στη Θράκη και έγγραφά τους, διασώθηκαν στη Βιβλιοθήκη της Βουλής, είναι:
¨     Ο Θρακικός Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος Ραιδεστού που ιδρύθηκε στις 30-3-1871. Το Σεπτέμβριο της επόμενης χρονιάς μάλιστα, όπως γράφει ο «Νεολόγος»[1] της Κωνσταντινούπολης, η κοινότητα των Ραιδεστινών, μετά από Θεία Λειτουργία, ανέθεσε με επίσημο πρακτικό, στο σύλλογο την αναδιοργάνωση, επίβλεψη και διατήρηση των εκπαιδευτηρίων. Μια εβδομάδα νωρίτερα, είχε επιλέξει εφόρους του ελληνικού σχολείου τους  Γρηγόριο Λαζίδη, Μ. Μαργαριτώφ, Αθηνόδωρο Δημητρίου και επιτρόπους των δύο εκκλησιών της Παναγίας και του Αγίου Γεωργίου «οικοκυραίους και καλούς πολίτας» Αθανάσιο Χ. Αγγελάκη, Γεώργιο Χ. Δημητρίου, Ευαγγέλη Μανδινάκη, Σταύρο Τζωρτζώφ, Ιωάννη Ξανθόπουλο και Χατζή Θεόδωρο Παπαδόπουλο.
¨     Ο Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος Αδριανουπόλεως, που ιδρύθηκε το 1872.
¨     Ο Μουσοφιλής Σύλλογος Αρκαδιουπόλεως (Λουλέ Μπουργκάζ) που ιδρύθηκε το 1872. Επιπλέον ο «Νεολόγος» της Κωνσταντινούπολης είχε γράψει τότε, ότι ο σύλλογος άρχισε να λειτουργεί από 1 Οκτωβρίου 1872 και ότι «οι πλείστοι των κατοίκων των ευπορούντων και μη, αυθορμήτως συνέδραμον». Το 1874 είχε δεχθεί και γενναία συνεισφορά από τους Ραιδεστινούς Αθ. Μανουηλίδη και αδελφούς Γ. Κεχαγιόγλου, τα ονόματα των οποίων ανέγραψε και στη στήλη των ευεργετών.
         
Από δημοσιεύματα του Τύπου της εποχής εκείνης εξάλλου, πληροφορούμαστε ότι δραστήριοι ελληνικοί σύλλογοι, άρχισαν να δημιουργούνται και σε άλλες θρακικές πόλεις.
          Ένας από τους γνωστότερους συλλόγους, ο Θρακικός Εκπαιδευτικός Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως ιδρύθηκε στις 15 Οκτωβρίου 1872. Στην πρώτη συγκέντρωση ο γιατρός Ηροκλής Βασιάδης, εκφώνησε βαρυσήμαντο λόγο για την ιστορία της Θράκης, από των αρχαιοτάτων χρόνων, που δημοσιεύθηκε σε συνέχειες στον «Νεολόγο». Στην τελευταία συνέχεια ο ομιλητής ανέφερε και τα ονόματα των φιλογενών Ελλήνων, που πρόσφεραν τα πρώτα χρήματα για να λειτουργήσει ο Σύλλογος. Μάλιστα έκανε αναφορά στην σημαντική συνεισφορά του Γεώργιου Ζαρίφη χωρίς να αναφερθεί στα ποσά που διέθεσε  και τα οποία ασφαλώς δεν ήταν ευκαταφρόνητα. Υπάρχουν όμως τα ονόματα των άλλων δωρητών, που είναι οι ακόλουθοι:

          Γ. Κορωνιός 50 λίρες, Α. Βλαστός 20 λίρες, Α. Συγγρός 25, Θ. Μαυροκορδάτος 20, Κ. Καλλιάδης 10, Δ. Αριστάρχης 10, Μ. Γκιουμουσγκερδάνης 10, Χ. Κουϊμουτζόγλους 10, Αδελφοί Αντωνιάδη 10, Χ. Γ. Κωνσταντινίδης 10, Α. Ευγενίδης 10 λίρες και 2 ετησίως, Α. Σγούτας 5, Α. Νομικός 5 και 1 ετησίως, Α.Ε. Ράλλης 3 και 1 ετησίως, Α. Ψυχάρης 10 και 1 ετησίως, Α. Ζωηρός 5 και 1 ετησίως, Ηροκλής Βασιάδης 10 ετησίως.
*Ο Κωνσταντίνος Ξενοκράτης 
        
  Ο ομιλητής προσδοκούσε επίσης σε μια ακόμη γενναία εισφορά από τον Κωνσταντίνο Ξενοκράτη, αφού αμέσως μετά τα ονόματα των δωρητών, διερωτήθηκε ενώπιον του ακροατηρίου του:
 «Τι δε ο φιλόπατρις και διάσημος της Θράκης γόνος ο κ. Κωνσταντίνος Ξενοκράτης;».

          Ο Κ. Ξενοκράτης γεννήθηκε στο Σαμμακόβι της Ανατολικής Θράκης το 1803 και νεότατος πολέμησε με τους Ιερολοχίτες του Αλέξανδρου Υψηλάντη στο Δραγατσάνι. Ήταν από τους ελάχιστους που διασώθηκαν και αργότερα απέκτησε πλούτο και φήμη. Η στολή που φορούσε στον Ιερό Λόχο είναι η μοναδική στολή Ιερολοχίτη, η οποία διασώζεται σήμερα στο Μουσείο της Εθνολογικής Εταιρίας, στο κτίριο της Παλαιάς Βουλής. Ο Ξενοκράτης μαζί με τον αδελφό του, διέθεσε τα πλούτη του για έργα ευποιίας υπέρ των συμπατριωτών του.
          Τον Απρίλιο του 1871 αναγγέλθηκε η έναρξη της λειτουργίας του περίφημου Αναγνωστηρίου της Αίνου «Ο Ευαγγελισμός» με κύριο σκοπό την «εκ παντός τρόπου ενίσχυσιν των γραμμάτων εν τω τόπω και την εν τοις πέριξ διάδοσιν αυτών».
          Στην Καλλίπολη, στα μέσα Δεκεμβρίου 1871 με πρωτοβουλία των δασκάλων ιδρύθηκε σύλλογος των νέων με σκοπούς την αγαθοεργία και τη διάδοση των γραμμάτων.


*Η Φιλιππούπολη


          Στη Φιλιππούπολη το Φεβρουάριο του 1872 συνεστήθη 
Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος 
με περίπου 1.000 μέλη. 
Ο σύλλογος αυτός είχε και την ενθάρρυνση των προξένων της Ελλάδας, της Αγγλίας, της Ρωσίας και της Αυστρίας, οι οποίοι γράφηκαν μέλη του από τους πρώτους και για να τους τιμήσουν τους έκαναν τελικά επίτιμα μέλη.



*Εικόνα από την Τυρολόη 
          Στην Τυρολόη ιδρύθηκε το 1873 ο 
«Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος Τυρουλώης»
 όπως ήταν το αρχαίο όνομα της πόλης 
«μέλημα έχων την ενίσχυσιν των ελληνικών γραμμάτων». 
Στην Τυρολόη υπήρχαν τρία σχολεία, τα οποία επέβλεπε το 1875 ο αρχιμανδρίτης Χατζή Άνθιμος. Έφοροι των σχολείων ήταν οι Βαφειάδης Ν. Ανδρέου Ζαφ. και Μιτακίδης Ι. Ο σύλλογος είχε τότε 70 μέλη τα οποία ήθελαν να ανεγείρουν Παρθεναγωγείο. Αγόρασαν μάλιστα ξυλεία και τούβλα για την ανέγερση. Προχώρησαν και στη δημιουργία βιβλιοθήκης.

          Στην Ηράκλεια τον Απρίλιο του 1874 ιδρύθηκε
 η Φιλόμουσος Αδελφότης με την επωνυμία «Περίανθος» 
«προς υποστήριξιν και ενθάρρυνσιν των ελληνικών γραμμάτων».
          

*Αδριανούπολη: Οθωμανική Στρατιωτική 
Σχολή Πυροβολικού


Το Οθωμανικό κράτος

Χάρη στη δράση ορισμένων φιλογενών κατοίκων της Θράκης, των κοινοτήτων, των πόλεων και των συλλόγων αυτών, λειτούργησαν σπουδαία σχολεία σε αστικά κέντρα της Θράκης, αλλά και σε μικρότερα χωριά. Βέβαια τα προβλήματα παρέμεναν και πολλά χωριά είχαν μείνει χωρίς σχολεία. Ωστόσο στη Θράκη υπήρξε και άνθηση της Παιδείας.

          Το επικυρίαρχο Οθωμανικό κράτος, περιέργως έδειξε μια αξιοπρόσεκτη ανεκτικότητα στις δραστηριότητες των συλλόγων, που δημιουργούσαν οι υπόδουλες εθνότητες. Ανάλογους συλλόγους είχαν αρχίσει να συγκροτούν και οι Βούλγαροι. Πάντως το Οθωμανικό κράτος επεδείκνυε απολύτως εχθρική συμπεριφορά, όταν είχε υποψίες πως οι δραστηριότητες των συλλόγων περιείχαν και στοιχεία ανατρεπτικής δράσης ενάντια στο Δοβλέτι.
    
    Τα στοιχεία που παρουσιάζουμε εδώ, αφορούν κυρίως την ελληνική εκπαίδευση στη Θράκη και τα προβλήματά της, όπως περιγράφονται στα έγγραφα του φακέλου της Βιβλιοθήκης της Βουλής. Τα προβλήματα αυτά, συνοψίζει με αξιοπρόσεκτη περιγραφή η Κυριακή Μαμώνη[2] γράφοντας:

«Φυσικά δεν έλειψαν κάθε είδους αυθαιρεσίες και αποδιοργανωτικές ενέργειες.

 Αδικίες των μουχτάρηδων, μεροληψίες των δημογερόντων, ασυδοσίες των εφόρων και των επιτρόπων, πλημμέλειες της αρχιερατικής εποπτείας, που γίνονταν περισσότερο αισθητές σε απομακρυσμένες από την πρωτεύουσα κοινότητες.
Γενικά όμως πηγές έγκυρες, όπως κατάστιχα ενοριακά, μητροπολιτικά, κοινοτικά και εκθέσεις προξενικές, δίνουν πληροφορίες και μαρτυρίες πειστικές για τις προσπάθειες που κατέβαλε ο διασκορπισμένος Ελληνισμός της Θράκης, να στηρίξει την πνευματική, κοινωνική και εθνική του ύπαρξη».

Εκ της επιβαρυνούσης ημάς ληθαργίας…

*Ραιδεστός
Ο Θρακικός Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος Ραιδεστού έστειλε στις 20 Ιουλίου 1880 προς τον Γεώργιο Ζαρίφη, πρόεδρο της Εκπαιδευτικής και Φιλανθρωπικής Αδελφότητος στην Κωνσταντινούπολη έκθεση για την κατάσταση της Ελληνικής Παιδείας στη Θράκη. Η έκθεση υπογράφεται από τον πρόεδρο Γρ. Κ. Λαζίδη και τον γενικό γραμματέα Μ. Δ. Μαργαριτώφ.
        
  Στην έκθεση αυτή, που μπορεί να χαρακτηρισθεί κραυγή αγωνίας για την κατάσταση στην οποία είχαν περιέλθει τα εκπαιδευτικά πράγματα του υπόδουλου Ελληνισμού της περιοχής, τονίζεται χαρακτηριστικά, ότι «είχεν αμβλυνθεί κάθε αίσθημα φιλομουσίας λόγω μακράς δουλείας και παντελούς ελλείψεως εποπτείας».
         
 Ταυτόχρονα επισημαίνονται οι δυσλειτουργίες που παρουσιάζονται είτε εξαιτίας της πολυπραγμοσύνης τοπικών παραγόντων είτε εξαιτίας της αμέλειας άλλων.
          
«Κατά τα τελευταία ταύτα έτη- τονίζουν οι Ραιδεστινοί παράγοντες- μικρά σημεία εξεγέρσεως εκ της επιβαρυνούσης ημάς ληθαργίας ανεφάνησαν, δοθείσης της πρώτης ωθήσεως από διαφόρων φιλοπροόδων κεντρικών και επαρχιακών σωματείων, συνεργούντων και τινων εκασταχού φιλομούσων. Ατυχώς είτε εξ αβελτηρίας πολλών κοινοτήτων είτε εκ φιλαργυρίας άλλων ευπορουσών μεν, προσπαθουσών δε δαπάναις των ξένων σωματείων να διατηρώσι τας εαυτών σχολάς, είτε εκ της ασκόπου πολλάκις και επιδεικτικής μάλλον διανομής βοηθειών πλείστων κεντρικών σωματείων, δεν επήλθεν ωφέλεια ανάλογος των δαπανηθέντων χρημάτων και της επιθυμίας των ταύτα χορηγούντων μεγατίμων ομογενών. Διότι πολλαί μεν κοινότητες αν και ευπορούσαι και έχουσαι τακτικάς προσόδους προερχομένας ως επί το πλείστον εκ των προσκυνημάτων και άλλων παραπλησίων, δαπανώσαι ταύτας εφ’ ά μη δει, επικαλούνται των αρωγών ζαπλούτων ομογενών και των κεντρικών σωματείων, εκμεταλλευόμεναι ούτω την φιλοπατρίαν αυτών, ως επί παραδείγματι η κοινότης Ηρακλείας, ήτις καίτοι έχουσα υπέρ τας 300 λίρας τακτικάς ενιαυσίους προσόδους και δυναμένη κατά συνέπειαν να διατηρήσει αρκούντως καλά κατηρτισμένα εκπαιδευτήρια, την υμετέραν υποστήριξιν, πολλαί δε, ενώ, εάν ολίγην πλειοτέραν εδείκνυον φιλομουσίαν, ηδύναντο κάλλιστα να επαρκέσωσιν εις τας ανάγκας των, επικαλούνται επίσης ξένας προστασίας, οία εστίν επί παραδείγματι η κοινότης Χώρας και άλλαι. Πολλαί δεν πραγματικής χρήζουσαι βοηθείας δεν τολμώσιν ή δεν επίστανται να αιτήσωσιν συνδρομήν».
         
«…Έλληνας ποθούσι να έχουσι διδασκάλους».

Ανάλογα προβλήματα περιγράφει για τα Μάλγαρα, ο διευθυντής της Αστικής Σχολής Ιωάννης Ανθόπουλος σε έκθεσή του της 23 Οκτωβρίου 1887, για τα λειτουργούντα σχολεία  24 χωριών της επαρχίας, τον αριθμό των οικογενειών, των  μαθητών και των δασκάλων (με τους μισθούς τους) επισημαίνοντας:
         
 «Συντηρούνται δε άπασαι αι ανωτέρω σχολαί ιδίαις δαπάναις. Μη υπαρχούσης όμως της δεούσης εποπτείας μεγίστη επικρατεί πλημμέλεια εν απάσαις ταις σχολαίς των χωρίων, των διδασκάλων μη όντων υποχρεωμένων να δίδωσιν λόγον των πράξεών των και συνεπεία τούτων η παιδεία χωλαίνει λίαν και οι κάτοικοι εις λίαν διατελούσι παχυλή αμαθεία. Ανάγκη όθεν να ληφθεί πρόνοια όπως σταλώσιν τουλάχιστον νηπιαγωγοί εις τινα κεντρικώτερα μέρη και ούτως ίσως παύσει καταμαστίζουσα τα πέριξ ελληνικά χωρία η της απαιδευσίας μάστιξ».
          
Διασώθηκε επίσης ένα απόσπασμα- μάλλον αντίγραφο άλλου πρωτοτύπου εγγράφου- με αριθμό πρωτοκόλλου 1004 και ημερομηνία 18 Μαΐου 1890 του Ιωάννη Ανθόπουλου διευθυντή της Αστικής Σχολής Μαλγάρων στο οποίο επισημαίνει:

«Κατά το διάστημα της τετραετούς μου ενταύθα διδασκαλίας μελετήσας τα χωρία της επαρχίας μας εκ του σύνεγγυς κατέληξα εις το ακόλουθον συμπέρασμα, Ότι των χωρίων της επαρχίας Μαλγάρων απάντων όντων Ελληνικών ουδαμού υπάρχει ανάγκη αποστολής διδασκάλου, ειμή μόνον εις τα εξής τέσσερα χωρία Δουαντζή, Τεσλήμι, Λισγάρι, και Πισμάνκιοϊ των οποίων οι κάτοικοι ομιλούσι την Βουλγαρικήν αλλ’ εισίν ορθόδοξοι και Έλληνας ποθούσι να έχουσι διδασκάλους».

          Προβλήματα στην Εκπαίδευση, εντοπίζονται και στην επαρχία Λιτίτζης (σήμερα η περιοχή βρίσκεται στη Βουλγαρική επικράτεια). Σε μια επιστολή της 9 Μαρτίου 1877, που υπογράφεται από τον Ευστράτιο Σδρόλλα και απευθύνεται προς τον Φιλεκπαιδευτικό Σύλλογο της Αδριανούπολης, δίδεται απάντηση σε εγκύκλιο του συλλόγου με την οποία είχαν ζητηθεί πληροφορίες για τα ιερά καθιδρύματα του Ορτάκιοϊ και των χωριών της περιοχής.
          
«Προ πολλού, αξιότιμοι Κύριοι, εγνώριζον την θλιβεράν κατάστασιν και αβελτηρίαν της επαρχίας ταύτης ως προς τα εκπαιδευτικά της, αλλ’ ήδη δια τας ειδικάς ως έλαβον πληροφορίας αλγεινήν αισθάνομαι λύπην και είναι αδύνατον παντός Έλληνος και φιλομούσου η καρδία ίνα μη συγκινηθεί βλέπουσα την ακαλλιέργειαν των γραμμάτων και την παραγκώνισιν της παιδείας προερχομένην το μεν ένεκα παρεκτροπής και αμέλειας των προκρίτων και της εκκλησιαστικής Αρχής, το δε και ένεκα ανεχείας, των κοινών εκκλησιαστικών ταμείων, δι’ ών άλλοτε διετηρούντο τα Σχολεία μας και ως παράδειγμα αναφέρω την κωμόπολιν Ορτάκιοϊ, ήτις εστί ως πάσιν είναι γνωστόν και έδρα του Αρχιερέως Λιτίτζης, ενταύθα πρότινων ετών υπήρχον και διετηρούντο Σχολεία Ελληνικόν αλληλαδιδακτικόν και Παρθεναγωγείον προς τους διδασκάλους των οποίων απέτιον το Εκκλησιαστικόν Ταμείον κατ’  έτος πλέον των δεκαέξ χιλιάδων γροσίων, ήδη όμως προ δύω ετών ημίν Ελληνική Σχολή διελύθη και εκλείσθη ένεκα απορίας χρημάτων, η δε αλληλοδιδακτική μόλις διατηρείται μη λαμβανόντων των διδασκάλων ουδέ τα προς επάρκειαν, η οποία επίσης εάν δεν ληφθή η δέουσα πρόνοια πιστεύω να πάθη κατά Αύγουστον ότι έπαθε η Ελληνική. 
Το δε Παρθεναγωγείον του οποίου μόνον το όνομα διεσώθη, το διευθύνει εγχώριός τις γυνή με δεκάλιρον ετήσιον μισθόν της οποίας τα γράμματα είναι ενδεή, ώστε τα δυστυχή κοράσια διέρχονται τον πολύτιμον καιρόν των μαθητεύοντα αβρόχοις ποσίν, το οποίον πραγματικώς συγκινεί και του πλέον ηλιθίου την καρδίαν. Και ενώ άλλοτε οι μαθηταί των τριών Σχολών ανέβαινον εις 240 ήδη μόλις το παρθεναγωγείον αριθμεί 35 μαθητρίας, η δε αλληλοδιδακτική 120 μαθητάς κατά μέσον όρον».

          Ο Ε. Σδρόλλας μας δίνει όμως και άλλες πληροφορίες για την κατάσταση στα γύρω χωριά, αναφέροντας, ότι σε δύο μόνο χωριά την Λιτίτζα και το Ακαλάνι  διδάσκεται η αλληλοδιδακτική μέθοδος. Στα υπόλοιπα χωριά, ελληνικά και βουλγαρικά, διδάσκονταν τα «κοινά γράμματα ήτοι τα εκκλησιαστικά δηλ. οκτάηχος και ψαλτήριον, Απόστολοι, Μηνιαία κλπ. ως δε εν τοις ελληνικοίς χωρίοις ούτω και εν τοις βουλγαρικοίς, διδάσκονται τα ελληνικά στοιχεία ήτοι οι ελλ. χαρακτήρες, ως και η ακολουθία εν ταις εκκλησίαις ψάλλεται εν τη ελληνική γλώσση».
Ο Σδρόλλας προτείνει να σταλούν στα βουλγαρικά χωριά διδακτικά βιβλία «εις βουλγαρικήν φωνήν με ελληνικούς χαρακτήρας ή με παράφρασιν βουλγαρικήν και ελληνικήν δια να μαθαίνουσιν συν τη αναγνώσει  και την ελληνικήν γλώσσαν, διότι πολλάκις οι τε διδάσκαλοι και οι Βούλγαροι χωρικοί έκαμον παράπονα ότι δεν δύνανται οι μαθηταί να εννοήσωσιν τα αναγιγνωσκόμενα και επειδή υπάρχει φόβος μήποτε  εισάξωσιν τα βουλγαρικά στοιχεία αντί των ελληνικών, ημείς ούτω πράττοντες προλαμβάνομεν και εμπεδούμεν την ελληνικήν γλώσσαν  τοις Βουλγάροις».  

Σπουδαίως παραβλάπτουν την παίδευσιν…

*Το Ζάππειο Παρθεναγωγείο 
της Αδριανούπολης
          Πολλές φορές οι δυσλειτουργίες στην Παιδεία των Ελλήνων οφειλόταν στις διενέξεις των τοπικών παραγόντων, σε φιλοδοξίες και φατριασμό.
          Μια τέτοια εικόνα μας δίνει ένα ανυπόγραφο και αχρονολόγητο κείμενο από την Αδριανούπολη. Η κατά προσέγγιση χρονολόγησή του μπορεί να γίνει από την αναφορά του ονόματος της Καλλιρρόης Σιγανού (μετέπειτα Παρέν, η οποία διακρίθηκε ως η πρώτη φεμινίστρια της Ελλάδας) που υπηρέτησε με την ιδιότητα της εκπαιδευτικού στην Αδριανούπολη περί το 1888. Στο χειρόγραφο αυτό, μεταξύ άλλων, διεκτραγωδείται η κατάρα της διχόνοιας και του παραγοντισμού.
          
«Σημειωτέον προς τούτοις, ότι εις τα πλείστα ίνα μη είπω εις πάντα των χωρίων, ο διορισμός του διδασκάλου αποτελεί το σημείον, εν ώ συγκρούονται αι διάφοροι των χωρίων πολιτικαί μερίδες. Ως εκ τούτων εν ή περιπτώσει η μία μερίς η επικρατούσα διορίση τον εαυτής υποψήφιον, οι της εναντίας μερίδος οπαδοί δεν στέλωσιν τα εαυτών τέκνα εις κοινόν σχολείον, αλλά μισθούσιν ιερέα τινά ή ψάλτην, ο οποίος εν τινι δωματίω διδάσκει την Οκτώηχον και το Ψαλτήριον. Το τοιούτον αποτελεί γεγονός άξιον προσοχής και θεραπείας, καθ’ ό  σπουδαίως παραβλάπτουν την παίδευσιν».

          Στο ίδιο χειρόγραφο πάντως, αναφέρεται, ότι στην Αδριανούπολη και τα προάστειά της υπήρχαν 15 ελληνικά εκπαιδευτήρια με 1630 μαθητές και μαθήτριες και 30 καθηγητές, δασκάλους και βοηθούς.
       
   Για το Κεντρικό Παρθεναγωγείο Αδριανούπολης που είχε 165 μαθήτριες σε έξι τάξεις, αναφέρει, ότι είχε διευθύντρια την Καλλιρρόη Σιγανού, που είχε σταλεί από το Σύλλογο προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων. Δίδασκαν επίσης εκεί, η Ασπασία Αποστόλου, η Ελένη Παναγιώτου, ο διδάκτορας Ι. Βεργάδης, ο Β. Γρηγοριάδης, ο Γ. Λογοθετίδης και  ο Κ. Χατσόπουλος. Η Ασπασία Αποστόλου είχε πάρει το Ράλλειο βραβείο του Αρσακείου, το έτος 1875[3].
*Η Δημογεροντία της Αδριανούπολης
 έπαιζε πάντα σπουδαίο ρόλο 
στην εκπαίδευση των Ελληνοπαίδων
          
Προβλήματα στην Παιδεία της Αδριανούπολης, που δεν μειώνουν βέβαια την τεράστια προσφορά της πόλης και των κατοίκων της στην εκπαίδευση των υπόδουλων Ελλήνων, εντοπίζονται και το 1875. 
Ο «Νεολόγος» στις 9 Οκτωβρίου 1875 με ένα δημοσίευμά του κάνει λόγο για «ελεεινή κατάσταση» την οποία όπως γράφει μια ομάδα επιμένει να εμφανίζει ως ανθηρά και προτρέπει το μητροπολίτη να λάβει«σπουδαίαν πρόνοιαν περί της βελτιώσεως των κακώς εχόντων». 


Ταυτόχρονα ο εισηγητής της εξεταστικής επιτροπής για τα σχολεία της Αδριανούπολης Κριτής, στην έκθεσή του έλεγε με σαφήνεια: «Η κατάστασις των σχολείων και το λέγω μετά μεγίστης μου θλίψεως, είναι ουχί ευάρεστος». Ανέφερε επιπλέον ότι η εφορία των σχολείων δεν αντικατέστησε τον αποθανόντα δάσκαλο Γεώργιο Κωνσταντινίδη, που είχε διδάξει εκεί επί πολλά χρόνια και στον οποίο και μετά θάνατον όφειλε 15.000 γρόσια.

           Για την ιστορία: Ο Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος Αδριανούπολης ιδρύθηκε στις 14 Ιανουαρίου 1872 από τους Κ. Δήμησσα, γιατρό, τον Εμμανουήλ Αλτιναλμάζη, Αλέξανδρο Σακελλαρίδη, Χατζή Βασιλάκη Ιωαννίδη. Μιχαήλ Κυριαζόπουλο, Χριστόδουλο Μαυρίδη, και Κωνσταντίνο Περίδη. Ανάμεσα στους  σκοπούς  του συλλόγου, ανέφεραν και την «της εκπαιδεύσεως στήριξιν και αρωγήν».

          Προβλήματα ερίδων των τοπικών παραγόντων περιγράφονται και στο Λουλέ Μπουργκάζ. Ο Μουσοφιλής Σύλλογος της πόλης με πρόεδρο τον Π. Γεωργιάδη και γεν. γραμματέα τον Π. Ι. Λαμπουσιάδη σε επιστολή προς τον πρόεδρο του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου Αδριανούπολης Ι. Μ. Αλτιναλμάζη χρησιμοποιεί σκληρή γλώσσα. Διατυπώνει ευθέως την κατηγορία, ότι οι τοπικοί παράγοντες «…ουδαμώς ή ελάχιστα περί των μαθητών φροντίζουσιν» και τονίζει χαρακτηριστικά:

          «Εις ρήξεις διηνεκείς μετά των πολιτών ευρίσκονται, εξ ού κομματικοί διαπληκτισμοί προς μεγίστην συμφοράν και όλεθρον, ούτοι καθίστανται αίτιοι να αναπτύσσονται, οι δε πρόκριτοι γεγηρακότες εν αμαθεία και πάντες εν γένει οι το κοινό συμφέρον ύστερον θεωρούντες και μόνον την θέλησιν αυτών συνηθισμένοι να επιβάλλωσι προς ούς οι εφιάλται προστρέχουσι κολακευόμενοι δια την προτίμησιν ταύτην, μετά βλακώδους αφελείας και αναλγησίας προτιμώσιν να βλέπωσιν τα πράγματα της χώρας εις το χείλος του βαράθρου περιερχόμενα ή την μη πραγματοποίησιν της θελήσεώς των».

          Για την εκπαίδευση στο Λουλέ Μπουργκάζ έχουμε εικόνα και από επιστολή του Μουσοφιλούς Συλλόγου στις 4 Μαρτίου 1879 στην οποία δεν διασώζεται ο αποδέκτης. Η επιστολή υπογράφεται από τον τότε πρόεδρο του Συλλόγου Π. Γ. Σαζανίδη και τον γενικό γραμματέα Αντώνιο Ιωαννόπουλο και αναφέρει μεταξύ άλλων:
          
«… Πλην ατυχώς ο επελθών πόλεμος και αι εκ τούτου αταξίαι ηνάγκασαν τον σύλλογον να σιγήσει επί τινα καιρόν. Μόλις όμως, η ησυχία ήρξατο επανερχομένη και αμέσως ο Σύλλογος ήρξατο να εργάζηται, έφερεν εξ Αθηνών διδάσκαλόν τε και διδασκάλισσαν ών την εκλογήν προθύμως πάνυ και ευγενώς ανεδέξατο ως πάντοτε πρόθυμος ο Σύλλογος προς διάδοσιν των Ελλ. Γραμμάτων όστις και δια νέας έτι πράξεως εφελκύσατο την αιώνιον ημίν ευγνωμοσύνην δωρησάμενος άρτι αρκετά βιβλία δια την καταρτιζομένη βιβλιοθήκην του Συλλόγου. Ήδη συν τη δωρεά ταύτη κέκτηται 250 τόμους».

          Προβλήματα όμως δεν αντιμετώπιζε γενικότερα μόνο η Παιδεία των υπόδουλων, αλλά και οι ίδιοι οι δάσκαλοι, κυρίως με τις αμοιβές τους.
          Εδώ ας αρκεσθούμε σε ένα απόσπασμα από έγγραφο του αρχιερατικού επιτρόπου Μαλγάρων Νικόδημου Κομνηνού, με ημερομηνία 12 Μαΐου 1890. Αφορά τον τρόπο πληρωμής των διδασκόντων εις είδος. Για το Θυμίτκιοϊ Μαλγάρων (που απείχε 2,5 ώρες) αναφέρει την ύπαρξη 180 οικογενειών, που μιλούσαν ελληνικά και προσθέτει:
          «Είς μόνος εντόπιος διδάσκαλος διδάσκει τα κοινά πληρωνόμενος 30 κοιλά μεγάλα δηλ. διπλά σίτου τ.έ. περί τα 1.000 γρόσια».
          Για το Γιλανλί που είχε 30 οικογένειες οι οποίες μιλούσαν Ελληνικά και Αλβανικά, σημειώνει:
          «Οι μαθηταί διδάσκονται εις τον νάρθηκα της Εκκλησίας. Ο διδάσκαλος διδάσκει τα κοινά γράμματα πληρώνεται δε  μόλις 13 κοιλά σίτου, τουτέστι περί τα 400 γρόσια κατ’ έτος».
          Στο φάκελο της Βουλής με τα πολύτιμα ιστορικά έγγραφα για τη Θράκη, σώζεται και μια αναφορά του Μητροπολίτη Μαρωνείας Ιερωνύμου[4] με την ιδιόχειρη υπογραφή του και την ατομική του σφραγίδα, μαζί με τις υπογραφές εννέα εφοροδημογερόντων, των Δ.Χ. Καρύδη, Χατζή Γεώργιου Δ. Τζακίρη, Κ.Μ. Σκοπετέα, Π. Σκλάβαινα, Α. Καραμπάση, Γ.Φ. Φορμόζη, Μ.Π. Κομνηνού, Λ. Κομνηνού και Μ.Ι. Σιάκα. Η αναφορά αυτή περιγράφει τις προσπάθειες που γίνονται στην περιοχή του, για την Εκπαίδευση των Ελλήνων και απευθύνεται στην Ελληνική Φιλεκπαιδευτική Αδελφότητα της Αδριανούπολης.

*Η Κομοτηνή, όπου χρησιμοποιούσαν 
καμήλες για τις μεταφορές 

          Φοιτούσαν τότε στα σχολεία της Κομοτηνής, κατά το έγγραφο αυτό, περίπου 230 αγόρια και άλλα τόσα κορίτσια.

          Εκείνη τη χρονιά εκτός από το ένα Ελληνικό σχολείο, τα δύο Αλληλοδιδακτικά και το Παρθεναγωγείο, συστήθηκε και δεύτερο Παρθεναγωγείο, μεταβλήθηκε το ένα Αλληλοδιδακτικό σε Συνδιδακτικό σχολείο και αυξήθηκε ο αριθμός των δασκάλων. 
Η εφοροδημογεροντία «επέβαλε φόρους διαφόρους επί των προϊόντων και των επαγγελμάτων και απεφάσισε να ενεργώνται κατ’ έτος προαιρετικαί συνδρομαί». Και προειδοποιούσε ότι «ένεκα της πτωχείας των ημετέρων» δεν θα μπορούσε να βασίσει τις επιθυμίες της για να προκόψουν τα σχολεία της πόλης. Για το λόγο αυτό ζητούσε βοήθεια.   

*Μακρά Γέφυρα (Ουζούν Κιοπρού). 
Η Λαμπαδαρίδειος Αστική Σχολή

          Μια εικόνα για την κατάσταση της Παιδείας στη Μακρά Γέφυρα (Ουζούν Κιοπρού) περιλαμβάνει η επιστολή της 4ης Μαΐου 1879, του Αθ. Μαυρίδη σταλμένη στον Α. Χαλκειάδη στην Αδριανούπολη.
          Από την επιστολή αυτή πληροφορούμαστε, ότι στη Μακρά Γέφυρα φοιτούσαν 86 μαθητές από 6 έως 16 ετών (52 αγόρια και 34 κορίτσια). Για τη συντήρηση της σχολής δαπανούσαν ετησίως 66 λίρες ως μισθοδοσία του δασκάλου και 4 λίρες περίπου για καύσιμη ύλη και άλλα έξοδα. Τα χρήματα αυτά καταβάλλονταν με προαιρετικές συνεισφορές στις οποίες έπαιρναν μέρος μόλις 30 κάτοικοι σχετικώς εύποροι.

          Πολύ νωρίτερα όμως στο «Νεολόγο» της Κωνσταντινούπολης στις 16 Νοέμβρίου 1871 διατυπώνονται παράπονα για τον τότε Μητροπολίτη Αδριανουπόλεως Κύριλλο γιατί αδιαφορούσε για τα σχολεία της επαρχίας του, αλλά και για άλλα ζητήματα, που αφορούσαν το ποίμνιό του.
          Προβλήματα όμως για τα σχολεία της Θράκης, διαπίστωναν και στην Κωνσταντινούπολη. Το Μάρτιο του 1873 πραγματοποιήθηκε η ετήσια τακτική συνέλευση του Φιλεκπαιδευτικού Θρακικού Συλλόγου, στον οποίο προήδρευε ο Γ. Ζαρίφης. Οι Ζωγραφίδης και Ζωηρός, ανέλυσαν τη δραστηριότητα του συλλόγου για τα ελληνικά σχολεία. Ο ταμίας Αλεξανδρίδης Ζ. αναφέρθηκε στην οικονομική κατάσταση του Συλλόγου, ο οποίος διέθετε τότε κεφάλαια ύψους 1.000 λιρών.
          Ο «Νεολόγος» που δημοσίευσε το σχετικό ρεπορτάζ, προσπάθησε αλλά δεν μπόρεσε ουσιαστικά να κρύψει προβλήματα και δυσλειτουργίες, γράφοντας στις 17 Μαρτίου 1872:
          «Η έκθεσις της Φιλεκπαιδευτικής Επιτροπής απεκάλυψεν ασχημίας τινάς ας θεωρούμε καθήκον να αποσιωπήσωμεν, ευέλπιδες ότι αι τοιαύται ασχημίαι επανορθωθήσονται εν τω μέλλοντι. Πρόκειται περί ποιμεναρχών, ουδαμώς περί της διανοητικής αναπτύξεως του ποιμνίου αυτών μεριμνώντων αλλά κοιμωμένων υπό μανδραγόραν καθ’ όν χρόνον πολλοί περιστοιχούσιν ημάς πειρασμοί».
          Αξίζει όμως να αναφέρουμε ότι στη συνεδρίαση εκείνη διαβάσθηκε επιστολή με την οποία ο Μητροπολίτης Αδριανουπόλεως πρόσφερε για τους σκοπούς του συλλόγου 10 λίρες.
          Με σκληρή κριτική αντιμετωπίσθηκε το 1873 και ο Μητροπολίτης Βιζύης, για τον οποίο ο «Νεολόγος» έγραφε σε ανταπόκρισή του, ότι απειλείται η λειτουργία των σχολείων που είχαν ιδρυθεί από το 1837 «ένεκα της ασυγγνώστου αδιαφορίας και αμεριμνησίας του ηθικώς νωθροτάτου και αδρανεστάτου ημών μητροπολίτου». Μάλιστα όταν ο Θρακικός Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος της Κωνσταντινούπολης ζήτησε συνδρομητές από τη Βιζύη για τη στήριξη του έργου του έσπευσε μεταξύ των πρώτων να εγγραφεί ο ιερέας Σακελλάριος Παπαδήμος, προσφέροντας 1/4 της λίρας. Ο Μητροπολίτης όμως τον επέπληξε και αναγκάσθηκε να αποσύρει την εγγραφή του και τη δωρεά του. 

Η εκτέλεση του δάσκαλου Γ.Δ. Κόντη 
στη  Βιζύη

Οι δάσκαλοι όμως, πραγματικοί ήρωες της εποχής τους, είχαν να αντιμετωπίσουν ακόμα και κινδύνους κατά της ζωής τους, από τους φανατικούς Τούρκους.
          Στις 2 Νοεμβρίου 1852 άγνωστοι, δολοφόνησαν στη Βιζύη το δάσκαλο της Ελληνικής Σχολής της Βιζύης Γεώργιο Δ. Κόντη, καταγόμενο από τη Σέριφο.
          Σύμφωνα με τις προξενικές αναφορές από την Αδριανούπολη οι δύο ύποπτοι του φόνου ήταν οι ζαπτιέδες Χουσεΐν και Αβδής, παρά την άρνησή τους για συμμετοχή στο φόνο. Η μαρτυρία του ιερέως, που συνόδευε τον Κόντη το μοιραίο εκείνο βράδυ στο σπίτι του ήταν κατηγορηματική.  
          Ο Κόντης είχε θάρρος και μιλούσε ελεύθερα και άφοβα ασκώντας κριτική στην Οθωμανική εξουσία. Αυτό δεν του το συγχώρησαν ποτέ. Τη μέρα που δολοφονήθηκε, μέσα σε καφενείο επέκρινε τις πράξεις της τοπικής αρχής και στηλίτευε τις αταξίες των Ρεδιφιέδων, δηλαδή των εφεδρικών ταγμάτων.
          Πάντως η εκπαίδευση στη σκλαβωμένη Θράκη του περασμένου αιώνα, παρά τα προβλήματα και τις εύλογες δυσλειτουργίες που παρουσίαζε, δεν παύει να αποτελεί μια χρυσή σελίδα του Θρακικού Ελληνισμού.  Και η χρυσή αυτή σελίδα, μαζί με την δυσάρεστη και οδυνηρή «μαύρη σελίδα» της αδιαφορίας, περιγράφεται με λίγες λέξεις σε ένα ανυπόγραφο και χωρίς ημερομηνία χειρόγραφο. Πρόκειται για ένα δραματικό απόσπασμα, που αναφέρεται στο Μπαμπά- Εσκή της Ανατολικής Θράκης, για το οποίο γράφει:
          «Εις την κώμην Μπαμπά Εσκή, υπήρξε περίφημός τις ανήρ Χατζή Γιαννάκης ός εξ ιδίων δαπανών ανεγείρας Εκκλησίαν περί το έτος 1822, ανήγειρε σύγχρονον εν αυτή τη περιοχή και αλληλοδιδακτικόν σχολείον εν ώ εδιδάσκοντο και τινα ελληνικά μαθήματα. Μετά τον θάνατον του αοιδίμου εκείνου ανδρός ο διάδοχός αυτού υιός μη βαδίσας κατά τα ίχνη του πατρός του εγένετο αίτιος της ήδη παρακμής».

Χρέη κουρέως, τροφού και διδασκάλου

*Το ελληνικό Γυμνάσιο της Αδριανούπολης, 
σε αθηναϊκή εφημερίδα εποχής

          Πολύ ενδιαφέρουσα είναι η περιγραφή της κατάστασης της Παιδείας στο Σκούταρι της Αδριανούπολης. Σε επιστολή του δάσκαλου Λαμπουσιάδη προς τον Φιλεκπαιδευτικό Σύλλογο της Αδριανούπολης με ημερομηνία 20 Ιουλίου 1880, δίδεται μια εικόνα σχεδόν ιλαροτραγική, αφού ομολογεί ο δάσκαλος, ότι έγινε ακόμα και κουρέας των μαθητών του, οι οποίοι προηγουμένως, μη έχοντας τι άλλο να κάνουν, περιφέρονταν στους δρόμους… σαν τσιγγανάκια. Γράφει:
          «Η προ τεσσάρων σχεδόν μηνών ενταύθα ανεγερθείσα μικρή Δημοτική Σχολή αριθμεί περί τους 62 μαθητάς διαιρουμένους εις τέσσαρας τάξεις, της μια Νηπιακής. Μεγίστην επιμέλειαν και μέριμναν κατέβαλον και καταβάλλω όπως μορφώσω αυτούς Ελληνοπρεπώς, δια της παραδόσεως μαθητών κατά το πρότυπον Δημοτικόν Σχολείον εν Θεσσαλονίκη. Ότε ήλθον εύρον αυτή δίκην Αθιγγάνων εν αγυιαίς περιφερομένους ανυποδήτους, γυμνούς και πλήρεις ρύπου και βορβόρου. Χάριν όθεν της ανυψώσεως του ημετέρου Έθνους, υπέρ ού εν δοθείση περιστάσει και αυτήν την ζωήν μου θυσιάζω οτέ μεν ετέλεσα και τελώ χρέος αφ’ ενός κουρέως και τροφού, αφ’ ετέρου διδασκάλου».
          Και στο περιθώριο της επιστολής του κάθετα προ τη σελίδα γράφει εκφράζοντας την αγωνία του: «Εν βραχεί και βία και μη με λησμόνει».
*Δεδέαγατς ή Αλεξανδρούπολη. 
Η Λεονταρίδεις Σχολή. 
Σήμερα λειτουργεί
 ως Εκκλησιαστικό Μουσείο
Παρά τα ποικίλα προβλήματα, οι κάτοικοι των θρακικών πόλεων, δεν έπαυσαν να ενισχύουν τα εκπαιδευτήριά τους, ενώ οι προύχοντες των πόλεων έκαναν συχνές δωρεές.
Στην Αίνο στις 8 Μαΐου 1871 τελέσθηκε μνημόσυνο υπέρ αναπαύσεως του αοιδίμου Ιώβ «συμπολίτου ημών του μόνου προστάτου και ευεργέτου των εκπαιδευτικών ημών καταστημάτων».  Ο Ιώβ ήταν αρχιδιάκονος στο Πατριαρχείο των Ιεροσολύμων. Ο Ν.Γ. Χατζόπουλος εκφώνησε λόγο για τον σεβασμό προς τους ευεργέτες. Μετά διάβασε επιστολή του Αινίτη Εμμανουήλ Α. Χαρίλαου, ο οποίος διέμενε στη Μασσαλία  και εκδήλωνε την πρόθεσή του να βοηθήσει το Αναγνωστήριο. Ο ίδιος μάλιστα  Ε.Α. Χαρίλαος, όταν το 1867 μεγάλη πυρκαγιά αποτέφρωσε σχεδόν τη μισή Αίνο έστειλε χρήματα για να ανακουφίσει τους συμπατριώτες του. Το Αναγνωστήριο ανέγραψε το όνομά του, μεταξύ των ευεργετών.
          Η παιδεία στη Θράκη τα χρόνια που εξετάζουμε έχει γράψει κυριολεκτικά μια εποποιία, παρά τα επιμέρους προβλήματα.

Π.Σ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ


[1] 24 Σεπτεμβρίου 1872
[2] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, σελ. 369
[3] «Παλιγγενεσία» Αθηνών 16 Ιουνίου 1875.
[4] 7 Νοεμβρίου 1879


Δεν υπάρχουν σχόλια: