Τετάρτη, 23 Μαΐου 2012

Κ.Α. Πηχιών: Οι ξενόφωνοι Έλληνες και η Μακεδονία κατά την πρώιμη φάση του Μακεδονικού Αγώνα.

Ο Μακεδόνας επαναστάτης
Αναστάσιος Πηχιών
από την 
Αχρίδα.


Κ. Α. Πηχιών
Ai περιπέτειαι Μακεδόνος διδασκάλου
 ή
τά απομνημονεύματα τον πατρός μου
 Αναστασίου Πηχιώνα.


 Προλεγόμενα

Πολλοί μ΄ έχουν δώσει αφορμήν νά διηγηθώ περιπετείας καιεπεισόδια από την ζωήν τον μακαρίτη πατρός μου και απ’ αυτούς όχι ολίγοι μ’ έχουν προτρέψει νά προβώ εις την δημοσίευαιν της βιογραφίας του.

 Εχουν την γνώμην, ότι επιβάλλεται ώς καθήκον πατριωτικοί νά γίνη γνωστή ή εθνική εργασία όχι μόνον τον πατρός μον, άλλα και των άλλων συνεργατών τον εις την περιοχήν της Καστορίας και της δυτικής Μακεδονίας.

Φιλόλαος Πηχιών,
υιός του Αναστασίου,
αδελφός του Κ.Α. Πηχιώνα
Λέγουν, ότι ή εξιστόρησις αντη δεν θά χρησιμενση μόνον ώς άπλή συμβολή εις την νεωτέραν Ιστορίαν της Μακεδονίας, αλλά προ παντός θά καταδείξη, ότι οι Ελληνες της χώρας ταύτης άφ ενός, όπως και οι τών άλλων ελληνικών χωρών, προθνμως επωφελούντο ευκαιρίας και προέβαινον εις εθνικάς ενεργείας πρός απελευθέρωσιν από της τουρκικής τυραννίας, άφ’ ετέρου όμως κατά το β' ήμισυ τον 19ου αίώνος ευρέθησαν εις την ανάγκην νά άναλάβουν άλλον πολύ σπουδαιότερον άγώνα διά νά αποσοβήσουν και εξουδετερώσουν τον κίνδυνον,
 πού διέτρεξεν ή χώρα μας από τάς άνθελληνικάς προπαγάνδας, εναντίον τών όποιων άντιταχθέντες και παντοιοτρόπως άγωνισθέντες οι πατέρες και οί συγγενείς μας κατώρθωσαν νά διασώσουν τήν ελληνικότητα αυτής.

 Σήμερον οι περισσότεροι τών 'Ελλήνων γνωρίζουν μόνον τον ένοπλον μακεδονικόν άγώνα, εις τον όποιον μετέσχον άγωνισται από πάσαν ελληνικήν γην, αλλά και περι αυτον όχι όσα πρέπει διά νά εκτιμούν δεόντως τήν εθνικήν σημασίαν αυτον.

 ’Ελάχιστοι όμως γνωρίζουν καί απ’ αντούς άκόμη τούς Μακεδόνας της σημερινής εποχής τά όσα προηγήθησαν τον άγώνος αυτόν. 

Μέχρι δε της ένάρξεως αύτου πολλοί εξ όλων των 'Ελλήνων ευρίσκοντο εις άγνοιαν της εθνολογικής καταστάσεως της χώρας μας και των κινδύνων, που άντεμετώπιζεν.

 Ύπήρχον δέ τότε καί οι άπηλπισμένοι, πού ένόμιζαν κάθε προσπάθειαν εθνικής δράσεως έν Μακεδονία, άκατόρθωτον και κατ’ άκολουθίαν ματαίαν.
 Την τοιαύτην δε άγνοιαν παρεξηγουν μέχρι σήμερον πολλοί Μακεδόνες παραπονούμενοι και κατηγοροΰντες τούς ελευθερωμένους τότε Ελληνας διά πλήρη αδιαφορίαν πρός σωτηρίαν της κινδυνευούσης ελληνικής Μακεδονίας.

Δεν έχουν όμως δίκαιον, διότιο μέν άπλους ελληνικός λαός της έλευθέρας 'Ελλάδος έν άμαθεία παρημελημένος δεν ήτο είς θέσιν νά ένδιαφερθή διά την τύχην των υποδούλων αδελφών του, οι δέ μορφωμένοι, από τους όποιους συνίστατο ή Ιθύνουσα τάξις τον έθνους, άλλοι μέν υπό τον κομματισμού επηρεαζόμενοι και είς τάς πολιτικός φατρίας και τά κόμματα δουλενοντες, δεν ήθελον νά ένοχλώνται διά ζητήματα, από τά όποια ούδεμίαν πολιτικήν ωφέλειαν θά προσεπορίζοντο, άλλοι δέ εχοντες έπίγνωσιν της μειονεκτικής θέσεως της μικρας και πτωχής 'Ελλάδος έναντι της μεγάλης ακόμη και Ισχυράς ’Οθωμανικής αυτοκρατορίας και μή λησμονουντες τάς αποτυχίας τών έως τότε έπαναστατικών κινημάτων, τά όποια προυκάλουν την οργήν τών μεγάλων δυνάμεων, έκ τών προτέρων έφοβοΰντο νέαν αποτυχίαν και κατέκρινον πάσαν ύπόσχεσιν και προθυμίαν της έλληνικής Κυβερνήσεως πρός υποστήριξιν έπαναστατικών ένεργειών εις τάς υποδούλους έλληνικάς χώρας.

Δεν ελειπον όμως καί οι ένδιαφερόμενοι, οι όποιοι συνεκινούντο και κατελαμβάνοντο άπό φοβέράν αποτυχίαν, διότι διέβλεπον τούς κινδύνους τον ’Έθνους και άλλαχου και μάλιστα είς την Μακεδονίαν.

Αι δέ κατά καιρούς κυβερνήσεις ήσαν έν γνώσει του κινδύνου της έλληνικότητος της χώρας μας. 

Θά ίδωμεν, ότι οί "Ελληνες πρόξενοι παρακολουθούντες έκ τον πλησίον την κίνησιν και τάς ένεργείας τών πρακτόρων τών έχθρικών προπαγανδών, βουλγαρικής και ρουμανικής, δεν έδυσκολεύοντο νά άντιληφθονν τούς καταχθονίους σκοπούς αυτών και δεν έβράδυνον νά αναφέρουν τάς διαπιστώσεις αυτών περί τον κινδύνου, πού έπεκρέματο εναντίον τον υποδούλου Ελληνισμόν.

 Έλάμβανον βεβαίως παρά τού αρμοδίου Υπουργείου προτροπάς, υποδείξεις και οδηγίας περι παρακολουθήσεως τών προπαγανδών καί περι δυνατης άντιδράσεως, όχι όμως καί τά μέσα, πού έχρειάζοντο.

 Μήπως είς τάς ’Αθήνας εϊχε λησμονηθή τό απόφθεγμα του άρχαίου ’Αθηναίου ρήτορα
«δει δη χρημάτων καί ανευ τούτων ου δεν εσ ι γενέσθαι;».

 Το εγνώριζον καλώς καί οι νεώτεροι, άλ' έδυσκολεύοντο νά εξοικονομήσουν τά άπαιτούμενα. Πράγματι πώς ητο δυνατόν ή 'Ελλάς ή πτωχή καί οίκονομικώς παραπαίουσα νά εξεύρη πόρους επαρκείς πρός ανταγωνισμόν εναντίον προπαγανδών, αί όποϊαι έχρηματοδοτουντο άφθονους άπό κυβερνήσεις μεγάλων δυνάμεων, ή μέν βουλγαρική άπό τάς σλαβικάς εταιρείας, των οποίων προιστατο ή περιβόητος πανσλαβιστική υπό την αιγίδα καί την οικονομικήν ένίσχυσιν της μεγάλης ρωσικής αυτοκρατορίας καί βραδύτερον άπό την κυβέρνησιν της βουλγαρικής ηγεμονίας, ή δε ρουμανική άπό τάς κυβερνήσεις τον Βουκουρεστίου καί της Βιέννης;

Καί όμως ό 'Ελληνισμός εις την Μακεδονίαν δεν επρεπε νά έξοντωθή καί νά εξαφανισθή. ’Εάν έξεχωρίζετο προ των ενδόξων πολέμων του 1912 καί 1913 ή Μακεδονία άπό τον έλληνικόν χώρον καί εχανεν ολίγον κατ’ ολίγον την ελληνικότητά της, ή μικρά Ελλάς ή κάτωθι του Όλυμπου, φυτοζωούσα καί φθίνουσα, είναι ζήτημα, εάν κατόπιν τών δύο μεγάλων πολέμων καί τών κοινωνικών αναστατώσεων, θά κατόρθωνε νά διατηρήση την ελευθερίαν καί άνεξαρτησίαν της.

Πρός σωτηρίαν του όλου ’Έθνους μας ο μακεδονικός ελληνισμός επρεττε νά άντισταθή, νά άγωνισθή καί παρόλους τούς κινδύνους, τάς εξοντώσεις καί τάς θανατώσεις νά έπιζήση.

Εις αντό τό καθήκον οι αύτόχθονες Μακεδόνες ελληνόφωνοι καί ξενόφωνοι έπίστευον ακλόνητοι καί δεν διεψεύσθησαν κατά την έκτέλεσιν αύτου. 

Καί οί ξενόφωνοι; 

Μάλιστα αυτοί, που περισσότερον έδοκιμάσθησαν καί εβασανίσθησαν καί έθυσιάσθησαν καί έπικράνθησαν μή ανεχόμενοι την ύβριν πολλών άπό τούς ομογενείς, οί όποιοι άπό άγνοιαν καί άμάθειαν δεν έδίσταζον νά εκφράζουν άμφιβολίες διά την ελληνικότητά των, ενώ προ πάντων αυτοί ή σαν ό στόχος τών προπαγανδών, αί όποϊαι έκμεταλλευόμεναι τό άλλόγλωσσον έπεδίωκον νά παρασύρουν αυτούς εις τά δίκτυά των διά νά έξασθενίσονν καί μειώσουν τον έλληνομακεδονικόν πληθυσμόν άφ ενός καί άφ ετέρου
νά παρουσιάσουν τούς ξενοφώνους ως πραγματικούς Βουλγάρους ή Άρρουμούνους.

Είναι οί ξενόφωνοι εκείνοι, διά τούς όποιους δεν ήμπορούμεν νά κρύψωμεν τον θαυμασμόν διά την άνεπηρέαστον καί άμετάτρεπτον έλληνικήν συνείδησιν, πού έπέδειξαν, διά τό σταθερόν καί ή ρωϊκόν φρόνημα, τό όποιον άντέταξαν, διά τό άκατάβλητον θάρος, με τό όποιον  υπέρ της έλληνικότητος αυτών ήγωνίσθησαν καί πολλοί έθυσιάσθησαν.

Οί ξενόφωνοι "Ελληνες, τών οποίων όσοι εϊμεθα άπόγονοι δικαιούμεθα νά εϊμεθα υπερήφανοι, είναι εξηκριβωμένον, ότι κατά τούς εθνικούς αγώνας εν Μακεδονία ύπερέβαλον εις πολλάς ενεργείας τούς ελληνοφώνους ομοφύλους των. 

Τούτο διαπιστούται και άπό πολλά πρόσωπα, διά τά όποια γίνεται λόγος εις τά απομνημονεύματα.
(Ση. Yauna , του πατρός μου).

 Διά πάντα ταυτα συνεφώνουν πρός την σκοπιμότητα της δημοσιεύσεως τών ενεργειών καί περιπετειών όσας διεφύλαττον εις την μνήμην μου και τών άποσπασμάτων, όσα έκρινα αξιομνημόνευτα άπό τάς έπιστολάς πρός αυτόν τών 'Ελλήνων Θεσσαλονίκης καί Μοναστηριού και άπό τήν αλληλογραφίαν τον Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου Καστορίας, τάς όποίας εύρον εις τήν βιβλιοθήκην του.

Δεν ένόμιζον όμως επαρκή ούτε τά διασωθέντα γραπτά, ούτε τά ενθυμήματα της πατρικής προφορικής παραδόσεως.
Προέβλεπον, ότι θά έμενον διάμεσα κενά, έως ότου εύρον χειρόγραφα εις τρία τεύχη άπομνημονεύματα τού πατρός μου.

 Ταύτα ήρχισε νά γράφη τό 1909 μετά τήν επάνοδόν τον εις Καστορίαν, αφού ετυχε της άμνηστείας, πού έχορηγήθη εις απαντας τούς πολιτικούς καταδίκους, μεταξύ τών όποιων και ό πατήρ μου, άμα εκηρύχθη τό σννταγματικόν πολίτευμα διά της επαναστάσεως τών Νεοτούρκων τον ’Ιούλιον του 1908.

Ενεκεν όμως της σωματικής και πνευματικής καταβολής άπό τάς πολλάς περιπετείας, είχε πάθει έξασθένισιν της μνήμης και δεν κατώρθωσε νά γράψη, όσον  έπρεπε λεπτομερώς, τήν τότε έθνικήν κατάστασιν εν Μακεδονία και τάς έθνικάς ένεργειας συνδυάζων αύτάς πρός τήν άλληλογραφίαν τών προξένων, διασαφηνίζων ζητήματα και περιγράφων συμβάντα άξιοσημάντου εθνικής δράσεως.

Παραλείπει άπό λησμοσύνην βεβαίως τήν έκθεσιν της δράσεως τών ελληνικών ενόπλων ομάδων της εποχής του, τήν έξέλιξιν τού έθνοφυλετικον ανταγωνισμόν και άλλα.

’Ίσως όμως σκοπίμως αποφεύγει τάς λεπτομερείας και τήν μνημόνευσιν συνεργατών και πρακτόρων κατεχόμενος υπό φόβου, μήπως, εψ όσον  εύρίσκετο υπό τήν τονρκικήν κυριαρχίαν προκαλέση εις άντίξοον περίστασιν, ή όποια δεν άπεκλείετο νά παρουσιασθή, υποψίας τών Τούρκων.

 ’Αλλά παρά τάς ελλείψεις ταύτας, τά γεγραμμένα ύπ αυτού είναι σύμφωνα πρός όσα κατ' επανάληψιν εχω άκούσει νά διηγήται. ’Εκτός τούτων έχω δύο δημοσιενθέντα φυλλάδια, τό εν περιέχον τήν προσλαλιάν και τον λόγον, πού έξεφώνησε κατά τάς εξετάσεις εν Κλεισούρα τό 1865 και τό άλλο έκδοθέν υπό της Κοινότητος Καστορίας μέ τήν επιγραφήν «'Ο άγιος Καστορίας Κωνστάνηος καί οί άθλοι αύτοΰ» καθώς και τό σημειωματάριον, πού έχρησιμοποίει φυλακισμένος.

 "Ελαβον δε ύπ’ όψιν και άναδημοσιεύω τά περι τού πατρός μου μνημονευόμενα εις τό κατά τό 1900 έκδοθέν βιβλίον «Αίγλη έν ζόφω», τό πραγματευόμενοι’ περι τών δύο εθνομαρτύρων Ν. Φιλιππίδου και Θ. Πασχίδου.

Σεβόμενος τά κείμενα ένόμισα, ότι πρέπει νά έμφανισθουν ταυτα αναλλοίωτα τόσον τά απομνημονεύματα, όσον  και τά συμπληρωματικά άποσπάσματα. ’Ίσως μερικά της παιδικής, εφηβικής και της φοιτητικής ζωής του θεωρηθούν έκ πρώτης άναγνώσεως, ότι περιττεύουν.

Ταυτα όμως είναι έξ ίσου πρός τά άλλα εκτιθέμενα διδακτικά, διότι καταδεικνύουν άφ’ ενός την έξ απαλών ονύχων έντός έθνικοΰ οίκογενειακου περιβάλλοντος ανατροφήν, την έλληνικήν έκπαιδευτικήν κατάστασιν και τάς δυσκολίας της υποδούλου ζωής, και άφ’ ετέρου την ενσυνείδητον συναίσθησιν του εθνικού καθήκοντος πολλών ελευθέρων 'Ελλήνων δυναμένων νά βοηθήσουν εις την μόρφωσιν και προαγωγήν υποδούλων φοιτητών, καθώς και τό επικρατούν τότε φρόνημα έν Άθήναις περι προσπαθειών άπελευθερώσεως τών υποδούλων αδελφών.

'Όσα προσθέτω εις τάς σημειώσεις ε’ις όλίγας ή πολλάς γραμμάς, σκοπόν έχουν μόνον την συμπλήρωσιν, διασάφησιν και κατανόησιν τών γεγραμμένων του πατρός μου, είναι δέ πληροφορίαι έξηκριβωμέναι.

Τό γλωσσικόν ιδίωμα, εις τό όποιον έγραψεν ο πατήρ μου, είναι τό συνηθιζόμενον από τούς λογίους της εποχής του καθώς και τών άποσπασμάτων, πού δημοσιεύονται. Δι αυτό και εγώ είς τάς συμπληρώσεις χρησιμοποιώ την καθιερωμένην γλώσσαν τών βιβλίων και τών έφημερίδων θέλων νά αποφύγω τήν άντίθεσιν.

Προσπαθών νά έπιτύχω τήν δημοσίευσιν τών απομνημονευμάτων τούτων, είναι φανερόν, ότι έκτελώ καθήκον πρός τήν θέλησιν του πατρός μου καί πρός τήν Ιστορίαν της φιλτάτης μας πατρίδος Μακεδονίας.

Νομίζω πρός τούτοις ότι μέ τήν δημοσίευσιν ταύτην ευρίσκω τήν ευκαιρίαν νά παρουσιάσω έν τώ προσώπω αύτου

 τον Ελληνα διδάσκαλον της Μακεδονίας κατά τούς χρόνους της τουρκικής δουλείας,

 ό όποιος εις οίουδήποτε βαθμου σχολειον καί αν έδίδασκε, δεν περιύβριζε τήν έκτέλεσιν του λειτουργήματος αύτου μόνον πρός τούς μαθητάς έντός του σχολείου, αλλά καί έκτός, συναισθανόμενος τήν Ιεράν έθνικήν αποστολήν, πού είχε νά διαφωτίζη τήν κοινωνίαν περί τών Ιστορικών υποχρεώσεων καί τών εθνικών καθηκόντων πρός  τήν σκλαβωμένην πατρίδα, νά ύποδεικνύη τήν  στάσιν καί διαγωγήν έκάστου όμογενους έναντι τών συνοίκων αλλοφύλων είτε τών Τούρκων, πού κατεδυνάστευσαν τό έθνος μας, είτε τών άλλοδόξων, πού μέ τάς προπαγάνδας ύπενόμευον αυτό, νά συμμετέχη είς κάθε έθνικήν κίνησιν καί έν ανάγκη αυτός νά άναλαμβάνη τήν πρωτοβουλίαν ένεργείας, νά είναι ό στυλος καί τό έδραίωμα της εθνικής υπάρξεως της κοινότητας εις το χωρίον καί εις την κωμόπολιν καί πάντοτε ο πρόθυμος συνεργάτης εις την πόλιν.

Τοιουτοι διδάσκαλοι υπήρξαν πολυάριθμοι εις την Μακεδονίαν καθ’ όλον τον χρόνον άπό της έμφανίσεως τών ανθελληνικών προπαγανδών μέχρι της άπελευθερώσεως του 1912.

Δεν έκάμπτοντο προ τών απειλών καί δεν έτρόμαζον άπό τάς ένέδρας τών κομιτατζήδων.

’Εργαζόμενοι υπέρ της ελληνικής έκπαιδεύσεως τών Μακεδόνων καί φρονηματίζοντες αυτούς με τά ελληνικά ιδεώδη, άπό της ενάρξεως δέ της βουλγαρικής τρομοκρατίας καί της εναντίον αυτης μακεδονικής άμύνης άλλοι άγωνιζόμενοι με τό όπλον άνά χειρας καί άλλοι υπηρετουντες ώς πράκτορες μυστικοί καί ώς γραμματείς τών εθνικών επιτροπών, πού έφρόντιζον διά τάς άνάγκας του άγώνος, όχι ολίγοι ύπέστησαν τον άγριον θάνατον με τό βουλγαρικόν δολοφονικόν εγχειρίδιον καί άλλοι προδοθέν τες έρρίφθησαν εις τάς τουρκικός φυλακάς πρός εκτισιν πολυχρονίου ποινής, άπό της όποίας άπήλλαξεν αυτούς ή άνακήρυξις του νεοτουρκικού συντάγματος.

Εξ όλων, όσοι άντέδρασαν κατά της βουλγαρικής προπαγάνδας, ό Ελλην διδάσκαλος υπήρξε τό οίκτρότερον θύμα της θηριωδίας τών άπογόνων του Κρούμου εις όλας τάς περιπτώσεις της εξάλλου καί άγριας έκδηλώσεως αυτής.

Κατά τον έλληνοβουλγαρικόν πόλεμον του 1913, κατά την εισβολήν βουλγαρικών στρατευμάτων εν συμπράξει μετά γερμανικών εις την Μακεδονίαν κατά τούς  δύο μεγάλους πολέμους καί μάλιστα εις τάς καταληψθείσας υπό τών Βουλγάρων περιοχάς, όσοι Ελληνες εκπαιδευτικοί δεν κατώρθωσαν εγκαίρως νά διαφύγουν, συμπεριελήφθησαν εις τά θύματα της ομαδικής έξοντώσεως τών 'Ελλήνων Μακεδόνων.

 Τό θανάσιμον μίσος της βουλγαρικής προπαγάνδας δεν άφήκε ζωντανούς καί παλαιούς διδασκάλους, πού υπηρέτησαν επί Τουρκοκρατίας καί τών όποιων εκτοτε επεζήτει την θανάτωσιν, άλλά δεν ευρισκε την άπαίσιον περίστασιν.

 Την άνευρεν όμως κατά τον πρώτον παγκόσμιον πόλεμον, οπότε επί τέσσαρα ετη κατοχής της σερβικής Μακεδονίας καί της ήμετέρας άνατολικής έπανελήφθησαν τά φρικτά όργια τών κομιτατζήδων έναντίον πάντων, όσοι ήσαν προγεγραμμένοι εις τά βιβλία έξοντώσεως τών εχθρών του βουλγαρισμου. 

Τοιουτο μαρτυρικόν θυμα νυήρξεν ό όγδοηκοντούτης άδελφός του πατρός μου Πέτρος εις την γενέτειράν του Αχρίδα, του οποίου μόνον εν τώ προλόγω τούτω μοί προσφέρεται ευκαιρία νά γράψω την καταδίωξιν καί την θανάτωσιν καί νά παρουσιάσω ώς μάρτυρα Ελληνα Μακεδόνα διδάσκαλον.

 'Ο μακαρίτης θειος μου διετέλεσεν ό τελευταίος διδάσκαλος της ολοέν φθινούσης ελληνικής κοινότητας ’Αχρίδος, ό όποιος συνεκράτει τάς είκοσι περίπου υπολειφθείσας ελληνικός οίκογενείας και ώς επίτροπος της σταυροπηγιακής μονής του 'Οσίου Ναούμ διεφύλαττε τό άπό της βυζαντινής άκόμη εποχής ίερόν προσκύνημα τών πέριξ χριστιανικών κοινοτήτων άπό πάσης επιβουλής της βουλγαρικής προπαγάνδας.

Ενεκα τούτου υπήρξεν ό στόχος τον θανασίμου μίσους τών οργάνων αυτης και προ πάντων τών κομιτατζήδων.
 Πράος τον χαρακτήρα και ενπροσήγορος άπέλαυε της εκτιμήσεως και τών φιλικών διαθέσεων τών προυχόντων Τούρκων συμπολιτών και έτύγχανε της προστασίας και προφυλάξεως αυτών καθώς και παρά βουλγαρικών οικογενειών, εύμενώς διακειμένων πρός αυτόν.

Σημειωτέον, ότι ό εκβουλγαρισμός της Άχρίδος εϊχεν άρχίσει άπό της κηρύξεως τον βουλγαρικου σχίσματος, άφ΄ ότου άνεγνωρίσθη ό εκκλησιαστικός χωρισμός και οδιαίτερα βουλγαρική Εκκλησιαστική και εθνική κοινότης. 

Βουλγαρίζοντες ύπήρχον πολύ πρότερον.

Βουλγαρόφωνοι έλληνοφρονούσαι οίκογένειαι μή στέργουσαι τήν προσχώρησιν, μετώκησαν εις Μοναστήριον ή άλλαχου. 

Έκ τών βλαχοφώνων οικογενειών, όσαι παρεσύρθησαν από τών ρουμανικών προπαγανδών, συνεκρότησαν τήν άναγνωρισθεισαν βραδύτερον άρρουμουνικήν κοινότητα, άλ΄ αί περισσότεραι άπεδήμησαν καθώς και αί ελληνόφωνοι και έγκατεστάθησαν είς τό Μοναστήριον, όπόθεν πολλαί, μετά τήν κατάληψν τούτου ύπό της Σερβίας, κατέφυγον εις 'Ελλάδα.

 Δυστυχώς και ή Άχρις είχε τήν τύχην του Μοναστηριού.

 Είναι γνωστόν, ότι οι παραμείναντες υπό τήν σερβικήν κυριαρχίαν "Ελληνες κατά τήν τότε συναφθεισαν έλληνοσερβικήν συνθήκην έστερηθησαν τό δικαίωμα νά άποτελουν ιδιαιτέραν έλληνικήν κοινότητα μέ έθνικόν σχολειον και ιδίαν εκκλησίαν. 

Δι αυτό ήναγκάσθησαν νά συμμορφωθούν πρός τό νέον καθεστώς. 'Ο θειος μου εχων άκίνητον περιουσίαν και μή φοβούμενος πλέον τήν έπιβουλευομένην άλλοτε τήν ζωήν του βουλγαρικήν προπαγάνδαν, της όποίας μάλιστα οι πρώην άρχηγοι και πράκτορες έθεωρουντο πλέον ύποπτοι ύπό της σερβικής διοικήσεως και διετέλουν υπό αύστηράν έπιτήρησιν, άπεφάσισε νά παραμείνη άσχολούμενος μέ τήν καλλιέργειαν τών κτημάτων του και έλπίζων είς τήν έξασφάλισιν της άξίας της περιουσίας του εν περιπτώσει μετοικήσεώς του εις 'Ελλάδα.

 Οικτρώς όμως διεψεύσθη είς τάς ελπίδας του. Τό 1914 έκηρύχθη ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος και τό 1915 τον Όκτώβριον ή Βουλγαρία συνταχθεισα όριστικώς μέ τάς μεγάλας Δυνάμεις τον "Αξονος έκήρυξε τον πόλεμον κατά της Σερβίας.
 Κατά τό 1916 τά αυστριακά, γερμανικά και βουλγαρικά στρατεύματα υπέταξαν ολόκληρον την Σερβίαν και την σερβικήν Μακεδονίαν.

Οι Βούλγαροι κομιτατζήδες άφηνιάσαντες προέβαινον εις φυλακίσεις, εκτοπίσεις και θανατώσεις 'Ελλήνων είς τήν ’Ανατολικήν Μακεδονίαν, τήν όποίαν ειχον καταλάβει κατόπιν της ασυγχώρητου ανοχής της τότε κυβερνήσεως τών ’Αθηνών και είς τήν σερβικην.

 Είς τήν Άνατολικήν Μακεδονίαν σννελήφθη υπό Βουλγάρων αξιωματικών επιδιωκόντων τήν εξόντωσιν τών ελληνικών οικογενειών, αί όποιαι διεκρίθησαν κατά τον ένοπλον μακεδονικόν αγώνα, ό πρωτότοκος υιός τον θείου μου, Σωτήριος, υπάλληλος της Τραπέζης Ανατολής είς τάς Σέρρας και άπήχθη ως όμηρος είς Βουλγαρίαν, όπου άπέθανεν. 

Είς τήν ’Αχρίδα σννελήφθη ό θειος μου Πέτρος, υπό τών έκει όργιαζόντων είς πάσαν κακοήθειαν κομιτατζήδων καί άπήχθη επίσης είς Βουλγαρίαν.

 Έκει φυλακισμένος κατώρθωσε νά γνωστοποίηση τήν φοβεράν καί επικίνδυνον περιπέτειαν τον είς τον γαμβρόν τον άείμνηστον ’Αλέξανδρον Ζουμετικον, γυμνασιάρχην τότε είς Άδριανούπολιν.

 Αί παρακλήσεις τούτον πρός Γερμανούς αξιωματικούς, τους όποίονς ειχε γνωρίσει έκει ως συμμάχους τών Τούρκων, περί της σωτηρίας του πενθερου εφεραν καλόν αποτέλεσμα. Μέ τήν επίμονον άπαίτησιν τούτων ήναγκάσθη ή βουλγαρική στρατιωτική διοίκησις νά διατάξη τήν άπελενθέρωσιν του φυλακισθέντος καί τήν έλευθέραν επιστροφήν είς ’Αχρίδα.

Δυστυχώς όμως έκει δεν υπήρχε γερμανική διοίκησις, ή όποια νά άναλάβη τήν προστασίαν του.

Η βουλγαρική προπαγάνδα έξηκολούθει νά όργιάζη μέ τήν μανίαν της έξοντώσεως κάθε ελληνικού στοιχείου.
 Πολύ περισσότερον δεν ήτο δυνατόν νά άνεχθή τήν επάνοδόν τον καί τήν έλευθέραν κίνησιν του προύχοντας Ελληνος Πηχιών, από τον όποιον έξηρτάτο ή έξακολούθησις της φανερας νπάρξεως ελληνικών οικογενειών είς τήν ’Αχρίδα. 

Δεν έπέρασε πολύς χρόνος καί έξαίφνης αν ευ ουδεμιας αιτίας προέβησαν είς νέαν σύλλιψιν καί φυλάκισιν του ογδοηκονταετούς γέροντας.
 'Η είδησις κατέθλιψε τήν κοινωνίαν της Άχρίδος καί Τούρκοι πρόκριτοι έκαμαν ένεργείας είς τούς έχοντας τήν εξουσίαν αίμοβόρους Βουλγάρους κομιτατζήδες επικαλούμενοι συν τοϊς αλλοις τον οίκτον πρός τό γήρας.
Δεν ήτο δυνατόν νά είσακουσθή ούδεμία παράκλησις από τά ανθρωπόμορφα θηρία. ’Εν καιρώ νυκτός άπήχθη από τάς φυλακάς εξω της πόλεως

καί παρεδόθη είς συμμορίαν από φανατικούς βουλγορίζοντες της περιοχής Πρεσπών πρός έκτέλεσιν.

 'Η κατακρεούργησις μέ πέλεκυν έπέφερε τον μαρτυρικόν θάνατον του άλησμονήτου και πολυκλαύστον θειον μου άνθ΄ όσων υπέρ της ’Ορθοδόξου Έκκλησίας και Ελληνισμόν επραξεν ώς αληθής "Ελλην Μακεδών διδάσκαλος.

 Όρθώς επομένως επονομάζω τά απομνημονεύματα τον πατρός μου

«περιπετείας Μακεδόνος διδασκάλου»

θέλων νά παρουσιάσω αυτόν ώς παράδειγμα μεταξύ τών πολλών εκπαιδευτικών λειτουργών, οί όποιοι εν Μακεδονία επί τουρκοκρατίας εχοντες πλήρη συνείδησιν της ίερας εθνικής άποστολής των είργάσθησαν άφόβως άψηφουντες κινδύνους καί αύτάς άκόμη τάς πιθανάς περιπτώσεις θανάτου εναντίον τών καταχθονίων εχθρικών προπαγανδών πρός διαφύλαξιν της έλληνικότητος της πατρίδος μας καί πρός άπόδειξιν της άληθείας, την οποίαν διεπίστωσε καί διεκήρυξεν ό αρχαίος γεωγράφος Στράβων λίγων

«εστι μέν ουν Ελλάς καί ή Μακεδονία».


Δεν υπάρχουν σχόλια: