Δευτέρα, 28 Μαΐου 2012

Μακεδόνες: Έλληνες ή Βούλγαροι; Βοδενά : Η ελληνική και η βουλγάρικη εκπαίδευση στις αρχές του αιώνα.


....πολλοί  Εδεσσαίοι στέλνουν  τα  παιδιά τους στην Αθήνα,  για  να σπουδάσουν εκεί γιατί  δεν υπάρχει καμιά  σπίθα  βουλγαρισμού, επειδή, όπως και στα Γιαννιτσά, οι κάτοικοι στην Έδεσσα, ανάμεσα στα άλλα, «са потупани въ грьчизмъ», είναι δηλαδή, κατά  τη λαϊκή έκφραση, «βαρεμένοι με τον Ελληνισμό».
(Veniamin  Mačukovski, (±1847-1878), βουλγαροδιδάσκαλος Βοδενών)
                                                  -----------------------------------------



Ανεπιτυχείς Προσπάθειες Σλαβικής διεισδύσεως

 στην Έδεσσα 
κατά την περίοδο
 του Μακεδονικού Αγώνα.
Κωνσταντίνος Γ. Σταλίδης

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας και κατά την εξέλιξη του Μακεδονικού Αγώνα (19ος–20ός αι.), σύμφωνα με την τότε οθωμανική διοικητική οργάνωση, η Έδεσσα, με το όνομα Βοδενά, διοικητικώς υπαγόταν στο βιλαέτι και το σαντζάκι της Θεσσαλονίκης και ήταν πρωτεύουσα του τότε καζά  και του τότε ναχιγέ  Βοδενών.


Εκκλησιαστικώς ήταν έδρα της τότε Ιεράς Μητροπόλεως Βοδενών, της σημερινής δηλαδή Ιεράς Μητροπόλεως Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας, και υπαγόταν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.

Σύμφωνα  με τις γνωστές μαρτυρίες, κατά την εξεταζόμενη περίοδο,  ο συνολικός μικτός, χριστιανικός και μωαμεθανικός, πληθυσμός  της πόλεως κυμαινόταν, κατά διαστήματα, από  8.000 έως 12.000 κατοίκους περίπου.  Ο χριστιανικός πληθυσμός κυμαινόταν από  5.000 έως 7.000 κατοίκους περίπου, ενώ η εκκλησιαστική περιφέρεια  της τότε Ιεράς Μητροπόλεως Βοδενών περιελάμβανε περισσότερα από 100 χωριά με κύριες πόλεις την Έδεσσα,  τα Γιαννιτσά, τη Γουμένισσα και τη Γευγελή.

(Σημείωση Yauna. Διακόπτω στο σημείο αυτό την εισήγηση του κ Σταλίδη και αναρτώ για του λόγου το αληθές την βουλγαρική θέση, άποψη για τη Έδεσσα της περιόδου εκείνης από το βουλγαρικό blog http://illustrationbelomore.blogspot.com/)


------------------------------ από το Илюстрация Бѣло море ----------------------------------------

Βουλγαρικός Εκκλησιαστικό – Σχολικός δήμος Έδεσσας



Οι Βουλγαρικοί εκκλησιαστικοί δήμοι στην Μακεδονία είναι κοινωνικό - εκκλησιαστικές ενώσεις των Βουλγάρων Εξαρχικών στην περιφέρεια.
 Οι περισσότερες αυτές ενώσεις δημιουργήθηκαν στα μέσα του 19ου αιώνα, κατά την διάρκεια του αγώνα για Βουλγαρική εκκλησιαστική ανεξαρτησία και τον σταδιακό διαχωρισμό της απο το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, έτσι ώστε να περάσουν στην αγκαλιά  της Βουλγαρικής Εξαρχίας, η οποία ιδρύθηκε το 1870. 
Στην διάρκεια της ύπαρξής τους, οι εκκλησιαστικοί δήμοι εμφανίζονται ως οι μοναδικοί μοχλοί για την ανάπτυξη του πολιτισμού και της εκπαίδευσης των Βουλγάρων στην Μακεδονία και για μεγάλο χρονικό διάστημα είναι τα μοναδικά ιδρύματα δια μέσου των οποίων διαφυλλάσεται ο Βουλγαρισμός. Τα μέλη τους εκλέγονται απο τους τοπικούς προύχοντες και ο κύριος σκόπος τους είναι η παροχή βοήθειας στα Βουλγαρικά σχολεία και τις εκκλησίες.


Για τον σημαντικό τους ρόλο στην Βουλγαρική αναγέννηση  στην Μακεδονία μιλούν τα παρακάτω γεγονότα : Οι πρώτοι Βουλγαρικοί εκκλησιαστικοί δήμοι δημιουργήθηκαν στα μέσα του 19ου αιώνα, 20-30 χρόνια νωρίτερα απο την δημιουργία της Βουλγαρικής Εξαρχίας. Το 1878 στέλνεται προς τις Μεγάλες Δυνάμεις, μνημόνιο απο τους Βουλγαρικούς εκκλησιαστικό – σχολικούς δήμους της Μακεδονίας, πάνω απο 20 στον αριθμό, ζητώντας την εφαρμογή της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου. Μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, οι εναπομείναντες δήμοι στα εδάφη Σερβίας και Ελλάδας έκλεισαν, ενώ οι περιουσίες τους κατασχέθηκαν.

Σφραγίδες του Βουλγαρικού δήμου εκκλησιαστικού
και πολιτικού  και του Βουλγαρικού αναγνωστηρίου
 (πολιτιστικού κέντρου) Βοδενών-Έδεσσας (1870).




Ο Βουλγαρικός δήμος Βόντεν (Έδεσσας), είναι ένας απο αυτούς που δημιουργήθηκε με μεγάλες δυσκολίες. 


Η πόλη είναι έδρα  της Πατριαρχικής Επισκοπής επαρχίας Βοδενών (Εδέσσης). 


Ο δήμος είναι επίσημα αναγνωρισμένος απο τις Οθωμανικές Αρχές το 1870, ενώ οι πρώτες προσπάθειες άρχισαν το 1863, όταν ξεκινούν αναταραχές στην προσπάθεια για άνοιγμα Βουλγαρικού σχολείου και τέλεση εκκλησιαστικών λειτουργιών στην Παλαιοβουλγαρική (Αρχαία Βουλγαρική) γλώσσα. 


Ο  Επίσκοπος Βοδενών Νικόδημος, για να αντιμετωπίσει το προεξαρχικό και Ουνιάτικο κίνημα στο Ενιτζέ Βαρντάρ (Γιαννιτσά), επέτρεπε στις εκκλησίες να διαβάζουν στα Βουλγαρικά και ακόμα και ο ίδιος μερικές φορές τελούσε λειτουργίες σε τοπική Βουλγαρική διάλεκτο. 


Ο Εδεσσαίος Γκεόργκι Γκόγκοφ χτίζει το 1865 Βουλγαρικό παρεκκλήσι, το 1868 ανοίγει Βουλγαρικό σχολείο, ενώ στις αρχές του 1870 ανοίγει Βουλγαρικό αναγνωστήριο (πολιτιστικό κέντρο). Τον ίδιο χρόνο ο Βουλγαρικός δήμος ιδρύεται επίσημα, ως πρόεδρός του εκλέγεται ο Πάβελ Μποζιγκρόπσκι (έγραψε το Ευαγγέλιο του Κονίκοβο – Δυτικό στα Βουλγαρικά με Ελληνικά γράμματα).
 Μέλη του δήμου είναι , Πόπ Τούσε, Γκεόργκι Γκόγκοφ, Ιβάν Μπεζόβελι ( Ιοβάν Μπέζο), Ιβάν Ζανέσεφ, Ντιμίταρ Ζανέσεφ, Χρίστο Νόζτσε, Χρίστο Κάμτσε, Πέταρ Μπόζκοφ, Χρίστο Ζανέσεφ και άλλοι. 
Το 1872 οι Βούλγαροι με την βία καταλαμβάνουν την εκκλησία  “Άγιοι Ανάργυροι” για να τελείται σ αυτήν η λειτουργία στα Βουλγαρικά.



Το Βουλγαρικό σχολείο Βοδενών (Έδεσσας)  αρχές 20ου αιώνα


Σε διαφορετικές περιόδους στην πόλη διδάσκουν οι δάσκαλοι Αγάπιι Βοίνοφ, Τάρπο Πόποφσκι, Ντιμίταρ Μακεντόνσκι, Στανισλάβα Καραιβανόβα και η μητέρα της, Νεντέλια Πέτκοβα, οι Εδεσσαίες Εκατερίνα Μποντάτσεβα και Εφτιμίτσα Τσαρνιτσκάροβα, εκ νέου Αγάπιι Βοίνοφ, Ντιμίταρ Φράνγκο απο το Μπόγκνταντσι (Φύρομ), Κοσταντίν Στεφάνοφ απο το Τάρνοβο ή την Σιλίστρα, Κοσταντίν Μαντζούκοφ απο το Νόβο Σέλο (Φύρομ), Τραιάν Κουντουραντζίεφ, Πέταρ Άντσεφ απο το Πρίλεπ (Φύρομ) και Ντιμίταρ Στόιτσεφ απο το Όντριν (Ανδριανούπολη), όπως και ο Ντιμίταρ Μιλαντίνοφ (συγγραφέας των Βουλγαρικών παραδοσιακών τραγουδιών) και ο Γκεόργκι Ντίνκοφ. Σταδιακά μεταξύ 1882 - 1886 το σχολείο στην Έδεσσα μετατρέπεται απο βασικής εκπαίδευσης σε τριτάξιο με δύο δωδεκάδες μαθητές. Το σχολικό έτος 1902/1903 στα περίχωρα έχει 20 σχολεία βασικής εκπαίδευσης και ένα σχολείο τάξεων, με 38 δασκάλους και 1400 μαθητές. Το ίδιο έτος τα Ελληνικά σχολεία αντίστοιχα είναι, 19 βασικής εκπαίδευσης και ένα τάξεων, με 35 δασκάλους και 935 μαθητές. Βουλγαρικά σχολεία έχει στα χωριά, Τέοβο - Καρυδιά (1872), Όστροβο - Άρνισσα (1880), Κροντσέλεβο - Κερασιές (1863), Βλάντοβο - Άγρας (1873), Ζέρβι - Ζέρβη (1891), Μεσιμέρ - Μεσημέρι (1888), Πότσελ - Μαργαρίτα (1890), Βαλκοιάνοβο - Λύκοι  (1888).
-------------------------------Τέλος βουλγάρικης ανάρτησης -------------------------------------------------


1. Σλαβική – βουλγαρική προσπάθεια διεισδύσεως  στην Έδεσσα

Α. Η αδιάσπαστη ορθόδοξη χριστιανική συνείδηση

Η Έδεσσα,  και  κατά  το απώτερο, αλλά  και  κατά  το εξεταζόμενο  παρελθόν, παρουσίαζε, κοντά  σε όλα τα άλλα, δύο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά:

1. Κατείχε  σπουδαία στρατηγική θέση και γι’ αυτόν  ακριβώς  τον λόγο, απετέλεσε κέντρο  προσοχής,  ενδιαφέροντος, αλλά  και κατοχής  πολλών  λαών (Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, Βυζαντινή  Αυτοκρατορία, Βούλγαροι, Σέρβοι,  Οθωμανική  Αυτοκρατορία κ.ά.).


2. Επίσης για  ιστορικούς λόγους,  οι κάτοικοι της Έδεσσας,  κατά  την εξεταζόμενη χρονική περίοδο, ήταν πολύγλωσσοι. Μιλούσαν  ελληνικά, τουρκικά, σλαβικά, κουτσοβλαχικά κ.ά.
Γι’ αυτούς  ακριβώς τους λόγους, ο πρώτος  ως αιτία  και ο δεύτερος  ως αφορμή, υπήρξε στόχος της ρωσικής, της σερβικής, της ρουμανικής και της βουλγαρικής πολιτικής.
Βοδενά 1862,
Κώδικας του Νοσοκομείου


Ειδικότερα η βουλγαρική πολιτική, περισσότερο από κάθε άλλη περίπτωση, επεχείρησε με διάφορους τρόπους  να διεισδύσει  στην Έδεσσα  και κατ’ αρχάς  μεν να επηρεάσει  και να διαμορφώσει βουλγαρική εθνική συνείδηση  στους κατοίκους της, πράγμα το οποίο είχε επιτύχει, εν μέρει, σε μια μικρή μειονότητα των κατοίκων, και, αργότερα, να την εντάξει  στο Βουλγαρικό Κράτος, πράγμα το οποίο,  τελικά, δεν είχε επιτευχθεί.


Μέχρι  τα  μέσα περίπου του  19ου  αιώνα,  ο ορθόδοξος χριστιανικός πληθυσμός της Έδεσσας ζει αρμονικά κάτω  από  τη σκέπη  της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η οποία υπάγεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, και είναι  οργανωμένος στο εκκλησιαστικό και  κοινοτικό του  καθεστώς.


 Δεν διαιρείται τόσο  με βάση την εθνική του συνείδηση,  όσο ενώνεται με βάση τη χριστιανική ορθόδοξη συνείδησή του.
Από τα μέσα όμως περίπου του 19ου αιώνα,  ο χριστιανικός πληθυσμός της Έδεσσας,  στην αρχή δειλά–δειλά και ανώδυνα και όσο πλησιάζουμε προς τον ένοπλο Μακεδονικό Αγώνα  εντονότερα και με σοβαρές συνέπειες, αρχίζει να διχάζεται σε πατριαρχικούς, που είναι  οι περισσότεροι, και σε εξαρχικούς,  που είναι  μικρή, αλλά  δυναμική  μειοψηφία, με αποτέλεσμα σε ορισμένους  από  τους εξαρχικούς ν’ αφυπνισθεί αργά–αργά βουλγαρική εθνική συνείδηση. Στην ουσία δηλαδή, τελικά, έχουμε χωρισμό σε Έλληνες και Βουλγάρους.


 Και γι’ αυτό το γεγονός υπάρχουν και αιτίες και αφορμές.

Β. Τα αίτια και οι αφορμές της βουλγαρικής διεισδύσεως στην  Έδεσσα


1. Εσωτερικές διαμάχες, απαξιώσεις  κ.ά.

Το πρόβλημα σχετικά με τα αίτια  και τις αφορμές της βουλγαρικής διεισδύσεως στη Μακεδονία το αναλύει  με πειστικότητα ο Κ. Ι. Μαζαράκης–Αινιάν, ο οποίος, ανάμεσα  στα άλλα, αναφέρει:

Ὁ ἐν Μακεδονίᾳ βουλγαρισμὸς προέκυψεν ἀπὸ τὰ μεταξὺ τῶν κοινοτικῶν συμβουλίων μίση.
Ἡ ἀντιπολίτευσις ἐγίνετο βουλγαρική, προσηλυτίζουσα τὸν ἀγράμματον χωρικόν.
Ἡ πανσλαυϊκὴ προπαγάνδα ὑπεκίνει.
Οἱ  μισοῦντες τὸν  ἑλληνικὸν  ὀρθόδοξον κλῆρον ἐπίσης.
 Ἡ  περιφρόνησις τῶν ἀστῶν, τῶν ὁμιλούντων τὴν ἑλληνικήν, πρὸς  τοὺς  ἀγρότας συνεπλήρου τὴν ἀντίδρασιν. Μερικοὶ ἐπίσκοποι ἐκ τοῦ  κλήρου ἐφορολόγουν ἀνηλεῶς  τὸν  χωρικόν,  ὁ δὲ Ἕλλην διδάσκαλος ἐμισθοδοτεῖτο γλίσχρως.
Ἡ τουρκικὴ διοίκησις ὑπεβοήθει τὴν διαίρεσιν, ἥτις κατὰ τὸ πλεῖστον συνέτεινε εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ βουλγαρισμοῦ παρὰ  τοῖς σλαυοφώνοις καὶ τοῦ ρουμανισμοῦ παρὰ  τοῖς Κουτσοβλάχοις.
Σύμφωνα  με τις ελληνικές και βουλγαρικές μαρτυρίες,  κάτι  ανάλογο συνέβαινε και στην Έδεσσα.

Ενδεικτικά αναφέρουμε:

1. Σύμφωνα με τον τότε δάσκαλο και γραμματέα του «Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου Βοδενών»Δημ. Πλαταρίδη, το θέμα του διαχωρισμού των Εδεσσαίων, όπως αναφέρει το έτος 1874, είχε προκύψει από τα εκπαιδευτικά πράγματα της πόλεως.
Αναφέρει, λοιπόν,  ότι τα εκπαιδευτικά πράγματα στην Έδεσσα  πήγαιναν θαυμάσια και ότι είχε ανεγερθεί  τὸ μεγαλοπρεπὲς σχολεῖον τῶν ἀρρένων.
Αλλά, επειδή ο αριθμός των μαθητών ήταν μεγάλος, οι δάσκαλοι είχαν ζητήσει από  την τότε εφορεία  των σχολείων  ακόμη έναν δάσκαλο, προκειμένου να καλύψουν τα κενά.
 Η εφορεία  όμως των σχολείων  είχε ταυτισθεί με τη γνώμη του τότε μητροπολίτη Νικοδήμου Α΄ Κωνσταντινίδου, του Τενεδίου (1859-1870)15, ο οποίος είχε αρνηθεί  όχι για λόγους οικονομίας, όπως ισχυριζόταν, αλλά αυτό  το γεγονός, σύμφωνα  με τον Δημ. Πλαταρίδη, ἦτο ἰδέα,  τὴν ὁποίαν καὶ  ἐνεφύτευσεν εἰς τοὺς περὶ  αυτόν, ὅτι  δὲν χρήζει  τοῖς  νέοις  εὐρεῖα παιδεία καὶ  ἐπιστημονικαὶ γνώσεις, πληροῦσαι τὸν  ἐγκέφαλον αὐτῶν   ἀέρος,  καὶ  ἑπομένως  δὲν  τοῖς  χρησιμεύουσι διὰ  τὰς ἐν τῇ πατρίδι των ἐργασίας. Τὰς  ἰδέας  δὲ ταύτας ἔθετε  καὶ  εἰς ἐνέργειαν προσπαθῶν διὰ  πάσης  θυσίας νὰ παρακωλύσῃ τοὺς  μέλλοντας νὰ μεταβῶσιν εἰςτὴν ἀλλοδαπὴν εἰς ἀνώτερα ἐκπαιδευτήρια.
Έτσι,  σύμφωνα  πάντα με τον Δημ. Πλαταρίδη, τοιαύτη ἦν ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων, ὅτε ὑψώθη ἡ ὑπέρ τοῦ βουλγαρισμοῦ φωνή, τὴν ὁποίαν ἠσπάσθησαν καὶ διατηροῦσιν εἰσέτι 60 περίπου οἰκογένειαι· γενομένης δὲ τότε καὶ τῆς ἀλλαγῆς τοῦ ἀρχιερέως ἐκείνου, καὶ  ἀντικαταστάντος ὑπὸ  τοῦ  νῦν ἀρχιερέως Ἀγαθαγγέλου17, οἱ  φίλοι τοῦ  προκατόχου, παραπείσαντες καὶ  130  περίπου ἑτέρας  οἰκογενείας, ἤρξαντο ἀντιπολιτευόμενοι τὸν  νέον  ἀρχιερέα των,  καὶ  ἐν τῇ ἐξάψει  τῶν παθῶν των, οἱ ἄλλοτε θιασῶται τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων καὶ  τοῦ  ἑλληνισμοῦ, οὐχὶ  ἐκ πεποιθήσεως, ἀλλ’ ἐπὶ τῷ σκοπῷ  πολιτικῆς ἐπιρροῆς, ἐδείκνυντο συνασπιζόμενοι μετὰ  τῶν βουλγαροφρονούντων, ὅπερ  καὶ  κατέστησεν αὐτοὺς ὑπόπτους εἰς τοὺς ὑπὲρ  τοῦ  ἑλληνισμοῦ ἀγωνιζομένους, καὶ ἑπομένως  διηγέρθη καὶ ἡ μέχρι  σήμερον ὑφισταμένη μεταξὺ τῶν  δύο  ἑλληνοφρονούντων πάλη,   ἥτις  δυστυχῶς πάντοτε λήγει  πρὸς βλάβην τῶν ἐκπαιδευτηρίων.

2. Ο Βούλγαρος A. Šopov αναφέρει, το έτος 1893, ότι το βουλγαρικό εκκλησιαστικό ζήτημα είχε εμφανιστεί στην Έδεσσα  το έτος 1863, κατά την ποιμαντορία του τότε μητροπολίτη Βοδενών Νικοδήμου Α΄.

Κατά  την  περίοδο  αυτή,  σχετικά  με τα  εκκλησιαστικά και  κοινοτικά πράγματα, είχαν διαμορφωθεί, όπως τονίζει, δύο ομάδες παραγόντων. Η μία ήταν με τον μητροπολίτη Νικόδημο Α΄ και η άλλη εναντίον του.

Κατ’ αρχάς  ξεκίνησε  από  την επιθυμία  παραγόντων να διαβάζεται μερικώς ο
«ἀπόστολος» και το «εὐαγγέλιο» στο ντόπιο  γλωσσικό  ιδίωμα.


 Αυτή ήταν η ομάδα η οποία  ήταν με το μέρος του μητροπολίτη. Η άλλη ομάδα  η οποία  ήταν εναντίον του μητροπολίτη ήλθε σε επικοινωνία με Έλληνες της Θεσσαλονίκης  και της Ελλάδας και έγινε το κέντρο του Ελληνισμού  στην Έδεσσα.
Αυτά  συνέβαιναν μέχρι που έφυγε ο Νικόδημος Α΄.

Όταν  όμως ήλθε στην Έδεσσα  ο νέος μητροπολίτης Αγαθάγγελος Α΄ Παπαγρηγοριάδης  (1870-1875), η ομάδα  η οποία  ήταν με τον Νικόδημο  Α΄ και επιθυμούσε να διαβάζεται ο «ἀπόστολος» και το «εὐαγγέλιο» στο ντόπιο γλωσσικό τους ιδίωμα είχε διασπαστεί.
Απ’ αυτήν την ομάδα, μια υποομάδα έμεινε πιστή στον μέχρι τότε μητροπολίτη Νικόδημο  Α΄, μια  άλλη  υποομάδα προσεχώρησε στον  μητροπολίτη Αγαθάγγελο Α΄ και  ενώθηκε με την ομάδα  των Ελλήνων,  «Γκραικομάνων» όπως αναφέρεται.
Μια μικρή υποομάδα έμεινε ουδέτερη.

Και μια άλλη  παρουσιάζεται φανερά  πλέον ως βουλγαρική και αρχίζει να δραστηριοποιείται αποφασιστικά.


Η βουλγαρική υποομάδα, η οποία είχε αρχηγό τον Εδεσσαίο Georgi Gogov, δραστηριοποιείται αποφασιστικά, απομακρύνεται από τον μητροπολίτη, αναλαμβάνει ισχυρόν αγώνα  εναντίον του μητροπολίτη και των Ελλήνων, «Γκραικομάνων», καικαθιστά εκκλησιαστικό, κοινοτικό και εκπαιδευτικό κέντρο την ίδια την οικία τουGeorgi Gogov.

Τελικά όλοι αυτοί είχαν συγχωνευθεί σε δύο ομάδες:
1. Οι εξαρχικοί Βούλγαροι, μια πολύ μικρή, αλλά  δυναμική  ομάδα.
 2. Οι πατριαρχικοί Έλληνες,  «Γκραικομάνοι» κατά  τους Βουλγάρους, η πιο μεγάλη και η πιο ισχυρή ομάδα. Και, όπως τονίζει, το έτος 1872, η Βουλγάρα δασκάλα Stanislava  (Slavka Nedelkina ή Nedelkova) Karaivanova στα απομνημονεύματά της, «στην Έδεσσα  υπήρχαν πολλοί  Γκρακομάνοι» (Έλληνες).

2. Η γλώσσα

Μια άλλη αιτία  – αφορμή  του διαχωρισμού των Εδεσσαίων ήταν  το θέμα της γλώσσας.

Στη βουλγαρική εφημερίδα  της Κωνσταντινουπόλεως Makedonija, με ημερομηνία  10 Ιουνίου  1867, αναφέρεται ότι στην Έδεσσα  γραπτή γλώσσα  είναι  η ελληνική, στις εκκλησίες οι θρησκευτικές  τελετές γίνονται στην ελληνική  γλώσσα,  στα σχολεία  διδάσκονται την ελληνική γλώσσα  και τα ελληνικά  γράμματα, υπάρχουν μόνο ελληνικά σχολεία και δεν υπάρχει ούτε ένα βουλγαρικό σχολείο. Και κάποιοι διαμαρτύρονται στην εφημερίδα  γι’ αυτό. Έτσι  δηλώνεται ότι ζητούν όλα αυτά να γίνονται στη βουλγαρική γλώσσα.

Αυτό  δείχνεται ολοκάθαρα και  σε επιστολή  από  την Έδεσσα,  με ημερομηνία 18 Μαΐου 1867, την οποία  γράφει  και υπογράφει στα ελληνικά  «Εἷς Μακεδὼν Βούλγαρος», όπως αναφέρεται, και η οποία  είχε δημοσιευθεί  στη βουλγαρική εφημερίδα της Κωνσταντινουπόλεως Makedonija, με ημερομηνία 27 Μαΐου 1867.

Σ’ αυτήν,  σε ελληνική  γλώσσα,  αναφέρεται, σχετικά  με την ουνία,  ότι ο μητροπολίτης Νικόδημος Α΄ πῆρε καθαρὰν ἐπαρχίαν καὶ τὴν ἐμόλυνεν διὰ τοῦ οὐνιτισμοῦ, ὅπου  ἂν  δὲν  ληφθοῦν μέτρα  σύμφωνα μὲ τὴν  πρόοδον τοῦ  αἰῶνος  ὁ οὐνιτισμὸς θὰ ἐξαπλωθῇ, διότι οἱ Βούλγαροι τῆς Μακεδονίας θέλουν  τὴν  γλῶσσαν τους  εἰς τὰς ἐκκλησίας, θέλουν  σχολεῖα καὶ  διὰ  νὰ ὑποστηριχθοῦν αὐτὰ θέλουν  ὁμογενὴν Βούλγαρον ἀρχιερέα.

Το γεγονός αυτό προεκτείνεται έτι περαιτέρω. Έτσι, λίγο αργότερα και σε άλλη επιστολή,  με ημερομηνία  7 Μαΐου  1870, προς  τη βουλγαρική εφημερίδα  της Κωνσταντινουπόλεως Makedonija (φ. 54/30.5.1870), αναφέρεται ότι στην Έδεσσα  όσοι απέστειλαν αυτή την επιστολή:

 1. Δεν αναγνωρίζουν το Ελληνικό  Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως και τους μητροπολίτες του και ζητούν επίσκοπο της Βουλγαρικής Εκκλησίας.
2. ζητούν στα σχολεία  τους να διδάσκεται η βουλγαρική και  η τουρκική  γλώσσα,  και μετά κάποια άλλη γλώσσα,  αν κριθεί  αναγκαίο.
 3. ζητούν να τελείται  η θεία λατρεία στους ναούς στη βουλγαρική γλώσσα.

Μάλιστα   οι  βουλγαρίζοντες  της  Έδεσσας,   τριάντα  συνολικά, έφεραν  στην Έδεσσα  κάποιον παράνομο ιερέα από  το Κιλκίς και στις 28 Οκτωβρίου 1870, έξι απ’ αυτούς είχαν παρουσιαστεί στον μητροπολίτη Αγαθάγγελο Α΄ και του ζήτησαν ν’ αναγνωρίσει τον ιερέα τους και να τους δώσει και μιαν εκκλησία, όπου θα ψάλλουν στα σλαβικά.

Φυσικά  ο Αγαθάγγελος Α΄ τους απάντησε ότι πρέπει  πρώτα  να δηλώσουν  ότι αναγνωρίζουν την Εκκλησία  και  τον ίδιον  και  ὅτι  τὸ ζήτημά  των εἶναι  γλώσσης μόνον  ζήτημα  καὶ  οὐχὶ  θρησκευτικόν, καὶ  τότε,  ἀφοῦ  γίνῃ σύσκεψις μετὰ  τῶν προυχόντων τῆς πόλεως,  ἂν θὰ κριθῇ  εὔλογον, ἠμπορεῖ νὰ τοὺς δοθῇ ἄδεια.

Οι βουλγαρίζοντες όμως, με διάφορα προσχήματα, αρνήθηκαν κάτι  τέτοιο  και τα επεισόδια, σχετικά  με τις εκκλησίες, συνεχίστηκαν.

Το θέμα της γλώσσας είχε κατανοήσει πολύ καλά ο τότε αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού Νεόκοσμος Γρηγοριάδης, ο οποίος, το έτος 1908, είχε αναλάβει, κατ’ εντολήν, υπηρεσία ως διευθυντής στο τότε Ἡμιγυμνάσιον Ἐδέσσης  και ο οποίος, για το θέμα της γλώσσας, αναφέρει:

Ζήτησα καὶ ἐπέμεινα στὸν Δεσπότη νὰ μοῦ ἐπιτρέψει νὰ κάνω κήρυγμα στὴν  ἐκκλησία. Εἴχαμε  δύο ἐκκλησίες ἐμεῖς.
Ὁ Δεσπότης ἐγέλασε χλευαστικὰ καὶ μοῦ εἶπεν· ἂν ἐπιμένεις σοῦ δίνω τὴν ἄδειαν.
Μὰ μοῦ φαίνεται πὼς θὰ πέσεις ἔξω. Ἐγὼ ἐπέμεινα καὶ συμφωνήσαμε στὴν ἐκκλησία τῆς Μητρόπολης νὰ κηρύσσῃ ὁ Δεσπότης κάθε  Κυριακὴ καὶ  ἑορτή,  κι’ ἐγὼ στὴν  ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Ἐλεούσης.
Ὅταν  ἄρχισα τὸ κήρυγμα τὸ δικό  μου, ἔγινε  ἔκπληξις τοῦ ἀκροατηρίου γιατὶ ἐκήρυσσα στὴ  δημοτικὴ τὴν  ὁποία καταλάβαιναν ὅλοι. 
 Καὶ ἄρχισε νὰ τρέχῃ  κόσμος  ποὺ νὰ μὴν τὸν χωρῇ ἡ μικρὴ  ἐκκλησούλα τῆς Ἁγίας Ἐλεούσης,  ἐγέμιζε καὶ τὸ προαύλιο ἀκροατὲς καὶ κατόπιν παρετήρησαν ὅλοι,  ὅτι στὴ Μητρόπολη δὲν πήγαιναν πολλοὶ ν’ ἀκούσουν τὰ «τέκνα  μοι ἐν Χριστῷ ἀγαπητὰ καὶ  περιπόθητα» ποὺ  ἔλεγε  ὁ Δεσπότης [...]
Ἐπὶ τέλους κατάλαβε ὅτι  τὸ δικό  μου κήρυγμα στὴ δημοτική, τὴν λιγοστὴ διάρκεια καὶ  τὴν ἁπλούστευση τῶν ἐννοιῶν, ἄρεσε  πολὺ  στὰ πλήθη  καὶ μ’ ἄφησε  νὰ κάνω ὅ,τι θέλω σ’ αυτὸ  τὸ ζήτημα.

Γ. Παράγοντες, συντελέσαντες στην  προσπάθεια σλαβικής διεισδύσεως

Την κατάσταση αυτή, η οποία  επικρατούσε τότε στην Έδεσσα,  είχε προκαλέσει και, φυσικά,  είχε εκμεταλλευθεί  ο πανσλαβισμός.
Και άρχισε να δραστηριοποιείται δεόντως.
Ο Έλληνας  προξενικός υπάλληλος Γεώργιος Τσορμπατζόγλου σε έκθεσή του, με ημερομηνία 12 Μαΐου 1904, προς το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας  αναφέρει ότι είχε επισκεφθεί την Έδεσσα  ὡς κύριον κέντρον τῆς ἑλληνικῆς Μακεδονίας καὶ διαρκῆ στόχον τῶν παντοίων βελῶν τοῦ Πανσλαυϊσμοῦ ἢ Βουλγαρισμοῦ.

Επίσης υπάρχει μαρτυρία του έτους 1908, σύμφωνα  με την οποία  δηλώνονται τα εξής: ἀρξαμένου τοῦ  ἔργου τῶν (πανσλαβιστῶν) ἀπὸ  τοῦ  1860  καὶ  προτήτερα μάλιστα, ὡς πολὺ  καλῶς ἐνθυμούμεθα.
 Συχνὰ  τότε  ἐπεσκέπτοντο αὐτὴν Ρῶσοι πρόξενοι, ποικίλοι ἀπόστολοι Σλάβοι, ὁ Μλαδενώφ, ἀποθανὼν μετὰ ταῦτα ἐν ταῖς φυλακαῖς Κων/πόλεως, ὁ ἐντόπιος τυχοδιώκτης Γῶγος, ἐγκατασταθεὶς ἐπὶ τέλους ἐν Ἐδέσσῃ,  πρῶτος  αὐτὸς  ὑψώσας  τὴν σημαίαν τοῦ  βουλγαρισμοῦ καὶ  ἀνοίξας ἐν τῇ οἰκίᾳ του τὸ πρῶτον  βουλγαρικὸν σχολεῖον καὶ ἄλλοι.

Έτσι, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, οι σπουδαιότεροι παράγοντες οι οποίοι επιχειρούν να εισαγάγουν τη σλαβική  πολιτική και να αφυπνίσουν τη σλαβική, κυρίως βουλγαρική, εθνική συνείδηση στους κατοίκους της Έδεσσας  είναι οι παρακάτω:

1. Dimităr Hr. Miladinov  (1810-1862)
α. Καταγωγή - σπουδές: O Dimităr Hr. Miladinov είχε γεννηθεί στη Στρούγκα το1810 και πέθανε το 1862 στις φυλακές  της Κωνσταντινουπόλεως.

Ήταν ελληνοδιδάσκαλος και δίδαξε  στην Αχρίδα, στο Κιλκίς, στο Μοναστήρι, στον Περλεπέ, στη Στρούγκα.
Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι σε επιστολή  του, με ημερομηνία
  «Τὴν 25. φευρ[ουαρί]ου 1846. Ὄχριδα», προς τον Ρώσο καθηγητή  Πανεπιστημίου Viktor Ivanovič Grigorovič (1810-1876), ο οποίος βρισκόταν στη Βιέννη, ανάμεσα  στα  άλλα,  σε ελληνική  γλώσσα  υπογράφει: «Ὁ δοῦλος σας  / Δημήτριος Μηλαδὺν / ὁ ἐν Ἀχρίδι ἑλληνοδιδάσκαλος».
Παρόλο  όμως που είχε ελληνική παιδεία, εντούτοις,  όπως χαρακτηριστικά τονίζουν οι Βούλγαροι, είχε εργασθεί  «για  τη λαϊκή αφύπνιση των Βουλγάρων της Μακεδονίας».
Μαζί  με τον  αδελφό  του  Konstantin3 είχαν  συλλέξει  και  εκδώσει  το  βιβλίο
Sbornik na bălgarki narodni pesni, Zagreb  1861 (Συλλογή  βουλγαρικών δημοτικών τραγουδιών, ζάγκρεμπ 1861).

2. Georgi Gogov (έως †11-11-1876)

Georgi Gogov


Ένας  άλλος βασικός  παράγων ο οποίος  είχε επιχειρήσει  να αφυπνίσει βουλγαρική εθνική συνείδηση στους Εδεσσαίους  είναι και ο Εδεσσαίος  Georgi Gogov.

Ο ίδιος αναφέρει ότι είχε ελληνική παιδεία, αλλά βουλγαρική συνείδηση,  όπως βεβαιώνεται  από επιστολή  του την οποία  αποστέλει από την Έδεσσα,  με ημερομηνία 15 Σεπτεμβρίου  1861, προς τον Βούλγαρο Georgi S. Rakovski,  εκδότη  της εφημερίδας  Dunavski  Lebed στο Βελιγράδι, και  η οποία  δημοσιεύεται με ημερομηνία 3 Οκτωβρίου 1861.
 Σ’ αυτήν,  ανάμεσα  στα άλλα,  αναφέρει σε σλαβική γλώσσα:
1.«Δικός σας ειλικρινής φίλος, ελληνοτραφής βούλγαρος, κάτοικος της Έδεσσας»,
2.«Εμείς οι Εδεσσαίοι, όπως όλοι οι Βούλγαροι».

 Το  ονοματεπώνυμό του: Σύμφωνα  με τις σωζόμενες γνωστές  μαρτυρίες,  το ονοματεπώνυμό του αναφέρεται ως Georgi Gogov (Георги Гогов) ή Γώγκος Παπαγιάννης ή «Γῶγγος Παπαγιάννη» ή Gogo Papajani (Гого Папаяни) ή Georgi Goguv (Георги Гогув) ή Gogo (Гого) ή Georgij Gogov (Георгий Гогов) ή G. Goga (Г. Гога)  ή Gogo Georgiev (Гого Георгиев)  ή Georgi Gogov (Георги Гоговъ)  ή Gogo Popov (Гого Поповъ).
Στα Πρωτόκολλα (Protokoli) της Βουλγαρικής Εθνικής  Συνελεύσεως  του έτους
1871 αναφέρεται με το όνομα Georgi Gogov (Георги Гогов) ή Gogo (Гого).
Ο ίδιος υπογράφει, άλλοτε  ελληνικά  και άλλοτε  βουλγαρικά, ως «Γ. Γογος»,
«Γεωργιος  Γωγος»,  Georgi Gogov («Георги Гоговъ»), Georgij  Gogov («Георгий
Гогов») ή «Γ. Γ.».

Η καταγωγή και η δράση  του στην  Έδεσσα: Σύμφωνα  με τις γνωστές μαρτυρίες για την καταγωγή και τη δράση του γνωρίζουμε  τα εξής:
Σε αναφορά του, με ημερομηνία  27 Μαΐου  1870, ο τότε Έλληνας Πρόξενος της Θεσσαλονίκης, αναφερόμενος στους παράγοντες οι οποίοι δρούν στην Έδεσσα υπέρ  του  Βουλγαρισμού τονίζει  ότι,  ανάμεσα στους  άλλους,  εἶναι ὁ  Γεώργιος Γῶγος,  ὅστις ἐκ λαμπροτάτης οἰκογενείας καταγόμενος, ἐὰν  ἤδη φέρῃ  ἐν ἑαυτῷ σημεῖον τι ἀνθρωπισμοῦ, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν  ἐν Ρωσσίᾳ  πολυετῆ διαμονήν του.

 Εκτιμήσεις των Βουλγάρων για τον Georgi Gogov: Σύμφωνα  με τις σωζόμενες γνωστές  μαρτυρίες,  οι Βούλγαροι θεωρούν  τον Georgi Gogov σπουδαίο παράγοντα της Βουλγαρικής Αναγεννήσεως («Bălgarsko Văzraždane»).
 Ενδεικτικά αναφέρουμε:
Στη βουλγαρική εφημερίδα  Stara Planina, με ημερομηνία  6 Μαρτίου 1877, αναφέρεται ότι  ο Georgi Gogov «υπήρξε  ο πρώτος  υπέρμαχος της λαϊκής υποθέσεως στην   Έδεσσα, πρώτος άνοιξε  βουλγαρικό σχολείο στο σπίτι του και είχε αποσταλεί ως αντιπρόσωπος στη  Βουλγαρική Συνέλευση του  έτους  1871,  στην  Κωνσταντινούπολη».

3. Pavel Božigrobski (±1810 έως Οκτώβριος 1871)

Ένας  άλλος βασικός παράγων, ο οποίος  είχε επιχειρήσει  να αφυπνίσει βουλγαρική συνείδηση, όχι μόνο στους Εδεσσαίους, αλλά και σ’ άλλους κατοίκους της τότε Ιεράς Μητροπόλεως Βοδενών,  είναι  και  ο αρχιμανδρίτης Hadzi  Pavel Božigrobski (Χ” Παύλος  Αγιοταφίτης), ο οποίος  υπήρξε και ο πρώτος  πρόεδρος  της Βουλγαρικής Κοινότητας στην Έδεσσα.

α. Η καταγωγή και  οι βασικοί σταθμοί της ζωής του:
Σύμφωνα  με τις γνωστές μαρτυρίες,  ο Pavel Božigrobski είχε ελληνική παιδεία, καταγόταν από το χωριό Γραμματικό   του  Νομού  Πέλλας,  αλλά  είχε  γεννηθεί  στο  χωριό  Κονίκοβο  (σημ. Δυτικό) της Επαρχίας Γιαννιτσών του Νομού Πέλλας, όπως αναφέρεται σε ευαγγέλιο το οποίο  μετέφρασε και εξέδωσε το έτος 1852, ο ίδιος,
όπου σε ελληνική γραφή  αναφέρει:  Ρόδομ Βόδενσκα (Επαρχία) οτ σέλο  Κονίκοβω  (Γεννηθείς στην επαρχία Βοδενών από το χωριό Κονίκοβο).

Επίσης για την καταγωγή του, έχουμε μαρτυρία σε επιστολή  του τότε Διευθυντή της Βιβλιοθήκης του Βελιγραδίου Zan Šafarik, με ημερομηνία 22 Σεπτ./4 Οκτωβρίου  1865, ο οποίος  γράφει  στην  τσεχική  γλώσσα,  ανάμεσα  στα  άλλα,  για  τον Pavel Božigrobski:
On je rozeny makedonsky Bulhar ze Soluna
(Αυτός είναι το γένος Μακεδόνας Βούλγαρος από τη Θεσσαλονίκη).
Στην 28η συνεδρίαση της Βουλγαρικής Εθνικής  Συνελεύσεως στην Κωνσταντι- νούπολη, με ημερομηνία 1 Ιουνίου  1871, μετά από συζήτηση, προτείνεται να συμπεριληφθεί  ο Pavel Božigrobski  στον  κατάλογο των  υποψηφίων μητροπολιτών και μάλιστα προτείνεται για μητροπολίτης στις βουλγαρικές επαρχίες, ενώ ο Βούλγαρος σύνεδρος St. Kostov ενημερώνει την Εθνική Συνέλευση ότι ο Pavel Božigrobski είναι περίπου 60 ετών.


Έγινε μοναχός και πήγε στο Άγιον Όρος, όπου εμόνασε στην Ιερά Μονή ζωγρά- φου.
Μετά από το Άγιον  Όρος πήγε στην Ιερουσαλήμ,  έγινε αρχιμανδρίτης και πήρε τον τίτλο του χατζή.
Ο Pavel Božigrobski  είχε την εποπτεία των μετοχίων  του Παναγίου Τάφου  στη Μακεδονία, με έδρα τη Θεσσαλονίκη,  γι’ αυτό  και από την Ιερουσαλήμ  είχε εγκατασταθεί στη Θεσσαλονίκη.

 Το συγγραφικό του έργο: Ο Pavel Božigrobski είχε και συγγραφικό έργο. Γνωστά είναι τα έργα του:
1. Το ευαγγέλιο το οποίο τύπωσε με ελληνικούς χαρακτήρες σε σλαβική γλώσσα,
το έτος 1852, στο εξώφυλλο του οποίου αναφέρεται:

ΕΥΑΓΓΕΛΙΕ / ΝΑ ΓΟΣΠΟΔΑ ΜΠΟΓΑ Η ΣΠΑΣΑ ΝΑ ΣΕΓΟ ΙΗΣΟΥΣΑ ΧΡΙΣΤΩ, ΣΙΓΑ ΝΟΒΟ / ΤΥΠΟΣΑΝΟ ΝΑ  ΜΠΟΓΑΡΣΚΟΙΓΕΖΙΚ. ΖΑ ΣΕΚΟΑ ΝΕΔΕΛΙΑ  / ΟΤ  ΓΟΔΙΝΑ ΔΟΓΟΔΙΝΑ ΣΟΡΕΤ.  / ΠΡΕΠΙΣΑΝΟ Η ΔΙΟΡΤΩΣΑΝΩ ΟΤ  ΜΕΝΕ / ΠΑΥΕΛ ΙΡΟΜΟΝΑΧ,
/ ΜΠΟΖΙΓΡΟΠΣΚΗ  ΠΡΩΤΟΣΥΓΓΕΛ,   ΡΟΔΟΜ   ΒΟΔΕΝΣΚΑ  (Ἐπαρχία)  / ΟΤ  ΣΕΛΟ ΚΟΝΙΚΟΒΩ. / ΣΟΛΟΝ, / ΣΤΑΜΠΑ ΚΥΡΙΑΚΟΒΑ ΔΑΡΖΗΛΕΝ. /1852 .

2.  Επίσης  το  έτος  1865,  ο  Pavel  Božigrobski   εξέδωσε  στην  Κωνσταντινούπολη, στο τυπογραφείο του Aleksandăr  Ekzarh, επιλογές από τις Πράξεις τῶν Ἀποστόλων.
Όπως παρατηρεί κανείς, αποδίδει το Εὐαγγέλιον και τις Πράξεις τῶν Ἀποστόλων σε ιδιωματική βουλγαρική γλώσσα,  αλλά με ελληνική γραφή. Έτσι,  με το συγγραφικό του έργο αρχίζει  μια προσπάθεια στις περιοχές  της Έδεσσας  και αλλού, ώστε  να  αφυπνίσει βουλγαρική συνείδηση  στους  κατοίκους, όπως  προσπάθησε, κατά  τον 18ο αιώνα,  με το έργο του Slavjano – Bălgarska Istorija (1762), ο Βούλγαρος μοναχός Paisij Hilendarski (±1720/1722-1773/1798) γι’ αυτούς  που θεωρούσε Βουλγάρους.

Το έτος 1866 αφήνει  την Ιερουσαλήμ,  έρχεται  στη Θεσσαλονίκη κι από εκεί αναλαμβάνει δράση  στην περιοχή  και  την πόλη  της Έδεσσας,  όπου  εγκαθίσταται. Μάλιστα, με τη βοήθεια μιας μειοψηφίας  Εδεσσαίων με πρωταγωνιστή τον Εδεσσαίο  Georgi Gogov, καταλαμβάνουν, κατά  την  πρώτη  του  αυτή  παρουσία στην Έδεσσα,  για πρώτη φορά την εκκλησία  των Αγίων  Αναργύρων, όπου, χωρίς την άδεια  του οικείου  μητροπολίτη, είχε προλάβει  να λειτουργήσει στη σλαβική γλώσσα.

Όμως ο τότε μητροπολίτης Νικόδημος  Α΄ (1859-1870), ο οποίος  έσπευσε, εν τω μεταξύ, στον ναό, προσπάθησε να λύσει το πρόβλημα,  πλην όμως αυτοί,  οι οποίοι είχαν καταλάβει την εκκλησία, δημιούργησαν επεισόδια.  Αποτέλεσμα αυτής της αντικανονικής, κατά τους ορθόδοξους εκκλησιαστικούς κανόνες, πράξεως ήταν να εκδιωχθεί  ο Pavel Božigrobski από την Έδεσσα.
Μετά απ’ αυτά  τα γεγονότα, ο Pavel Božigrobski  φεύγει  από  την Έδεσσα  και μεταβαίνει  στο χωριό  Λέσκοβο το οποίο  βρίσκεται  κοντά  στο Κράτοβο  των Σκ πίων,  όπου,  από  το έτος 1867 έως τον Μάιο  του έτους 1870, είναι  ηγούμενος  στο«Leskovskie  manastir» του Αγίου  Γαβριήλ.

Στις  30 Ιουνίου  1870, ο Pavel Božigrobski  εγκαθίσταται στο  σπίτι  του  Georgi Gogov, με το πρόσχημα  ότι θέλει ν’ αναπαυθεί, ενώ παράλληλα οι βουλγαρίζοντες διαδίδουν ότι είναι  εφοδιασμένος με επίσημα  έγγραφα ως πληρεξούσιος της Βουλγαρικής Εκκλησίας.  Οι δικοί  του μάλιστα  του κάνουν  και αρχιερατική υποδοχή.
Ο Pavel Božigrobski  είχε δεχθεί  με ευχαρίστηση αυτή  την πρόσκληση,  γιατί  οι Εδεσσαίοι βουλγαρίζοντες, με επικεφαλής  τον  Georgi  Gogov, του  είχαν  υποσχεθεί πως σε περίπτωση που η τότε Ιερά Μητρόπολις Βοδενών θα απεσπάτο από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και  θα προσηρτάτο στη Βουλγαρική Εξαρχία, θα τον έκαναν  μητροπολίτη τους.

Όμως η πρόσκληση  αυτή του Pavel Božigrobski από τον Georgi Gogov, κατά τον μητροπολίτη Αγαθάγγελο Α΄, είχε και άλλον σκοπό.
Επειδή δηλαδή ο Georgi Gogov έβλεπε ὅτι  ἀποτυγχάνει, κατέφυγε εἰς  τὸ  μέτρον  τοῦτο, διὰ  νὰ  ἐνθαρρύνῃ τοὺς ὀλίγους ὀπαδούς του.
Μάλιστα, από την παραμονή του Pavel Božigrobski στην Έδεσσα, πολύ ενδιαφέρουσα είναι  και  η παρακάτω πληροφορία:
 Σε αχρονολόγητη επιστολή  τους, η οποία όμως μπορεί  να χρονολογηθεί ανάμεσα στο χρονικό διάστημα από  24 Σεπτεμβρίου 1870 έως 4/16 Οκτωβρίου 1870, από  την Κωνσταντινούπολη, όπου βρίσκονται ως εκπρόσωποι της Βουλγαρικής Κοινότητας της Έδεσσας, προς τον Pavel Božigrobski,  ο οποίος  βρίσκεται πια  στην  Έδεσσα, οι «Γεωργιος.  Γωγος» και D. V. Makedonski,  ανάμεσα στα άλλα,  δηλώνουν ότι επιθυμία τους δεν είναι μόνο  να  χωρίσουν από  το  Πατριαρχείο, αλλά  αυτό  να  κατοχυρωθεί με «εμιρναμέ».

Ο Pavel Božigrobski  στην  Έδεσσα  έρχεται  αμέσως σε σύγκρουση με τον  τότε μητροπολίτη Βοδενών Αγαθάγγελο Α΄, ο οποίος είχε εκλεγεί μητροπολίτης Βοδενών προσφάτως, δηλαδή τον Απρίλιο του έτους 1870.

Η σύγκρουση αυτή  είχε κέντρο  τον  ιερό  ναό  των  Αγίων  Αναργύρων, τον οποίο  πολλές φορές οι βουλγαρίζοντες επεχείρησαν να καταλάβουν.
Σύμφωνα  με τις γνωστές μαρτυρίες,  κατά  τη δεύτερη παρουσία του Pavel Božigrobski  στην  Έδεσσα,  η πρώτη  συστηματική και  βίαιη  προσπάθεια καταλήψεως άρχισε  την 1η Ιουλίου  1870, ημέρα της εορτής των Αγίων  Αναργύρων και μετά από  πολλές, βίαιες καταλήψεις και ανακαταλήψεις, τελικά  με απόφαση των τουρκικών αρχών,  παρά  τις αντιδράσεις του μητροπολίτη και  των πατριαρχικών Εδεσσαίων, στις αρχές Ιανουαρίου του έτους 1873, ο ιερός ναός των Αγίων Αναργύρων είχε παραχωρηθεί στους βουλγαρίζοντες της Έδεσσας.
Έκτοτε παρέμεινε στους εξαρχικούς μέχρι την απελευθέρωση της πόλης από τον τουρκικό ζυγό (18.10.1912), οπότε και επανήλθε  στο παλαιό καθεστώς.

Ο Αγαθάγγελος Α΄ σε επιστολή  του προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, με ημερομηνία 12 Μαρτίου 1871, μας πληροφορεί ότι ο «Κακοπαῦλος», όπως τον αποκαλεί, έχει φύγει  πια  από  την Έδεσσα,  αλλά  φεύγοντας, έδωσε εντολή στους δικούς του να δημιουργούν προβλήματα στον  Αγαθάγγελο Α΄ και  ότι θα επιστρέψει σε λίγο και πάλι.

Έτσι  ο Pavel Božigrobski αναχωρεί από την Έδεσσα,  γιατί,  εντωμεταξύ,  έπρεπε να πάει στο Μοναστήρι, όπου με επιμονή των Βουλγάρων μητροπολιτών, στην αρχή θα ήταν Πρόεδρος  εκεί των βουλγαριζόντων και μετά μητροπολίτης τους.

Στις 11 Μαΐου  1871, ημέρα της εορτής των αγίων  Κυρίλλου  και  Μεθοδίου,  ο Pavel Božigrobski, πριν μεταβεί στο Μοναστήρι, βρίσκεται  στη Θεσσαλονίκη,  όπου οι Βούλγαροι γιόρτασαν για πρώτη φορά τη γιορτή  αυτή.


4. Σουλεϊμάν Αγάς Δορτζή

Επίσης  ένας  άλλος  παράγων ο οποίος  παίζει  βασικό  ρόλο  στην  προσπάθεια διεισδύσεως  της σλαβικής πολιτικής στην Έδεσσα  είναι και ο Οθωμανός  αλλά αξιωματικός  του Ρωσικού στρατού Σουλεϊμάν  Αγάς Δορτζή.

Ο Σουλεϊμάν  Αγάς Δορτζή ήταν ο δεύτερος από τους τρεις γιους της μεγάλης οθωμανικής  οικογένειας των Δορτζήδων, η οποία  ανέπτυσσε τις δραστηριότητές της στην Έδεσσα  και κατείχε  και καλλιεργούσε μεγάλες εκτάσεις  κτημάτων  στην περιοχή της Αλμωπίας  (παλ. Καρατζόβα).

Σύμφωνα με αναφορά του Ελληνικού Προξενείου Θεσσαλονίκης προς το Υπουργείο  Εξωτερικών της  Ελλάδας,   με ημερομηνία  Ἐν  Θεσσαλονίκῃ τῇ  27ῃ  Μαΐου 1870, ανάμεσα  στα άλλα, αναφέρεται ότι, ένεκα των βιαιοπραγιών και των καταχρήσεων των τριών  αδελφών  Δορτζή  στην περιοχή  Αλμωπίας, οι τουρκικές αρχές, το έτος 1861, τους κατεδίωξαν και ο μεν μικρότερος  αδελφός  ζεϊνέλ πέθανε στις φυλακές  Θεσσαλονίκης,  ο μεγαλύτερος αδελφός Μεϊμέτης δραπέτευσε στην Κωνσταντινούπολη, ὁ δὲ μεσαῖος  ἀδελφός, ὁ περὶ  οὗ ὁ λόγος/ Σουλεϊμάνης, μετὰ τὴν  καταδίκην του  κατώρθωσε νὰ γείνῃ  φυ/γόδικος, καὶ  διὰ  τῆς συνδρομῆς τοῦ τότε Ρωσσικοῦ Προξένου τῶν/ Βιτωλίων160, νὰ διασωθῇ εἰς Ρωσσίαν./ Ἐκεῖ ἄριστα περιποιήθη καὶ  ἐπὶ πέντε  ὁλόκληρα ἔτη διετέλε/σεν ἀξιωματικὸς εἰς τὸ στρατιωτικὸν ἐν Πετρουπόλει, καὶ  τοιουτοτρόπως/ πληρέστατα μυηθεὶς  τὰ μυστήρια τοῦ Πανσλαβισμοῦ, ἀπελύθη/ ἀπόστολος τούτου, καὶ  κατὰ τὸ  1866  ἐπανῆλθεν εἰς Θεσσαλονίκην.
Και, σύμφωνα με την αναφορά, ὁ Πανσλαβισμὸς οὐδαμοῦ ἀλλαχοῦ ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ/ ἴσως τοιοῦτον ὄργανον.

Κατά  την ίδια  αναφορά ἐν τῇ περιοχῇ τῆς Καρατζόβης ἡ βουλγαρικὴ προπα/ γάνδα ἠδυνήθη νὰ κάμῃ  προσηλύτους καὶ  νὰ ὑπογράψῃ ἀναφοράν/ περὶ  ἀποχω- ρισμοῦ ἀπὸ  τῆς ἐν Κων/πόλει ἐκκλησίας, χάρις  εἰς τὰς  ἐνεργείας τοῦ  Ὀθωμανοῦ Σουλεϊμάν ἀγᾶ  Δορτζῆ, ἀξιωματικοῦ τοῦ  Ρωσσικοῦ/ στρατοῦ, ὅστις  ἀναφανδὸν καὶ ἐν γνώσει τῶν τοπικῶν ἀρχῶν ἐνεργεῖ/ ὑπὲρ  τοῦ βουλγαρισμοῦ καὶ κατὰ τῶν Ἑλληνικῶν Πατριαρχείων/ Κ/πόλεως διὰ θεμιτῶν  καὶ ἀθεμίτων μέσων.
Μάλιστα  στην ίδια αναφορά εκφράζεται η απορία πώς ο Σουλεϊμάν  Αγάς Δορτζή καταφέρνει, με την ανοχή  της Ὀθωμανικῆς  Πύλης,  να  προβαίνει σε ποικίλες πιέσεις, ώστε οι μουχτάρηδες των χωριών της περιοχής Αλμωπίας  να σφραγίζουν βιαίως έγγραφα και αναφορές περί αποχωρισμού των από το Οικουμενικό Πατριαρχείο  και,  επιπλέον,  νὰ συντηρῇ δὲ/  ἰδίαις δαπάναις τὸ  βουλγαρικὸν Σχολεῖον ἐν Βοδενοῖς καὶ  νὰ/  ὑμνῆται δημοσίᾳ ὑπὸ  τῶν μαθητῶν  δι’ ἐπίτηδες ὑπὲρ  αὐτοῦ συντε/θέντος βουλγαρικοῦ ἄσματος, ἐνῷ τὸ δημοτικὸν συμβούλιον τῶν Βοδενῶν ἐπισήμως ἀνέφερε ταῦτα ἄλλοτε εἰς τὸ ἐνταῦθα Γεν. Διοικη/τήριον διὰ μαζμπατὰ (ἐκθέσεως).

Μάλιστα  έχει τέτοια  δύναμη στις τοπικές  τουρκικές  αρχές και διαθέτει  τέτοιον πλούτο,  ώστε ἡ ἐν Βοδενοῖς νεοσυστᾶσα Σλαβικὴ Σχολὴ  συντηρεῖται παρ’ αὐτοῦ, διαβεβαιοῦντος ὅτι  αὐτὸς  θέλει  ἀποτίσει τὸν  ἐκ πεντήκοντα τεσσάρων λιρῶν μισθὸν  τοῦ Βουλγάρου διδασκάλου. 

Ὅτε τὸ πρῶτον  ἐπεσκέφθη τὴν Σχολὴν  ταύτην ἐδωρήσατο εἰς τοὺς μαθητὰς  αὐτῆς  ἀνὰ ἓν ἀργυροῦν μετζίτιον, καὶ ἐφεξῆς κατὰ πᾶσαν σχεδὸν πρωΐαν ἐπισκεπτόμενος αὐτήν, παρέχει εἰς ἕνα ἕκαστον μαθητὴν τὸ ὡρισμένον σιμὶτ παρασί, οἱ δὲ εὐγνώμονες μαθηταὶ ὀρθοστάδην τῷ ψάλλουσι τὸ εἰς ὀνομαστί του ἐξεπίτηδες μελοποι/ηθὲν ἆσμα (σαρκί).

Ακόμη στην ίδια αναφορά τονίζεται ότι ὁ Δορτζῆς εἶναι πασίγνωστον ἐνταῦθα ὅτι εἶναι ὄργανον τοῦ πανσλαβισμοῦ μισότουρκος δ’ ἐν ταὐτῷ  καὶ μισέλλην καὶ μυρίας διαπράττων αὐθαιρεσίας κατὰ τῶν δυστυχῶν χωρικῶν ὑπὸ τὰς ὄψεις τῶν ἀρχῶν. Δι’ αὐτοῦ ἐνεργεῖ  τὸ ἐν Κ/πόλει Βουλγαρικὸν/ Κομιτᾶτον ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βοδενῶν καὶ δι’ αὐτοῦ καὶ τοῦ ἐνταῦθα Ρωσσικοῦ Προξενείου ἀνταλλάσσονται ἡ μεταξὺ Κ/πόλεως, Βοδενῶν καὶ τῶν πέριξ ἀλληλογραφία τοῦ Βουλγαρικοῦ κομιτάτου.

Μάλιστα  ο Έλληνας  Πρόξενος  στη Θεσσαλονίκη  τελειώνει  την αναφορά του με μια δυσοίωνη  διαπίστωση:
 Οὕτω  δὲ βαθμηδὸν/ θὰ δυνηθῇ  νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ σχέδιον τοῦ  ἐν Κ/πόλει Βουλγαρικοῦ Κο/μιτάτου περὶ  προσαρτήσεως τῆς ἐπικαίρου ἐπαρχίας Βοδενῶν  εἰς τὴν Βουλγαρικήν/ Ἐξαρχίαν.

Φυσικά αυτό δεν είχε κατορθωθεί, ένεκα των ποικίλων αντιδράσεων των Εδεσ- σαίων, οι οποίοι  έμειναν πιστοί  στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και τον Ελληνισμό.

5. Goce Delčev (1872-1903)

Goce Delčev
Άλλος  βασικός  παράγων, ο οποίος  προσπάθησε σε θεωρητική  και  πρακτική βάση, ώστε να διεισδύσει  η σλαβική πολιτική και, κατ’ επέκταση, η σλαβική – βουλγαρική  συνείδηση  στους κατοίκους της πόλεως και της περιοχής,  είναι  και ο Goce Delčev.

Ο Goce Delčev είχε γεννηθεί  στο  Κιλκίς,  το έτος 1872, και  σκοτώθηκε  στις 4 Μαΐου  1903, σε μάχη με τουρκικό απόσπασμα.

 ΄Ηταν ανεγνωρισμένος καθοδηγητής (αρχηγός)  της V.M.Ο.R.O. και οι Βούλγαροι τον θεωρούν απόστολο του λαού τους.
Κατά τα τέλη του έτους 1901 πέρασε ως καθοδηγητής από την Έδεσσα. Σύμφωνα  με επιστολή  του Βούλγαρου Todor Stankov, η οποία  έχει δημοσιευθεί στην εφημερίδα της Σόφιας Iliden, με ημερομηνία 6 Μαΐου 1923, οι βάσεις για την ίδρυση  της βουλγαρικής οργανώσεως V.M.O.R.O. είχαν  τεθεί στη Θεσσαλονίκη  το έτος 1893 και σε κάποιες  άλλες πόλεις, ανάμεσα  στις οποίες και η Έδεσσα.

Σύμφωνα  με τον Sava Mihajlov, ο Goce Delčev, προς τα τέλη του έτους 1901 και αρχές του έτους 1902, βρίσκεται  στην περιοχή της Έδεσσας.  Τα παραπάνω αναφέρει και ο Georgi Pophristov173,  ενώ ο Slavejko Arsov αναφέρει ότι, κατά  τα τέλη 1901 και αρχές 1902, ο Goce Delčev, πέρασε από τα χωριά  Πάτημα  (παλ. Πάτελε), Άρνισσα (παλ. Όστροβο),  Βρυττά  (παλ. Γκούγκοβο)  και ζέρβη.

Μάλιστα  στην Άρνισσα είχε πραγματοποιήσει συγκέντρωση, όπου είχαν παραστεί και  εξαρχικοί και  πατριαρχικοί, «γκραικομάνοι» όπως τους αποκαλεί.

Τους μίλησε για  τον σκοπό  των ανταρτικών σωμάτων,  ότι πρέπει  ν’ αφήσουν  τις διχόνοιες και τις έριδες και μάλιστα, όπου πήγαινε,  τόνιζε ότι
 «σκοπός των ανταρτικών σωμάτων δεν είναι να γίνουν Βούλγαροι ή  Έλληνες,  αλλά  να απελευθερωθούν από τους Τούρκους, και μετά ο καθένας να γίνει ό,τι θέλει».

Ο Hristo  Siljanov  (1880-1939), μέλος της βουλγαρικής ανταρτικής ομάδας,  με την οποία  ο Goce Delčev περιοδεύει  στα παραπάνω χωριά της Έδεσσας  (Άρνισσα, Πάτημα,  Βρυττά,  ζέρβη  κ.α.), αναφέρει στο  ημερολόγιό  του,  με ημερομηνία  23 Ιανουαρίου 1902 από  τα Βρυττά  (Γκούγκοβο),  ότι εκείνη τη βραδιά  στα  Βρυττά είχαν συγκεντρώσει τους χωρικούς  στην εκκλησία.

Ο Goce Delčev, κατά τον Hristo Siljanov, στεκόταν  δίπλα στον δεσποτικό θρόνο.
 Και,  αφού  μέσα  στη  σιωπή  και  τη  μυσταγωγία της εκκλησίας,  τους  απεκάλεσε «αδέλφια», τους τόνισε για τον σκοπό  του αγώνα  και, αφού  έφεραν μπροστά  του μια εικόνα,  ένα όπλο  κι ένα σπαθί,  τους έβαλε να ορκιστούν.
Και μετά, όσοι βρίσκονταν μέσα στην εκκλησία, έρχονταν όλοι με τη σειρά και φιλούσαν πρώτα  την εικόνα  και μετά το όπλο και το σπαθί.
 Πολλοί  φιλούσαν τον ίδιο, όλοι έλεγαν «Ο Θεός βοηθός» και αισθάνονταν ότι αύριο  δεν θα είναι πια αυτό που ήταν χθες.
Αφού ο Goce Delčev πέρασε από τα παραπάνω χωριά και τους έδωσε αυτές τις συμβουλές, ανεχώρησε  για  την Έδεσσα,  όπου  είχε ιδιαίτερες συναντήσεις με τους δικούς του.

Δεν γνωρίζουμε  περισσότερες λεπτομέρειες  για τον Goce Delčev στην Έδεσσα, όμως, όπως φαίνεται από τις υπάρχουσες πληροφορίες, είχε αφήσει τα σημάδια του στους κατοίκους, χωρίς βεβαίως να κατισχύσει στην προσπάθειά του να εμφυσήσει βουλγαρική συνείδηση σ’ αυτούς.

6. Η Βουλγαρική Κοινότητα


Επίσης σημαντικό  ρόλο στην προσπάθεια σλαβικής διεισδύσεως  στην Έδεσσα έπαιξε και η Βουλγαρική Κοινότητα της πόλεως.

α. Μαρτυρίες για  τη Βουλγαρική Κοινότητα στην  Έδεσσα: Για την ύπαρξη Βουλγαρικής Κοινότητας στην Έδεσσα,  διαθέτουμε σχετικές μαρτυρίες. Ενδεικτικά αναφέρουμε:

Το έτος 1870 ιδρύεται επισήμως και αρχίζει  να λειτουργεί Βουλγαρική Κοινότητα  στην  Έδεσσα,  όπως  προκύπτει από  σωζόμενη  σφραγίδα, στην  οποία γράφει  σε βουλγαρική γλώσσα  και γραφή:  «Vodenska Bălgarska Obština 1870» (Βουλγαρική Κοινότητα Έδεσσας  1870).

Από  το ίδιο  έτος 1870 σώζεται  άλλη σφραγίδα, στην οποία,  σε βουλγαρική γλώσσα και γραφή, γράφει: «Vodenska Bălgarska Cărkovna Obština 1870»180 (Βουλγαρική  Εκκλησιαστική Κοινότητα Έδεσσας  1870).

Τις παραπάνω σφραγίδες τις είχε παραγγείλει στη Θεσσαλονίκη,  τον Ιανουάριο του έτους 1870, ο ίδιος ο Georgi Gogov. Οι σφραγίδες αυτές, το αρχείο  και άλλα επίσημα  έγγραφα φυλάσσονταν σε εδεσσαϊκή  οικία  στην οποία  συνεδρίαζαν και τα μέλη της Βουλγαρικής Κοινότητας.

 Οι μετέχοντες στη Βουλγαρική Κοινότητα αναφέρονται ως Βούλγαροι, όπως αναφέρεται στη βουλγαρική εφημερίδα  της Κωνσταντινουπόλεως Turcija, με ημερομηνία  15 Ιουλίου  1872, όπου  μνημονεύονται ως «Vodenskite Bălgari», δηλαδή «Εδεσσαίοι Βούλγαροι».

 Η πληθυσμιακή δύναμη  των μελών της Βουλγαρικής Κοινότητας:
Οι βουλγαρίζοντες  στην Έδεσσα,  καθ’ όλην την περίοδο  της δράσεώς  των, ήταν  μειοψηφία.
Ενδεικτικά αναφέρουμε:

1. Σε επιστολή  από  την Έδεσσα  του Εδεσσαίου πρωταγωνιστή του βουλγαρισμού Georgi Gogov, με ημερομηνία  15 Σεπτεμβρίου  1861, προς την εφημερίδα  του Βελιγραδίου Dunavski  Lebed, η οποία  έχει δημοσιευθεί με ημερομηνία 3 Οκτωβρίου 1861, αναφέρεται για  πρώτη  φορά  ότι  στην  Έδεσσα  υπάρχουν 600 χριστιανικά σπίτια,  χωρίς  να  μας δίνει  πληροφορίες πόσοι  απ’ αυτούς  είναι  άνθρωποι στων οποίων  τη συνείδηση προετοιμάζεται η μελλοντική  απόσχιση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

2. Σύμφωνα  με αναφορά του Ελληνικού Προξενείου Θεσσαλονίκης  προς το Υπουργείο  Εξωτερικών  της  Ελλάδας,   με  ημερομηνία   Ἐν  Θεσσαλονίκῃ τῇ  27ῃ Μαΐου 1870/, ανάμεσα  στα άλλα, αναφέρεται ότι ἡ λεγομένη βουλγαρικὴ/ μερὶς ἡ ἐπιδιώκουσα τὴν ἐπικράτησιν τοῦ Βουλγαρισμοῦ ἐν τῇ/  ἐπαρχίᾳ Βοδενῶν  καὶ τὴν προσάρτησιν αὐτῆς  εἰς τὴν Βουλγα/ρικὴν ἐξαρχίαν ἐν μὲν τῇ πόλει  τῶν Βοδενῶν ὀλιγίστους ἀριθμεῖ/ ὁπαδούς.

3.  Ο  τότε  δάσκαλος  και  γραμματέας  του  Φιλεκπαιδευτικού  Συλλόγου  της Έδεσσας  Δημήτριος Πλαταρίδης, το έτος 1874, αναφέρει ότι επί συνόλου  800 χρι- στιανικών οικογενειών στην  Έδεσσα  (και  400 οθωμανικών), ἠσπάσθησαν (τὸν βουλγαρισμὸν) καὶ διατηροῦσι εἰσέτι 60 περίπου οἰκογένειαι191.

4. Οι Εδεσσαίοι, με αφορφή  τη δημοσιογραφική καμπάνια του Βέλγου δημοσιογράφου Emile Laveleye, ο οποίος,  το έτος 1884, υπερασπίζεται τα σλαβικά  δίκαια στη Μακεδονία, σε επιστολή  τους με ημερομηνία
  Ἐν Βοδενοῖς τῇ 11ῃ Ἰανουαρίου 1885,  η οποία  είχε δημοσιευθεί  στην  εφημερίδα  της Κωνσταντινουπόλεως Νεο- λόγος  (φ. 4716/1885), αναφέρουν, ανάμεσα  στα άλλα,  ότι λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς  ἀναλογίας τοῦ  ἐνταῦθα πληθυσμοῦ, ἀποβαίνει πρόδηλον ὁτι  ὁ βουλγαρικὸς πληθυσμὸς μειοψηφεῖ. Ἐφ’ ᾧ τὰ  εἰρημένα δημοσιεύματα διαψεύδοντες ἐκτίθεμεν ὅσα ἐξ αὐτοψίας καὶ αὐτηκοΐας γινώσκομεν.

5. Ο Βούλγαρος A. Šopov αναφέρει, το έτος 1893, ότι στην Έδεσσα  το σύνολο των εξαρχικών με αρχηγό  τον Georgi Gogov αριθμούσε  160 οικίες.

γ. Βουλγαρίζοντες με ελληνική παιδεία:
 Όπως προκύπτει από επιστολή,  με ημερομηνία 10 Ιουνίου  1867, στη βουλγαρική εφημερίδα  της Κωνσταντινουπόλεως Makedonija, στην Έδεσσα,  την εποχή  αυτή,  οι Εδεσσαίοι έχουν  γραπτή γλώσσα την ελληνική, στις εκκλησιές τους ψάλλουν στα ελληνικά,  στα σχολεία  διδάσκεται η ελληνική γλώσσα και ότι δεν λειτουργεί ούτε ένα βουλγαρικό σχολείο.

Έτσι  και τα μέλη της Βουλγαρικής Κοινότητας στην Έδεσσα,  την εποχή εκείνη, όσοι ήξεραν γράμματα, είχαν ελληνική παιδεία.

Η δραστηριότητητα της Βουλγαρικής Κοινότητας στην  Έδεσσα:

 Η Βουλγαρική Κοινότητα στην Έδεσσα,  κοντά  σε όλα τα άλλα, είχε δραστηριοποιηθεί στους παρακάτω τρεις τομείς:

1. Στην ίδρυση ξεχωριστής Βουλγαρικής Εκκλησίας. 
2. Στην ίδρυση Βουλγαρικού Σχολείου. 
3. Στην ίδρυση Βουλγαρικού Συλλόγου.


Διάρκεια της Βουλγαρικής Κοινότητας:

 Η Βουλγαρική Κοινότητα, όπως προκύπτει  από  διάφορες  μαρτυρίες,  λειτουργεί υποτυπωδώς μέχρι  την  απελευθέρωση της Έδεσσας  (18.10.1912).

Όμως μετά την απελευθέρωση όσοι σχισματικοί είχαν μείνει είχαν προσχωρήσει στην Ελληνική  Κοινότητα Βοδενών,  όπως  προκύπτει και  από  πρακτικό σωζόμενου κώδικα  της τότε Ιεράς Μητροπόλεως Βοδενών,  με ημερομηνία  26 Αυγούστου 1913, στο οποίο,  ανάμεσα  στα άλλα, αναφέρεται:
κατόπιν τῆς προσχωρήσεως τῶν ἀδελφῶν μας τέως σχισματικῶν εἰς τὴν  ορθοδοξίαν.
Έκτοτε συνεχίζεται η κοινή ζωή και δημιουργία μέσα στα όρια  της Ελληνικής Πολιτείας.


ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Όπως προκύπτει από τις γνωστές μαρτυρίες,  η Βουλγαρική Κοινότητα στην Έδεσσα,  από  την ίδρυσή  της ακόμη,  ζητούσε  ανεξάρτητη Βουλγαρική Εκκλησία.

Ενδεικτικά αναφέρουμε:

1. Η πρώτη  μνεία  για  ανεξάρτητη Βουλγαρική Εκκλησία  αναφέρεται σε επιστολή από την Έδεσσα του Εδεσσαίου Georgi Gogov, με ημερομηνία 15 Σεπτεμβρίου 1861, προς την εφημερίδα του Βελιγραδίου Dunavski  Lebed. Αυτή είχε δημοσιευθεί, με ημερομηνία  3 Οκτωβρίου 1861, στην οποία,  ανάμεσα  στα άλλα, αναφέρει ότι ο μητροπολίτης Νικόδημος  Α΄ (1859-1870) εισπράττει πολλά  δικαιώματα από  τους χριστιανούς και γι’ αυτό, όπως ισχυρίζεται, οι Βούλγαροι μισούν το ελληνικό ιερα- τείο και ότι επιθυμούν  μια ιδιαίτερη και καθαρή  Βουλγαρική Ιεραρχία.

2. Σε επιστολή από την Έδεσσα, με ημερομηνία 18 Μαΐου 1867, την οποία γράφει και υπογράφει ελληνικά  «Εἷς Μακεδὼν Βούλγαρος» και η οποία  έχει δημοσιευθεί στη βουλγαρική εφημερίδα  της Κωνσταντινουπόλεως Makedonija, με ημερομηνία 27 Μαΐου  1867, αναφέρεται, σχετικά  με την ουνία,  ότι ο μητροπολίτης Νικόδημος Α΄ πῆρε  καθαρὰν ἐπαρχίαν καὶ  τὴν  ἐμόλυνεν διὰ  τοῦ  οὐνιτισμοῦ, ὅπου,  ἂν  δὲν ληφθοῦν μέτρα  σύμφωνα μὲ τὴν πρόοδον τοῦ  αἰῶνος,  ὁ οὐνιτισμὸς θὰ ἐξαπλωθῇ, διότι οἱ Βούλγαροι τῆς Μακεδονίας θέλουν  τὴν γλῶσσαν τους  εἰς τὰς ἐκκλησίας, θέλουν   σχολεῖα καὶ  διὰ  νὰ  ὑποστηριχθοῦν αὐτὰ θέλουν   ὁμογενὴν Βούλγαρον ἀρχιερέα.

3. Σε επιστολή  τους με βουλγαρική γραφή  από την Έδεσσα  προς τον Pavel Božigrobski, με ημερομηνία  11 Μαΐου  1870, υπογράφουν 12 Εδεσσαίοι, ως ανήκοντες στη Βουλγαρική Κοινότητα της Έδεσσας,  από  τους οποίους  μάλιστα  μόνο ο ένας υπογράφει στα βουλγαρικά, ενώ όλοι οι άλλοι  υπογράφουν ελληνικά.
Αυτοί πληροφορούν τον  Pavel Božigrobski  ότι,  πριν  15 μέρες, είχαν  τηλεγραφήσει στον Μεγάλο  Βεζίρη  και  τον  πληροφορούν ότι  η επαρχία της  Έδεσσας   κατοικείται καθαρά από Βουλγάρους και ότι δεν αναγνωρίζουν το Ελληνικό  Πατριαρχείο ούτε τον επιχώριο  μητροπολίτη και ότι επιθυμούν  βούλγαρο επίσκοπο και από τη Βουλγαρική  Εκκλησία.

4. Σε άλλη επιστολή  από  την Έδεσσα,  με ημερομηνία  5 Ιουνίου  1870, η οποία έχει δημοσιευθεί στη βουλγαρική εφημερίδα της Κωνσταντινουπόλεως Makedonija, με ημερομηνία  15 Ιουνίου  1870, δηλώνεται ότι, πριν από 6-7 μήνες, κάποιοι κάτοικοι από την Έδεσσα  αποφάσισαν να αποκοπούν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τώρα, με αφορμή τη μετάθεση του μητροπολίτη Νικοδήμου Α΄, ζητούν από την Υψηλή Πύλη να έρθει Βούλγαρος μητροπολίτης στην Έδεσσα.

5. Όπως αναφέρει, το έτος 1893, ο Βούλγαρος A. Šopov, ο Σεφκέτ Πασάς  αναλαμβάνει, το έτος 1872, το βιλαέτι της Θεσσαλονίκης. Αυτός ήλθε και στην Έδεσσα για να εξετάσει την κατάσταση. Οι εξαρχικοί μίλησαν εναντίον του τότε μητροπολίτη Αγαθαγγέλου Α΄ και εναντίον των Ελλήνων. Λύση δεν υπήρξε.
Κοντά σε όλα τα άλλα,  οι εξαρχικοί της Έδεσσας  μάζεψαν  υπογραφές, ζήτησαν  να αποκοπούν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και έστειλαν στην Υψηλή Πύλη στην Κωνσταντινούπολη  αίτηση με την παράκληση να τους στείλει Βούλγαρο μητροπολίτη.
Πλην όμως, παρά τις ενέργειες των βουλγαριζόντων, η τότε Ιερά Μητρόπολις Βοδενών παρέμεινε πιστή και αναπόσπαστο τμήμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ

Επίσης η Βουλγαρική Κοινότητα είχε δραστηριοποιηθεί, ώστε να ανοίξει  βουλγαρικό σχολείο στην Έδεσσα,  πράγμα το οποίο  και είχε επιτύχει  το έτος 1869.

Ενδεικτικά αναφέρουμε:

1. Σε είδηση, η οποία  είχε δημοσιευθεί  στη βουλγαρική εφημερίδα  της Κωνσταντινουπόλεως  Makedonija, με ημερομηνία  11 Φεβρουαρίου  1867, αναφέρεται ότι  στην Έδεσσα  ζητούν  να τους στείλουν  «στοιχειώδη» βιβλία  στη  βουλγαρική γλώσσα218. Και είναι η πρώτη φορά που αναφέρεται ένα τέτοιο γεγονός.

2. Σχετικά  με την ίδρυση  βουλγαρικού σχολείου  στην Έδεσσα  μας πληροφορεί ο Εδεσσαίος  πρόκριτος Κώτσος Παναγιώτου.
 Σύμφωνα  με τις μαρτυρίες  του, στις 11 Νοεμβρίου 1858 ήλθαν στην Έδεσσα  από το χωριό των Σκοπίων Κράτοβο  οι Τζανεσαίοι γιὰ  νὰ  πωλήσουν δῆθεν  κουκουλόσπορο στὴν  Ἔδεσσα.  Αυτοί  όμως ἄρχισαν νὰ κατηχοῦν, ξεγέλασαν τοὺς  πιὸ κουτούς, ἀγόρασαν ἄλλους καὶ  σ’ ἕνα χρόνο κατόρθωσαν νὰ μαζεύσουν 30 μαθητὰς  καὶ νὰ ἀνοίξουνε σχολεῖο.

3. Σε είδηση η οποία  έχει δημοσιευθεί,  με ημερομηνία 26 Σεπτεμβρίου  1869, στη βουλγαρική εφημερίδα  της Κωνσταντινουπόλεως Otečestvo (Πατρίδα), αναφέρεται ότι ο Βουλγαρικός Σύλλογος  της Κωνσταντινουπόλεως στέλνει έναν δάσκαλο στην Έδεσσα.

 Ο δάσκαλος αυτός  είναι  ο Βούλγαρος διάκονος Agapij Vojnov από  το Κιουστεντίλ της Βουλγαρίας, ο οποίος  πράγματι στέλνεται  από  τον  Βουλγαρικό Σύλλογο  της Κωνσταντινουπόλεως στην Έδεσσα.
  Όμως δεν έχει καλή τύχη.
Και πράγματι, σε είδηση από τη Θεσσαλονίκη,  η οποία  δημοσιεύεται στη βουλγαρική  εφημερίδα  της Κωνσταντινουπόλεως Makedonija, με ημερομηνία  22 Νοεμ- βρίου 1869, αναφέρεται ότι, μετά από αντιδράσεις των πατριαρχικών στην Έδεσσα, συλλαμβάνεται ο πρώτος  Βούλγαρος δάσκαλος του βουλγαρικού σχολείου στην Έδεσσα  διάκονος Agapij Voinov και ο Σαμπρί  Πασάς  της Θεσσαλονίκης  τον απελευθερώνει.

4. Ο Βούλγαρος A. Šopov αναφέρει, το έτος 1893, ότι το πρώτο  βουλγαρικό σχολείο  στην Έδεσσα  άνοιξε  στις 5 Νοεμβρίου  1869. Δάσκαλος υπήρξε  ο διάκονος Agapij Voinov από το Κιουστεντίλ. Αυτός είχε σπουδάσει στην Κωνσταντινούπολη στη Θεολογική  Σχολή της Χάλκης.
 Δίδαξε μόνο επτά μέρες, μετά τις οποίες το υποτυπώδες σχολείο  είχε κλείσει από  τον Έλληνα μητροπολίτη Νικόδημο  Α΄ και ο ίδιος είχε οδηγηθεί  στη Θεσσαλονίκη,  με τη συνοδεία  των τουρκικών αρχών.
 Το έτος 1872 ο δάσκαλος Agapij Voinov είχε κληθεί και πάλι  στην Έδεσσα,  όπου είχε διδάξει  οκτώ μήνες. Τις ίδιες περίπου πληροφορίες μας δίνουν  και οι Βούλγαροι G. Vestitelev και G. St. Kandilarov.

5. Τις πρώτες μέρες του μηνός Σεπτεμβρίου  1870 φτάνει  στην Έδεσσα  η Βουλγάρα  δασκάλα Stanislava  Karaivanova η οποία  και ανοίγει  το πρώτο  βουλγαρικό σχολείο θηλέων στην πόλη με 50 μαθήτριες,  ο αριθμός των οποίων  κάθε έτος ήταν διαφορετικός. Είχε προσκληθεί και συμφωνηθεί από τη Βουλγαρική Κοινότητα της Έδεσσας  για τρία έτη και ο ετήσιος μισθός της ήταν 40 τουρκικές  λίρες. Αυτή διέμενε, κυρίως, στο σπίτι του Georgi Gogov. Μετά από τρία χρόνια  διδασκαλίας ανεχώρησε για τη Θεσσαλονίκη.

6. Σε επιστολή  από  την Έδεσσα,  με ημερομηνία  24 Ιουνίου  1870, η οποία  έχει δημοσιευθεί  στη βουλγαρική εφημερίδα  της Κωνσταντινουπόλεως Makedonija, με ημερομηνία 7 Αυγούστου 1870, αναφέρεται ότι στην Έδεσσα  μόλις άρχισαν να λειτουργούν βουλγαρικά σχολεία αρρένων  και θηλέων, στα οποία,  όπως αναφέρεται, εναποτίθενται μεγάλες ελπίδες εδώ.

7. Η Βουλγαρική Κοινότητα της Έδεσσας  σε επιστολή  της, με ημερομηνία  2 Οκτωβρίου 1870, η οποία  έχει δημοσιευθεί στη βουλγαρική εφημερίδα της Κωνσταντινουπόλεως Turcija, με ημερομηνία  14 Νοεμβρίου  1870, ευχαριστεί τον Βουλγαρικό  Σύλλογο  της Κωνσταντινουπόλεως, επειδή  δώρισε  στα  βουλγαρικά σχολεία της Έδεσσας  663 βιβλία διδασκαλίας, και κάποιους άλλους  άγνωστους, οι οποίοι πρόσφεραν στο βουλγαρικό σχολείο  μια ετήσια  σειρά  των βουλγαρικών εφημερί- δων της Κωνσταντινουπόλεως Makedonija και Turcija.

8. Το έτος 1872 ιδρύεται στην Κωνσταντινούπολη η Makedonska Družina (Μακεδονικό Τάγμα), με σκοπό  να ιδρύσει  και να ενισχύσει  σχολεία  σε διάφορες περιοχές της Μακεδονίας, ανάμεσα  στις οποίες και την Έδεσσα.

9. Στη βουλγαρική εφημερίδα  της Κωνσταντινουπόλεως Turcija, με ημερομηνία 15 Ιουλίου  1872, αναφέρεται ότι στην Έδεσσα  λειτουργούν βουλγαρικά σχολεία εδώ και τρία χρόνια.

10. Σε αναφορά προς τις Μεγάλες Δυνάμεις, με ημερομηνία  Σόφια,  28 Ιουλίου 10 Αυγούστου 1903, αναφέρεται ότι, λόγω της δύσκολης καταστάσεως, τα βουλγαρικά σχολεία είναι κλειστά.

Παρ’ όλες όμως τις προσπάθειες των Βουλγάρων να ιδρύσουν και να λειτουργήσουν βουλγαρικά σχολεία σε διάφορα μέρη της Μακεδονίας, ανάμεσα  στα οποία και η Έδεσσα,  δεν τα καταφέρνουν. Και αυτό  οφείλεται, όπως αναφέρει ο Βούλγαρος  Atanas  G. Kušuvali από  το Κιλκίς σε επιστολή  του, με ημερομηνία  24 Μαρτίου  1883, προς τον Stefan I. Verkovič (1827-1893), επειδή  οι Έλληνες,  «Гярци» (Gjárci) όπως αναφέρει, αντιδρούν παντοιοτρόπως.




7. Οργάνωση και αποστολή ανταρτικών βουλγαρικών σωμάτων

Επίσης στην προσπάθεια διεισδύσεως  της σλαβικής πολιτικής στην Έδεσσα, σημαντικό  ρόλο  είχαν  παίξει  και  τα  βουλγαρικά αναταρτικά σώματα  τα  οποία είχαν δράσει στην Έδεσσα  και την περιοχή της.
Ενδεικτικά αναφέρουμε:

1. Σε επιστολή  του, με ημερομηνία  29 Αυγούστου 1902, το Κεντρικό  Βουλγαρικό  Κομιτάτο  της Θεσσαλονίκης  αναφέρει ότι  στην περιοχή  της Έδεσσας  δραστηριοποείται ο συνταγματάρχης του Βουλγαρικού Στρατού Anastas  Jankov με 54 άτομα,  χωρισμένα  σε τέσσερεις ομάδες στις περιοχές  των χωριών  Αετοχώρι (παλ. Τούσιν  ή Τούσιανη), Σαρακηνοί (παλ. Σαρακίνοβο), Άρνισσα (παλ. Όστροβο)  κι αλλού.

Στην Έδεσσα ο Anastas  Jankov καλεί τους καθοδηγητές του βουλγαρισμού και τους αποκαλύπτει τα σχέδια  των δραστηριοτήτων και τον χρόνο, κατά  τον οποίο θα  αρχίσει  το  κίνημα.  Όμως,  όπως  αναφέρεται, τα  πράγματα των  βουλγαριζόντων στην Έδεσσα δεν πάνε καλά  για τις προσδοκίες τους και γι’ αυτό  πρέπει  να πάρουν σχετικά  μέτρα. Μάλιστα για τον σκοπό  αυτό  δίνουν  σε κάποιον Radomir Atanasov,  ο οποίος  ήταν ένας από τους καθοδηγητές στην Έδεσσα,  300 τουρκικές λίρες, για να εντείνουν  τις προσπάθειές τους. Αλλά τα πράγματα γι’ αυτούς  δεν πάνε καλά.

2. Ο αξιωματικός του Βουλγαρικού Στρατού Hristo  Černopeev (1868-1915), το φθινόπωρο του έτους 1902, μαζί με τον Trenev και τον φοιτητή  Kiril Părličev ξεκι- νούν από τη Σόφια  με 30 άτομα για την περιοχή της Έδεσσας.
Hristo Chernopeev

3. Ο Γ. Τσορμπατζόγλου αναφέρει, το έτος 1904, για τα βουλγαρικά ανταρτικά σώματα:
Ἡ μᾶλλον ἐνδιαφέρουσα ἐξ ὅλων  τῶν ἐκεῖθεν πληροφοριῶν μου εἶνε ὅτι μία τῶν δύο κυριωτέρων Ἀνταρτικῶν συμμοριῶν, αἵτινες δρῶσι μέχρι σήμερον ἐν τῇ περιφερείᾳ Βοδενῶν, ἐκ 15 περίπου ἀτόμων ἑκάστη, ἐκυριαρχεῖτο ὁλόκληρος μέχρι  πρό  τινος  χρόνου ὑπὸ  ἑπτὰ  ἀνδρείων καὶ  φανατικῶν Ἑλλήνων Ὀρθοδόξων στρατολογηθέντων ὅλως αὐθορμήτως ἐκ τοῦ αὐτοῦ χωρίου  Μεσημερίου. Ἐξ αὐτῶν οἱ τρεῖς ὀνόματι Σωτήριος Νικολάου, υἱὸς φανατικωτάτης Ἑλληνικῆς οἰκογενείας αὐτόθι, ὁ Ἀθανάσιος Κάλτσας καὶ  ὁ Ἀναστάσιος Καρατζῆς, μετὰ  μακρὰν δρᾶσιν ἀπώλεσαν τὴν ὑπομονὴν ἀναμένοντες τὴν ἐλευθέρωσιν τῆς χώρας καὶ ἀπῆλθον πρὸ δύο περίπου μηνῶν εἰς Θεσσαλίαν.

Η παραπάνω πληροφορία δείχνει  τον  πόθο  των  ορθοδόξων Ελλήνων  κατοίκων της περιοχής  για την ελευθερία  κι έτσι εντάσσονται σε ανταρτικά σώματα  τα οποία,  πολλές φορές, εργάζονται για  τη σλαβική  πολιτική.  Όμως οι περισσότεροι απ’ αυτούς,  όταν  αντιλαμβάνονται τα τεκταινόμενα, αποχωρούν από  τις βουλγαρικές ανταρτικές ομάδες και εντάσσονται, όπως οι παραπάνω, σε ελληνικά  ανταρτικά σώματα, όπου συνεχίζουν τον αγώνα  για την ελευθερία.

4. Στην εφημερίδα  Ἐκκλησιαστική Ἀλήθεια της Κωνσταντινουπόλεως, με ημερομηνία 3 Φεβρουαρίου  1907, δημοσιεύεται, ανάμεσα  στα άλλα, η πληροφορία ότι δρούν βουλγαρικά σώματα  Ἐν τῷ καζᾷ  Βοδενῶν  2. Ἐν τῷ καζᾷ  Γιενιτσᾶς 4.

ΙΙ. Η αντίδραση και η αντοχή  του Ελληνισμού  στην Έδεσσα

Κατά  την περίοδο  του Μακεδονικού Αγώνα,  όπως  προκύπτει από  τα εκτεθέντα  παραπάνω, τα πράγματα δεν ήταν  εύκολα  για  τους κατοίκους της Έδεσσας.

Ο αντίπαλος δεν ήταν  ευκαταφρόνητος.
Οι πιέσεις  της σλαβικής  πολιτικής ήταν, κυριολεκτικά, φοβερές. Τα πάθη  ήταν  μεγάλα.  Κι αυτό  δεν το πλήρωσαν μόνο οι πατριαρχικοί, αλλά  και  οι εξαρχικοί οι οποίοι  είχαν  εμπλακεί  σε μια άσκοπη τέτοια  περιπέτεια.

Η δυσάρεστη αυτή  κατάσταση περιγράφεται σαφέστατα στις παρακάτω δύο μαρτυρίες,  οι οποίες προέρχονται από τα δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα:

1. Σε απόρρητη αναφορά του από  την Κωνσταντινούπολη, με ημερομηνία  17 Μαΐου 1903, ο Βούλγαρος Έξαρχος Ιωσήφ (1840-1915) εκθέτει την κατάσταση του βουλγαρικού πληθυσμού  στη Μακεδονία και  την Αδριανούπολη.
 Στην  αναφορά του αυτή  αναφέρεται και  στην Έδεσσα  και  την περιοχή  της.
 Σ’ αυτήν  εκθέτει με οικτρό  τρόπο  ότι συλλαμβάνονται από τις τουρκικές  αρχές πολλοί  κάτοικοι αδιακρίτως, ιδίως προύχοντες, ιερείς, δάσκαλοι, οι οποίοι  βασανίζονται και φυλακίζονται. Οι Τούρκοι  στρατιώτες δεν εξαιρούν  ούτε γυναίκες  ούτε παιδιά. Και μάλιστα, κατά την πιο ουσιώδη περίοδο εργασιών, κατά την οποία δηλαδή οι Εδεσσαίοι εκτρέφουν  τους  μεταξωσκώληκες,  οι  κάτοικοι είναι  αναγκασμένοι να  μένουν μέσα στα σπίτια  τους και να απέχουν από κάθε εργασία βιοπορισμού.

2. Επίσης, σύμφωνα με επιστολή, την οποία  στέλνουν οι ίδιοι οι Εδεσσαίοι προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, με ημερομηνία  24 Σεπτεμβρίου  1904, χρονιά  δηλαδή δύσκολη για την εξέλιξη του Μακεδονικού Αγώνα,  η κατάσταση η οποία  επικρατεί στην Έδεσσα  και την περιοχή είναι πολύ δυσάρεστη.
Στην επιστολή  αυτή, ανάμεσα  στα άλλα,  αναφέρονται και τα παρακάτω:

 Ἀπὸ τριῶν καὶ πλέον ἐτῶν ἡ πόλις ἡμῶν καὶ σύμπασα σχεδὸν ἡ ἐκκλησιαστικὴ περιφέρεια τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Βοδενῶν  εὑρίσκονται ἐν ὅλῃ ἐκρύθμῳ  καταστάσει, διότι ἐξέλιπεν πλέον  ἡ ἀσφάλεια τῆς ζωῆς, τῆς περιουσίας καὶ  τῆς τιμῆς,  εἰς ἐπίμετρον δὲ  καὶ  ἡ ἐλευθερία τῆς  θελήσεως,  καθόσον βάρβαροι καὶ  κακοήθεις τινὲς  ὑπὸ τὸ  ὄνομα  τοῦ  ἀντάρτου καὶ  ἐλευθερωτοῦ δῆθεν  περιερχόμενοι κατὰ στίφη τὴν ὅλην  ἐπαρχίαν τὴν ταχθεῖσαν ὑπὸ  τὴν πνευματικὴν διοίκησιν τοῦ  Μητροπολίτου Βοδενῶν   ἐξαναγκάζουσι διὰ  πυρὸς   καὶ  σιδήρου τοὺς  πάντας καὶ  ἰδίως  τοὺς χωρικοὺς μηδ’ αὐτῶν  τῶν ἱερέων  καὶ  διδασκάλων ἐξαιρουμένων νὰ ὑπογράψωσι τὰς ὑπ’ αὐτῶν  συντασσομένας αἰτήσεις πρὸς τὰς ἐπιτοπίους Ἀρχὰς καὶ ἀναφορὰς πρὸς  τὸν  ἔξαρχον τῶν  Βουλγάρων, δηλοῦντας δι’ αὐτῶν   ὅτι  προσχωροῦσι τῇ Ἐξαρχίᾳ καὶ ἀποχωρίζονται τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, εἰς ἣν ἀνέκαθεν ὑπήγοντο.

Μπροστά σ’ αυτή  την  κατάσταση, οι  Εδεσσαίοι αντιδρούν παντοιοτρόπως. Και παρ’ όλες τις προσπάθειες της σλαβικής πολιτικής να διεισδύσει  στην Έδεσσα και παρ’ όλες τις δυσκολίες  τις οποίες οι Εδεσσαίοι είχαν αντιμετωπίσει, εντούτοις άντεξαν.
Κι αυτό επειδή, όπως αναφέρει ο Έλληνας  προξενικός υπάλληλος Γεώργιος Τσορμπατζόγλου σε έκθεσή του, με ημερομηνία 12 Μαΐου 1904, προς το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας  ὁ φόβος περὶ  ἐπικρατήσεως τῶν γνησίων Βουλγάρων ἐν τῇ  χώρᾳ  ἐμποιεῖ τοιαύτην ἀποτροπίασιν, ὅσην  καὶ  ἡ ἰδέα  τῆς  διαιωνίσεως τοῦ
Τουρκικοῦ ζυγοῦ.

Φυσικά η αντοχή  αυτή του Ελληνισμού  της Έδεσσας  δεν προήλθε  από  τυχαίες και στιγμιαίες  εξάρσεις, αλλά ήταν βαθιά στηριγμένη στον ίδιο τον τρόπο  της ζωής τους και στον μακροχρόνιο ελληνικό πολιτισμό τους.

Η «Ὀρθόδοξος Ἑλληνική Κοινότης Βοδενῶν»,  
η Δημογεροντία, η Εκκλησία, 
τα  σχολεία,
  οι Σύλλογοι,
 τα  εργοστάσια και  οι εργοστασιάρχες,
 τα  ελληνικά  ανταρτικά σώματα,  
ως αντίδραση στα  βουλγαρικά ανταρτικά  σώματα, είναι  οι βασικοί  παράγοντες οι οποίοι  ενίσχυαν  με κάθε  τρόπο  την αντοχή  των Εδεσσαίων.

Έτσι  ενδεικτικά αναφέρουμε μερικές μαρτυρίες  στις οποίες γίνονται κατανοητοί οι λόγοι  της υπεροχής, της αντοχής,  της αντιδράσεως, της αντιστάσεως και, ως εκ τούτου,  της νίκης των Εδεσσαίων απέναντι στην προσπάθεια διεισδύσεως  της σλαβικής πολιτικής:

1. Σε επιστολή  από το Μοναστήρι, με ημερομηνία 1η Ιουλίου  1863, η οποία  δημοσιεύεται  στη βουλγαρική εφημερίδα  της Κωνσταντινουπόλεως Gajda του Βούλγαρου   ποιητή  Petko  Rašov  Slavejkov  (1827-1895),  αναφέρεται ότι  στα  σχολεία της  Έδεσσας  διδάσκεται η ελληνική γλώσσα  και στις εκκλησίες ψάλλουν κανονικά στην ελληνική γλώσσα.

2. Σε επιστολή του την οποία  στέλνει από τα Γιαννιτσά προς τον Σέρβο Stefan I. Verkovic (1827-1893), με ημερομηνία 19 Αυγούστου 1865, ο Βούλγαρος Veniamin Mačukovski  (±1847-1878), ο οποίος  βρίσκεται  στα Γιαννιτσά ως δάσκαλος στα παιδιά των «Βουλγαρο-ουνιτών», όπως αναφέρεται, γίνεται κατανοητή η αιτία  της υπεροχής του Ελληνισμού  στην Έδεσσα.

Ο Veniamin  Mačukovski  αναφέρει ότι  πολλοί  Εδεσσαίοι στέλνουν  τα  παιδιά τους στην Αθήνα,  για  να σπουδάσουν εκεί, και  τονίζει  ότι ξέρει γιατί  δεν υπάρχει καμιά  σπίθα  βουλγαρισμού, επειδή, όπως και στα Γιαννιτσά, οι κάτοικοι στην Έδεσσα, ανάμεσα στα άλλα, όπως γράφει, «са потупани въ грьчизмъ», είναι δηλαδή, κατά  τη λαϊκή έκφραση, «βαρεμένοι με τον Ελληνισμό».

3. Σύμφωνα  με αναφορά του  Ελληνικού Προξενείου Θεσσαλονίκης  προς  το
Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας, με ημερομηνία

 Ἐν Θεσσαλονίκῃ τῇ 27ῃ Μαΐου
1870/, ανάμεσα  στα  άλλα,  αναφέρεται ότι  ἀπὸ  πολλῶν ἤδη  χρόνων  ἡ Βουλγαρικὴ  προπαγάνδα/ δραστηρίως ἠργάσθη διὰ τὸ κεντρικὸν τοῦτο τῆς Μακεδονίας μέρος ·  οἱ κάτοικοι ὅμως μέχρι τοῦδε  ἀρκετὰ φρονίμως προσεφέρ/θησαν καὶ οὐ μόνον ἀδιάφθοροι διετηρήθησαν ἀλλὰ  καὶ  μετὰ  τῆς/  Ἐκκλησιαστικῆς των Ἀρχῆς ἐναρμονίως συζοῦντες, μετὰ  ζήλου  προ/ήγαγον τὰ κατ’ αὐτοὺς πράγματα, ἐπεδό- θησαν  εἰς σύστασιν καὶ/ προαγωγὴν σχολείων δι’ ἀμφότερα τὰ φύλλα, καὶ οὕτως ἀπὸ  δεκα/ετίας ἤδη  τὰ  Ἑλληνικὰ γράμματα ἀρκετὰ καλλιεργήθησαν,/ ἀρκετοὶ νέοι  ἀπῆλθον εἰς Ἀθήνας καὶ  εἰς Εὐρώπην, χάριν/ τελειοτέρας σπουδῆς, καὶ  δὲν ἀπατώμεθα, ἂν εἴπωμεν,  ὅτι  με/ταξὺ ὅλων τῶν περιοίκων πόλεων,  ἐξαιρουμένης τῆς  Θεσσαλο/νίκης,  τὰ   Ἐκπαιδευτικὰ  καὶ   φιλανθρωπικὰ καταστήματα τῶν/ Βοδενῶν  πρωτεύουσι. […] Ἅπαντες δ’ οἱ πρόκριτοι/ τοὐναντίον καὶ  πιστοὶ εἰς τὸ ἐν Κωνσταντινουπόλει Πατριαρχεῖον ἐμμένουσι/ καὶ  τὰ  Ἑλληνικὰ παιδευτήρια ὑποστηρίζουσιν.

4. Η Βουλγάρα δασκάλα Stanislava Karaivanova, η οποία  από το έτος 1870 βρίσκεται στην Έδεσσα  σταλμένη από τους Βουλγάρους, για να διδάξει  σε βουλγαρικό σχολείο,  αναφέρει στα  απομνημονεύματά της, ανάμεσα  στα  άλλα,  ότι  μόλις είχε φτάσει  στην Έδεσσα,  συνάντησε δύο Εδεσσαίους  εμπόρους,  οι οποίοι,  σε σχετική συζήτηση μαζί της και σε σχετική  ερώτηση της δασκάλας, απάντησαν: «Εμείς δεν χωρίζουμε από τη Μεγάλη Εκκλησία. […] Βούλγαροι στην Έδεσσα υπάρχουν μόνο λίγοι […] Μιλούμε βουλγαρικά, αλλά  είμαστε Έλληνες».

5. Ο Βούλγαρος A. Šopov, το έτος 1893, αναφέρει ότι στην Έδεσσα  ο πληθυσμός είναι χωρισμένος σε δύο ομάδες, την ελληνική, «gărkomanska  partija», δηλαδή «γκραικομανική μερίδα», όπως την αναφέρει, και τη βουλγαρική.

  Όμως η ελληνική ομάδα  είναι πραγματικά ισχυρή και ότι οι Έλληνες, «gărkomani», δηλαδή «γκραικομάνοι», όπως τους αναφέρει, είναι οι πιο πλούσιοι και οι πολίτες  με το μεγαλύτερο κύρος στην Έδεσσα.  Αυτούς  τους ακολουθεί το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού.
Γενικά οι Βούλγαροι στην Έδεσσα  δεν έχουν σχεδόν τίποτε  στα χέρια τους.
Όλα είναι στα χέρια των Ελλήνων.
 Και ότι η κύρια αιτία  για την αρνητική  εξέλιξη των βουλγαρικών εκκλησιαστικών και εκπαιδευτικών εργασιών στην Έδεσσα είναι ότι η βουλγαρική μερίδα είναι πάρα  πολύ φτωχή και αδύνατη.
Πενία κοινή, πενία προσωπική.

6. Ο Έλληνας  προξενικός υπάλληλος Γεώργιος Τσορμπατζόγλου σε έκθεσή του, με ημερομηνία  12 Μαΐου  1904, προς το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας,  ανάμεσα στα άλλα, αναφέρει για την Έδεσσα:
 Ἡ μεγάλη ἐν αὐτῇ ὑπεροχὴ τοῦ ἑλληνισμοῦ, ὑλική τε καὶ  ἠθική,  παραμένει ἀμείωτος, ὑπερβαίνει δὲ ὡς ἐκ τῆς γενικῆς ἐπιρροῆς τοῦ ἑλληνικοῦ γοήτρου καὶ τῆς ἐθνικῆς  τοῦ κέντρου δυνάμεως  καὶ αὐτὰ τὰ ὅρια τῆς ἀναλογίας, ἥτις προκύπτει ἐκ τῆς ἀριθμητικῆς διαφορᾶς τῶν κατοίκων (ὀρθοδόξων Ἑλλήνων 14,149  καὶ σχισματικῶν 5,750).  [...] Οὕτω ἡ ὅλη περιφέρεια Βοδενῶν  παρουσιάζει μορφὴν  ἑλληνικὴν ἐν συνόλῳ.
Gyorche Petrov

7. Ο Βούλγαρος Gjorče Petrov (1864-1921), ο οποίος παίρνει μέρος στον Μακεδονικό Αγώνα  από την άλλη πλευρά,  στα απομνημονεύματά του, ανάμεσα  στα άλλα, αναφέρει ότι κατά  την περίοδο  του Μακεδονικού Αγώνα,  παρ’ όλο που  από  την Έδεσσα  πέρασε  ο ίδιος (αρχές 1897;) και  πριν  απ’ αυτόν  άλλοι  Βούλγαροι,
όπως π.χ. μια φορά  ο Dame, επίσης δύο φορές ο Luka Ivanov, ο οποίος  ήταν  βοεβόδας στην περιοχή της Έδεσσας,  εντούτοις,  όπως αναφέρει, η πραγματική κατάσταση ήταν  ότι οι παλιές  ηγετικές  ομάδες του βουλγαρισμού στην Έδεσσα  δεν διέθεταν καμιά ψυχική δύναμη και ότι δεν διέθεταν  ούτε πίστη ούτε ενθουσιασμό.

8. Oι ίδιοι  οι Εδεσσαίοι, σε επιστολή  τους προς τις τουρκικές  αρχές, αλλά  και προς  τις προξενικές  αρχές  της Θεσσαλονίκης,  με ημερομηνία  Ἐν Βοδενοῖς τῇ 13ῃ Ἀπριλίου 1904,  αναφέρουν, ανάμεσα  στα άλλα,  και τα εξής:
 Οἱ ὑπογεγραμμένοι ἱερεῖς,  Δημογέροντες, ἔφοροι τῶν σχολείων, ἐπίτροποι τῶν ἱερῶν  ναῶν  καὶ μουχτάρηδες, ὡς ἀντιπρόσωποι καὶ ἐντολοδόχοι τῆς Ἑλληνικῆς Ὀρθοδόξου κοινότητος τῆς  πόλεως  Βοδενῶν, δηλοῦμεν διὰ  τοῦδε   τοῦ  ἐνυπογράφου  ἡμῶν καὶ  ἐπισήμου γράμματος, ὅτι  ἐμμένομεν  στερρῶς  εἰς τὴν  Ὀρθοδοξίαν, πιστὰ καὶ ἀφοσιωμένα τέκνα τῆς Μεγάλης τοῦ  Χριστοῦ Ἐκκλησίας, ὡς καὶ  οἱ πατέρες καὶ οἱ προπάτορες ἡμῶν καὶ  τι  διατελοῦμεν μέλη τοῦ  Ἑλληνομακεδονικοῦ Ἔθνους, διότι τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν ἀπὸ ἀμνημονεύτων χρόνων ἔχομεν καὶ ἐν τοῖς ἱεροῖς ναοῖς καὶ ἐν τοῖς σχολείοις καὶ ἐν ταῖς ἰδιωτικαῖς συναλλαγαῖς.

9. Μεθοδικότερη και οπωσδήποτε ουσιαστικότερη αντίδραση του Ελληνισμού στην Έδεσσα  άρχισε, όταν πια είχε συσταθεί  η τοπική  επιτροπή του Μακεδονικού Αγώνα  που την αποτελούσαν ο τότε μητροπολίτης Βοδενών Στέφανος Δανιηλίδης (1904-1910), ως Πρόεδρος, ενώ μέλη της είχαν διατελέσει ο γιατρός  Δημήτριος Ρίζος, ο Διευθυντής  του Αρρεναγωγείου Αθανάσιος Φράγκος,  ο Ιωάννης  Χατζηνίκος, ο Κ. Σαλαμπάσης και ο ιερέας Ιωάννης Σιβένας ή Παπασιβένας, αρχιερατικός επίτροπος της τότε Ιεράς Μητροπόλεως Βοδενών.

O Βούλγαρος A. Šopov, εξετάζοντας ότι η βουλγαρική υπόθεση  στην Έδεσσα δεν προχωρεί κατά  τις προσδοκίες των Βουλγάρων, τονίζει,  το έτος 1893, τα εξής:

«η κατάσταση στην   Έδεσσα είναι  όπως και  στο  παρελθόν ·  ο θάνατος δεν επήλθε ακόμη».
Φυσικά  αυτός  ο «θάνατος», όπως  με μεγάλη  ευστοχία  αναφέρει ο Βούλγαρος A. Šopov, επήλθε λίγο αργότερα, ένεκα της αντιδράσεως των Εδεσσαίων η οποία οφείλεται στην υπεροχή  του Ελληνισμού  των κατοίκων της Έδεσσας.
Κι αυτή ακριβώς  η υπεροχή  είναι  αυτή η οποία  συνετέλεσε, ώστε να κρατηθεί όρθια και άγρυπνη η ελληνική ορθόδοξη  συνείδηση των κατοίκων έναντι  των ποικίλων σλαβικών  πιέσεων.
Και, ως εκ τούτου,  η σλαβική  πολιτική, όσο κι αν προσπάθησε να διεισδύσει στην Έδεσσα  με ποικίλους τρόπους  και μεγάλες συνέπειες, εντούτοις  δεν τα κατάφερε.

Kαι, τελικώς, απέτυχε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: