Τετάρτη, 23 Μαΐου 2012

Μακεδονικός Αγώνας: Οι απαρχές της ένοπλης φάσης του και η πορεία προς το Ιλιντεν-Illinden.



του Σπυρίδωνα Σφέτα


Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΙΛΙΝΤΕΝ,
 Ο ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΣ
ΤΗΣ ΕΞEΓΕΡΣΗΣ ΤΟΥ ΙΛΙΝΤΕΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
 ΚΑΙ ΟΙ ΑΠΑΡΧΕΣ ΤΗΣ EΝΟΠΛΗΣ  ΦAΣΗΣ 
ΤΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟY ΑΓΩΝΑ

Στις  διμερείς  σχέσεις  Ελλάδας-Βουλγαρίας μετά  το  Συνέδριο   του  Βερολίνου (1878) κυριαρχούσαν τρία βασικά ζητήματα.

Η τύχη του Ελληνισμού  της Ανατολικής Ρωμυλίας, 
η άρση του βουλγαρικού σχίσματος  
και η οροθέτηση  των σφαιρών επιρροής της Ελλάδας  και της Βουλγαρίας στον ευρύτερο μακεδονικό χώρο. 

Και τα τρία ζητήματα  ήταν στενά συνδεδεμένα.

Η Ελλάδα είχε κατανοήσει ότι η ημιαυτόνομη Ανατολική Ρωμυλία ήταν μακροπρόθεσμα μια χαμένη υπόθεση, αλλά αποφάσισε να στηρίξει τον εκεί Ελληνισμό (60.000) ως αντίρροπη δύναμη στις βουλγαρικές διεκδικήσεις επί της Μακεδονίας.

 Η ελληνική θέση για τη Μακεδονία ήταν σαφής: η Ελλάδα διεκδικούσε την ιστορική  Μακεδονία (το σημερινό ελληνικό  τμήμα της Μακεδονίας και τη γραμμή Αχρίδας-Μοναστηρίου-Στρώμνιτσας-Μελενίκου) και πάντοτε ανέμενε  από  τη Βουλγαρία την εκδήλωση  ενδιαφέροντος για  τον  καθορισμό της διαχωριστικής γραμμής.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο ήταν πρόθυμο  να προβεί σε άρση του βουλγαρικού σχίσματος, υπό τον όρο ότι ο Βούλγαρος Έξαρχος θα εγκατέλειπε την Κωνσταντινούπολη, θα εγκαθίστατο στη Σόφια και η δικαιοδοσία του θα περιοριζόταν στη Βουλγαρική Ηγεμονία  και την Ανατολική Ρωμυλία.
 Η Μακεδονία με την ευρύτερη  σημασία  του όρου θα παρέμενε στη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου το οποίο  δεν είχε αντίρρηση να τοποθετήσει Βούλγαρους επισκόπους σε επαρχίες που πλειοψηφούσε το σλαβικό στοιχείο, επιτρέποντας την τέλεση της θείας λειτουργίας στην εκκλησιαστική σλαβονική.

Αυτό σήμαινε ότι ο Βούλγαρος Έξαρχος δεν θα μπορούσε να διεκδικεί τη χορήγηση σουλτανικών βερατιών για εξαρχικούς επισκόπους στη Μακεδονία.


 Αλλά το Πατριαρχείο κινούνταν  στο πλαίσιο της οικουμενικής  του πολιτικής, ενώ η Εξαρχία ήταν  πολιτικός θεσμός με ένα σαφή βουλγαρικό εθνοκεντρικό χαρακτήρα, σε πλήρη αρμονία  με τις απώτερες βουλγαρικές βλέψεις στη Μακεδονία.
 Για τον λόγο αυτό ο  Έξαρχος Josef I απέρριψε τις προτάσεις του Ιωακείμ  του Γ΄ κατά  την πρώτη  του θητεία  (1878-1884) για  τις προϋποθέσεις της άρσεως  του  βουλγαρικού σχίσματος.

 Ο  Έξαρχος παρέμεινε  στην  Κωνσταντινούπολη, χωρίς  σύνοδο,  και  προσπαθούσε πάντα να εξασφαλίσει επισκοπικές θέσεις στη Μακεδονία.

Alexander I
1857-1893
King 1879-86
Η επίσημη Βουλγαρία την περίοδο της διακυβέρνησης του ηγεμόνα Aleksander Battenberg  (1879-1886) άφηνε αόριστα να εννοηθεί ότι δεν απέρριπτε προκαταβολικά την ιδέα της κατανομής  της Μακεδονίας σε σφαίρες ελληνικής και βουλγαρικής επιρροής, αλλά επικαλούνταν πάντα την
«εθνολογική γραμμή», χωρίς όμως να τη συγκεκριμενοποιεί.

Εκτός των παραλίων, η Βουλγαρία φαινόταν γενικά  απρόθυμη  να αναγνωρίσει ελληνικές διεκδικήσεις στη μακεδονική ενδοχώρα.

Η πραξικοπηματική προσάρτηση της Ανατολικής Ρωμυλίας από τη Βουλγαρική Ηγεμονία (Σεπτέμβριος 1885) και η εφαρμοσθείσα πολιτική του εκβουλγαρισμού των Ελλήνων  ψύχραναν περισσότερο τις σχέσεις Αθήνας-Σόφιας.

Stefan Stambulov
1854-95
President 1886-87 
Η πολιτική της διατήρησης  καλών σχέσεων με την Οθωμανική  Αυτοκρατορία που εγκαινίασε ο Βούλγαρος Πρωθυπουργός Stefan Stambulov (1887-1894) αποσκοπούσε  στη βουλγαρική διείσδυση  στη Μακεδονία μέσω της έκδοσης σουλτανικών βερατιών  για Βούλγαρους επισκόπους και της κατασκευής της σιδηροδρομικής γραμμής Σόφιας-Κιούστεντιλ-Σκοπίων.

 Ο Stambulov αντιτάχθηκε στα ρωσικά  σχέδια  μετατροπής  της Βουλγαρίας σε ρωσικό  προτεκτοράτο και  έτσι δεν αποκαταστάθηκαν οι ρωσο-βουλγαρικές διπλωματικές σχέσεις που διακόπηκαν στις 6 Νοεμβρίου 1886, μετά την αποπομπή του Battenberg  (Αύγουστος 1886) και  την απόρριψη από τους Βούλγαρους του υποψηφίου της Ρωσίας ως ηγεμόνα της Βουλγαρίας, του γεωργιανού πρίγκιπα Nikolaj Migrieli.

 Η Βουλγαρία θα αποβεί  το πεδίο  του ανταγωνισμού  Αυστρο-Ουγγαρίας-Ρωσίας.
Λόγω  ρωσικού  βέτου  η Υψηλή  Πύλη δεν αναγνώρισε τον Ferdinand του Σαξωνικού Κοβούργου  ως ηγεμόνα  της Βουλγαρίας,  τον οποίο είχε εκλέξει η Μεγάλη Βουλγαρική Εθνοσυνέλευση (6.7.1887).

 Oι απειλές του Stambulov ότι θα εκδιώξει  τους Έλληνες  Μητροπολίτες από  τη Βουλγαρία  και δεν θα καταβάλει στην Υψηλή Πύλη τον φόρο της Ανατολικής Ρωμυλίας, η κρίση στις σχέσεις Οικουμενικού Πατριαρχείου και Υψηλής Πύλης λόγω του γνωστού προνομιακού ζητήματος, η δυσαρέσκεια του Αβδούλ  Χαμίτ  από  τις ταραχές στην Κρήτη (1889) και σε τελική ανάλυση  η υποστήριξη της Βιέννης συνετέλεσαν ώστε το 1890 οι Βούλγαροι να  αποκτήσουν εξαρχικούς επισκόπους στα  Σκόπια και την Αχρίδα.  

Το πλήγμα που υπέστη το Οικουμενικό Πατριαρχείο ήταν ισχυρό, διότι de-jure η Υψηλή Πύλη αναγνώριζε τη δικαιοδοσία της βουλγαρικής Εξαρχίας στη Μακεδονία.
 Το 1894 οι Βούλγαροι απέκτησαν επίσης εξαρχικούς επισκόπους στα Βελεσσά και το Νευροκόπι.

Ο Stambulov προωθούσε κυρίως το εκπαιδευτικό- εκκλησιαστικό βουλγαρικό έργο στη Μακεδονία, εκτιμώντας  ότι έπρεπε πρώτα  να διαμορφωθεί βουλγαρική εθνική  συνείδηση,  και  απέρριπτε κάθε  πρόωρη  επαναστατική  ενέργεια  που θα επιδείνωνε τις σχέσεις της Βουλγαρίας με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. 

Οι επιτυχίες στο εκκλησιαστικό είχαν ενισχύσει την πεποίθηση  των βουλγαρικών πολιτικών παραγόντων ότι το Μακεδονικό ήταν βουλγαρικό ζήτημα και μια χαμένη υπόθεση για τους Έλληνες  και τους Σέρβους.
Έτσι,  οι βουλγαρικές κυβερνήσεις απέρριπταν κάθε συζήτηση για κατανομή της Μακεδονίας σε σφαίρες επιρροής  και  επιδίωκαν μονάχα  τη λύση της αυτονομίας ως μέσου προσάρτησης στη Βουλγαρία, κατά  το παράδειγμα της Ανατολικής Ρωμυλίας.

Boris Sarafof
Αλλά  στη βουλγαρική  πολιτική σκηνή δεν ήταν  αμελητέα  η επιρροή  των Βουλγαρομακεδονικών κύκλων.
Ένα  σημαντικό  τμήμα των αξιωματικών του βουλγαρικού στρατού προερχόταν  από τη Μακεδονία και αποτελούσε μια ισχυρή ομάδα  πίεσης στη χάραξη της βουλγαρικής εξωτερικής  πολιτικής.

Goce Deltsev
  Οι βουλγαρομακεδονικοί κύκλοι  στήριζαν τις ελπίδες τους για μια επαναστατική λύση του Μακεδονικού κυρίως στη Ρωσία.

 Η ρωσική διπλωματία καλλιεργούσε τέτοιες πεποιθήσεις  κυρίως για την ανατροπή του Stambulov και τη μείωση της αυστριακής επιρροής στη Βουλγαρία, πράγμα που πέτυχε.

Το 1894 έπεσε η κυβέρνηση Stambulov και ο ίδιος ο Stambulov δολοφονήθηκε το 1895 από  Βουλγαρομακεδόνες. 

Ο νέος πρωθυπουργός Konstantin Stojlov (1894-1899) αποκατέστησε το 1896 τις ρωσο-βουλγαρικές διπλωματικές σχέσεις, ο Ferdinand αναγνωρίστηκε διεθνώς  ως ηγεμόνας  της Βουλγαρίας, ο διάδοχος του θρόνου,  πρίγκηπας Boris, μεταβαπτίστηκε σύμφωνα  με το ορθόδοξο τυπικό  και η Βουλγαρία περιήλθε στη σφαίρα της ρωσικής επιρροής.

Ωστόσο, οι προσδοκίες της Βουλγαρίας για  ρωσική  υποστήριξη της αυτονομίας της Μακεδονίας δεν δικαιώθηκαν. Μετά το 1896 το κέντρο  της ρωσικής πολιτικής ήταν η Άπω  Ανατολή.  Στη βαλκανική της πολιτική η Ρωσία  ενέμενε στη διατήρηση  του  status-quo,  πράγμα που επισημοποίησε σε συμφωνία  με την Αυστρο-Ουγγαρία τον Απρίλιο του 1897.

Η μακεδονική της πολιτική ήταν  αυστηρά ισορροπημένη. Επιδίωξε  το 1896 την άρση του βουλγαρικού σχίσματος  με τους όρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου, πράγμα που  απέρριψαν οι Βούλγαροι, και  έλαβε σοβαρά  υπόψη  και  τα  σερβικά συμφέροντα στη Μακεδονία.

Η Ρωσία, απασχολημένη με τα προβλήματα της Άπω Ανατολής και αντιμετωπίζοντας τον ιαπωνικό κίνδυνο,  δεν ευνοούσε  επαναστατικές ταραχές  στη Μακεδονία ούτε ήταν πρόθυμη να στηρίξει στρατιωτικά τη Βουλγαρία  σε περίπτωση βουλγαροτουρκικού πολέμου.

Ωστόσο,  η εξωτερική  πολιτική της Βουλγαρίας καθοριζόταν από  τον ηγεμόνα Ferdinand και  την ηγεσία  του στρατεύματος στο οποίο  ως ομάδα  πίεσης δρούσε και  το βουλγαρομακεδονικό λόμπυ. Οι ηγέτες των πολυδιασπασμένων πολιτικών κομμάτων  της Βουλγαρίας ήταν στην ουσία  μαριονέτες  του ηγεμόνα  Ferdinand, ο οποίος νωρίς έδωσε το στίγμα του λεγόμενου «προσωπικού καθεστώτος».

 Το «Ανώτατο Μακεδονικό Κομιτάτο»  της Σόφιας  ήταν υπό την άμεση κηδεμονία  της βουλγαρικής  αυλής και του Υπουργείου Πολέμου, έχοντας υπερφαλαγγίσει τη V.M.R.O. στη Θεσσαλονίκη.  

Η ευνοϊκή για την Ελλάδα τροπή του Κρητικού  ζητήματος μετά τον ατυχή ελληνο-τουρκικό πόλεμο του 1897 (αυτονομία της Κρήτης με ύπατο αρμοστή  τον  πρίγκιπα Γεώργιο,  αποχώρηση των  τουρκικών στρατευμάτων και εγκατάσταση διεθνών στρατευμάτων) λειτούργησε στη Βουλγαρία ως πρότυπο και για  μια ανάλογη λύση του  Μακεδονικού.

Από  τα  τέλη του  19ου αιώνα  όλο  και εμφανέστερα τα βουλγαρομακεδονικά κομιτάτα τόνιζαν την ανάγκη  μεταρρυθμίσεων στη Μακεδονία κατά το παράδειγμα της Κρήτης.

Για να διευρύνει τη βάση της η V.M.R.O. τo 1902 άλλαξε  το καταστατικό της, απέβαλε  το στενό της βουλγαρικό χαρακτήρα και κάλεσε σε συστράτευση όλα τα δυσαρεστημένα στοιχεία,  ανεξαρτήτως εθνότητας,  σε έναν επαναστατικό αγώνα  με σκοπό  την πολιτική αυτονομία της Μακεδονίας.
Στην ουσία  όμως η V.Μ.R.O. από  τo 1901, μετά τη σύλληψη των μελών της Κεντρικής Επιτροπής (Hristo Tatarčev, Hristo Matev) στις αρχές του 1901 στη Θεσσαλονίκη  από τις οθωμανικές  αρχές, ποδηγετούνταν από το «Ανώτατο Μακεδονικό Κομιτάτο»,  τους λεγόμενους βερχοβιστές (τον καθηγή Mihajlovski και το στρατηγό Concev).

Οι βερχοβιστές είχαν επιλέξει την οδό της υπόθαλψης εξεγέρσεων στη Μακεδονία, ώστε να διεθνοποιηθεί το Μακεδονικό ζήτημα και να επέμβουν  οι  Μεγάλες  Δυνάμεις.

 Οι  ταραχές  στη  Τζουμαγιά (Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 1902) ήταν ο προάγγελος των συμβησομένων. 

Παρά  τις συμβουλές του Υπουργού Εξωτερικών της Ρωσίας, Lambsdorf, κατά  την επίσκεψη  του στη Σόφια  τον Δεκέμβριο του 1902, να επιδείξουν οι Βούλγαροι σύνεση και υπομονή,
σε συνέδριο  της στη Θεσσαλονίκη  τον Ιανουάριο του 1903, 
η V.M.R.O. αποφάσισε μια ένοπλη εξέγερση

Στο συνέδριο  συμμετείχαν  μονάχα  17 εκπρόσωποι και απουσίαζαν οι βασικοί παράγοντες της V.M.R.O., όπως οι Goce Delčev, Dame Gruev, Pere Tošev, Gjorce Petrov, Jane Sandanski.

 Οι Matev και Tatarčev, μετά την αποφυλάκιση τους το 1902, δεν είχαν το δικαίωμα παραμονής στη Μακεδονία και εγκαταστάθηκαν στη Σόφια.

Η V.M.R.O., ουσιαστικά ακέφαλη  στα  χέρια  του φιλοβερχοβιστή Ivan Garvanov, έλαβε μια μοιραία απόφαση.

Σήμερα είναι τεκμηριωμένο  ότι καταλυτική επίδραση στη λήψη της απόφασης είχαν  οι υποσχέσεις  βουλγαρικών στρατιωτικών κύκλων (κυρίως του Υπουργού Πολέμου Paprikov) ότι η Βουλγαρία θα συνδράμει  στρατιωτικά τους εξεγερμένους κηρύσσοντας ακόμα και πόλεμο εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

 Όταν έγινε γνωστή η απόφαση, οι Goce Delčev, Gjorce Petrov και Jane Sandanski  τάχτηκαν εναντίον μιας πρόωρης εξέγερσης, την οποία  χαρακτήρισαν  ως αυτοκαταστροφή.

Η Βουλγαρία δεν ήταν  προετοιμασμένη για  πόλεμο  με την Οθωμανική  Αυτοκρατορία και προφανώς ήθελε να εκμεταλλευτεί  την επικείμενη εξέγερση για  τη διεθνοποίηση του Μακεδονικού.

Η ανατίναξη τον Απρίλιο του 1903 του γαλλικού ατμόπλοιου Quadalquivir στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης  και της οθωμανικής  τράπεζας  από  νεαρούς  Βούλγαρους αναρχικούς, τους γεμιτζήδες, ήταν το προανάκρουσμα της επικείμενης εξέγερσης.

Η Ελλάδα  είχε ως άξονα  της πολιτικής της, πέρα από την προώθηση  του εκπαιδευτικού και του εκκλησιαστικού έργου, την κατανομή του ευρύτερου  μακεδονικού χώρου σε ελληνική και σλαβική ζώνη επιρροής.

Η Σερβία, για την οποία  το βιλαέτι του Κοσόβου (με πρωτεύουσα τα Σκόπια) δεν συμπεριλαμβανόταν στον μακεδονικό χώρο,  αλλά  αποτελούσε την Παλαιά Σερβία,  δεν ήταν  βασικά  αντίθετη  στη ιδέα της διανομής. Κατά τις σχετικές ελληνο-σερβικές διαπραγματεύσεις στην τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα η Αθήνα και το Βελιγράδι συμφωνούσαν ότι η νότια ζώνη ήταν  ελληνική  και η βόρεια  σλαβική,  αλλά  υπήρχαν ορισμένες διαφωνίες σχετικά με την επιδίκαση ορισμένων  πόλεων της μεσαίας ζώνης στην Ελλάδα  ή τη Σερβία.

 Αντίθετα, τέτοια βάση συνεννόησης δεν υπήρχε με τη Βουλγαρία, τουλάχιστον από το 1890 και κατόπιν.
 Όταν  τον Δεκέμβριο του 1896 ο Βούλγαρος Πρωθυπουργός, Konstantin Stojlov, πρότεινε στην ελληνική κυβέρνηση να αναληφθεί μια συλλογική πρωτοβουλία Ελλάδας, Σερβίας και Βουλγαρίας για την εισαγωγή μεταρρυθμίσεων στη Μακεδονία, ώστε να καταστεί «προνομιούχος» επαρχία, τον Μάρτιο  του 1897, ενόψει  των προετοιμασιών για  πόλεμο  με την Τουρκία, ο Υπουργός Εξωτερικών Αλέξανδρος Σκουζές απάντησε ότι η ελληνική  κυβέρνηση  είναι  πρόθυμη  για  την έναρξη διαπραγματεύσεων, αλλά με αντικείμενο αποκλειστικά τον καθορισμό των ελληνο-βουλγαρικών σφαιρών επιρροής  στη Μακεδονία, αναγνωρίζοντας ωστόσο στη Βουλγαρία το δικαίωμα διεξόδου  στο Αιγαίο.

Το ζήτημα επανέφερε  προς συζήτηση  ο Πρωθυπουργός και  Υπουργός Εξωτερικών, Αλέξανδρος Ζαΐμης,  τον Οκτώβριο  του 1897, μετά την ήττα της Ελλάδας  στον ελληνο-τουρκικό πόλεμο και ενόψει των διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συνθήκης ειρήνης. Πρότεινε  στον Βούλγαρο διπλωματικό πράκτορα  στην  Αθήνα,  Petâr  Dimitrov, να  καθορίσουν η Ελλάδα, η Βουλγαρία και  η Σερβία  τις σφαίρες  επιρροής  τους στη Μακεδονία, χαρακτηρίζοντας ως ουδέτερη  μια ζώνη, στην οποία  θα είχαν  διεκδικήσεις και οι τρεις πλευρές.
Η βουλγαρική κυβέρνηση του Stojlov απάντησε διπλωματικά στις 13 Νοεμβρίου ότι δέχεται  βασικά  να συζητήσει το θέμα, αλλά  με τον όρο ότι η ελληνική  κυβέρνηση  να  καθορίσει επακριβώς  τη γεωγραφική περιοχή  που  διεκδικεί, όπως  και  την ουδέτερη  ζώνη.

 Ένα  μήνα αργότερα ο ζαΐμης  άφησε  να εννοηθεί ότι η ελληνική κυβέρνηση θα γνωστοποιήσει τα βόρεια όρια της ουδέτερης  ζώνης, αλλά  αναμένει  ότι ταυτόχρονα και η Βουλγαρία θα αποσαφηνίσει τα νότια  όρια της ουδέτερης  ζώνης.
 Τέτοιες υπεκφυγές  αποδείκνυαν την αμοιβαία καχυποψία. Η Βουλγαρία, έχοντας  εξασφαλίσει τον Οκτώβριο  του 1897 τρία  νέα σουλτανικά βεράτια  για εξαρχικούς επισκόπους στη Δίβρα, το Μοναστήρι και τη Στρώμνιτσα, ως αποτέλεσμα της ουδέτερης  στάσης που  τήρησε στον  ελληνο-τουρκικό πόλεμο, σε καμιά περίπτωση δεν δεχόταν  τη λύση της διανομής  και απλά  ήθελε να βολιδοσκοπήσει τη στάση της Ελλάδας.

 Η απόρριψη επίσης και των ρωσικών  προτάσεων το 1896 για  την άρση  του βουλγαρικού σχίσματος,  όπως  και  η συνεχής εκδίωξη του Ελληνισμού  της Ανατολικής Ρωμυλίας με την υφαρπαγή των σχολείων του και των εκκλησιών του και τον εξαναγκασμό του να προσχωρήσει στην Εξαρχία είχαν οξύνει περισσότερο τις διμερείς σχέσεις.

Στις αρχές του 20ού αιώνα  η ελληνική εξωτερική πολιτική σε σχέση με τη Βουλγαρία  ήταν πλέον σαφής: καμιά  περαιτέρω προσπάθεια συνεννόησης,  καμιά  πρωτοβουλία  για άρση του σχίσματος, διατήρηση  της υπάρχουσας κατάστασης στη Μακεδονία και  καλλιέργεια φιλικών  σχέσεων με την Οθωμανική  Αυτοκρατορία.
Προς  την ίδια  πολιτική προσανατολίστηκε και  το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Οι φόβοι της κυβέρνησης Θεοτόκη  ότι η επανεκλογή του Ιωακείμ  του Γ΄ στον πατριαρχικό  θρόνο θα ήταν επιζήμια για τα ελληνικά  εθνικά  συμφέροντα λόγω των φιλορωσικών του αισθημάτων δεν δικαιώθηκαν.

 Επανεκλεγείς στον Οικουμενικό Θρόνο  τον Μάιο  του 1901 ο Ιωακείμ  ο Γ΄, λόγω  των νέων πολιτικών συγκυριών, εφάρμοσε μια μετριοπαθή εθνική πολιτική, συνάδουσα πλήρως με τα ελληνικά συμφέροντα.
Η Αθήνα  παρακολουθούσε τις κινήσεις  των Βουλγαρομακεδονικών κομιτάτων και  δεν απέκλειε  βουλγαρική εξέγερση  στη Μακεδονία.
Μιλώντας  στις 19 Μαΐου 1902 με τον πρέσβη της Αυστρο-Ουγγαρίας στην Αθήνα,  Burian,  ο πρωθυπουργός Ζαΐμης  αναφέρθηκε στην  προπαγάνδα της V.M.R.O. για  μια υπερεθνική εξέγερση όλων των Χριστιανών της Μακεδονίας ώστε να αυτονομηθεί η Μακεδονία.

Η προπαγάνδα αυτή, συνέχισε ο Ζαΐμης, παρέσυρε  και μερικούς Έλληνες, που άρχισαν να πιστεύουν ότι ήρθε η στιγμή μιας κοινής ενέργειας  με τους Σλάβους για την απελευθέρωση, αλλά  η ελληνική κυβέρνηση μέσω των προξενείων της τους προειδοποίησε για τις οδυνηρές συνέπειες, διότι «αυτοί θα βγάλουν  τα κάστανα από τη φωτιά  αντί για τους Βούλγαρους».
 Ιδιαίτερα επισήμανε  ο Ζαΐμης ότι η Θεσσαλία  είχε καταστεί κέντρο λαθρεμπορίου όπλων από Βουλγάρους που εγκαθίσταντο εκεί δήθεν ως εργάτες, αλλά ο πραγματικός τους σκοπός ήταν η αγορά όπλων, που είχαν εγκαταλειφθεί από  τον  ελληνικό  στρατό  μετά την ήττα  του  1897. Οι ελληνικές  αρχές,  όταν  τους συνελάμβαναν, τους αφόπλιζαν και τους απέλαυναν, κατέληξε ο Ζαΐμης.

Το λαθρεμπόριο όπλων από την Ελλάδα ήταν συχνό φαινόμενο, καθώς τα θεσσαλο-μακεδονικά σύνορα  δεν μπορούσαν να  φυλαχτούν αποτελεσματικά.
Αλλά και στην ίδια  την Αθήνα  υπήρχε μια μικρή ομάδα  Βουλγάρων (μεταξύ των άλλων συγκαταλέγονταν οι Lambro Rali, Naum Ruka, Dimitâr Uzunov, Hristo  Jambruki, Lazar Kiselinčev) με κύρια αποστολή την εξασφάλιση οπλισμού.
Οι Βουλγαρομακεδόνες αυτοί αλληλογραφούσαν με τον Goce Delčev και είχαν επαφές με τον Κεντρικό Μακεδονικό Σύλλογο,  δηλαδή  τους Έλληνες  από τη Μακεδονία που ζούσαν  στην Αθήνα. 
Παρουσιάζοντας τον αγώνα  τους ως μια χριστιανική υπερεθνική υπόθεση είχαν  τη βοήθεια  του  Συλλόγου στην  αγορά  οπλισμού.
 Είναι  άξιο  προσοχής  το γεγονός  ότι  στα  τέλη Νοεμβρίου  1902 την  Αθήνα  επισκέφθηκε ο συνταγματάρχης Jankov, μέλος του Ανώτατου Μακεδονικού Κομιτάτου της Σόφιας,  και  συναντήθηκε  με τους  αδελφούς  Γερογιάννη από  τον  Κεντρικό  Μακεδονικό Σύλλογο.
Συζήτησαν κυρίως τη δυνατότητα μιας εξέγερσης στη Μακεδονία.
 Χαρακτηριστική είναι η επιστολή  του Lazar Kiselinčev (28.11.1902) από την Αθήνα  προς τον Delčev για τις επαφές του Jankov.

...Ο Jankov εδώ έκανε  πολύ  καλή  εντύπωση στους  Ελληνομακεδόνες. Ιδιαίτερα ο Γερογιάννης (ο  αντισυνταγματάρχης του  ελληνικού στρατού), ο αδελφός του (ο  γιατρός) και  μερικοί ακόμα  άλλοι συζήτησαν με τον  Jankov  σχετικά με την οργάνωση και  το  ξέσπασμα μιας  παλλαϊκής εξέγερσης. Ο Γερογιάννης κατέληξε στο εξής συμπέραμα: να αναβληθεί η εξέγερση για  3-4 χρόνια, για  να επέλθει συμ- φωνία  μεταξύ των ηγετών του  μακεδονικού κινήματος και  των διαβιούντων στην Αθήνα Μακεδόνων, για  να μπορέσουν οι τελευταίοι να κατανοήσουν καλύτερα τον  σκοπό των  μακεδονικών κομιτάτων. Κατά  τη  γνώμη  μου  πρέπει να  επέλθει μια συμφωνία με τους εδώ Μακεδόνες. Γνωρίζετε ήδη πόσα  τουφέκια και σφαίρες έδωσε  ο θεός. Θα είναι  πολύ  δύσκολο να τα  αγοράσει ένας  μη Έλληνας.  Για  τον λόγο αυτό  ελπίζω  σ’ αυτή  τη συνεννόηση. Και να μη μας βοηθήσουν με κάτι, δεν θα μας εμποδίσουν... . 


Ο Κεντρικός  Μακεδονικός Σύλλογος  δεν είχε ακόμα  σαφή  γνώση των επιδιώξεων των βουλγαρομακεδονικών κομιτάτων και για τον λόγο αυτό ζήτησε πίστωση χρόνου,  πριν  καταλήξει σε μια ενδεχόμενη  συμφωνία  συνεργασίας με προοπτική την εξέγερση.

Η βουλγαρική προπαγάνδα για έναν κοινό  αγώνα  των Χριστιανών κατά των Τούρκων στη Μακεδονία φαίνεται ότι δεν είχε μείνει ατελέσφορη.
Κύκλοι στην Αθήνα  εξόπλιζαν τα βουλγαρομακεδονικά κομιτάτα. 
Οι ελληνικές αστυνομικές αρχές γνώριζαν για τη δράση των Βουλγάρων της Αθήνας και τους φυλάκιζαν προσωρινά, για να τους απελευθερώσουν αργότερα, από φόβο μήπως στη Βουλγαρία εκδηλωθεί ανθελληνικό κίνημα.

Τα γεγονότα του 1903 άλλαξαν άρδην το σκηνικό και δεν άφηναν πλέον καμιά αμφιβολία για τις επιδιώξεις  των Βουλγάρων.

Η είδηση για την εξέγερση του Ίλιντεν, επίκεντρο της οποίας  ήταν το βιλαέτι του Μοναστηρίου και τα θύματα Έλληνες και Βλάχοι, ούτε εξέπληξε την ελληνική κυβέρνηση του Δημητρίου  Ράλλη ούτε προκάλεσε πανικό στην  Αθήνα.

Η ελληνική  κυβέρνηση  απέστειλε  τηλεγραφικές εγκυκλίους στα  ελληνικά  προξενεία της Μακεδονίας με τις οποίες  προέτρεψε  το ελληνικό  στοιχείο  να παραμείνει ήσυχο και να έχει την πεποίθηση  ότι η τουρκική κυβέρνηση  θα καταπνίξει το κίνημα.
 Στον  ελληνικό  τύπο  η εξέγερση παρουσιάστηκε ως κίνημα  ληστανταρτών, αλλά  και ως κίνημα  Βουλγάρων πατριωτών που αποσκοπούσε στην  πραγμάτωση του  ονείρου  της Βουλγαρίας του  Αγίου  Στεφάνου, ενώ η ανακατάληψη του Κρουσόβου  από  τον τουρκικό στρατό  εκτιμήθηκε ως η απαρχή της καταστολής της εξέγερσης.

Τα όρια  μεταξύ  ληστή και εθνικού ήρωα δεν ήταν σαφώς διαγεγραμένα. 

Ιδιαίτερη ευαισθησία επέδειξαν  οι Μακεδόνες φοιτητές που σπούδαζαν στην Αθήνα  και ο Κεντρικός  Μακεδονικός Σύλλογος.

Πάνω  από  150 φοιτητές  προθυμοποιήθηκαν να μεταβούν  στη Μακεδονία για  να πολεμήσουν  κατά  των Βουλγάρων και  για  τον λόγο  αυτό  ζήτησαν  την άδεια  της τουρκικής  πρεσβείας.

 Επίσης ο Γερογιάννης ως Πρόεδρος  του Κεντρικού  Μακεδονικού  Συλλόγου υπέβαλε στην τουρκική  πρεσβεία  υπόμνημα,  ζητώντας  από την Υψηλή Πύλη να δοθούν  όπλα  στους Έλληνες  της Μακεδονίας για να πολεμήσουν κατά  των  Βουλγάρων.
  Αν  και  τα  διαβήματα αυτά  επαναλήφθηκαν, για  ευνόητους λόγους  οι τουρκικές  αρχές απάντησαν αρνητικά, πιστεύοντας ότι έχουν τον έλεγχο  της κατάστασης.
 Ο Γερογιάννης ζήτησε επίσης  την άδεια  της κυβέρνησης για  τη διοργάνωση ενός συλλαλητηρίου στην Αθήνα,  αλλά  ο Ράλλης πρότεινε  να αναβληθεί  επί του παρόντος η διοργάνωσή του διότι  δεν θα είχε κανένα  πρακτικό αποτέλεσμα, εφόσον  η κυβέρνηση  είχε λάβει όλα τα μέτρα για την ασφάλεια των Ελλήνων  της Μακεδονίας.

 Η Ελλάδα ζήτησε τόσο από την Υψηλή Πύλη όσο και από τις Μεγάλες Δυνάμεις την προστασία του ελληνισμού, ενώ η ελληνική αστυνομία διατάχτηκε από τον Ράλλη να παρακολουθεί αυστηρά τις κινήσεις των Βουλγάρων  στην Αθήνα  και τη Θεσσαλία.
 Για προληπτικούς λόγους μερικοί Βούλγαροι φυλακίστηκαν προσωρινά. Κατά  τη ανάκριση αποδείχτηκε ότι ήταν μέλη βουλγαρομακεδονικών κομιτάτων που  απέστελναν πολεμοφόδια και  περίστροφα στη Μακεδονία και μάλιστα  ο Uzunov είχε φιλοξενήσει  τον Cekalarov κατά  την παραμονή του στην Αθήνα.

Σχολιάζοντας το πνεύμα της αυτοθυσίας των Μακεδόνων φοιτητών και την υπόθεση του συλλαλητηρίου η εφημερίδα Ἄστυ, αφού έκρινε ως ανώφελη τόσο την έξοδο 150 ανταρτών όσο και την εκφώνηση πατριωτικών λόγων στην Αθήνα, αναζήτησε τα αίτια  της δύσκολης θέσης της Ελλάδας  στην έλλειψη μιας συστηματικής πολιτικής στο Μακεδονικό, αλλά  και  στην άγνοια του ευρύτερου  κοινού  για  τις συνθήκες που επικρατούν στη Μακεδονία.

Ἡ αἴτησης τῶν  φοιτητῶν, Μακεδόνων καὶ  μή, ὅπως  μεταβῶσιν εἰς  Μακεδονία καὶ  πολεμήσωσιν μετὰ τῶν Τούρκων κατὰ τῶν Βουλγάρων ἐπαναστατῶν, καὶ ἡ διοργάνωσις ὑπὸ  τοῦ  ἐνταῦθα Μακεδονικοῦ Συλλόγου συλλαλητηρίου, ὅπως διαμαρτυρηθῇ κατὰ τοῦ  κινήματος τῶν  Βουλγάρων ἐν Μακεδονίᾳ, ἂν  καὶ  εἶναι διαβήματα πατριωτικά, δηλωτικὰ τοῦ  ὅτι  τὸ  ὑπὲρ  τῶν ἐν Μακεδονίᾳ κινδυνευ- όντων  ἀδελφῶν αἴσθημα συγκινεῖ πάντα τὸν  Ἑλληνισμόν, δὲν φρονοῦμεν ὅτι  θὰ ἀπολήξουν εἰς πρακτικόν τι  ἀποτέλεσμα ὑπὲρ  τοῦ  ἐπιδιωκομένου σκοποῦ. ...
Τὸ κίνημα  τῶν Βουλγάρων, ὡς εἶνε διωργανωμένον καὶ  ἐξηπλωμένον σήμερον, χάρις εἰς ἀνωτέρους ἀξιωματικούς τοῦ βουλγαρικοῦ στρατοῦ καὶ τὴν ἐθελοθυσίαν Βουλγάρων  πατριωτῶν –ἂς μὴ ὑποβιβάσωμεν τὸν  ἡρωϊσμὸν τῶν ριψοκινδύνων αὐτῶν Βουλγάρων– διὰ νὰ κατασταλῇ καὶ μηδενισθῇ ἀπαιτοῦνται ἔκτακτα στρατιωτικὰ μέτρα,   μὲ  ἄλλους λόγους χρειάζεται μεγάλη δύναμις πειθαρχοῦντος τακτικοῦ στρατοῦ διὰ νὰ ἐντόπισῃ τουλάχιστον ἐπὶ τοῦ παρόντος τὸν κίνδυνον.


Πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι  δὲν πρόκειται περὶ  κατσικοκλεφτῶν ἢ κλεφτοπολέμων, ἀλλὰ  περὶ συστηματικῆς ἐπιθέσεως σώματος  ἀνταρτῶν, διευθυνομένων καὶ ἐνεργούντων καθ’ ὅλους τοὺς κανόνας τῆς τακτικῆς τοῦ πολέμου. 
Οἱ ἐπαναστάται δὲν  εἶνε  βέβαια  σταυραετοὶ τοῦ  ἐπαίσχυντου  πολέμου μας,  ὡς μόνον  προσὸν ἔχοντες  τὸ στρίψιμο μὲ τὴν πρώτην  ντουφεκιά.
Οἱ  Βούλγαροι ὡς ἐπὶ  τὸ  πλεῖστον εἶνε  ἄνδρες  ἠσκημένοι εἰς  τὸν  χειρισμὸν τοῦ  ὅπλου, τὰς  κακουχίας καὶ  τὰς  στερήσεις τοῦ  πολέμου, ἀποφασισμένοι ἢ νὰ ἀνάψουν πυρκαϊάν, καθ’ ὅλην  τὴν  Μακεδονίαν, ἢ νὰ σκεπάσουν μὲ τὰ  πτώματά των τὰ πεδία τῆς Μακεδονίας...
Ἡμεῖς δὲ οἱ Ἕλληνες ἂς παύσωμεν νὰ σκιαμαχῶμεν καὶ  νὰ μεγαλαυχῶμεν, ἂς ἀφήσωμεν δὲ τὴν Τουρκίαν καὶ τὴν Εὐρώπην νὰ προστατεύσουν τὰ δικαιώματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν Μακεδονίᾳ, διότι οἱονδήποτε ταραχῶδες ἐκ μέρους  ἡμῶν κίνημα θὰ προκαλέσῃ τὴν χλεύην  καὶ τὸ ὄνειδος  καὶ αὐτῶν  τῶν ὀλίγων φίλων  μας.

Οἱ πάσχοντες ἀπὸ ἀδιόρθωτον σωβινισμὸν ἐνοχλοῦν καθ’ ἑκάστην τὴν Κυβέρνησιν, ἐπιμένοντες καὶ  καλὰ   νὰ  κατακεραυνώσουν τοὺς  Βουλγάρους ἀπὸ  τῆς πλατείας τοῦ  Ἄρεως, ἐκσφενδονίζοντες εἰς  τὴν  Γουμένιτσαν καὶ  τὸ  Κρούσοβον ἀντὶ  βομβῶν καὶ  σφαιρῶν λόγους, λόγους, λόγους. 


 Ἀλλ’  εἶναι  καιρὸς πλέον  νὰ παύσουν αἱ  ἀναίμακτοι καὶ  ἐκ τοῦ  ἀσφαλοῦς αὐταὶ ἐπιδείξεις καὶ  νὰ ἀφήσουν τὴν  Κυβέρνησιν νὰ πράξῃ  τὸ καθῆκον της. Τί  φρονοῦν οἱ διάφοροι φιλοπόλεμοι καὶ  σταυραετάρχαι, ὅτι  αἱ  Δυνάμεις θὰ  δώσουν περισσοτέραν  σπουδαιότητα εἰς καπεταναίους καὶ  τοὺς  πιστικούς των,  ὅσοι  κατορθώσουν νὰ  βγοῦν εἰς τὴν Μακεδονίαν διὰ  νὰ μᾶς γελωτοποιήσουν, ἢ εἰς τὴν ἑλληνικὴ Κυνέρνησιν, ἤτις  ἐξ ὀνόματος ὅλου τοῦ Ἑλληνισμοῦ, δούλου καὶ ἐλευθέρου, διεμαρτυρήθη καὶ εἰς τοὺς ἐδῶ πρεσβευτὰς καὶ  εἰς τοὺς  ἐν Εὐρώπῃ  ἀντιπροσώπους τῆς  ἡ Ἑλλάδα διὰ  τὰς κακουργίας τῶν Βουλγάρων; Ὑποθέτουν ὅτι θὰ λάβουν ὑπ’ ὄψιν των τοὺς πενήντα ἢ ἑκατὸν ἀντάρτας διὰ νὰ ἐνθυμηθοῦν ὅτι ὑπάρχει καὶ ἓν Ἔθνος τὸ ὁποῖον εὐλόγως ἀξιοῖ  νὰ μὴ λησμονηθῇ ἀπὸ  τὴν Εὐρώπην ὅταν  σκεφθῇ νὰ λύσῃ  τὸ Μακεδονικὸν δίλημμα, ἢ τὴν ἐπίσημον διαμαρτύρησιν τῆς Ἑλλάδος;
Βεβαίως  ὁ θόρυβος  τὸν  ὁποῖον προκαλοῦν οἱ Βούλγαροι, καὶ  ἂν κατασταλῇ τὸ κίνημά  των καὶ  ἂν καταστραφοῦν οἱ ἔνοπλοι συρφετοί, θὰ τοὺς  ὠφελήσει ἐθνολογικῶς, διότι ὑπάρχουν δυστυχῶς εἰς τὴν  Μακεδονίαν πληθυσμοί, οἵτινες ἔχουν  συγκεχυμένας ἰδέας περὶ ἐθνικότητας, γλώσσης, θρησκεύματος καὶ ἂς μὴ τὰ θέλωμεν ὅλα δικά  μας, εὑρίσκονται πληθυσμοὶ πού  σᾶς λέγουν
 «Ἐμεῖς θὰ πᾶμε μ’ ἐκείνους ποὺ θὰ μᾶς πρωτολευθερώσουν».


Καὶ  ὁμιλοῦν μὲ αὐτὴν τὴν  γλῶσσαν οἱ ὀλίγοι αὐτοὶ πληθυσμοί, διότι ἡ ἀδιαφορία καὶ ἡ ἀδράνειά μας τοὺς ἠνάγκασαν νὰ ἐλπίζουν ὀλιγώτερον ἀπὸ ἡμᾶς καὶ περισσότερον ἀπὸ τοὺς  Βουλγάρους.


 Ὅ,τι  δὲ δὲν ἐκάμαμεν εἰς διάστημα δεκάδων ἐτῶν φροντίζοντες πῶς νὰ ἀναπτερώσωμεν τὸ φρόνημα τῶν Μακεδόνων, νὰ φανατίσωμεν  αὐτοὺς ὑπὲρ  ἡμῶν, νὰ ἐμπνεύσωμεν εἰς αὐτοὺς τὴν ἀποστροφὴ πρὸς τοὺς Βουλγάρους δολοφόνους, ἐρχόμεθα  σήμερον  νὰ τὸ  ἐπιτύχωμεν μὲ τὰ  κενὰ  λόγια καὶ τὰς ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς ἀπειλὰς καὶ τοὺς βρυγμοὺς τῶν ὀδόντων.
Ποιὸς  εἰμπορεῖ ν’ ἀμφισβητήσει ὅτι  οἱ  Βούλγαροι μὲ τὰ  τερατώδη κακουργήματα ποὺ  κάμνουν δεικνύουν καὶ  ἐθελοθυσίαν πρωτοφανῆ καὶ  πατριωτισμὸν τυφλὸν καὶ εἰς τοὺς λαοὺς  τῆς Μακεδονίας ἐμπνεύουν τὴν ἰδέαν,  ὅτι εἶνε Ἔθνος μὲ ζωὴν καὶ νεῦρα  καὶ ἀποφασιστικότητα;


Οἱ Ἕλληνες βεβαίως  τοιοῦτο πρόγραμμα ἐνεργείας, πρόγραμμα ἐξοντώσεως, δηώσεως καὶ  ἐμπρησμῶν οὐδέποτε διενοήθημεν νὰ καταρτίσωμεν οὔτε  εἰς τὸ μέλλον  θὰ  ἐπιχειρήσωμεν παρόμοια κινήματα τούτων διὰ  νὰ  ἀμυνθῶμεν ὑπὲρ  τῶν δικαιωμάτων μας ἐν Μακεδονίᾳ. 
Αἱ ἐνέργειαί μας ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ εἶνε ἐκ διαμέ- τρου ἀντίθετοι πρὸς τὰς τῶν κακούργων ὀρδῶν τῶν Βουλγάρων. 


Ἡμεῖς ἐργαζόμεθα ὅπως  ἐμπνεύσωμεν τὴν  ἐμπιστοσύνην τῶν οἰκούντων τὴν  χώραν  ταύτην διὰ  τῆς διαδόσεως τῆς  γλώσσης, τῆς  θρησκείας, τοῦ  πολιτισμοῦ  καθόλου. 


Ἂν  ὅμως  ἡ Εὐρώπη  λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν  τὰ  κακουργήματα τῶν Βουλγάρων καὶ  δὲν ὑπολογίζῃ εἰς τὴν ἐκπολιστικὴν ἐνέργειαν τῶν Ἑλλήνων, τί δυνάμεθα ἄλλο νὰ κάμωμεν παρὰ νὰ διαμαρτυρηθῶμεν ἐπ’ ὀνόματι τοῦ πολιτισμοῦ καὶ ὑπὲρ  τῶν ἀναρίθμητων ὁμοεθνῶν  μας,  οἵτινες ὑφίστανται τόσα  δεινοπαθήματα ἐκ  μέρους  τῶν  ἐχόντων θηριώδη  ἔνστικτα Βουλγάρων;


Ἐνῶ ὅμως οὗτοι προσπαθοῦν διὰ τοιούτων ἀτίμων  μέσων νὰ προκαλέσουν τὴν προσοχὴν τῶν Μακεδόνων, ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες δὲν κατορθώσαμεν ἀκόμη νὰ ἔχωμεν ἕνα σύγχρονο χάρτη  τῆς Μακεδονίας, ἀλλ’ ἀρκούμεθα εἰς τὸν ξεθωριασμένον τοῦ Κίπερτ, οὔτε  ἐμβριθές  τι  σύγγραμα ἀπεκτήσαμεν πραγματευόμενον μὲ ἀκρίβειαν καὶ εὐσυνειδησίαν τὴν χώραν ταύτην ὑπὸ ἔποψιν ἐθνολογικήν, τοπογραφικὴν καὶ γλωσσολογικήν... .

Ο ανώνυμος  αρθρογράφος σκιαγράφησε τις διαφορές  Ελλήνων και Βουλγάρων. 

Στη σκληρότητα,  τη βαυνασότητα, αλλά και στην πειθαρχία, το οργανωτικό πνεύμα, την αποφασιστικότητα για ανδραγαθήματα των Βουλγάρων οι Έλληνες είχαν να αντιτάξουν  την πολιτιστική τους υπεροχή.

Αλλά το ερώτημα ήταν κατά  πόσο μπορούσε πλέον  «η πολιτιστική υπεροχή  των Ελλήνων»  να είναι  λυσιτελής  για  την πολιτική του Ελληνισμού  ή κατά  πόσο οι Μεγάλες Δυνάμεις και ο Σουλτάνος  μπορούσαν να σώσουν τον Ελληνισμό.

 Ο αρθρογράφος διαισθάνθηκε τον ελλοχεύοντα κίνδυνο  για τον Ελληνισμό.
Το κίνημα των Βουλγάρων ήταν καταδικασμένο σε αποτυχία, ωστόσο οι Βούλγαροι στη δίνη των ταραχών εξανάγκαζαν τους κατοίκους πατριαρχικών χωριών να μεταστραφούν στην εξαρχία.

Μέχρι τις αρχές του 1904 περίπου  65 πατριαρχικά  χωριά  είχαν προσχωρήσει  με τη βία στη σχισματική  βουλγαρική  εκκλησία.

 Έτσι, θα μπορούσαν ίσως να ισχυριστούν οι Βούλγαροι ότι πληθυσμιακά υπερείχαν. Επρόκειτο για μια τακτική  που ήδη εφαρμοζόταν στην Ανατολική Ρωμυλία.

Ειδήσεις στον ελληνικό  τύπο  για  βιαιοπραγίες κατά  Ελλήνων  ιερέων στη Καστοριά από  τις ομάδες του Vasil Cekalarov ερέθιζαν περισσότερο την κοινή γνώμη στην Αθήνα.

Η εξέγερση του Ίλιντεν  συνέπεσε  με την έναρξη του προεκλογικού αγώνα  για τη δημαρχία Αθηνών  με υποψηφίους τον Σπυρίδωνα Μερκούρη,  που διεκδικούσε μια δεύτερη θητεία, και τον Αγγελόπουλο.
Τα κομματικά πάθη και τα συνηθισμένα στην Ελλάδα προεκλογικά έκτροπα επισκίασαν προσωρινά τα τεκταινόμενα στη Μακεδονία.
 Αλλά  η είδηση για την καταστροφή του Κρουσόβου  και την ύπαρξη θυμάτων  μεταξύ των Ελλήνων  της πόλης δεν άφησε ασυγκίνητο τον πληθυσμό  της Αθήνας.

Συγκροτήθηκε αμέσως μια «Επίκουρος των Μακεδόνων Επιτροπή» για τη συλλογή εράνων  υπέρ των δεινοπαθούντων Ελλήνων της Μακεδονίας με Πρόεδρο τον Μητροπολίτη Αθηνών  Θεόκλητο  και μέλη του Προεδρείου τον Ι. Βαλαωρίτη, τον Δ. Βικέλα, τον Μ. Δραγούμη,  τον Ι. Καυτατζόγλου, τον Κ. Ρακτιβάν  και τον Γ. Στρέιτ.
 Στην έκκληση της επιτροπής αναφερόταν χαρακτηριστικά:

Βαρεῖα συμφορὰ ἐνέσκηψεν ἐπὶ  τὴν  Μακεδονίαν. Ξένοι  ἐπιδρομεῖς, τὴν ἐλευθερίαν ἔχοντες  ἀνὰ στόμα, ἀλλὰ  πῦρ καὶ σίδηρον ἀνὰ χείρας  φέροντες, ἐπιδιώκουσιν τὴν  ἐξόντωσιν τοῦ  Ἑλληνικοῦ καὶ  Ὀρθόδοξου πληθυσμοῦ, ληστεύοντες,  καίοντες οἰκίας, σχολεῖα καὶ  ναούς,  σφάζοντες ἄνδρας, γυναίκας, παιδία, ἱερεῖς,  ὅλους  τοὺς  μὴ στέργοντας ν’ ἀπαρνηθῶσιν τὴν  ἑλληνικὴν καταγωγὴν καὶ τὴν πατρώαν πίστιν.
Ὕψιστον εἶνε  καθῆκον τῶν  ἁπανταχοῦ Ἑλλήνων νὰ  ἔλθωσιν  ἀρωγοὶ εἰς τὴν τοσαύτην τῶν  ὁμαιμόνων καὶ  ὁμοθρήσκων κακοδαιμονίαν,  νὰ  ἐπουλώσωσι τὰ τραύματα, νὰ ἐνισχύσωσιν τὸ ἐθνικὸν φρόνημα καὶ ματαιώσωσι τὰς κατὰ τοῦ Μακεδονικοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐπιβουλάς23.
Στη συλλογή των εράνων, με πρόταση του Ι. Πεσμαζόγλου, Διευθυντού της Τρά- πεζας της Ελλάδας,  πρωτοστάτησαν οι τράπεζες,  αλλά  συγκινητική υπήρξε  και η συνεισφορά του  απλού  κόσμου,  που  τώρα  άρχισε  να  ευαισθητοποιείται στο Μακεδονικό.


 Όταν φάνηκε ότι ο τουρκικός στρατός  άρχισε να ανακτά τον έλεγχο, η κυβέρνηση Ράλλη επέτρεψε τη διοργάνωση μιας συγκέντρωσης διαμαρτυρίας των Μακεδόνων της Αθήνας.  Η συγκέντρωση πραγματοποιήθηκε στις 15 Αυγούστου στις στήλες του Ολυμπίου  Διός. 
Δεν εκφωνήθηκαν λόγοι  αλλά  απλά  διαβάστηκε από τον Αντιπρόεδρο του Συλλόγου,  Θωμά Σταύρου, ένα ψήφισμα  όπου ανάμεσα στα άλλα τονιζόταν:


Διαμαρτυρόμεθα διὰ  τὸ χυνόμενον αἷμα  τῶν κατὰ χιλιάδας ἀγρίως  κατακρε-ουργημένων ἀόπλων ἀδελφῶν ἡμῶν, διὰ  τὰς  λεηλασίας, ἀτιμώσεις, δηώσεις  καὶ τοὺς ἐμπρησμοὺς τῶν χωρίων αὐτῶν  ὑπὸ τῶν ληστανταρτῶν τῆς Βουλγαρίας.


Βεβαιοῦμεν τὴν Εὐρώπην, ὅτι ἐὰν οἱ σήμερον  δεινὰ πάσχοντες ὑπὸ τῶν Βουλγάρων Μακεδόνες ἤθελον ἀντεπεξέλθῃ ἐνόπλως κατὰ τῶν ἐκ Βουλγαρίας ἐπιδρομέων, οὐδεμία σήμερον  ληστρικὴ βουλγαρικὴ συμμορία ἤθελε τολμήσει νὰ λυμαίνεται τὴν χώραν ἡμῶν. Δὲν τὸ ἐπράξαμεν δέ, ἵνα μὴ διαταράξωμεν τὴν εἰρήνην τῆς Εὐρώπης καὶ  διότι οὐδέποτε ἠλπίζομεν ὅτι  ἡ Εὐρώπη  ἤθελεν  ἐπιτρέψει πρὸ  τῶν ὀμμάτων αὐτῆς  νὰ διαπράττωνται τοιαῦτα κακουργήματα.


Δηλοῦμεν, ὅτι  ἐν δικαίᾳ ἀγανακτήσει διατελοῦντες πάντες οἱ Μακεδόνες διὰ τὴν παράτασιν τῆς ἀγρίας καὶ ἀφόρητου ταύτης καταστάσεως, θέλουσιν ἐπὶ τέλους ἐξαναγκασθῇ εἰς ἔνοπλον δράσιν πρὸς ἰδίαν αὐτῶν  ἄμυναν κατὰ τῶν ἐκ Βουλγαρίας ληστῶν.

Η «πολιτιστική υπεροχή  των  Ελλήνων»,  το  εκπαιδευτικό και  εκκλησιαστικό έργο,  δεν  αρκούσε  πλέον  για  την  επιβίωση  του  Ελληνισμού  της Μακεδονίας.

Η καταφυγή στα μέσα που μετερχόταν ο εχθρός κρίθηκε αναγκαία, αν η κατάσταση εκτραχυνόταν. Ο αγώνας  εκ των πραγμάτων θα ήταν αμυντικός  μπροστά  στη θηριώδη επέλαση των Βουλγάρων.

Όταν ταυτίστηκαν τα θύματα  της καταστροφής του Κρουσόβου,  τελέστηκε  μνημόσυνο  στις  24 Αυγούστου στη  Μητρόπολη Αθηνών με κάθε  επιβλητικότητα μέσα σε μια συγκινησιακή ατμόσφαιρα.

Παραβρέθηκαν ο δήμαρχος  Μερκούρης,  δημοτικοί  σύμβουλοι,  μέλη του Κεντρικού  Μακεδονικού Συλλόγου,  αξιωματικοί του Πεζικού και της Χωροφυλακής και πολλοί  Μακεδόνες της Αθήνας  και του Πειραιά.

  Ήταν η πρώτη  φορά  που όχι μονάχα  το αθηναϊκό κοινό αλλά και ο Ελληνισμός του εξωτερικού διέγνωσαν τον κίνδυνο  για τη Μακεδονία  και  ευαισθητοποιήθηκαν.

 Η ελληνική  πρεσβεία  του  Λονδίνου  διοργάνωσε έρανο  για  τους  άστεγους  Έλληνες  του  Κρουσόβου,  βρίσκοντας μεγάλη  ανταπό- κριση στην εκεί ελληνική παροικία.

 Στο Μόναχο  η ελληνική κοινότητα τέλεσε μνημόσυνο για τα θύματα  του Ίλιντεν,  ενώ σε εκδήλωση στο ξενοδοχείο Mirabbel της βαυαρικής  πρωτεύουσας μίλησε ο Καθηγητής  της Ιστορίας  του Πανεπιστημίου Αθηνών Σπυρίδων Λάμπρος ο οποίος στον λόγο του επισήμανε ότι θα έλθει η ημέρα που και η Ελλάδα θα διεκδικήσει τα δίκαιά της στη Μακεδονία δια του πυρός και δια του ξίφους.

 Με αφορμή  την εξέγερση  του Ίλιντεν  το Μακεδονικό συζητήθηκε  στη Βουλή των κοινοτήτων στο Λονδίνο.

  Όπως είναι γνωστό,  λόγω της γερμανικής  οικονομικής και  πολιτικής διείσδυσης  στην Οθωμανική  Αυτοκρατορία, αλλά  κυρίως  των αυστριακών σχεδίων  για  την κατασκευή του  βοσνιακού σιδηροδρόμου (Σεράγιεβο-Θεσσαλονίκη), η αγγλική πολιτική είχε τώρα αντιτουρκική αιχμή, επιδιώκουσα την εξασθένιση  της τουρκικής  κυριαρχίας στη Μακεδονία, ενώ για τη μείωση της ρωσικής  επιρροής  στη Βουλγαρία το Λονδίνο  εξευμένιζε τα βουλγαρομακεδονικά κομιτάτα.

Σαφώς φιλοβουλγαρικός ήταν ο προσανατολισμός του Βαλκανικού Κομιτάτου στο Λονδίνο. Μιλώντας  στη Βουλή των Κοινοτήτων ο Βρετανός Πρωθυπουργός  Arthur James Balfour απέδωσε  τις ταραχές  στην τουρκική  κακοδιοίκηση και  στην  αβελτηρία  της Ευρώπης  να  εισαγάγει μεταρρυθμίσεις στη Μακεδονία, όπως προέβλεπε  η Συνθήκη  του Βερολίνου.

Αν και παραδέχτηκε ότι οι αγριότητες των Βουλγάρων κομιτατζήδων υπερτερούσαν των τουρκικών, δήλωσε ότι το Λονδίνο  δεν θα επιτρέψει  αντεκδικήσεις των Μουσουλμάνων κατά  των Χριστιανών.
 Το επίμαχο  σημείο της ομιλίας του Βρετανού  Πρωθυπουργού ήταν η αναφορά του στη σαφή πληθυσμιακή υπεροχή των Βουλγάρων έναντι των άλλων εθνοτήτων.

Η ελληνική κυβέρνηση του Ράλλη αντέδρασε έντονα και έδωσε οδηγίες στην ελληνική πρεσβεία  του Λονδίνου  να δραστηριοποιηθεί προς την κατεύθυνση της απόδειξης της ελληνικής πληθυσμιακής υπεροχής  στη Μακεδονία, με στοιχεία που χορήγησε το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας.
Ο ατέρμονος  πόλεμος  των  στατιστικών για τη Μακεδονία μεταφέρθηκε  στις στήλες των εφημερίδων  του Λονδίνου  σε μια προσπάθεια της ελληνικής  πλευράς  να  διαφωτίσει την αγγλική κοινή  γνώμη  για την υπεροχή των Ελλήνων και των Βλάχων έναντι των άλλων ομάδων.

 Η ελληνο- βουλγαρική διένεξη εκφράστηκε στο Λονδίνο  και ως αντιπαράθεση του φιλοβουλγαρικού Βαλκανικού Κομιτάτου και της φιλελληνικής «Εταιρείας του Βύρωνα».
Το Βαλκανικό Κομιτάτο  διοργάνωσε στην αίθουσα του Αγίου  Ιακώβου,  στο κέντρο του Λονδίνου,  συλλαλητήριο, όπου παραβρέθηκαν κυρίως μέλη του φιλελεύθερου κόμματος.
 Οι ομιλητές καταδίκασαν την τουρκική  κακοδιοίκηση στη Μακεδονία, επέκριναν την πολιτική της Βρετανίας  το 1878 που εμπόδισε την εφαρμογή  της Συνθήκης  του Αγίου  Στεφάνου και  διαιώνισε την κακοδαιμονία της Μακεδονίας και πρότειναν ως λύση ένα αυτόνομο καθεστώς,  κατά  το πρότυπο της Κρήτης, με χριστιανό Γενικό Διοικητή,  υπόλογο στις Μεγάλες Δυνάμεις.

  Απαίτησαν επίσης την εφαρμογή  των διατάξεων της Συνθήκης του Βερολίνου  για μεταρρυθμίσεις στη Μακεδονία και έκαναν έκκληση για έρανο υπέρ των Βουλγαρομακεδόνων που είτε έμειναν άστεγοι  είτε είχαν καταφύγει στη Βουλγαρία. 

Η Εταιρεία του Βύρωνα,  με στοιχεία της ελληνικής πρεσβείας του Λονδίνου,  δημοσίευσε τον αριθμό των Ελλήνων  που  σφαγιάσθηκαν από  τους  Βούλγαρους κομιτατζήδες και  ζήτησε τη συνδρομή αγγλικών φιλανθρωπικών οργανώσεων για  τις οικογένειες  τους. 

Απαίτησε από την αγγλική κυβέρνηση να αναλάβουν τα αγγλικά προξενεία στη Μακεδονία την προστασία των εκεί δεινοπαθούντων Ελλήνων  και  με τηλεγράφημα προς  τη βουλγαρική κυβέρνηση επέστησε την προσοχή  της στην καταδίωξη που υφίστατο ο Ελληνισμός της Ανατολικής Ρωμυλίας.

Το φθινόπωρο η εξέγερση είχε κατασταλεί και η Οθωμανική  Αυτοκρατορία ανέκτησε τον έλεγχο της κατάστασης.

Ωστόσο, η κινητοποίηση  του Ελληνισμού δεν μπορούσε πλέον να ανακοπεί και σ’ αυτό συνετέλεσαν πολλοί παράγοντες.
Το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα  της Μυρστέγης (Οκτώβριος 1903) προέβλεπε τον διορισμό  Οθω- μανού Γενικού Επιθεωρητού με την παρουσία Ρώσου και Αυστριακού συμβούλου, την οργάνωση της χωροφυλακής από Ευρωπαίους αξιωματικούς και υπαξιωματικούς υπό την ανώτατη  διεύθυνση Ιταλού στρατηγού  και διάφορες  μεταρρυθμίσεις διοικητικής, δικαστικής  και φορολογικής  φύσης.

Αλλά το άρθρο  γ΄ του προγράμματος της Μυρστέγης δεν απέκλειε ενδεχόμενη μεταβολή των γεωγραφικών ορίων των διοικητικών περιφερειών  για να επιτευχθεί η ομοιογενέστερη κατανομή των εθνοτήτων.
Η διάταξη αυτή προκάλεσε τη διεξαγωγή νέας έντονης προπαγάνδας Ελλήνων, Σέρβων και Βουλγάρων  που  προσπαθούσαν να αποδείξουν ότι οι ομόφυλοί  τους ήταν  το επικρατέστερο στοιχείο στα περισσότερα  σαντζάκια.

Χρειάστηκε να παρέλθει αρκετό χρονικό διάστημα  μέχρι οι Μεγάλες Δυνάμεις να δηλώσουν  ρητά ότι σε περίπτωση  αλλαγής των διοικητικών συνόρων θα λαμβάνονταν υπόψη αποκλειστικά οι στατιστικές  πριν από την εξέγερση του Ίλιντεν.

 Αλλά η ερμηνεία αυτή δεν είχε πειστικότητα, δεδομένης της αδυναμίας  του διεθνούς παράγοντα να επιφέρει την ειρήνευση και των μεγάλων αποκλίσεων  που υπήρχαν  στις διάφορες  στατιστικές. Οι Μεγάλες Δυνάμεις εκμεταλλεύθηκαν την ανάμιξή τους στις μακεδονικές υποθέσεις για την προώθηση των ιδίων συμφερόντων  και δεν κατόρθωσαν να επιβάλουν  την τάξη.

Η Γερμανία  δεν συμμετείχε στο πρόγραμμα  της Μυρστέγης και ως αντάλλαγμα έλαβε διάφορα προνόμια, κυρίως αναφορικά με την κατασκευή  της σιδηροδρομικής  γραμμής Κωνσταντινούπολης-Βαγδάτης.
Η Αυστρία, ενδιαφερόμενη για την ενίσχυση της τουρκικής κυριαρχίας, τελικά στις αρχές του 1908 εγκατέλειψε το πρόγραμμα  της Μυρστέγης με αντάλλαγμα τη χορήγηση άδειας από τον Αβδούλ Χαμίτ για την κατασκευή του βοσνιακού σιδηροδρόμου.

Η Αγγλία,  ενδιαφερόμενη  για την υπονόμευση της τουρκικής κυριαρχίας στη Μακεδονία,  ευνοούσε ένα κατά το μάλλον ή ήττον αυτόνομο  καθεστώς με χριστιανό Γενικό Διοικητή, υπόλογο στις Μεγάλες Δυνάμεις, ο οποίος θα διόριζε τους δημοσίους υπαλλήλους.

Οι Ρώσοι επωφελήθηκαν  από την παραμονή  τους στη Θεσσαλονίκη για την ανάπτυξη μιας πανσλαβιστικής προπαγάνδας.

Παρόλο  που μετά την οριστική  καταστολή της εξέγερσης άρχισε να παρατηρεί- ται μια επιστροφή των εξαρχικών χωριών  στο Πατριαρχείο, η τουρκο-βουλγαρική συνθήκη της 26ης Μαρτίου 1904, στη σύναψη  της οποίας  συνετέλεσε κατά  πολύ η Ρωσία, προέβλεπε μεταξύ των άλλων τη χορήγηση γενικής αμνηστίας στους επαναστάτες,  την αποφυλάκιση των κρατουμένων και την επιστροφή των προσφύγων που στη διάρκεια των ταραχών είχαν καταφύγει στη Βουλγαρία.

Έτσι, δεν μπορούσαν να υπάρξουν εγγυήσεις για την προστασία του Ελληνισμού.

Ερχόμενη στην εξουσία τον Δεκέμβριο του 1903 η κυβέρνηση Θεοτόκη δεν διείδε άλλη  διέξοδο  παρά  την καταφυγή στον  ένοπλο  αγώνα,  το έδαφος  για  τον  οποίο είχε ήδη προλειανθεί με την προπαρασκευαστική δραστηριότητα του Καραβαγγέλη.

 Ο αγώνας  υπήρξε  στην ουσία  αμυντικός και σε μια εποχή που το ορθόδοξο Millet ως υπερεθνική κοινότητα είχε διασπαστεί, με την ταύτιση  του Πατριαρχικού με τον Έλληνα και του Εξαρχικού με τον Βούλγαρο, στήριξη των συμφερόντων του ελληνισμού σήμαινε στην ουσία στήριξη του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Οι επιτυχίες των ελληνικών  ανταρτικών σωμάτων  οφείλονταν κυρίως στην υποστήριξη του ντόπιου ελληνικού  στοιχείου,  των πατριαρχικών Σλαβοφώνων και  των Γραικομάνων Βλάχων και δευτερευόντως στη ανοχή των τουρκικών αρχών, στον βαθμό που η ελληνική δράση  εξισορροπούσε τη βουλγαρική, και στον εμφύλιο πόλεμο εντός της V.M.R.O. 

Δεν υπάρχει λόγος να αποκρύπτονται, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι ακρότητες  των ελληνικών ανταρτικών σωμάτων (Ζαγοριτσάνη, ο ματωμένος γάμος στο Σκλήθρο, το κάψιμο  της Αβδέλας),  να σχηματοποιούνται τα δρώντα  πρόσωπα στους «καλούς» Έλληνες  και  τους  «κακούς»  Βούλγαρους, ή να  υπερτονίζονται ενδεχόμενα  υλικά οφέλη των Μακεδονομάχων (ζωοκλοπές  των Κρητών στη Μακεδονία) σε βάρος της εθνικής τους προσφοράς και  της εθνικής τους αυτοσυνειδησίας.

Τέτοια  φαινόμενα δεν ήταν ασυνήθιστα την εποχή εκείνη και ένας λόγος για παράδειγμα της διάσπασης της V.M.R.O. ήταν και η διαχείριση των οικονομικών της οργάνωσης.

 Αλλά κανένας Βούλγαρος  δεν αμφισβήτησε την εθνική προσφορά των αντιμαχομένων ομάδων, Jane Sandanski-Todor Panica και Boris Sarafov-Ivan Garvanov.
 To ότι ο Sandanski ήταν και ένας ληστής (ήταν γνωστή η τακτική των απαγωγών για την εξασφάλιση λύτρων με χαρακτηριστική την περίπτωση της Miss Stone ) σε καμιά περίπτωση δεν μειώνει την καταξίωσή του ως διεκδικούμενου εθνικού ήρωα τόσο από τους Βούλγαρους όσο και από τους κατοίκους της Π.Γ.Δ.Μ.
Εφόσον  απέτυχε  η διπλωματία, ο ένοπλος αγώνας διεξήχθη  για την επιβίωση  του Ελληνισμού  και όποιος  ερχόταν  στη Μακεδονία να πολεμήσει γνώριζε ότι διακύβευε  την ύπαρξη  του.

Οι επιτυχίες των ελληνικών ανταρτικών σωμάτων εξέπληξαν και προβλημάτισαν τη V.M.R.O.

Τον Νοέμβριο του 1905 ο Hristo Tatarčev σε σημείωμά του απέδωσε στους εξής παράγοντες την αποτελεσματικότητα των ελληνικών  ανταρτικών σωμάτων.

1.   Η ελληνική ένοπλη προπαγάνδα είναι  αποτέλεσμα κυρίως  της  πολιτικής της Ελλάδας στο Μακεδονικό Ζήτημα.

2.   Τα ένοπλα σώματα οργανώνονται κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, στο Βασί- λειο της Ελλάδας και από εκεί στέλνονται στη Μακεδονία.

3.   Από την Ελλάδα μέχρι το πεδίο της οργάνωσης [μας] η περιοχή είναι ορεινή και κατοικείται κυρίως  από Έλληνες  και Γραικομάνους Βλάχους. Κατά  συνέπεια, δεν συναντούν δυσκολίες στην  είσοδο και έξοδο.

4.    Στο  εσωτερικό της Μακεδονίας, ιδιαίτερα στο  νοτιοδυτικό της τμήμα,  οι Έλληνες  και οι Γραικομάνοι τους φιλοξενούν και συνεργάζονται.

5.   Επί  πλέον, στο  εσωτερικό της Μακεδονίας, ο τουρκικός πληθυσμός και  η τουρκική κυβέρνηση τους ανέχονται και τους υποστηρίζουν.

Αφού  απέκλεισε  την  ικανότητα της V.M.R.O. να  αντιμετωπίσει επιτυχώς  τα ελληνικά  ανταρτικά σώματα,  πρότεινε  μαζικά  αντίποινα ώστε  να  εξαναγκαστεί η Αθήνα  να σταματήσει την αποστολή ενόπλων  σωμάτων  στη Μακεδονία:

εμπρησμό ελληνικών  χωριών,  

ελληνικών  συνοικιών στις πόλεις,

 αποκλεισμό ελληνικών χωριών, 

οικονομικό πόλεμο, 
απαγωγές Ελλήνων ως μέσο πίεσης, 
απηνή καταδίωξη των Ελλήνων  της Ανατολικής Ρωμυλίας σε συνεργασία της V.M.R.O. των Βουλγαρομακεδόνων προσφύγων, του απλού  βουλγαρικού λαού με την κυβέρνηση, κατά το ρουμανικό παράδειγμα.
Αλλά το ανθελληνικό κίνημα στη Βουλγαρία το 1906 αναπτέρωσε περισσότερο τον Μακεδονικό Αγώνα,  το νόημα του οποίου,  όπως και του σημερινού μακεδονικού αγώνα,  της μάχης για  το όνομα  της Π.Γ.Δ.Μ., ήταν  η οροθέτηση  του Ελληνισμού από τον Σλαβισμό.


Δεν υπάρχουν σχόλια: