Τρίτη, 15 Μαΐου 2012

Μακεδονική Γή: Ο Ελληνισμός στο Μοναστήρι (Битола) στις αρχές του 20ου αιώνα.



Υδατογραφία 19ου αιώνα με το Μοναστήρι
του V. Berard.
("Οδοιπορικό στη Μακεδονία", 1890-1892)


ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ

Η πρωτεύουσα της Μακεδονίας

Είχαμε την τύχη να μπούμε στο Μοναστήρι σε μέρα παζαριού.

Πρέπει να μεταφερθούμε νοερά στα γεφύρια της Κωνσταντινούπολης ή, καλύτερα, στα παζάρια του Χαλεπιού και της Δαμασκού, για να ξαναδούμε τέτοιο ανακάτεμα λαών, τέτοια ποικιλοχρωμία φυλών και ενδυμασιών.
Αλβανοί με άσπρες βράκες, κόκκινα σαλβάρια και φουστανέλες — οι πλουμιστές τους φέρμελες, τα πιστόλια τους, τα τουφέκια τους και οι ζώνες τους λαμποκοπούν χρυσάφι, όλοι τους από πάνω ως κάτω αστραποβολούν σαν ήλιοι- Σλάβοι κοντόσωμοι, βρώμικοι, χωμένοι σε μαλακές μπότες και τριχωτά σκουτιά και κουλουριασμένοι μέσα στο άχερο των αραμπάδων τους γέροι Οσμανλήδες με ψηλό τουρμπάνι και μεγάλη γενειάδα, σκαρφαλωμένοι στην άκρη της ράχης των γαϊδαράκων τους, μια ατελείωτη γραμμή από το Κόσανι ως το Μοναστήρι.

Ο μεγάλος δρόμος βγαίνει μέσα από μια σύντομη ανηφοριά της πεδιάδας του Κόσανι, που τα νερά της ανοίγουν ένα πέρασμα προς το βορρά, ενώ εμείς πηγαίνουμε στα νοτιοανατολικά.

Πλευρίζοντας στρογγυλούς γήλοφους, ξανακατεβαίνουμε προς το μεγάλο κάμπο του Μοναστηριού, που τον βλέπουμε να απλώνεται μπρος μας.
 Παρά την πρωινή ώρα ο βοριάς σηκώνει ήδη σύννεφα σκόνης. Φέρνουμε γύρα ένα αντέρεισμα του Περιστεριού. Στα δεξιά μας το ψηλό και φίνο γρανιτένιο βουνό τινάζεται στα ουράνια, εξίσου πολυσχιδές στην κορφή και ευέλικτο, εξίσου ογκώδες και πλατύ στη βάση όσο και από την πλευρά της Ρέσνας, και εξίσου γυμνό. Ψηλά είναι φωλιασμένο ένα χωριό με άσπρα σπίτια, με τα δέντρα του νεκροταφείου του και με τα περιβόλια του.
Στους πρόποδες αλλά ολότελα μέσα στον επίπεδο κάμπο, το Μοναστήρι ξυπνά ανάμεσα στις λεύκες και τα κυπαρίσσια.
Εδώ και μια ώρα κάνουμε βήμα σημειωτόν. Το ανθρώπινο ποτάμι που κυλούσε προς την αγορά, μοιάζει να ακινητοποιήθηκε για μια στιγμή.
 Τα βόδια ζεμένα στους αραμπάδες δίνουν κουτουλιές, οι Αλβανοί βρίζουν και απειλούν με το χέρι στο ρεβόλβερ, οι βουλγάρες γυναίκες φωνασκούν σκόνη στυφή από χαλίκια και κάρβουνο' ένα κάρο αλβανών καρβουνιαραίων έχει αναποδογυριστεί και εμποδίζει το πέρασμα.

Ακούγεται ξάφνου ποδοβολητό αλόγων, βουρδουλιές και καταφθάνουν καβαλάρηδες με στολή, η εμπροσθοφυλακή του στρατού, που επιστρέφει από τη Δίβρα και την Αχρίδα.

 Προχωρούμε από πίσω τους κόβοντας το πλήθος, ποδοπατώντας κάποια σκυλιά, παραμερίζοντας κάποιους γαϊδάρους και μαζεύοντας από δω κι από κει τα καλά λόγια των γυναικών:
«Σκυλόφραγκοι! Γκιαούρηδες! Κερατάδες!»

Πάνω στο πατημένο χορτάρι κυπαρίσσια, πελώρια πλατάνια και γέρικες λεύκες καλύπτουν με τη σκιά τους ψάθες, ξύλινους πάγκους, ντιβάνια με σκισμένα μαξιλάρια κι έναν καναπέ από μαόνι, όπου γέροι Τούρκοι έχουν αράξει και καπνίζουν ναργιλέ.

 Ξεκουκίζουν αθόρυβα το κομπολόι στα δάχτυλά τους
 Ο καπνός των ναργιλέδων και των τσιγάρων σμίγοντας με τη σκόνη του δρόμου, τους περιτυλίγει μ’ ένα τόσο πυκνό νέφος, που σε κάθε ρουφηξιά η καύτρα των τσιγάρων φαίνεται ολοφώτεινη μέσα στην καταχνιά.

Χωροφύλακες φράζουν το δρόμο μ’ ένα δοκάρι που ανε- βοκατεβαίνει σαν τραμπάλα. Τα διαβατήριά μας;... Γάλλοι! Μα δεν υπάρχει γάλλος πρόξενος στο Μοναστήρι!...
Δε μπορεί να είμαστε Γάλλοι... Αυστριακοί;... Όχι;... Εγγλέζοι; Ρώσοι;... Κι ο αλβανός λοχίας επιμένει πεισματικά στο συλλογισμό του- δεν είμαστε Γάλλοι, αφού πρόξενος της Γαλλίας δεν υπάρχει στο Μοναστήρι.

Όλοι οι υπόλοιποι επιδοκιμάζουν. Κι ο ίδιος ο Αμπεντίν, ο πιστός μας χωροφύλακας, που μας έχει για Γάλλους, που μας έχει δει συντροφιά με γάλλους πρόξενους, κι ο Αμπεντίν ακόμη κλονίζεται στην πίστη του.
Πρέπει να είμαστε ή Ρώσοι ή Εγγλέζοι ή Αυστριακοί' ο λοχίας μας αφήνει την ελευθερία να επιλέξουμε.
Ένα ευρωπαϊκό κουστούμι —μαύρο σακάκι, κίτρινο γιλέκο με κεντημένα γαλάζια λουλουδάκια, πανταλόνι ροζ ριγέ—, ένα ωραίο ευρωπαϊκό σύνολο με φέσι σε χρώμα παπαρούνας επεμβαίνει: «Η Γαλλία δεν έχει εδώ πρόξενο, έχει όμως φρερτίδες, καλόγερους, παπάδες».
Και, έχοντας και ο Κώστας ανοίξει το πουγκί του, όλος ο σταθμός χωροφυλακής με το χέρι στην καρδιά κι έπειτα στο στόμα και το κούτελο υποκλίνεται.

Ο Ευρωπαίος μας οδηγεί μέσ’ από τη μουσουλμανική συνοικία στους Φρέρηδες, για τους οποίους μας λέει στο αυτί τα χειρότερα λόγια, μόλις μας ακούει να μιλούμε ελληνικά:
«Οι κερατάδες αυτοί λένε πως είναι Γάλλοι αλλά είναι Αυστριακοί, Βλάχοι!... Υποστηρίζουν τον Απόστολο Μαργαρίτη». Δηλώνει Έλληνας και έτοιμος να μας εξυπηρετήσει. Είναι τραπεζίτης στο παζάρι, κοντά στο μεγάλο χάνι και έχει ένα επισκεπτήριο στα γαλλικά: Eustathios..., Negosian.

Είμαι πολύ ευγνώμων προς τον Ευστάθιο... ώστε να μεταφέρω εδώ και το επώνυμό του.
Οι Φρέρηδες κατέχουν ένα ψηλό πέτρινο σπίτι με πράσινα παντζούρια, που έχει στην πόρτα του το θυρεό του αυστροουγγρικού προξενείου.
Μας δέχεται ένας ρασοφόρος γέροντας.

Είμαστε σε ενδιαίτημα γάλλων Λαζαριστών.

Θα μας φιλοξενούσαν, αν η πενία τους δεν τους ανάγκαζε να νοικιάζουν το μισό από το μετόχι τους στον αυστριακό πρόξενο.

 Το Μοναστήρι όμως έχει απ’ όλα.

Τα γαλλικά εδώ είναι γλώσσα τρέχουσας χρήσης. Απέναντι μας λειτουργεί ένα Ξενοδοχείον της Ανατολής, με ένα εστιατόριο, τον πύργο του Άιφελ. Βιαστήκαμε όμως να χαρούμε- ξενοδοχείο και εστιατόριο είναι πλήρη.
Πρέπει να ξαναβολευτούμε στο συνηθισμένο πανδοχείο, το μεγάλο τούρκικο χάνι με τους χωματένιους τοίχους του και τις ξύλινες βεράντες του.
Τέσσερις μαντρότοιχοι με τρεις ορόφους με στοές περιζώνουν μια τετράγωνη αυλή.
Στην αυλή κοπριά, λακκούβες με νερό, αραμπάδες και παρέες Τούρκων, Αλβανών και Σλάβων, που κουβεντιάζουν και καπνίζουν.
Στους ανοιχτούς στάβλους του ισογείου εκατό με εκατόν πενήντα περίπου άλογα χλιμιντρούν και τινάζονται. Οι όροφοι είναι χωρισμένοι σε κελιά που βλέπουν όλα προς τις βεράντες. Έτσι έχει ο καθένας το δωμάτιό του, ένα δωμάτιο όμως που αρκεί να το γεμίσει ένα ψαθί και όλοι ζουν στις βεράντες, άλλοι ετοιμάζοντας το φαγητό τους, άλλοι κάνοντας τις δουλειές τους ή την τουαλέτα τους, πολύ απλουστευμένη.
Μέρα και νύχτα το χάνι βουίζει από συζητήσεις, από κότες σκαρφαλωμένες πάνω στους κοπροσωρούς, από μπρίκια που αχνίζουν, από τηγανίσματα, από φλογέρες, από κιθάρες τρίχορδες, από άντρες που τραγουδούν μπροστά σε μια φωτιά, γύρω από ένα καρπούζι ή γύρω από ένα ποτήρι ρακή.
 Κοντά στο πηγάδι μπαρμπέρηδες έχουν στήσει μεγαλοπρεπούς υπαίθριο μαγαζί και ξυρίζουν με το ίδιο εργαλείο τα μάγουλα των χριστιανών καθώς και τα κρανία και τις μασχάλες των μωαμεθανών.

Η τούρκικη ζωή σε όλη της την αταξία- καμία δουλειά δε γίνεται σε καθορισμένο χώρο και χρόνο.

Όλα γίνονται παντού και πάντοτε ή μάλλον είναι αδύνατο να μην κάνει κανείς τίποτα. Ο μπαρμπέρης ξυρίζει τους πελάτες του μέσα στο νερό που πίνουν όλοι. Απ’ όλους τους καπνούς αναδύεται η αποκαρδιωτική οσμή του τηγανιού.
Την αυγή Εβραίοι πολιορκούν την πόρτα μας με παλιά όπλα, παλιά κεντήματα και παλιά μπιχλιμπίδια, που τα αποκαλούν αντίκες.
Το βράδυ οι αγωγιάτες που κοιμήθηκαν την ημέρα, τραγουδούν ως μετά τα μεσάνυχτα.
Όλη την ημέρα η βαριά ζέστη χαροποιεί τον κόσμο των ζωυφίων, που η οσμή των ευρωπαϊκών δερμάτων μας προσελκύει από τα τέσσερα σημεία του Μοναστηριού.
Ξεκουραστήκαμε μερικές μέρες στο Χάνι αυτό. Η ξεκούραση αυτή μας στάθηκε πιο επίπονη και από τις πιο σκληρές πορείες- μολαταύτα θυμούμαι τις μέρες εκείνες με μια ανείπωτη σαγήνη.

Η τούρκικη αυτή ζωή με τις τόσο λίγες ανέσεις της έχει και τις αλλόκοτες πτυχές της. Το πρωινό ξύπνημα σε κάνει να ξεχνάς τα μαρτύρια της νύχτας, καθώς ξυπνά το χάνι, την ώρα που στον άσπρο ουρανό περνούν σιωπηλοί, με απλωμένα τα φτερά τους οι πελαργοί.

 Οι στοές είναι γεμάτες από ανθρώπους που κοιμούνται. Στην αυλή κάποιες φωτιές αργοσβήνουν μέσα στην κρύα ομίχλη. Το λάλημα του κόκορα, το βρουχητό των αλόγων προμηνούν τον ήλιο- κι από μια βεράντα σκύβει ένας δερβίσης με τα χέρια στ ’ αυτιά, για να εξακοντίσει πάvω και κάτω το κάλεσμα για την προσευχή.
Η ψιλή του φωνή τρεμοπαίζοντας στις ψηλές νότες ανεβαίνει προς τα πάνω, στον ήρεμο και κρύο αγέρα: Αλλά λι Αλλά!
Σ’ ένα λεπτό μέσα εκείνοι που κοιμούνται, έχουν κρεμάσει τα στρώματα και τα σκεπάσματά τους στα μπαλκόνια.
Με γυμνά πόδια και χέρια τρέχουν στα πηγάδια για τις τελετουργικές πλύσεις τους και απλώνει ο καθένας στην αυλή το χαλάκι για την προσευχή του κι αρχίζουν τις γονυκλισίες, τις μετάνοιες, την περισυλλογή, όρθιοι, καθιστοί ή γονατιστοί.
 Έχουν στηθεί όλοι στη γραμμή πίσω από το δερβίση, που διευθύνει την προσευχή.
 Ακόμη κι οι Αλβανοί έχουν σοβαρέψεΐ' το πέρασμα των μουλαριών, το χλιμίντρισμα των αλόγων που πάνε να πιούν, το ξύπνημα των χριστιανών, τ’ αμάξια που μπαίνουν στην αυλή, πέταλα και καμουτσιά, τίποτα δεν μπορεί να αποσπάσει την προσοχή τους..
.
Το βράδυ, όταν σβήσουν οι τελευταίες αναλαμπές του δειλινού κι όταν η αφέγγαρη νύχτα γίνει πιο βαθιά κάτω απ’ τα φωτεινά αστέρια, η αυλή γεμίζει κουβέντες και χειρονομίες γύρω απ’ τις φωτιές, όπου καίει το πεύκο. Στους τοίχους στήνουν τρελό χορό οι πελώριες σιλουέτες. Είναι καυχησιάρηδες Αλβανοί με σκαμμένα μάγουλα και αδρές κατατομές, με το στόμα τους πάντοτε σε διάπλατο γέλιο, φάτσες ληστών ή δαιμόνων που έχουν τα κέφια τους και αφηγούνται μεγαλόφωνα μεταξύ τους κάποια νταηλίκια τους.
Οι αφηγήσεις τους φτάνουν αποσπασματικά στ’ αυτιά μας και ο Κώστας μεταφράζει:
«Τώρα βρε, του είπα, θα σε σκοτώσω». Και την ιστορία συνήθως την τελειώνουν φέρνοντας το χέρι στο ζωνάρι, στη λαβή του μαχαιριού ή στο κοντάκι του πιστολιού.

Κι ύστερα ανάβουν πιο πέρα ανάμεσα σε Έλληνες και σε Βουλγάρους ατέρμονες θεολογικές συζητήσεις, όπου η αγία Τριάδα, ο Απόστολος Παύλος και ο κ. Σταμπούλωφ είναι συχνά παρόντες κι όπου εναλλάσσεται ακατάπαυστα ο Χριστός με τον Κέρατά.

Επί τρεις ολάκερες νύχτες σχεδόν δυο βλάχοι αγωγιάτες είχαν συγκεντρώσει γύρω από τη φωτιά τους όλους τους Χριστιανούς που ήσαν στο χάνι’ ήξεραν τόσα τραγούδια και τραγουδούσαν τόσο καλά με τη μύτη!
 Πάντα τα ωραία πράγματα κυριαρχούν τελικά στο πεδίο. Όλα όμως τα καινούρια τραγούδια τους δεν μπόρεσαν να κάνουν το ακροατήριο να ξεχάσει ένα τραγούδι παλιό, που το ζητούσαν και το ξαναζητούσαν όλοι και που το ρινοφωνούσε όλο το χάνι επί ώρες.
Είναι ένας παλιός ιταλικός σκοπός που τον τραγουδούν όλοι οι Έλληνες και τον ονομάζουν «μινόρε των νησιών» ένας παλιός ιταλικός σκοπός, που τον έχουν προσαρμόσει στη μύτη τους, στολίσει με τις φάλτσες νότες τους και επικαλύψει με ελληνικά λόγια:
Τρεις φόνους έκαμα για σε κι έκαμα τρία ταξίδια.

Στο Αιγαίο, τη Μακεδονία, την Αδριατική και μέχρι τα βάθη της Μικράς Ασίας ο σκοπός αυτός με καταδίωξε τόσο απηνώς, ώστε τελικά τα αυτιά μου τον συγκράτησαν.
 Και οι αναμνήσεις μου τον συναρτούν σήμερα με τόσες αργόσυρτες μέρες κωπηλασίας ανάμεσα στα βραχονήσια των Κυκλάδων και με τόσες ροδαυγές στα βουνά της Λυκίας, ώστε έχει πια για μένα τη γλύκα όλων αυτών των αναπολήσεων .
.....
Το Μοναστήρι —η Βιτώλια, όπως το λένε οι Έλληνες— κατέχει μια πολύ μεγάλη επιφάνεια στην πεδιάδα και στις δύο όχθες του Ντράγκορ.

 Το ποτάμι αυτό από λάσπη, ακαθαρσίες και θολά νερά, διασχίζει την πόλη απ’ τα βόρεια στα νότια ανάμεσα σε δυο ευρωπαϊκές αποβάθρες, έργο του προτελευταίου βαλή —όμορφες πέτρινες αποβάθρες, που δυο χρόνια μετά την κατασκευή τους χρειάστηκε να τις ενισχύσουν με παλούκια και ξύλινη φραγή, αποβάθρες ευρωπαϊκές σε τούρκικη μόδα. Μέσα στο μολυσμένο νερό πλατσουρίζουν παρέες μικρά παιδιά" τομάρια ξεραίνονται ανάμεσα σε ψόφια σκυλιά και ψόφιους γαϊδάρους.
 Όλες οι φυλές της πόλης υπομένουν τη σαπίλα αυτή.
Το Μοναστήρι δε διαιρείται από το ποτάμι του σε ξεχωριστές συνοικίες αλλά είναι στα βόρεια οι μουσουλμάνοι, στα νότια οι χριστιανοί και στις δυο όχθες οι Εβραίοι.

Το πρωί του ερχομού μας διασχίσαμε όλη τη μουσουλμανική συνοικία- ψηλά ξύλινα παλάτια μέσα στα δέντρα- μουχαραμπιέδες- ανοιχτές στοές- κιγκλιδωτά παράθυρα- ξύλινα μπαλκόνια- στέγες που προεξέχουν — τα μουσουλμανικά σπίτια όλης της Τουρκίας.

Το παλάτι του κυβερνήτη, το κονάκι, είναι από μόνο του μια άλλη πόλη.
 Πάνω στην αποβάθρα ένα περίπτερο με δύο πτέρυγες και με αναρίθμητα παράθυρα που δίνει μια μεγάλη άσπρη πρόσοψη, ασβεστωμένη με φροντίδα, ευρωπαϊκή- ένα λούκι του τοίχου έχει γκρεμίσει λίγη απ’ την επίστρωση αυτή και από μέσα μπορούμε να δούμε τους όγκους από ξερολίθι, μοναδικό υλικό της οικοδομής αυτής.

Μέχρι να κανονιστούν τα διαβατήριά μας, που εδώ και δυο μήνες θα μας είχαν δημιουργήσει πολλές σκοτούρες, αν οι υπάλληλοι της Αυτού Μεγαλειότητος ήξεραν να διαβάζουν, περιπλανιόμαστε μέσα σε διαδρόμους όπου κυκλοφορεί το πλήθος εκείνο των στρατιωτών, των αιτούντων, των δερβισάδων, των παπάδων και των κουρελήδων.

Πηγαίνουμε από δωμάτιο σε δωμάτιο, σπρώχνοντας τα πέτσινα παραπετάσματα ή τα ξεφτισμένα χαλιά που χρησιμεύουν για πόρτες.
Μας δέχονται αξιότιμα πρόσωπα με ψηλό φέσι και τουρμπάνι και μας κάνουν θέση στο ντιβάνι, όπου καπνίζουν μισοξαπλωμένοι.
Υπογράφουν πάνω στη ράχη της παλάμης τους χαρτιά που αποκρυπτογραφούν με δυσκολία και που απωθούν έπειτα με τα πόδια- ο γραμματέας, ένας γκιαούρης, τα μαζεύει ταπεινά και αποσύρεται με την πλάτη, τα μάτια κατεβασμένα και το χέρι στην καρδιά.
Μας κερνούν καφέ και τσιγάρα κι έπειτα μας παρακαλούν να απευθυνθούμε στο γείτονα. Ύστερα από δύο ώρες ένας βλάχος γραφιάς μας συμβουλεύει να μην επιμένουμε- τα διαβατήριά μας θα θεωρηθούν καλά, αν δείξουμε λίγο χρήμα.

Πίσω από το καινούριο κονάκι απλώνονται κήποι, ξύλινα κιόσκια, τουρμπέδες, το χαρέμι της Αυτού Εξοχότητος και σ’ ένα παλιό νεκροταφείο οι φυλακές. Οι φυλακές είναι γεμάτες. Στα παράθυρα που έχουν μια επιδέξια και "παράξενη καγκελόφραξη, ευδιάθετοι Αλβανοί τραγουδούν όλη την ημέρα ή μαλώνουν γύρω από την τράπουλα.

 Ένας θάλαμος είναι γεμάτος με έλληνες παπάδες, ένας άλλος με βούλγαρους παπάδες ο βαλής είναι αμερόληπτος. Κληματαριές σκεπάζουν τους τοίχους.
Τριανταφυλλιές φτάνουν μέχρι τα παράθυρα.

Ένας χωροφύλακας φτιάχνει τον καφέ για όσους κρατούμενους έχουν ακόμη λίγα χρήματα.

Στη χριστιανική συνοικία είναι αδύνατο να μη νιώσεις τον Έλληνα σε κάθε σου βήμα.
Μοναστήρι 1902, ελληνορθόδοξη λιτανεία 

Τα μεγάλα τετράγωνα σπίτια με τις τσίγκινες στέγες, τα παράθυρα με τα τζάμια, τα bow- windows, τα πέτρινα μπαλκόνια φανερώνουν με την πρώτη ματιά την αγάπη του Έλληνα για τον ήλιο και το φως έτσι είναι χτισμένη και η παραλία της Σμύρνης, έτσι και οι πλατείες της Αθήνας.

 Το σπίτι του Τούρκου κρυμμένο, αποτραβηγμένο, τις περισσότερες φορές χτισμένο λοξά προς το δρόμο, το μόνο ενδιαφέρον που παρουσιάζει, είναι τα ντιβάνια του, που είναι αραδιασμένα γύρω γύρω στους τοίχους και εκείνη η ιδιαίτερή του άνεση που εμάς συχνά μας ξενίζει αλλά που για τον Τούρκο είναι η αληθινή άνεση.

 Το σπίτι του Έλληνα όλο στην πρόσοψη, όλο πορτοπαράθυρα μπορεί να είναι κάπως άβολο για τον ιδιοκτήτη του, φαίνεται όμως τόσο μεγάλο, τόσο ωραίο, τόσο επιθυμητό στο διαβάτη!

 Για έναν ελληνικό εγκέφαλο, το αληθινό μέτρο των πραγμάτων είναι ο φθόνος που διεγείρουν στο γείτονα. 
Στη ζωή, όπως και στο χρηματιστήριο, τα πάντα είναι υπόθεση προσφοράς και ζήτησης, όχι προσωπικής εκτίμησης.

Μουσουλμανικό στα βόρεια, στους κήπους, στις λεύκες, στα κυπαρίσσια, στα πλατάνια που απλώνουν τη σκιά τους πάνω σε ναργιλέδες και σε τουρμπάνια.

 Ελληνικό στα νότια, στα Ξενοδοχεία της Ανατολής, στους Πύργους του Άιφελ, στα μπακάλικα με τις πολύχρωμες προσόψεις, τους ντενεκέδες, τους πωλητές λαδιού, σαρδέλας και πετρέλαιου.

Εβραϊκό σε μερικούς δρόμους ενός παλιού γκέτο, δρόμους σκοτεινούς, γεμάτους ασπρόρουχα, παλιοκούρελα και γυναίκες με μάτια που φανερώνουν το βίτσιο' αυτό είναι το Μοναστήρι που βλέπουμε μπρος στα μάτια μας.

Για ρωτήστε όμως και τον έμπορο του παζαριού... ή το βλάχο αγωγιάτη, που τραγουδά δυο ώρες τώρα τους τρεις φόνους του... ή το μαυροφόρο εκείνο παπά, που κάθεται στα σκαλιά του χανιού και περιμένει μια βδομάδα τώρα την άφιξη του μητροπολίτη του...
«Το Μοναστήρι είναι βουλγάρικο!
 Το Μοναστήρι είναι σέρβικο!...
Το Μοναστήρι είναι βλάχικο!»

Ένας Αλβανός, καβάσης στον αυστριακό πρόξενο, καταλήγει ανέμελα στρίβοντας τη μουστάκα του:
 «Δικό μας μέρος θα είναι» .

 Εμάς των Αλβανών ή εμάς των Αυστριακών;

Όντας το Μοναστήρι πρωτεύουσα της Μακεδονίας είναι εντελώς φυσικό το ότι οι λαοί που διαφιλονικούν την περιοχή αυτή, και οι άλλοι το έχουν κάνει επίκεντρο των δολοπλοκιών τους.

 Η Ρωσία, η Αυστρία, η Ελλάδα και η Σερβία διατηρούν εδώ πρόξενους
 και η Βουλγαρία πράκτορες. 

Το ίδιο φυσικό είναι, που η Γαλλία δεν έχει εδώ αντιπρόσωπο, είναι αυτονόητο ότι έχουμε άλλες έγνοιες εμείς και τα ανατολικά ζητήματα δε μας ενδιαφέρουν.

Τη φροντίδα για τα συμφέροντά μας την έχουμε αναθέσει στον Έλληνα πρόξενο.

Μολαταύτα, είναι βέβαιο ότι η απουσία γάλλου πρόξενου δεν εμποδίζει ούτε τους Τούρκους ούτε τους Έλληνες ούτε τους Αλβανούς ούτε τους Σέρβους ούτε τους Βούλγαρους ούτε τους Βλάχους να ελπίζουν στην υποστήριξή μας σε κάθε περίσταση και κυρίως την ημέρα του μεγάλου ξεκαθαρίσματος.
Δε θα μεταφέρω εδώ τις συζητήσεις μας, τις στιχομυθίες μας, τις αφηγήσεις μας, τους υπολογισμούς μας και τη ζωή μας στο Μοναστήρι ώρα με την ώρα.

Άκουσα Σέρβους, Έλληνες, Βλάχους και Βούλγαρους τα λόγια τους θα γέμιζαν τη ζωή ενός ανθρώπου και μια βιβλιοθήκη.
 Ας προσπαθήσουμε να συνοψίσουμε τις αξιώσεις του καθενός και να οριοθετήσουμε τη θέση που ο καθένας τους κατέχει μέσα στη Μακεδονία.






Δεν υπάρχουν σχόλια: