Τετάρτη, 9 Μαΐου 2012

Μακεδονικός Αγώνας. Μακεδονομάχος Μηνάς Τσάλκος από τη Κέλλη Φλώρινας.



Του Λάζαρου Α. Μέλλιου

ΜΗΝΑΣ ΤΣΑΛΚΟΣ, 
ΕΝΑΣ ΜΑΚΕΔΟΝΟΜΑΧΟΣ 

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΕΛΛΗ ΦΛΩΡΙΝΑΣ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Από την 28 Οκτωβρίου ως τη 2 Νοεμβρίου 1984, πραγματοποιήθηκε στη Θεσ/νίκη — Φλώρινα — Καστοριά — Έδεσσα, Συμπόσιο ως εκδήλωση μνήμης για τα 80 χρόνια του Μακεδονικού Αγώνα, που οργανώθηκε απ’ το Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου (I. Μ.Χ. Α. Θεσ)νίκης) και το Μουσείο του Μακεδονικού Αγώνα (Θεσ)νίκης), υπό την προεδρία του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Κων. Καραμανλή.

Στο Συμπόσιο τούτο αναζωπυρώθηκαν ιερές μνήμες και παρουσιάσθηκαν μελέτες κι έρευνες για τον αγώνα του Μακεδονικού Ελληνισμού, που ήθελε να κρατήσει την ταυτότητά του, και είναι μια απ’ τις λαμπρότερες σελίδες της Ιστορίας του Έθνους μας, και η μεγαλύτερη του 20ού αιώνα, εφάμιλλη με το 1821.


Ο Μακεδονικός Αγώνας συνεχίζεται
 και οι Ελληνομακεδόνες είναι παντοτινοί μαχητές,
 όπου κι αν βρίσκονται: 
Χθες εδώ, σήμερα όπου λάχει Ελληνισμός
 (Καναδάς — Η.Π.Α. Αυστραλία κλπ.) 
και αύριο  έπεται η συνέχεια.



Η ομιλία έγινε στην αίθουσα του Πνευματικού Κέντρου Αμυνταίου την 31η Οκτωβρίου 1984 και ώρα 11.15' π. μ. παρουσία όλων των συνέδρων, των αρχών και του λαού του Αμυνταίου, και, δημοσιεύθηκε στον ειδικό τόμο που εκόόθηκε απ’ το Ι.Μ.Χ.Α. και το Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα το 1987 στη Θεσ)νίκη.

Το παρόν βιβλιαράκι είναι ανάτυπο της ειδικής έκδοσης για το 80 χρόνια του Μακεδονικού Αγώνα, με προσθήκη, τον πρόλογο και τις φωτογραφίες και αποτελεί προσφορά του γράφοντος στη μεγαλειώδη προσπάθεια του Μακεδονικού Ελληνισμού για να κρατήσει την οντότητά του, την ταυτότητά του, και, ν΄αποκτήσει την ανεξαρτησία του.
Λάζαρος Αναστ. Μέλλιος

Φλώρινα Οκτώβριος 1987

Για το Αμύνταιο, όταν είναι να μιλήσει κανείς γύρω απ’ το Μακεδονικό Αγώνα, πρέπει πολύ να σκεφτεί.
 Γιατί το ίδιο το Αμύνταιο είναι ολόκληρος Μακεδονικός Αγώνας.
Καθώς ήταν κέντρο, και, λόγοι του σιδηρόδρομου, μιας και από δω ξεκινούσε το καθετί για Φλώρινα, Μοναστήρι, Καστοριά, ΙΙτολεμαΐδα, Κοζάνη, Έδεσα και άλλα χωριά της περιοχής, φυσικό είναι κάθε σπίτι νάχει τη δική του προσφορά και τη δική του ιστορία.

'Αλλο που εμείς οι βόρειοι δεν τα λέμε, ούτε περηφανευόμαστε για ο,τι κάνουμε και ξέρουμε.

Δεν ήθελα να’διακινδυνεύσω να παρουσιάσω ονόματα. Όλοι είναι άξιοι.

Όλοι αξίζουν το θαυμασμό μας και την εκτίμησή μας,
 όπως ο οπλαρχηγός Σταύρος Κωτσόπουλος, ο Τζήκας Χρηστός, ο Τασσιόπουλος Σταύρος, ο Γεωργιάδης Αλέξανδρος, ο Παπάς Γεώργιος, οι αδελφοί Χατζή, Αλέξανδρος, Ευάγγελος και Παντελής, ο Χαλκίδας Γεώργιος, ο Μπάντης Στέφανος, ο Τρύφωνας Γρομπανόπουλος, ο Παπαπέτρου και τόσοι άλλοι.

Εγώ όμως, επειδή ασχολήθηκα ειδικότερα μ’ έναν συντοπίτη και συμπατριώτη μας, πούναι θαμμένος εδώ, που δούλεψε δω, που τον ξέρετε καλά και που τιμήσατε τ’ όνομά του μ’ ένα δρόμο της όμορφης πόλης σας, θα σας τον παρουσιάσω:


Είναι ο Μηνάς Τσάλκος.


Βουνήσιο χωριό είναι η Κέλλη. Λίγα χωράφια στα νότια και δυτικά της, μεγάλο κι ατέλειωτο δάσος στα βόρεια και μπόλικη πέτρα στ’ ανατολικά της σύνορα.
Λίγα τα γεωργικά της προϊόντα. Περίσσια όμως και σπάνια σε ποιότητα τα κτηνοτροφικά της—κρέατα, γαλακτερά—και το τσάι της. Λεπτό τ’ άρωμά του, που πολλές φορές χαρακτηρίζει, ομορφαίνοντας, το τυρί της.

Πολύ παλιό χωριό είναι η Κέλλη. Στην αρχαιότητα ονομαζόταν Κέλλα και ήταν στο ίδιο σημείο, το σημερινό, στην Εγνατία οδό πάνω, και σε απόσταση 28 χλμ. ανατολικά της Φλώρινας προς Θεσσαλονίκη.

Κι ας μην ξεχνιόμαστε : το χιόνι όταν πέφτει, ξεχνάει να φύγει. Το κρύο είναι ενδημικό, θαρρείς, τους περισσότερους μήνες του χρόνου. Κι η βιοπάλη σκληρή, γιομάτη αγώνα κι άγχος, καθώς το χωριό είναι χτισμένο στα νότια του Καϊμακτσαλάν (=Βόρας όρος) και σε υψόμετρο 1.000. μέτρα περίπου.

Και ζούσαν, και ζούνε σήμερα, οι κάτοικοί του όμορφα, με όνειρό τους να κρατήσουν κι αυξήσουν το βιος τους, τότε και τώρα. Γι’ αυτό και δεν ξενιτεύονται εύκολα. Είναι προσηλωμένοι στα πάτρια.

Καλοί νοικοκυραίοι κι αγνοί χαρακτήρες—σα βουνήσιοι πούναι—ζούσαν και ζούνε μέσα στα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη. Δεν αλλάζουν. Η ζωή τους δίδαξε πως τέτοιοι πρέπει να μένουν.

Μόνον που μια μέρα του 1903 μπήκαν στο χωριό οι κομιτατζήδες και κάψανε πολλά σπίτια. 

Και σκότωσαν γυναικόπαιδα, γιατί μένανε πιστά στο Πατριαρχείο και τον Ελληνισμό.

Δεν μπόρεσαν να εκβουλγαρίσουν, ούτε να κάνουν εξαρχικούς τους κατοίκους μέχρι 
τώρα, μ’ όσα μέσα κι αν χρησιμοποίησαν. 

Κι ήλθε έτσι η ώρα της σφαγής και της φωτιάς, για να φέρουν αλλαγή πίστης κι αισθημάτων.
Ανάμεσά τους πάθανε και οι οικογένειες του Μηνά Τσάλκου του Κωνσταντίνου και του πεθερού του Χρήστου Σαπουντζή.

Το θέαμα των σπιτιών που καίγονταν, των δικών τους και των συγχωριανών που σκοτώθηκαν, κάηκαν ή τραυματίσθηκαν, και των άλλων που μείνανε στους τρεις δρόμους, γιόμισε με πίκρα τους νέους τότε Μηνά Τσάλκο και τον κουνιάδο του Γρηγόριο Σαπουντζή, παππού, από την μητέρα του, του σημερινού Δημάρχου Φλώρινας Νικολάου Χάσου.

Κι ο χαρακτήρας τους—γνήσια τέκνα του χωριού τους—τους υπαγόρευσε ένα καθήκον:
την εκδίκηση.

 Έτσι γίνανε αντάρτες, πριν ακόμα αρχίσει από ελληνικής πλευράς επίσημα ο Μακεδονικός Αγώνας.

Αργότερα, ο Γρηγόριος Σαπουντζής έγινε οδηγός του καπετάν Χικολούδη, πιάστηκε αιχμάλωτος στη μάχη του Κλειδιού Φλώρινας, φυλακίστηκε στις φυλακές Μοναστηριού (τώρα Γιουγκοσλαβικό) και ... δραπέτευσε.

Το θαύμα της δραπέτευσης, τόκαναν οι 70 χρυσές λίρες που δώσαν οι δικοί του στους αρμόδιους Τούρκους, που λάτρευαν το μπαξίσι, και η πόρτα της φυλακής άνοιξε.

Αυτός όμως είναι άλλη ιστορία. Θα γράψουμε και γι’ αυτόν στην ώρα του. Θα πούμε μόνον ένα!

Στον τόπο που σκότωσαν τον πατέρα του Χρήστο Σαπουντζή, ο γιος Γρηγόρης χάρισε το οικόπεδο, πάνω στο οποίο είναι χτισμένη σήμερα η εκκλησία του χωριού Άγιος Αθανάσιος.

Ο γαμπρός του όμως Μηνάς Τσάλκος, τόσο πολύ μίσησε τους κομιτατζήδες, τα μέσα και τα σχέδιά τους, ώστε ορκίστηκε εκδίκηση μ’ ο,τι μέσο μπορούσε.

Γι’ αυτό κατέφυγε στη Φλώρινα, κοντά στο συγγενή του Τέγο Σαπουντζή. Αυτός θα τον έφερνε σ’ επαφή με τους εκδικητές.

Ο Τέγος Σαπουντζής χρημάτισε Γραμματέας της Μητρόπολης Μογλενών και Φλωρίνης, κι ήταν η ψυχή της επιτροπής του Μακεδονικού Αγώνα στη Φλώρινα.

 Μετά την απελευθέρωση, υπηρέτησε την πόλη του, που τόσο πολύ αγαπούσε, πολλές φορές ως Δήμαρχος. Χαρακτηριστική ήταν η απλότητά του και η εξυπνάδα του.

Ο Μηνάς Τσάλκος ήταν πανύψηλος, μεγαλοδιάστατος, στυλάτος και στην καθισιά δεν τούφτανε αρνί ψημένο.
 Σωστός Ηρακλής και γνήσιος απόγονος των αρχαίων προγόνων του Λογκηστών, πόχουν και τη ρίζα τους στον Ηρακλή. Τα ενσάρκωνε τούτα.

Μετά τα όσα είδε κι ένιωσε, στο χωριό του, τη νύχτα εκείνη της καταστροφής, η ψυχή του δεν είχε δάκρυ, ούτε για την ταφή του γιου του Βαγγέλη, που πέθανε το 1943, στο χειρότερο χρόνο της γερμανικής κατοχής, από κατάλοιπα αρρώστιας της Αλβανίας, όπου πολέμησε

Η θωριά του Μηνά ήταν τόσο μεγαλοπρεπής κι επιβλητική, ώστε και σήμερα ακόμα οι κάτοικοι της Κέλλης—κυρίως οι γεροντότεροι που τον θυμούνται—όταν θέλουν να παρομοιάσουν κάτι σχετικό λένε!
— Φύγε Τάνε, ήλθε ο Μήντσες.

Ο Τάνε ήταν αρχιβοεβόδας των κομιτατζήδων, περίφημος και φοβερός για τη σκληρή αιμοβορία του, και Μήντσες το χαϊδευτικό του Μηνά Τσάλκου.

Ο Μηνάς Τσάλκος απόκτησε δυο παιδιά.
Τον Βαγγέλη και το Δημήτρη (Μήτσο).

Τα τρία παιδιά του Βαγγέλη—ο Μιχάλης, ο Κώστας και η Όλγα—ξενιτεύτηκαν στη Μελβούρνη της Αυστραλίας—την τρίτη ελληνική πόλη όπως λέγεται—, όπου παλεύουν και προσφέρουν σε καθετί το ελληνοχριστιανικό, λάτρεις και κληρονόμοι των υποθηκών του παππού που τ’ ανάθρεψε καθώς ορφάνεψαν τα εγγόνια του.
Του Δημήτρη τα τρία παιδιά—Γρηγόρης, Ερμώνη, Βαλεντίνη—ζούνε στο Αμύνταιο και Θεσσαλονίκη.

Ο Μηνάς Τσάλκος γεννήθηκε στην Κέλλη το 1872.

Δούλεψε στο Μακεδονικό Αγώνα μ’ όλη την ψυχή του.
Για τη δράση του μιλάει εύγλωττα το πιστοποιητικό που του έστειλε ο αρχηγός του Μακεδονικού Αγώνα στο Βιλαέτι Μοναστηρίου Γεώργιος Τσόντος-Βάρδας.

Το 1907 ξενιτεύτηκε στην Αμερική. Παντρεύτηκε την Ιορδάνα, κόρη του Χρήστου Σαπουντζή απ’ την Κέλλη Φλώρινας.

Μετά το 1912-1913, και μετά την επιστροφή του από την Αμερική, υπηρέτησε ως χωροφύλακας στο Άγιο Όρος για μια τριετία.
 Εκεί έμαθε και λαϊκή ξυλογλυπτική και ξυλοχαρακτική. Δείγματα έργων του έχουν συγγενείς του. Ένα ωραιότατο έργο του βρίσκεται στην κατοχή του κ. Νικολάου Χάσου, Δημάρχου Φλώρινας. Είναι ξυστρί ράχης, από ξύλο, για ανθρώπους όμως.

Έζήσε στο Αμύνταιο ο Μηνάς Τσάλκος, όπου πέθανε το 1952. Την κηδεία του παρακολούθησαν όλες οι αρχές και οι κάτοικοι, δείχνοντας έτσι την αγάπη κι ευγνωμοσύνη τους οτον μαχητή-αγωνιστή, στον άνθροιπο, στον καλό επαγγελματία—ήταν κρεοπώλης—, οτον υπέροχο συνδημότη και πατριώτη.

Ο Δήμος Αμυνταίου, μάλιστα, ονόμασε ένα δρόμο του σε «Οδός Μηνά Τσάλκου», τιμώντας με τη χειρονομία του τούτη Τη μεγάλη προσφορά του.

Στο βιβλίο Μακεδονομάχων, του Υπουργείου Στρατιωτικών, στον αριθμό 52 και στο ψηφίο Τ είναι γραμμένος: Τσάλκος Μηνάς του Κωνσταντίνου, οπλίτης (αντάρτης).
Ο Γεώργιος-Τσόντος Βάρδας.

 Έτσι απλά του τόγραψε ο αρχηγός του, Γ. Τσόντος-Βάρδας, σε επιστολή του από την Αθήνα, με ημερομηνία 19.2.1932.

 Η ιδιόχειρη επιστολή του Βάρδα γράφει:

Εν Αθήναις την 19 Φεβρουάριου 1932
 Αγαπητέ Μηνά Τσάλκε

Έλαβον την από 14 Φεβρουάριου επιστολήν σου, και ενεχάρην πολύ διά την καλήν σου υγείαν, ως και εγώ είμαι καλά.
Εξήτασα εις το εν τω υπουργείω των Στρατιωτικών Βιβλίων των Μακεδονομάχων, και είδον ότι είναι γραμμένος Τσάλκος Μηνάς του Κωνσταντίνου, υπ’ αύξοντα αριθμόν 52 εις το ψηφίον Τ, ως οπλίτης (αντάρτης), και υποθέτω θα είσαι συ, διότι δεν μου έγραψες το όνομα του πατρός σου, ίνα είμαι βέβαιος ποιος είναι.

Σε χαιρετώ
 Γ. Τσόντος-Βάρδας

Στήν ταυτότητα που του χορήγησε η Εθνική Οργάνωση Μακεδονομάχων «Παύλος Μελάς» Αμυνταίου, αναγράφεται με αριθ. 21, ως υπαρχηγός του Μακεδονικού Αγώνα.

 Η ταυτότητα εκδόθηκε την 29 Ιουνίου 1928.

Για τη δράση του, ας αφήσουμε τον ίδιο τον αρχηγό του Γ. Τσόντο-Βάρδα να μιλήσει στο παρακάτω πιστοποιητικό.

Πιστοποιητικό

Ο υποφαινόμενος αρχηγός Ελληνικών ανταρτικών σωμάτων, κατά του Μακεδονικού Αγώνος εις το τότε Βελαέτιον Μοναστηρίου (Βιτωλίων) πιστοποιώ ότι:

Ο Μηνάς Κωνσταντίνου Τσάλκος, εκ του χωρίου Γκορνίτσοβου (τώρα Κέλλη) της Φλωρίνης καταγόμενος, αφού εποίλασεν απ’ αρχής του Αγώνος εν τω Χωρίω του προς τους Βουλγάρους μετά των ολίγων οικογενειών οίτινες έμειναν πισταί εις το Πατριαρχείον και τον Ελληνισμόν, διότι αι πλείσται προσήλθονεις το Σχίσμα μέχρι Φεβρουάριου 1905,
 ότε οι κομήται έκαυσαν τα βιβλία της εκκλησίας και κατέλαβον αυτήν οριστικώς, κατέφυγεν εις Φλώριναν προς τον συγχωριανόν του Τέγον Σαπουντζήν, ίνα τον αποστείλει εις ημέτερον σώμα και εκδικηθή τούτους.

 Ούτος δε τον απέστειλε μετά τινας ημέρας προς τον εν Βελκαμένη (τώρα Δροσοπηγή) τότε οπλαρχηγόν Λαμπρινόν Βρανάν, όστις μετ’ ολίγον τον έπεμψε προς εμέ, Νοτίως, ίνα παραλάβει και οδηγήσει το εισελθόν εις Μακεδονίαν σώμα του αρχηγού Ν,κόστρατου Καλομενοπούλου ή Καπετάν Νίδη.

 Συναντήσας δε ημάς εις Μουρίκι Βλάτσης αρχάς Απριλίου, ωδήγησεν τούτον εις Λέχοβον και Βελκαμένην (τώρα Δροσοπηγή) όπου κατόπιν προδοσίας εκυκλώθη υπό του τουρκικού στρατού την Μεγ. Παρασκευήν, αιχμαλωτίσθη μετά 47 ανδρών.

Αλλ’ ο Μηνάς Τσάλκος ηκολούθησε τους εξορμήσαντας αρχηγούς Καπετάν Ρέμπελον (=Χρ. Τσολακόπουλον) οπλαρχηγόν Λαμπρινόν Βρανάν και λοιπούς 54 άνδρας οίτινες διέφυγον, πληγωθέντος του Ρεμπέλου και φονευθέντος του Βρανά έξω της Βελκαμένης (=Δροσοπηγής).

 Και μετά τινας ημέρας διαμονής παρά την Βελκαμένην (=Δροσοπηγή) προς θεραπείαν του τραύματος του Ρεμπέλου, τον ωδήγησεν μετά του σώματός του εις Νεγκοβάνην (τώρα Φλάμπουρο), και διά Μπανίτσης (=τώρα Βεύη), Γκορνιτσόβου (τώρα Κέλλη), ένθα συνεπλάκησαν μετά βουλγαρικής συμμορίας, φονευθέντος 1 αντάρτου, 26 Απριλίου, Μορίχοβον, όπου συνάντησαν τον εκεί οπλαρχηγόν τότε Αντώνιον Ζώην, Μοναστηριώτην κατ’ Ιούνιον δ’ εστάλη υπό Ρεμπέλου εις Βελκαμένην (=Δροσοπηγή) προς εύρεσιν σώματος ημών, ίνα τον ενισχύση, διότι είχεν ελαττωθή η δύναμις των ανδρών του και εκεί εύρεν τον οπλαρχηγόν Γ. Δικόνυμον Μακρήν όστις μετά τινας ημέρας απέστειλεν αυτόν εις Λόσνιτσαν (τώρα Γέρμα-Καστοριάς) προς εμέ, εγώ δε απέστειλα τούτον μετά 25 φορτίων όπλων και πολεμοφοδίων και των οπλαρχηγών Εμμ. Σωτηριάδη ή Τρομάρα και Κ. Ντόγρα, διά Αέχοβον, Βελκαμένην Δροσοπηγή).

Αλλά διερχόμενοι μεταξύ Πρεκοπάνας (=τώρα Περικοπή) και Στρέμπενου (=τώρα Ασπρόγεια)συνεπλάκησαν μετά βουλγαρικοίν συμμοριών, και ηναγκάσθησαν να υποχωρήσωσιν εις το δάσος προς διαφύλαξιν των φορτίων.

Αυτός δε παράλαβε τον καταφθάσαντα αυτούς οπλαρχηγόν Νικ. Τσολάκην μετά 13 ανδρών, ωδήγησεν εις Βελκαμένην (=Δροσοπηγή), ένθα παρελάμβανον τα στελλόμενα υπ’ εμού εκ Νότου όπλα και πολεμοφόδια, μέχρι της αφίξεώς μου, ότε δε μετά του σώματός μου έφυγε διά Κορέστια εις Ζέλεβον (τώρα Αντάρτικό) αρχάς Αυγούστου 1905, ούτος ωδήγησε τους οπλαρχηγούς Τρομάραν, Ηλ. Φαρμάκην και Π. Πέρδικαν, εις Μορίχοβον (τώρα Γιουγκοσλαβικό), όπου ετάχθησαν υπό του Ρεμπέλου.

Μετά μήνα δε περίπου απέστειλε τούτον πάλιν ο Ρέμπελος εις Βελκαμένην (=Δροσοπηγή) διά τον αυτόν ως άνω λόγον, ένθα εύρε τον Αρχηγόν Οδυσσέαν (Γ. Βλαχογιάννην) ον ηκολούθησεν εις την θέσιν κατά του Σχισματικού χωρίου Αετός (τώρα Αετός), μετά του οπλαρχηγού Ιωαν. Μπούλακα, κατόπιν της οποίας επέστρεψαν εις το όρος Βίτσου.

Ότε δ’ ανεχώρησεν ο αρχηγός Βλαχογιάννης διά Ζέλοβον (=Ανταρτικό) ηκολούθησε τον τότε αφιχθέντα εκεί αείμνηστον αρχηγόν Φούφαν (=Ζαχαρίαν ΓΙαπαδάν) διότι επληροφορήθη ότι και ο Ρέμπελος ανεχώρησεν εκ Μοριχόβου δι’ Αθήνας, υπό τον οποίον υπηρέτησεν μέχρι του Φεβρουάριου 1906 ότε ο Μ. Τσάλκος ήλθεν εις Αθήνας, τον Ιούνιον δε του 1906 εξήλθε πάλι εις Μακεδονίαν μετά 4 ανδρών, μετέβη εις Νεγκοβάνην (=Φλάμπουρο) και ωδήγει εκείθεν τακτικώς τα μεταβαίνοντα εις Μορίχοβον σώματα και λοιπά, εργασθείς δ’ ούτω μέχρι Οκτωβρίου 1906 ανεχώρησεν δι’ Αθήνας και από εκεί εις Αμερικήν το έτος 1907, διά πάντα ταύτα δίδεται αυτό το παρόν τη αιτήσει του ίνα χρησιμεύση όπου δει.

Εν Αθήναις την 15 Δεκεμβρίου 1930 ,
 Γ. Τσόντος Βάρδας 
υποστρ. απόστρ.
Εθεωρήθη Το Τμήμα Χωροφυλακής Αμυνταίου
 Αμύνταιον τη 24.12.1930.

Μορφές σαν το Μηνά Τσάλκο δε λησμονιούνται.

 Προσφορές σαν τη δική του πρέπει να παραδειγματίζουν.
 Άτομα π’ αφήνουν την οικογένεια και όλη την περιουσία τους, για να υπηρετήσουν την ιδέα των προγόνων τους, δε συναντιούνται εύκολα.
Μόνον εκλεκτοί κάνουν τέτοια, γιατί είναι δημιουργοί και σταλμένοι απ’ τη μοίρα και το Θεό vof μεγαλουργούν και να μορφώνουν.
Ας είναι απλοί κι αγράμματοι πολλές φορές.
 Τότε όμως τους αξίζει μεγαλύτερη και καλύτερη αναγνώριση.
Τέτοιος ήταν ο Μηνάς Τσάλκος του Κωνσταντίνου, απ’ το χωριό Κέλλη Φλώρινας Απλός και ταπεινός, που δε ζήτησε τίποτα για τον εαυτό του.
 Σαν τους συντοπίτες του.

Δεν υπάρχουν σχόλια: