Τετάρτη, 9 Μαΐου 2012

Μακεδονικός Αγώνας. Μακεδονομάχοι Στρώμνιτσας, Καπετάν Νικοτσάρας.



 Αθανασίου Α. Αγγελόπουλου.

'Ο Παντελής Παπαιωάννου ήτο υιός του Έλληνος ίερέως του χωρίου Κολεσίνου τής Στρωμνίτσης καί άδελφός του διδασκάλου Ευθυμίου Παπαίωάννου.

 'Ο Παντελής ειχεν άθλητικόν παράστημα καί ήτο ευρύστερνος μέ άέτιον βλέμμα.

Νεαρός έπεδίδετο εις τό άγαπητόν εις τούς χωρικούς άθλημα τής πάλης.
 Κατά τάς πανηγύρεις τών χωρίων έλάμβανε μέρος εις τήν διεξαγομένην κατ’ έθος πάλην.
 'Ο άναδεικνυόμενος νικητής τής πάλης έλάμβανεν ώς έπαθλον, άθλοθετούμενον άπό τήν πανηγυρίζουσαν κοινότητα, κριόν ή μόσχον.
 Εις τήν πάλην έλάμβανον μέρος οχι μόνον χριστιανοί άλλά καί άλλόθρησκοι’ οί πεχλιβάνηδες τούρκοι τών πέριξ χωρίων ήσαν άπαραίτητοι εις τήν διεκδίκησιν τής νίκης.
‘Ο άκατάβλητος όμως Παντελής ήταν πάντοτε καί εις όλας τάς πανηγύρεις παρών καί πάντοτε άπεκόμιζε τό έπαθλον πρός θλιψιν καί μεγάλην άπογοήτευσιν τών φημισμένων τής περιοχής πεχλιβάνηδων, δι’ αύτό καί είχε προκαλέσει τό άσπονδον μίσος όλων τών μουσουλμάνων τών πέριξ χωρίων.
Υπήρχον τότε καί Κουλτζήδες, αύτοί ήσαν συνήθως τούρκοι Κιουλιάν-μπέηδες (Κουτσαβάκηδες), οι όποιοι έχρησιμοποιούντο ώς ύπάλληλοι του μονοπωλείου καπνού τής γαλλικής εταιρείας Ρεζή, πρός καταδίωξιν τών λαθρεμπόρων καπνου, εις τήν πραγματικότητα δμως οί ίδιοι μετεβάλλοντο εις ούσιαστικούς λαθρέμπορους καπνού καί δυνάστας τών χριστιανών.

 Ούτοι κατεπίεζον τούς χωρικούς, ήσαν δέ πάντοτε ώπλισμένοι καί έφιπποι.
Μίαν ημέραν, κατά τό 1903, εύρίσκετο ένας κουλτζής εις τό Κολέσινο, καί μέ αύτόν ήλθεν εις τοιαύτην ρήξιν ό Παντελής, ώστε έκινδύνευσε νά φονευθή άπό τον πάνοπλον κουλτζήν, άοπλος αύτός.
Μέ τήν διακρίνουσαν όμως αύτόν τόλμην καί γενναιότητα έπετέθη κατά τού κουλτζή μέ λίθον, τον όποιον έξαπέστειλε κατά τής κεφαλής του καί τον άφήκεν άπνουν.
Φυσικόν ήτο ότι συλλαμβανόμενος θα έφονεύετο ύπό των μουσουλμάνων πριν ή φθάση εις τά χέρια τής δικαιοσύνης.
 Διά τουτο έτράπη πρός τά δάση του Μπέλες διά νά άποφύγη την σύλληψιν.
Κατά το 1903, ώς άνεφέρθη ανωτέρω, ό Τσερνοπέεφ περιήρχετο τά χωρία ένοπλος συνοδευόμενος ύπό ενόπλων οπαδών καί διωργάνωνε τάς ομάδας των χωρίων.

'Ο Παντελής μη έχων άλλο καταφύγιον προσέφυγε καί ένετάχθη εις τήν ένοπλον ομάδα του Τσερνοπέεφ. 

’Ητο ή περίοδος καθ’ ήν προπαγανδίζετο ή έλευθερία μέ τό σύνθημα «'Η Μακεδονία διά τούς Μακεδόνας» μέ μόνον έχθρόν τον Τούρκον" κατά συνέπειαν ό Παντελής δέν εύρισκε τί τό άντεθνικόν ή άντιχριστιανικον, ώς παιδί Ελληνος ίερέως, εις τήν τοιαύτην προσαρμογήν του.

'Η προσφυγή του Παντελή πρός τον Τσερνοπέεφ ήτο διά τον δεύτερον ούρανόπεμπτον δώρον, διότι τού παρείχετο πρώτης τάξεως εύκαιρία νά χρησιμοποιή τον Παντελήν ώς δόλωμα πρός προσηλυτισμόν των ελληνικών χωρίων διά δολίων μέσων, δι’ αύτό καί έχρισε τον Παντελήν πρωτοπαλλήκαρόν του καί τον έφωδίασε μέ τον άπαραίτητον οπλισμόν διά νά έξάψη περισσότερον τον ζήλον του.

 Ουτω, ο Παντελής εύρέθη, δέσμιος τής φυγοδικίας του, εις χείρας του Τσερνοπέεφ. ’Έμεινε μέ τον Τσερνοπέεφ καθ’ όλον τό διάστημα τής όργανώσεως τών χωρίων, κατά τά ετη 1903 καί 1904.

Οταν όμως ό Τσερνοπέεφ άντελήφθη ότι δέν ήτο δυνατόν νά παρασύρη τούς Ελληνας εις τούς σκοπούς του καί ήρχισε τάς κατά τών Ελλήνων πιέσεις πρός ε’ίσπραξιν χρημάτων εις ένίσχυσιν τού βουλγαρικού κομιτάτου,
 ό Παντελής ήρχισε νά άντιλαμβανεται ότι ή όλη όργάνωσις άπέβλεπεν εις τον έκβουλγαρισμόν τής περιοχής καί όχι εις τήν άπελευθέρωσιν άπό τον τουρκικόν ζυγόν, όταν δέ εις τά τέλη τού 1904 ήρχισαν οί Βούλγαροι νά διαπράττουν εγκλήματα κατά τών Ελλήνων έσκέφθη ότι ή θέσις του δέν ήτο έκει πού εύρίσκετο, καί άπεφάσισε μέ τον καιρόν νά εύρη εύκαιρίαν νά έγκαταλείψη τήν συνεργασίαν μέ τον Τσερνοπέεφ.

 Συνεννοήθη άρχικώς μέ τούς ιδικούς του, ιδίως μέ τον θειόν του Νικόλαον Άντωνιάδην, ιατρόν, ό όποιος ήτο δρών καί έπίλεκτον μέλος τής έν Στρωμνίτση οργανωτικής επιτροπής τού Μακεδονικού Άγώνος, εις τον όποιον άνεκοίνωσε τήν άπόφασίν του καί τού όποιου έζήτει τήν συνδρομήν.

Διά νά κατορθώση νά άπαγκιστρωθή έζήτησε νά έπισκεφθή τήν Σόφιαν διά νά τήν γνωρίση, όπου καί μετέβη.
Τή συνεννοήσει ιατρού Άντωνιάδου καί Βλασίου Ντάλη άπεστάλη εις Σόφιαν διά κανονικού διαβατηρίου ό συγγενής τού Παντελή Εύθύμιος Μπορίοβαλης έν τώ μεταξύ ό Παντελής ειχεν επικοινωνήσει μέ τήν έν Σόφια έλληνικήν Πρεσβείαν.

Οταν ό άπεσταλμένος άφίκετο εις Σόφιαν έπήλθε συνεννόησις καί ούτω ό μέν Παντελής μέσω Βάρνης άτμοπλοικώς εύρέθη εις ’Αθήνας, ό δέ Μπορίοβαλης έπέστρεψεν εις Στρώμνιτσαν σιδηροδρομικώς μέσω Βελιγραδιού.

Μετά ολιγοήμερον παραμονήν τού Παντελή εις ’Αθήνας προωθήθη, ώς έμπειρος πολεμιστής εις τον συμμοριακδν αγώνα, πρός τον Βάλτον Γιαννιτσών, όπου δύσκολος άγων διεξήγετο εναντίον τών Βουλγάρων.

 Έχει συνεδέθη διά στενής φιλίας μέ τον καπετάν Γκόνον έκ Γιαννιτσών, τον άδάμαστον αύτόν αγωνιστήν, καί μαζί μέ τον καπετάν Παναγιώτην Τζανετέαν ήγωνίσθησαν δλοι γενναίως πρδς κατάληψιν τών καλυβών, ορμητηρίων τών βουλγαροκομιτατζήδων.

Δημήτριος Γκογκολάκης (καπετάν Μητρούσης)
από το Χομόνδος Σερρών.
 
Οταν ό Παντελής εύρίσκετο δι’ όλιγοχρόνιον άνάπαυσιν εις ’Αθήνας, συνεδέθη έκει μέ τον έπίσης άκατανίκητον καπετάν Μητρούσην (Κογκολάκην) τών Σερρών.

Κατά τήν άνοιξιν του 1907 άπεφασίσθη ή λύσις Παντελή (Νικο- τσάρα) άνεκλήθη ούτος άπό τήν λίμνην Γιαννιτσών, όπου ήγωνίζετο,
εις ’Αθήνας διά νά λάβη οδηγίας προς καταρτισμόν του άνταρτικου σώματος καί ότι έπρόκειτο νά προωθηθή μόνος αυτός εις Στρώμνιτσαν άνευ ώργανωμένου σώματος, το όποιον θά κατήρτιζεν έπί τόπου μέ νέους τής περιοχής . 

'Ο Ѳ. Σέντερης ύπηρέτει τότε εις το ναυτικόν, γυμναζόμενος καί αύτδς διά τήν εν- ταξίν του είς άνταρτικόν σώμα. Ούτος ζει. ’Ιδού πώς έκθέτει τά τής άναχωρήσεως έξ ’Αθηνών καί άφίξεως είς περιοχήν Στρωμνίτσης μέχρι του ήρωίκου θανάτου του Παντελή Παπαιωάννου (Καπετάν Νικοτσάρα), τον όποιον ειχε συνοδεύσει μέχρι του θανάτου του.

«Κατά τήν άνοιξιν του 1907 υπηρετών εις το πολεμικόν ναυτικόν καί γυμναζόμενος είδικώς διά τήν συμπλήρωσιν τών κενών του Μακεδονικού Άγώνος είδοποιήθην άπδ το Κέντρον ’Αθηνών δτι έγίνετο προετοιμασία αποστολής ένδς άνταρτικου σώματος διά τήν περιφέρειαν Στρωμνίτσης μέ άρχηγόν τον Καπετάν Νικοτσάραν.
 Πήρα εικοσιτετράωρον άδειαν καί παρουσιάσθην είς τον άρχηγόν του Κέντρου, λοχαγόν Κώσταν Μαζαράκην, καί τον παρεκάλεσα νά μέ έντάξη εις το προαναφερθέν σώμα.
Μέ ήρώτησεν άν ήξεύρω τούρκικα καί ειπον ναί.
Τότε θά πας εις τον Καπετάν Νικοτσάρα πού βρίσκεται στο Βόλο νά σέ πάρη μαζί του ψυχογυιό. Μούδωσε συστατική έπιστολή καί έφυγα αμέσως.
Έκει άντάμωσα τον Νικοτσάρα μέ ενα Λοχία καί ένα δεκανέα πού μού τούς σύστησε ως συντρόφους του καί ότι τήν άλλην ήμέραν θά φεύγαμε γιά τήν Λάρισσαν.
’Από έκει έφύγαμε οί τέσσερες μέ πολιτικήν ενδυμασίαν διά Τέμπη καί Τσάγεζι μέ ταχυδρομικήν άμαξαν τά μεσάνυχτα.
Προς τά ,έξημερώματα κοντά στά Τέμπη μάς περιέκοψε ενας λαγός. 'Ο ’Αρχηγός λέγει: 'παιδιά λαγός μάς περιέκοψε- ή δουλειά μας δέν θά πάει καλά. 'Ο Θεός βοηθός’. Μετά άπο τρεις ήμέρας ήλθε μιά ψαρόβαρκα εις το Τσάγεζι καί παρέλαβε μόνον τδν ’Αρχηγό γιά ήμάς θά ήρχετο ψαροκαραβο νά πάρη πολεμοφόδια όπλα καί καμμιά 20 άντρες πού προορίζοντο γιά τήν Λίμνη τών Γιαννιτσών.

Μετά δύο βραδυές ήλθε το ψαροκάραβο ψαρεύοντας καί μάς πήρε καί μάς έρριψε είς τά ιχθυοτροφεία Θεσσαλονίκης όπου μάς περίμενε άποστολή νά μάς κατευθύνη εις το χωρίον Κλειδί του Ρουμλουκίου όπου ό Μπέης ήτο φιλέλλην καί θά μας έκρυπτε.

Τήν άλλη βραδυά εύρισκόμεθα έν άσφαλεία μέσα στις καλύβες άπό καλάμια στη λίμνη καί βρήκαμε τον ’Αρχηγό μας μέ τούς Καπετανέους Γκάναν τών Γεννιτσών, ’Αποστολήν του Γιδα καί Λαγκόναν τής Κουλιακιας.
Έκεί έκαθήσαμε πολύ καιρόν εως ότου έτοιμασθουν τά άναγκαιούντα εφόδια γιά τό νέον τμήμα Στρωμνίτσης γιά τό όποιον έπρεπε να πηγαίνουν άνδρες πού νά ξεύρουν τήν τοπικήν γλώσσαν ή τουλάχιστον τήν τουρκικήν.
Ητο δύσκολος ή ένοπλος μετάβασις εις τήν περιφέρειαν Στρωμνίτσης διότι έπρεπε δύο μερόνυκτα πορεία καί νά περάσουμε άπό βουλγαροκρατούμενες περιοχές.

Έλήφθη άπόφασις άπό τό Κέντρο Θεσσαλονίκης νά πηγαίνη μόνος του πρώτος ό Νικοτσάρας μέ οδηγούς άπό τήν Βογδάντσαν καί δεύτερος μετά τήν επιστροφήν τών οδηγών νά πηγαίνη ό ψυχογυιός μέ τον Λοχία έπειδή γνωρίζουν τουρκικά γιά νά ήμπορουν νά άπαντήσουν εις τάς ερωτήσεις τών άποσπασμάτων.
 ’Έτσι καί έγινε. Ό ’Αρχηγός μέ τον νοσοκόμον Κώσταν Παντερμαλήν καί ό υποφαινόμενος μέ τον Βολιώτην λοχίαν Γεώργιον.
Μέ όλονύκτιον πορείαν έφθάσαμεν εις Βογδάντσαν φιλοξενούμενοι εις τά λιμέρια του Καπετάν Σιωνίδη καί τήν άλλην βραδιά μέ οδηγόν τον Εύθύμην άπό τό Βαλάντοβον περάσαμε τό χωριό καί άνταμώσαμε δυο Στρωμνιτσιώτες μέ έπί κεφαλής τον Νάκην Δοίρανλήν καί μέ τέσσερα άλογα τά καλλίτερα τών προκρίτων Στρωμνίτσης τά όποια πετούσαν, μας μετέφεραν εις τό χωρίον Ζέμποβον περνώντας άπό τά Βουλγαρικά χωριά τής πεδιάδος Στρωμνίτσης.

’Εκεί στο χωριό φιλοξενηθήκαμε εις τό άγρόκτημα του φλογερού πατριώτου Βασιλείου Καραμανώλη οπού διέμενε καί ό ’Αρχηγός Νικοτσάρας.
’Εκεί κατεστρώθη τό σύστημα τής όλης όργανώσεως. Εις κάθε χωρίον θά ώρίζετο τριμελής ’Επιτροπή ή οποία θά ήρχετο κάθε ήμέραν μέσω δύο άγροφυλάκων εις επικοινωνίαν μέ τό σώμα διά νά γνωρίζη πού εύρίσκεται καί νά στρατολογή τούς έπιθυμούντας νά ένταχθούν εις αύτό.

 Ή εργασία έπήγαινε καλά καί ήρχισε τό σώμα νά κινήται εις τά διάφορα χωρία. Μέ δύναμιν 8 άνδρών μετέβημεν εις τό χωρίον Μακρύοβον.

Από τό χωρίον ένετάχθη κάποιος εις τό σώμα, του οποίου ό πεθερός ήτο βουλγαρίζων καί έλεγε ότι άν δέν έπιστρέψη ό γαμβρός του θά πήγαινε εις τό Νεοχώρι στον Διοικητή του Τουρκικού Τάγματος καί θά έπρόδιδε τά κρυσφύγετα του σώματος.
 ’Ελέγετο Κουτάτσκας καί άμα έμαθε τήν παρουσίαν μας έπραγματοποίησε τήν άπειλήν. Είμεθα διαμερισμένοι εις δύο καταλύματα κοντινά. Κατά τά έξημερώματα έλάβομεν είδησιν ότι πανταχόθεν είμεθα περικυκλωμένοι άπό Τουρκικόν στρατόν καί ένοπλους βασιμπουζούκους Τούρκους (τό χωρίον Μακρύοβον ήτο άνάμεικτον μέ Τούρκους) καί διάφορα άποσπάσματα έκαμαν ερευνάν εις τά Χριστιανικά σπίτια. 'Ο ’Αρχηγός έστειλε τήν σπιτονοικοκυράν του διατάξας νά άνοίξω δρόμον πρός τήν πλευράν του Μπέλες μέ τούς δύο άνδρας μου τον Γεώργιον Βολιώτην καί Γιοβάνην άπό τό Μόκρινον.
’Έκαμα τήν έφοδον άλλά άπό τήν βροχήν τών σφαιρών έπληγώθην μέ τραύμα διαμπερές εις τό πόδι καί ό Βολιώτης στον τόπο νεκρός.

 Έμείναμεν δύο, προχωρουντες πρός τήν εξοδον του χωριού άλλη ένέδρα μάς περιμένει.

’Αναγκάζομαι νά κάμω χρήσιν τής χειροβομβίδος μου καί παίρνω τήν ρεματιάν του Μπέλες. Έσώθημεν. ’Αλλά οί άνδρες άπό το κατάλυμα του ’Αρχηγού άργησαν νά μας άκολουθήσουν καί άντί νά πάρουν τήν ρεματιάν πρός τό Μπέλες πήραν πρός τούς ριζώνας καί επεσαν στά Τουρκικά σπίτια όπου οί ώπλισμένοι Τούρκοι τούς εβαλον καί έτσι άντί νά πάρουν τήν δικήν μου κατεύθυνσιν μπλέχθηκαν μέσα στο χωριό καί πολεμώντας σκοτώθηκαν όλοι.
 Έγώ μέ περιπλανήσεις τριών ήμερονυχτίων μπήκα είς τό χωρίον Ζούμποβον όπόθεν ό εύγενής Βασίλειος Καραμανώλης μέ έστειλε είς τό σπίτι του στήν Στρώμνιτσαν όπου μέ ένοσήλευσε ή φλογερή Μακεδονοπούλα άδελφή του, αν δέν άπατώμαι Άννα, είς τήν όποίαν χρεωστώ τήν περαιτέρω ζωήν μου. Τήν ευχαριστώ.

Οί άνδρες μέ τον Νικοτσάρα ήσαν, ό Παντελής Θεός συγχωρ . . . Αθανάσιος Στοιλης, Μήτρος καί ό γαμβρός του Κουκάτσκα Κώστας. ’Έμαθα ότι ό έξάδελφος του Νικοτσάρα Χαράλαμπος Καπετάν Φουρτούνας πήρε τό αιμα όπίσω κομματιάσας τον προδότη έπάνω στον τάφο του Αρχηγού» .

’Ιδού τώρα πώς άφηγείται τά έν συνεχεία γεγονότα ό άπό Βογδάντσης παραλαβών καί είς Στρώμνιτσαν συνοδεύσας τον Νικοτσάραν ’Ιωάννης Δοίρανλής:
 «'Όταν είδοποιήθη ή όργάνωσις τής Στρωμνίτσης περί του δρομολογίου πού θά ήκολούθει ό Νικοτσάρας, άπεστάλη ο ’Ιωάννης Δοίρανλής, ό άρμοδιότερος διά τοιαύτας άποστολάς, μέ τέσσερα άλογα προυχόντων Στρωμνίτσης πρός παραλαβήν του Νικοτσάρα άπό τήν περιοχήν Βογδάντσης.

Τον Νικοτσάραν καί ενα συνοδόν του, τον Κώσταν Βολιώτην, λοχίαν του ελληνικού στρατού, παρέλαβεν ό Δοίρανλής άπό τήν Βογδάντσαν τήν 30ήν ’Ιουλίου 1907.
Κατόπιν πορείας μέσω Βαλαντόβου καί Κωστουρίνου έφθασαν είς τάς παρυφάς τής πόλεως Στρωμνίτσης, έκειθεν διά τών χωρίων του κάμπου Ντάμπιλια καί Μποσίλοβον κατηυθύνθησαν εξωθεν του χωρίου Κολέσινον, δπου έ'φθασαν άργά τήν νύκτα τής 30ής ’Ιουλίου 1907.

'Ο Νικοτσάρας άφήκε τον Ίωάννην Δοίρανλήν είς τον κάμπον μέ τήν κάπαν του, αύτός δέ κατηυθύνθη είς τό Κολέ-σινο πρός συνάντησιν τής οίκογενείας του. Οταν έκτύπησε τήν πόρταν τής πατρικής του οικίας προσήλθεν ό πατήρ του, ό όποιος ήρώτησε τον νυκτερινόν έπισκέπτην περί τής ταυτότητάς του.
Είς τήν άπάντησιν του Νικοτσάρα «είμαι ό υιός σου Παντελής», ό γέρων ιερεύς δέν έπίστευσε, διότι δέν ειχεν ένημερωθή περί τής έπικειμένης άφίξεως του υίού του, τον όποιον άπό τετραετίας δέν ειχεν ιδει.
 Έδίσταζε δέ έπί πλέον νά άνοιξη τήν θύραν είς άγνωστον, διότι έφιλοξένει έκείνην τήν νύκτα ελληνας τών πέριξ χωρίων, οί όποιοι ειχον καταφύγει είς τήν οικίαν του, διαφυγόντες στηθεισαν έναντίον των ένέδραν ύπό κομιτατζήδων κατά τήν έπιστροφήν των εις τά χωρία των έκ τής άγορας Στρωμνίτσης.

 Ητο ήμέρα δολοφονίας του πατρός τού ιατρού Νικολάου Άντωνιάδου.
Διά νά πείση ό Παντελής τον πατέρα του ότι όντως ό υιός του είναι, έβαλε τό χέρι του εις διάκενον τής έξώθυρας διά νά διαπιστώση ο πατήρ του δοτι ενας δάκτυλος έλειπεν άπό τό χέρι του, πράγμα πού τό έγνώριζεν ό πατήρ πεισθείς έκ τούτου ό γέρων ήνοιξε τήν θύραν.

’Αμέσως ό Νικοτσάρας έπεδόθη εις τήν όργάνωσιν, ώς άναφέρεται εις τήν ανωτέρω δημοσιευομένην περιγραφήν τού Σεντέρη, ένοπλου σώματος.
Ό έξοπλισμός τών άνδρών έγινεν εις Ζίμποβον, όπου ή μήτηρ τού Χαραλάμπους Καραμανώλη είχε μεταφέρει τά όπλα.
Εις Ζίμποβον διέμενεν ό έτερος υιός της Βασίλειος ό στυλοβάτης τής έθνικής όργανώσεως τών χωρίων.
Κατήρτισε ολιγομελές άνταρτικόν σώμα διά νά κινήται άνετώτερον εις τήν έπικίνδυνον αύτήν περιοχήν» .

Δυστυχώς ή δράσις τού Νικοτσάρα ήτο βραχυχρόνιος  προδοθείς, περιεκυκλώθη ύπό τουρκικού στρατού εις τό έν Μακρυόβω κατάλυμά του, όπου έπολέμησεν έπί τετράωρον, ώς τούτο άναφέρεται και εις τήν έκθεσιν τού έλληνικού προξενείου Θεσσαλονίκης.

'Η θυσία τού Νικοτσάρα δέν έπήγε έπί ματαίω,
 ο,τι ύπήρξεν ή θυσία τού πρωτομάρτυρος Παύλου Μελα διά τον Μακεδονικόν ’Αγώνα, 
τούτ’ αύτό ύπήρξεν ή θυσία τού Νικοτσάρα διά τόν άγώνα τής περιοχής Στρωμνίτσης.

 Εύθύς μετά τόν ήρωίκόν θάνατον τού Νικοτσάρα ό πρώτος αύτού έξάδελφος Χαράλαμπος Μπουφίδης, έγκαταλείψας σύζυγον και τέκνον, μέ ψευδώνυμον Καπε τάν Φουρτούνας, συνεκρότησε ολιγομελές κατ’ άρχάς σώμα μέ νέους έκ τών πέριξ χωρίων . Ούτος διεκρίθη διά τήν ψυχραιμίαν, γενναιότητα καί άποφασιστικότητα, ήτο ολιγόλογος και σώφρων- ειργάζετο άθορύβως.

Μέ τό ολιγομελές σώμα του εγινε κύριος τής περιοχής τών γειτονικών χωρίων, οί χωρικοί ήσθάνθησαν άνακούφισιν, διότι ύπήρχε πλέον τό άντίρροπον τών Κομιτατζήδων.

 'Ο Καπετάν Φουρτούνας,
 άφού άνεκάλυψε τόν καταδότην τού Νικοτσάρα, 
τόν συνέλαβε καί
τόν έξετέλεσεν έπί τού τάφου τού ήρωος. 


Δεν υπάρχουν σχόλια: