Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2016

Οι Μακεδόνες και η Επανάσταση 1821: Τσάμης Καρατάσος, ο Μακεδόνας αρχιστράτηγος και πρωταγωνιστής κινημάτων στη Μακεδονία την περίοδο 1830-1860.


Του Κ. Βακαλόπουλου.
Επαναστατικές ενέργειες των Ελλήνων υποδούλων της Μακεδονίας 
από την ίδρυση του ελληνικού βασιλείου 
ως το τέλος του Κριμαϊκού πολέμου (1830-1856).
1. Η αναταραχή που επικρατεί στον μακεδονικό χώρο στις αρχές της δεκαετίας του 1830-1840, χαρακτηρίζεται από την έντονη ληστρική δραστηριότητα τόσο στη Δυτική και Βορειοδυτική Μακεδονία όσο στην Κεντρική και στην Ανατολική.


Στην Δυτική και στη Βορειοδυτική Μακεδονία οι επιδρομές των Αλβανών ατάκτων είχαν δημιουργήσει μια αφόρητη κατάσταση στους κατοίκους της Σιάτιστας και της Κοζάνης, οι οποίοι προσπαθούσαν με κάθε τρόπο ν’ αμυνθούν απέναντι στις σφοδρές επιθέσεις των Αλβανών αρχηγών Ταφίλ Μπούζη και Ασλάν μπέη.

Οι αλβανικές επιδρομές είχαν επεκταθεί και στις γεωγραφικές περιφέρειες της Καστοριάς, του Μοναστηριού και του Περλεπέ, αλλά και της Ανατολικής και της Κεντρικής Μακεδονίας.

 Στα μέσα του 1830 ο Ρουμελή βαλεσή Μεχμέτ Ρεσίτ πασάς του Μοναστηριού πέτυχε να εξοντώσει τους αρχηγούς των Αλβανών ατάκτων, αλλά η νίκη αυτή υπήρξε προσωρινή, γιατί η αναταραχή θα συνεχιστεί και στις επόμενες δεκαετίες.

Στην Κεντρική Μακεδονία οι τουρκικές προσπάθειες είχαν στραφεί προς την εξάλειψη των ελληνικών επαναστατικών εστιών, που συνέχιζαν να δραστηριοποιούνται μετά την εξέγερση του 1821, όπως τα σώματα των αρματολών Γεωργ. Σύρου στη Βέροια, των Δήμου Λάζου, Θανάση και Αναγνώστη Μπιζιώτα στα Σέρβια, Παναγ. Τσάρα στην Ελασσόνα, Δήμου Τζαχίλα στη Ραψάνη, Μιχάλη Πιτζιάβα στο Λιτόχωρο, Διαμαντή Νικολάου και πολλών άλλων.

Από το Δεκέμβριο του 1830 οι τουρκικές αρχές είχαν εντείνει την καταδίωξη για την σύλληψη των Ολυμπίων οπλαρχηγών, οι οποίοι, μετά την καταστολή του επαναστατικού κινήματος στη Νάουσα και στην περιοχή του Ολύμπου, είχαν καταφύγει στις Βόρειες Σποράδες, και από εκεί επιχειρούσαν αλλεπάλληλες επιδρομές στα παράλια του Θερμαϊκού και της Χαλκιδικής.

 Πολλά χωριά του Ολύμπου δέχονταν τις επιθέσεις των τουρκικών στρατευμάτων, που αναζητούσαν με επιμονή τους οπλαρχηγούς Διαμαντή Νικολάου και Μιχαήλ Πιτζιάβα.

 Οι συνεχείς βιαιοπραγίες σε βάρος των Ελλήνων κατοίκων της Κεντρικής Μακεδονίας είχαν προκαλέσει τις εντονότατες παρεμβάσεις των Ευρωπαίων διπλωματικών εκπροσώπων της Θεσσαλονίκης προς τις ντόπιες τουρκικές αρχές, από τις οποίες είχαν ζητήσει την οριστική επίλυση των διαφορών τους με τους Ολύμπιους και Κασσανδρινούς οπλαρχηγούς.

 Έφτασαν μάλιστα στο σημείο να προτείνουν συμβιβαστική λύση, η οποία πρόβλεπε την ακώλυτη μετάβαση των αρματολών στο ελληνικό κράτος ή τον σεβασμό της ζωής και της περιουσίας τους σε περίπτωση, που θα συνέχιζαν να παραμένουν στην οθωμανική επικράτεια.
Ωστόσο οι ενέργειες αυτές των Ευρωπαίων προξένων έμειναν χωρίς αποτέλεσμα, γιατί οι Τούρκοι εξακολούθησαν την καταδίωξη των Ελλήνων οπλαρχηγών, οι οποίοι προκαλούσαν σημαντικές φθορές στον τακτικό στρατό.


 Οι δυνάμεις των επαναστατών είχαν το κρησφύγετό τους στην Αμουλιανή, από όπου επιχειρούσαν αιφνιδιαστικές επιθέσεις στον Θερμαϊκό κόλπο.

 Σε μια απ’ αυτέξ τις επιχειρήσεις, που πραγμάτοποιήθηκε τον Μάρτιο του 1833, πιάστηκαν αιχμάλωτα 6 πλοία με 170 άντρες και αρχηγούς τους Καραμήτσο, Βούλγαρη, Ζαγοριανό, Μουχαρέμ και Υδριώτη.
Θεόδωρος Βαλλιάνος
Ο πρώτος Έλληνας πρόξενος στη Θεσσαλονίκη (1835)
 

 Από τα μέσα της δεκαετίας του 1830-1840 εντάθηκε η πειρατική δραστηριότητα των Ελλήνων καπετάνιων με την πρωτοβουλία του υπασπιστή του Όθωνα Τσάμη Καρατάσου, ο οποίος βρισκόταν στις Βόρειες Σποράδες και διατηρούσε μυστικές επαφές με τον Έλληνα πρόξενο της Θεσσαλονίκης Θεόδωρο Βαλλιάνο.

Τον Νοέμβριο του 1835 οι τουρκικές αρχές της Θεσσαλονίκης δεν δίστασαν να ενοχοποιήσουν τον Έλληνα διπλωματικό εκπρόσωπο και να τον κατηγορήσουν στους Ευρωπαίους προξένους για την παροχή προστασίας προς τον Τσάμη Καρατάσο.

Η κατάσταση άρχισε βαθμιαία να χειροτερεύει καθώς οι τουρκικές αρχές βρίσκονταν (στα 1837-1838) πια στα ίχνη των Ελλήνων αρματολών Χαρίση, Πιτζιάβα, Ζέρβα, Μελισσόβα, Μπιγκιώτη, Τσόρα Μήτσου, Χαιρόπουλου και Γκουντρόβα.
 Μάλιστα τον Μάϊο του 1838 πέτυχαν την εξόντωση του Πιτζιάβα και των αντρών του καθώς και του Γκουντρόβα και των αδελφών Κάπα.

Ωστόσο η ελληνική ανταρτική δραστηριότητα θα συνεχιστεί και στα επόμενα χρόνια χωρίς να σταθεί δυνατό για τα τουρκικά στρατεύματα να εξαλείψουν τις επαναστατικές εστίες και να αναστείλουν την επαναστατική εγρήγορση του ελληνισμού της Μακεδονίας, όπως μαρτυρείται ήδη στα 1837 στην περιοχή Γιαννιτσών.

Πολλές φορές οι Τούρκοι δέχονταν να συμβιβαστούν με την παρουσία των αρματολών και να τους αναθέσουν και πάλι την φρούρηση ορισμένων δερβενιών.
Κατά τη διάρκεια της τελευταίας φάσης της τουρκοαιγυπτιακής κρίσης του 1839- 1841 και ιδιαίτερα στις παραμονές της Κρητικής εξέγερσης (στα 1841) παρατηρήθηκαν έντονες ζυμώσεις στην Αθήνα ανάμεσα στις διάφορες μυστικές εταιρείες, που καλλιεργούσαν το επαναστατικό κλίμα στις υπόδουλες επαρχίες.

 Παράλληλα συνεχίζονταν οι ποικίλες επαφές του παλαίμαχου αγωνιστή του 1821 Ιωάννη Μακρυγιάννη με Μακεδόνες πρόσφυγες στο ελληνικό βασίλειο.

Η Μακεδονία θα βρεθεί σύντομα σε νέα περίοδο αναταραχής και οι κάτοικοί της θα γνωρίσουν καινούργιες περιπέτειες.

Τότε λοιπόν ο Μακρυγιάννης διαδραμάτισε συντονιστικό ρόλο στις επαναστατικές αυτές ενέργειες.
 Έτσι ήλθε σε συνεννόηση με τον Τσάμη Καρατάσο, τον οπλαρχηγό Γ. Βελέντζα, τον Μακεδόνα αρχηγό του ελληνικού ιππικού στην Κρήτη Βασίλη Αθανασίου και τον Καβαλιώτη Ιλαρίωνα Καρατζόγλου, τον οποίο έστειλε στα Μαντεμοχώρια, για να οργανώσει την ελληνική αντίσταση.

Ακόμη, με την κοινή συνεργασία της «Φιλορθοδόξου Εταιρείας», προετοίμαζε την αποστολή εμπίστων ανθρώπων στα Μαντεμοχώρια.

 Στις παραμονές της Κρητικής εξέγερσης η Πύλη άρχισε να παίρνει αυστηρά μέτρα για την καταστολή ενδεχόμενων επαναστατικών ενεργειών στη Μακεδονία.
 Διόρισε μάλιστα ως διοικητή της Θεσσαλονίκης τον σκληρό στρατιωτικό Εμίν πασά και προσπάθησε με κάθε τρόπο να κατευνάσει τα πνεύματα, που ήταν ιδιαίτερα οξυμμένα από τις φήμες, οι οποίες κυκλοφορούσαν για επικείμενες χριστιανικές εξεγέρσεις στην Κεντρική και Ανατολική Μακεδονία.

 Οι φήμες αυτές υποκινούνταν κυρίως από τους πράκτορες του Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου και απέβλεπαν στον ξεσηκωμό των χριστιανικών πληθυσμών του μακεδονικού χώρου.

 Από τον Απρίλιο του 1841 παρατηρήθηκαν επαναστατικές ενέργειες στον 'Αθω με την αποστολή πολεμοφοδίων στους υπόδουλους Έλληνες.

 Ένα μήνα αργότερα έφτασαν εκεί πολυάριθμοι κλέφτες μεταμφιεσμένοι σε εμπόρους, ενώ στις αρχές Ιουνίου σημειώνεται η απόβαση του Ιλαρίωνα Καρατζόγλου στο Άγ. Όρος.

 Η αποστολή του απέτυχε και ο ίδιος πιάστηκε αιχμάλωτος και αποκεφαλίστηκε τελικά στις 30 Σεπτεμβρίου του 1841.

 Στο μεταξύ, από τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου, φημολογούνταν η διείσδυση του Γιάννη Βελέντζα στο τουρκικό έδαφος με πολυάριθμο σώμα. Αλλά και η αποστολή του Βελέντζα δεν είχε αίσιο τέλος. Η έλλειψη συντονισμού των επιχειρήσεων, η διχόνοια ανάμεσα στους Έλληνες αγωνιστές, η αρνητική στάση των μοναχών του Αγ. Όρους, που είχαν ήδη υποστεί την οδυνηρή εμπειρία της αποστολής του Ιλ. Καρατζόγλου, αλλά και η έγκαιρη άφιξη τουρκικών δυνάμεων, οδήγησαν την επιχείρηση σε ναυάγιο.

Το τέλος υπήρξε τραγικό.

Πολλοί Έλληνες οπλαρχηγοί πιάστηκαν αιχμάλωτοι και οι ελληνικοί πληθυσμοί υπέστησαν τις κακοποιήσεις και τις βιαιοπραγίες των τουρκικών στρατευμάτων.

Ο θλιβερός απολογισμός του αντίκτυπου της Κρητικής εξέγερσης του 1841 στη Μακεδονία ανέστειλε προσωρινά, όπως ήταν φυσικό, τον επαναστατικό ζήλο του ελληνισμού της Μακεδονίας, αλλά δεν στάθηκε δυνατό να κάμψει το ηθικό του.

Έτσι τον Απρίλιο του 1844 εμφανίστηκε στην περιοχή της Βέροιας ο οπλαρχηγός Παπαγάλος, ο οποίος, όπως μας πληροφορούν οι αρχειακές μαρτυρίες, συμμετείχε ενεργά στα σώματα των αρματολών Καραμήτσου και Χαρίση.

 Ο Παπαγάλος αιφνιδιάστηκε από τον τουρκικό στρατό, αλλά πέτυχε να διαφύγει, γιατί η παρουσία του σημειώνεται και πάλι στις αρχές Μαΐου κοντά στη Βέροια. Την ίδια εποχή παρατηρήρηκε διείσδυση ελληνικών ανταρτικών σωμάτων στα Άγραφα με επικεφαλής 10 οπλαρχηγούς, τους οποίους καταδίωκε συγγενής του Αμπάς αγά.

 Οι τουρκικές αρχές επαγρυπνούσαν συνέχεια απέναντι σε ενδεχόμενες ελληνικές επαναστατικές ενέργειες και τον Μάρτιο του 1845 πήραν συγκεκριμένα προφυλακτικά μέτρα.
 Ένα μήνα αργότερα οι Οθωμανοί συγκέντρωσαν ισχυρά άτακτα στρατεύματα στη Λάρισα, για να προλάβουν τη διείσδυση ελληνικών σωμάτων στο τουρκικό έδαφος, αλλά και για να καθησυχάσουν τους ανήσυχους μουσουλμανικούς πληθυσμούς.

Πραγματικά στα τέλη του Απριλίου σημειώθηκαν μεγάλες συμπλοκές κοντά στα ελληνοτουρκικά σύνορα με σημαντικές απώλειες και από τις δύο πλευρές. Επικεφαλής των Ελλήνων οπλαρχηγών υπήρξε ο οπλαρχηγός Πλατανιώτης. Οι νέες ταραχές οδήγησαν τις τουρκικές αρχές της Θεσσαλονίκης στη λήψη αυστηρών μέτρων ακόμη και μέσα στην πόλη ώστε να εμποδίσουν την έκρηξη επαναστατικού κινήματος .

2. Στα τέλη της δεκαετίας του 1840-1850 ενεργοποιήθηκε και πάλι η ελληνική αντίσταση στη Μακεδονία με την έναρξη της πειρατικής δραστηριότητας στην Καβάλα εκ μέρους του Γιάννη Βελέντζα.

Τον Απρίλιο του 1850 οι αδελφοί Βαρσαμή αποκεφαλίστηκαν στη Θεσσαλονίκη.

Φαίνεται ότι οι περιστάσεις υπήρξαν τόσο πιεστικές ώστε ακόμη και ο ίδιος ο μητροπολίτης υποχρεώθηκε να υπογράψει την καταδικαστική απόφαση.
 Στις παραμονές του Κριμαϊκού πολέμου (1853-1856) παρατηρείται έντονη δραστηριοποίηση των ελληνικών επαναστατικών πυρήνων.
 Έτσι τον Μάϊο του 1852 σημειώνεται η παρουσία Ελλήνων κλεφτών στην Κατερίνη, ενώ οι οπλαρχηγοί Βελέντζας και Καλαμάτας κατευθύνονταν στη Θεσσαλία, για να οργανώσουν τα ελληνικά σώματα.
 Με το ξέσπασμα του επαναστατικού κινήματος στη Θεσσαλία στις αρχές του 1854 επεκτάθηκε η αναταραχή σ’ 'ολόκληρη τη Μακεδονία. Ήδη από τον Αύγουστο του 1853 Έλληνες κλέφτες άρχισαν να δρουν στη Δυτική Μακεδονία, ενώ οι ελληνικοί πληθυσμοί αποζητούσαν απεγνωσμένα την ένωση με το ελληνικό βασίλειο.

 Στον δυτικομακεδονικό χώρο κινήθηκε ο Θεόδωρος Ζιάκας, ο οποίος υπήρξε απόγονος της αρματολικής οικογένειας των Ζιακαίων. Ο Ζιάκας είχε αρχίσει την πολεμική δραστηριότητά του από το 1831, όταν είχε στραφεί με οργανωμένο σώμα κατά του Τουρκαλβανού τοπάρχη Μεχμέτ Τάγου.


 Διεισδύοντας από την επαναστατημένη Θεσσαλία στον δυτικομακεδονικό χώρο, ο Θ. Ζιάκας επιδίωξε να συμβάλει στην απελευθέρωση της περιφέρειας Γρεβενών και της ιδιαίτερης πατρίδας του. Μάλιστα, σε αντίποινα των τουρκικών βιαιοπραγιών σε βάρος των νομαδικών οικογενειών των ορεινών χωριών της περιφέρειας Γρεβενών, ο Ζιάκας εκμηδένησε ισχυρό τουρκικό στράτευμα στο χωριό Διμηνίτσα (Καρπερό) κατά τον Μάϊο του 1854.

 Το σχέδιο του Ζιάκα απέβλεπε τώρα να ξεσηκώσει ολόκληρη τη Δυτική Μακεδονία.
Για αυτόν τον σκοπό άρχισε να στρατολογεί άντρες, να οργανώνεται και να ανασυντάσσει τις δυνάμεις του. Κοζανίτες, Σιατιστινοί και πολλοί Δυτικομακεδόνες εντάχθηκαν στο σώμα του και σημειώθηκε γενική κινητοποίηση,
 η οποία έμεινε ανεξίτηλη στη μνήμη του ντόπιου πληθυσμού:
"Εις τα 1854, Μαΐου, έγινε μεγάλη επανάστασή. Εβγήκεν ο αρχηγός Ζιάκας από το ελληνικόν... Ήλθον εις Δεμενίτσα, χωρίον της επαρχίας Γρεβενών, και έκαμαν μεγάλη μάχη με τους Αλβανούς και τους Κέκηδες...».
 Οι σημαντικότεροι από τους οπλαρχηγούς του Ζιάκα ήταν ο γαμπρός του Καραμήτσιος από την Βούρμπιανη της Κόνιτσας —κατά τον Αραβαντινό από τα Γρεβενά— ο Μαλτέζος από τα χωριά του Ασπροποτάμου, ο Αλέξης Γκούντας από το Σπήλαιο Γρεβενών, ο Σταμούλης Τσιουκαντάνας από το Περιβόλι Γρεβενών, και άλλοι.
 Αλλά οι σύντονες προσπάθειες του Ζιάκα δεν καρποφόρησαν, γιατί είχε ήδη ανακαταληφθεί στο μεταξύ το Μέτσοβο από τους Τούρκους στις 27 Μαρτίου/8 Απριλίου 1854 και οι επαναστάτες βρίσκονταν σε δύσκολη θέση.

Σύγχρονα, οι τουρκικές δυνάμεις κάτω από την αρχηγία του Αβδή πασά των Ιωαννίνων, ενισχύονταν σημαντικά και έντειναν τις βιαιοπραγίες τους σε βάρος των ελληνικών πληθυσμών.
 Ο Ζιάκας αρνήθηκε να δεχθεί τη μεσολάβηση των ξένων προξένων, του Άγγλου Longworth (Μοναστηριού) και του Γάλλου Bertrand (των Ιωαννίνων), και συγκρούστηκε στις 16/28 Μαΐου με τους Τούρκους στο χωριό Σπήλαιο των Γρεβενών.

 Έπειτα από την προβολή σθεναρής αντίστασης, δέχθηκε τις μεσολαβητικές ενέργειες των Ευρωπαίων προξένων και εγκατέλειψε το τουρκικό έδαφος (τέλη Μαΐου).

 Οι Τούρκοι ξέσπασαν σε αιματηρά αντίποινα κατά των επαναστατημένων ελληνικών χωριών και εξαπόλυσαν ένα αληθινό κύμα τρομοκρατίας, το οποίο προκάνεσε μεγάλη εντύπωση ακόμη και στους Ευρωπαίους προξένους της Μακεδονίας.

Σε μια άλλη γεωγραφική περιφέρεια της Νότιας Μακεδονίας, στη Χαλκιδική και στο Αγ. Όρος, όπου η εξέγερση του 1821 είχε αφήσει έντονα ακόμη τα ίχνη της επαναστατικής κινητοποίησης των Ελλήνων, οι τουρκικές αρχές είχαν πάρει έγκαιρα προφυλακτικά μέτρα με την αποστολή ισχυρών ναυτικών δυνάμεων και τον διορισμό του Γιακούπ πασά, τον Ιανουάριο του 185417, με σκοπό τη διασφάλιση της ηρεμίας μέσα στο Αγ. Όρος.

Στις 11 Φεβρουάριου του 1854 η Ιερά Κοινότητα του Αγ. Όρους εξέδωσε εγκύκλιο, στην οποία υπογράμμιζε προς τους μοναχούς:
 ((Πρώτον κατά χρέος απαραίτητον να είσθε προσεκτικοί εις τας δείνας ταύτας περιστάσεις από ανθρώπους ξένους, αγνώριστους καί υπόπτους... και έκαστον Μοναστήριον να μη δέχεται ανθρώπους ξένους χωρίς να φέρωσιν ανά χείράς των απόδειξιν της Ιεράς Κοινότατος, δεύτερον να διατάξατε τους αρσανάρηδες να είναι πάντοτε έξυπνοι και προσεκτικοί από πλοία ύποπτα και κλέπτικα, και αν έλθη εις τους λιμένας κανένα πλοίον να μη αφίνωσι τους επιβάτας και ναύτας να εύγωσιν εις την ξηράν εάν δεν εμφανίσωσι πρώτον τα διαβατήριά των εις τον υγειονόμον και τον Μουδήρην...».

Ανάλογες επιστολές στάλθηκαν στους Αγιορείτες και εκ μέρους του πατριάρχη, αλλά και από την πλευρά των εκπροσώπων των μεγάλων δυνάμεων, της Γαλλίας και της Αγγλίας, οι οποίοι προσπαθούσαν να τους κα¬θησυχάσουν και ν’ αναστείλουν οποιαδήποτε ελληνική επαναστατική ενέργεια.

Ωστόσο μέσα στο Αγ. Όρος τα πνεύματα ήταν οξυμμένα καθώς Έλληνες και Ρώσοι πράκτορες, αλλά και ο Έλληνας πρόξενος της Θεσσαλονίκης Κ. Ράμφος και ο πρόξενος της Ρωσίας Α. Μουστοξύδης, προσπαθούσαν να εμφυσήσουν επαναστατική ορμή στους μοναχούς, ενώ ελάχιστοι απ’ αυτούς είχαν πληροφορηθεί για τον επικείμενο ερχομό του συνταγματάρχη Τσάμη Καρατάσου στη Χαλκιδική.

 Οι τουρκικές αρχές της Θεσσαλονίκης, υποπτευόμενες ενδεχόμενες ανατρεπτικές'ενέργειες εκ μέρους των Ελλήνων, έστειλαν στις αρχές Μαρτίου στην Κασσάνδρα 500 ατάκτους Τούρκους.

Καθώς λοιπόν ετοιμάζονταν τα ελληνικά σώματα να εισβάλουν στη Θεσσαλία, ο Καρατάσος, άλλοτε υπασπιστής του Όθωνα και θερμός οπαδός της συσπείρωσης των βαλκανικών λαών για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού, κατευθύνθηκε αρχικά στην Εύβοια και έπειτα στη Σκιάθο και στη Σκόπελο, όπου επρόκειτο να αναδιοργανώσει το στόλο του, για ν’ αναλάβει ένοπλη δραστηριότητα στη Χαλκιδική.

Οι επαναστατικές ενέργειες των υποδούλων Ελλήνων δεν άργησαν να γίνουν αντιληπτές και στους διπλωματικούς εκπροσώπους της Αγγλίας, καθώς οι Τούρκοι προωθούσαν βαθμιαία κατασκόπους στο Αγ. Όρος, για να ελέγχουν την κατάσταση.
 Οι Αγιορείτες μοναχοί έσπευδαν σε κάθε περίσταση να διαβεβαιώνουν την Πύλη και τον σουλτάνο για την φιλειρηνική στάση τους, για να αποφύγουν την επιβολή βίαιων αντιποίνων.

Αλλά οι νικηφόρες στρατιωτικές επιχειρήσεις των Ρώσων κατά τον Κριμαϊκό πόλεμο είχαν ευνοϊκό αντίκτυπο στο Αγ. Όρος και αρκετοί υπήρξαν εκείνοι οι μοναχοί, οι οποίοι έλπιζαν στην μελλοντική αποκατάσταση των σκλαβωμένων Ελλήνων.

Τρεις μόνο μοναχοί του Αγ. Όρους γνώριζαν για τον ερχομό του Τσάμη Καρατάσου και σύντομα άρχισαν να παίρνουν προληπτικά μέτρα κάτω από την αυστηρή επαγρύπνηση των τουρκικών αρχών.

Στις αρχές Απριλίου του 1854 παρατηρούνται ορισμένες επαναστατικές ενέργειες με την εμφάνιση σποραδικών πλοίων με Έλληνες αντάρτες.

Στο μεταξύ ο Καρατάσος, ο οποίος βρισκόταν στις Βόρειες Σποράδες καταρτίζοντας σώμα ενόπλων από 500 άντρες, αποβιβάστηκε στις 6 Απριλίου στον όρμο του Καλαμιτσίου. Εκεί πληροφορήθηκε την παρουσία ισχυρού τουρκικού στρατιωτικού σώματος στη Συκιά. Τότε προχώρησε σε άμεση αντεπίθεση και πέτυχε να εξουδετερώσει τους Τούρκους ενόπλους.

 Στις 7 Απριλίου, ύστερα από τις αρχικές επιτυχίες του, ο Τσάμης Καρατάσος απευθύνθηκε προς τους Αγιορείτες μοναχούς και τους ζήτησε να δραστηριοποιηθούν μαζί του εκστρατεύοντας στον Πολύγυρο, ενώ σύγχρονα ενημέρωσε και τον παλαίμαχο αγωνιστή του 1821 Στέργιο Χάϊτα, τον οποίο παρακάλεσε να έλθει μαζί του με τους άντρες του.

Η πορεία του Καρατάσου και των αντρών του από τα διάφορα χωριά και κωμοπόλεις πραγματοποιήθηκε μέσα σε παραλήρημα ενθουσιασμού εκ μέρους του ντόπιου ελληνικού πληθυσμού.

 Πρώτα ήλθαν στον Παρθενώνα και από εκεί στη Νικήτη, όπου τους επιφυλάχθηκε θερμή υποδοχή. Και στον Αγ. Νικόλαο όλοι μαζί γιόρτασαν την Ανάσταση.
Την ίδια μέρα όμως πληροφορήθηκαν την θλιβερή είδηση του βομβαρδισμού των ελληνικών πλοίων από το γαλλικό πολεμικό πλοίο «Le Heron» στον Σιγγιτικό κόλπο.

Ο Γάλλος πρόξενος της Θεσσαλονίκης Louis de Mornard, πιεζόμενος από τις τουρκικές αρχές και αναλαμβάνοντας μεσολαβητικό ρόλο, για ν’ ανακόψει την επαναστατική κινητοποίηση των Ελλήνων ανταρτών, είχε στείλει το γαλλικό πολεμικό πλοίο «Le Heron» με κυβερνήτη τον Le Begue στον Σιγγιτικό κόλπο με σκοπό τον βομβαρδισμό των ελληνικών πλοίων.

Ο κυβερνήτης Le Begue, αφού αποδοκίμασε τις επαναστατικές ενέργειες ως πειρατικές, έταξε στους Έλληνες αγωνιστές προθεσμία μιας ώρας και ύστερα από την παρέλευσή της, βομβάρδισε στις 12/24 Απριλίου τον ελληνικό στόλο προκαλώντας σ’ αυτόν σοβαρές απώλειες:
«Ηείδησις ότι γαλλικόν πολεμικόν ... εβύθισεν εις τον λιμένα του Αγ. Νικολάου την αγολέτταν)) του εκ Γλώσσης Σκοπέλου καπετάν Βαρσαμη, ητις περιείχε τα πολεμοφόδια των επαναστατών, ... εμείωσε τον ενθουσιασμόν των εκδηλώσεων (των εν τω Αγίω Νικολάω), οίτινες, αουδέποτε ηλπιζον να καταπατή την ελευθερίαν αυτών, υποστηρίζον τον βάρβαρον μουσουλμάνον, έθνος χριστιανικόν και φιλελεύθερον)).

Οι πολυάριθμες διαδόσεις που κυκλοφορούσαν στο Αγ. Όρος από την εμφάνιση του Τσάμη Καρατάσου, είχαν προκαλασει έκρυθμη κατάσταση και είχαν δημιουργήσει ατμόσφαιρα ενθουσιασμού.
 Η είδηση της απόβασης του Έλληνα «Αρχιστρατήγου» προκάλεσε εύλογο πανικό στις τουρκικές αρχές της Θεσσαλονίκης, οι οποίες είχαν επικαλεστεί στο μεταξύ την μεσολάβηση του Γάλλου διπλωματικού εκπροσώπου.
Αλλά ο Καρατάσος δεν έσπευσε να επωφεληθεί από τις αρχικές επιτυχίες του, όπως και από την απουσία ενός καλά οργανωμένου τουρκικού στρατού.
 Έτσι, αντί να κατευθυνθεί προς την Θεσσαλονίκη, όπως αρχικά υπολόγιζε, έμεινε μια ολόκληρη εβδομάδα στη Σιθωνία. Και, ενώ από το Μεγάλο Σάββατο είχε πληροφορηθεί την παρουσία Τούρκων στην Ορμύλια, εκείνος περίμενε να έρθουν στον ' Αγ. Νικόλαο.

 Σπουδαίος ανασταλτικός παράγοντας, που επηρέασε αρνητικά το ηθικό των Ελλήνων, ήταν ο κανονιοβολισμός των ελληνικών πλοίων, ο οποίος είχε πραγματοποιηθεί με την πρωτοβουλία επίσημου εκπροσώπου μεγάλης ευρωπαϊκής δύναμης, αλλά και η απώλεια της γολέττας του καπετάν Βαρσαμή, όπου ήταν φορτωμένα τα πολεμοφόδια των Ελλήνων επαναστατών.

 Σφάλμα στρατηγικής τακτικής διέπραξε ακόμη ο «Αρχιστράτηγος» Καρατάσος, όταν απέφυγε να σπεύσει στον Πολύγυρο διαμηνύοντας στους κατοίκους του να προετοιμάσουν τα απαραίτητα καταλύματα και ανάλογη τροφή για το σώμα του. Η αργοπορία του αυτή του στοίχισε την βαθμιαία απογοήτευση των Πολυγυρινών, ιδιαίτερα μετά την είδηση της καταστροφής του ελληνικού στόλου.

Ο Καρατάσος έστειλε στον Πολύγυρο, στις 13 Απριλίου, τον Αθ. Βλαχομιχάλη και τον καπετάν Γιώργη στον δρόμο Ορμύλιας-Γερακινής-Αγ. Μάμαντα. Ο Βλαχομιχάλης ενώθηκε με τους κατοίκους του Πολυγύρου και αιφνιδίασε σύγχρονα τις τουρκικές δυνάμεις στο ύψωμα «Καβρόλακας» προς την Γαλάτιστα.

Την ίδια μέρα, δηλαδή στις 14/26 Απριλίου, τουρκικό σώμα δέχθηκε ελληνική επίθεση από τον Καρατάσο στην Ορμύλια. Η αδυναμία κατάληψης της Ορμύλιας είχε δυσμενή αντίκτυπο στην εξέλιξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων.

Η αιφνίδια μεταστροφή της κατάστασης είχε προκαλέσει μεγάλη αναταραχή μέσα στους κόλπους της Ιεράς Κοινότητας.
Οι Αγιορείτες μοναχοί δίσταζαν ν’ ανταποκριθούν στα πολυάριθμα και πιεστικά αιτήματα του Καρατάσου για συμμετοχή στην επαναστατική εγρήγορση.
 Και στις 15 Απριλίου έστειλαν την παρακάτω επιστολή προς αυτόν: «...δεν δυνάμεθα να συμ- μορφωθώμεν με τα γραφόμενα σας, καθότι τα τοιαύτα κατά τους θείους καί ιερούς νόμους είναι ανοίκεια του μοναχικού επαγγέλματος... Το χρέος ημών δεν μας υπαγορεύει άλλο τι, ειμή να ευχώμεθα υπέρ ειρήνης του κόσμου, δι ο και παρακαλούμεν θερμώς να μη βαρυθυμήσετε εναντίον μας.,.».

 Φαίνεται ότι η επιστολή αυτή όχι μόνο απογοήτευσε τον Καρατάσο, αλλά προκάλεσε και την έντονη αγανάκτησή του, αν κρίνει κανείς από την απάντησή του:

«Επαναλαμβάνω δε και διά του παρόντος μου να σας παρατηρήσω, ότι, εάν εγκαταλείφητε την πατρίδα αβοήθητον κατά τον αρξάμενον ιερόν αγώνα, θέλητε είσθε οι παραίτιοί όχι μόνο της καταστροφής της Πατρίδος, αλλά και της καταστροφής της Θρησκείας,... Εάν εντός τριών ημερών από σήμερον δεν έλθωσιν από το 'Αγιον Όρος 1000 τουλάχιστον ωπλισμένοι, αφήνω τον μέγα Θεόν να κρίνη υμάς εν τη δικαιοσύνη αυτού δια την αδιαφορίαν σας».

Και ενώ ο Καρατάσος κυριολεκτικά ικέτευε την συμπαράσταση των Αγιορειτών, οι τουρκικές δυνάμεις ενισχύονταν βαθμιαία.
 Παρολαυτά οι επαναστάτες δεν έχασαν το ηθικό τους.
Στις 17 Απριλίου τουρκικό σώμα από 300 ατάκτους αιφνιδιάστηκε από τον καπετάν Γεώργη και είχε μεγάλες απώλειες στη θέση «Πσεκούδια» ανάμεσα στον Αγ. Μάμαντα και στην Ορμύλια.
Στις 21 Απριλίου/3 Μαΐου όμως περίπου δύο χιλιάδες άτακτοι Τούρκοι είχαν οχυρωθεί στα βορειοδυτικά μέρη γύρω από το Βατοπεδινό μετόχι της Ορμύλιας και χίλιοι είχαν τοποθετηθεί ανατολικά απ’ αυτό.
Επικεφαλής των ισχυρών αυτών τουρκικών δυνάμεων υπήρξε ο σερασκέρης Χατζή Ταΐρ μπέης. Στο
μεταξύ ο Καρατάσος είχε ήδη στείλει τον λοχαγό Μανώλη Βερράκα στην Ιερισσό και στα Μαντεμοχώρια, για να συγκεντρώσει νέες ενισχύσεις και να προελαύνει προς τη Ρεντίνα και τη Γαλάτιστα.
 Ο ίδιος όμως υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει το Βατοπεδινό μετόχι και ν ’ αποσυρθεί στα υψώματα προς το μέρος του Αγ. Νικολάου, όπου έφτασαν και άλλοι συμπολεμιστές του από τον Πολύγυρο, οι οποίοι είχαν συγκρουστεί με επιτυχία με τους Τούρκους στο χωριό Βραστά.

Η θέση των κατοίκων του Πολυγύρου υπήρξε πια επισφαλής. Οι ανυπεράσπιστοι κάτοικοί του που βρίσκονταν τώρα στο έλεος του Τούρκου κατακτητή, έστειλαν στις 20 Απριλίου/2 Μαίου αντιπροσωπεία από 30 Έλληνες προκρίτους, για να υποδεχθούν τους Τούρκους στρατιώτες και τους αρχηγούς τους Χασάν αγά και Μαχμούτ μπέη και να τους παρακαλέσουν να σεβαστούν την πόλη τους. Ωστόσο οι διαθέσεις των Τούρκων υπήρξαν πολύ διαφορετικές από αυτές που περίμεναν οι Έλληνες πρόκριτοι της κωμόπολης εκείνης.

Από την αρχή της εξέγερσης στη Χαλκιδική οι τουρκικές δυνάμεις είχαν δημιουργήσει κλίμα πανικού και τρόμου σε κάθε μακεδονική πόλη απειλώντας σκληρά αντίποινα και αιματοχυσία σε όσους αντιστέκονταν.

 Έτσι και στη Θεσσαλονίκη, παρά τις αλλεπάλληλες επικλήσεις των Ελλήνων προκρίτων για τη μεσολάβηση των Ευρωπαίων προξένων ώστε να αποσταλούν ξένα πολεμικά πλοία και να προστατευθούν οι ανυπεράσπιστοι κάτοικοι, το φανατισμένο μουσουλμανικό στοιχείο αποτελούσε μόνιμη απειλή για τους χριστιανούς της πόλης, ενώ οι Έλληνες υπήκοοι είχαν διαταχθεί να εγκαταλείψουν την Τουρκία μέσα σε χρονικό διάστημα 15 ημερών.

Στον Πολύγυρο όμως η στάση των τουρκικών αρχών υπήρξε αχαρακτήριστη, αποτρόπαιη και απάνθρωπη και κατέληξε με τη σφαγή των Ελλήνων προκρίτων.

Το φοβερό νέο της σφαγής των Ελλήνων κατοίκων του Πολυγύρου διαδόθηκε σ’ ολόκληρο τον μακεδονικό χώρο και προκάλεσε παντού πανικό και αγανάκτηση στο χριστιανικό στοιχείο.

 Οι υπόλοιποι κάτοικοι εγκατάλειψαν τα σπίτια τους κατατρομαγμένοι και ζήτησαν να βρουν καταφύγιο αλλού.

Τουρκικές θηριωδείες διαδραματίζονταν παράλληλα στον Αγ. Νικόλαο, στη Νικήτη, στον Παρθενώνα, στη Συκιά και σε διάφορα μετόχια του Αγ. Όρους, ενέργειες, οι οποίες προκάλεσαν αλγεινή εντύπωση και την καταδίκη τους εκ μέρους των Ευρωπαίων διπλωματικών εκπροσώπων.

Παρολαυτά ο Τούρκος σερασκέρης ήταν αποφασισμένος να εξοντώσει τον Καρατάσο και να εξαλείψει κάθε επαναστατική εστία.

Γι' αυτό και ζήτησε από τους Αγιορείτες μοναχούς να του δώσουν την άδεια να διεισδύσει με τον στρατό του στην περιοχή τους, αλλά εκείνοι του δήλωσαν ότι παραμένουν πιστοί υπήκοοι του σουλτάνου και ότι δεν δικαιολογούνταν η προσφυγή βίας μέσα στο 'Αγ. Όρος.

 Ο αντίκτυπος όμως από την σφαγή των Ελλήνων προκρίτων του Πολυγύρου υπήρξε τεράστιος, γεγονός, που ανάγκασε τον σερασκέρη, ύστερα και από τις πιέσεις των προξένων της Γαλλίας και της Αγγλίας, να διατάξει την αναδίπλωση των τουρκικών δυνάμεων και την επιστροφή τους στη Θεσσαλονίκη.

 Ας σημειωθεί ότι ο Γ άλλος πρόξενος της Θεσσαλονίκης επέμεινε στην εκτέλεση των πρωταίτιων της σφαγής, του Χασάν αγά και του Μαχμούτ μπέη. Ο ίδιος όμως διέκρινε ανάμεσα σ’ άλλα τις προσπάθειες του Τούρκου πασά να ελαφρύνει την θέση των δύο Τούρκων αξιωματούχων και να συμβάλει ακόμη και στην οριστική αθώωσή τους .

Στο μεταξύ ο Καρατάσος, αφού έφυγε από το Βατοπεδινό μετόχι στην Ορμύλια, ήλθε στο Χιλανδαρινό μετόχι Κουμίτσα.
Στις 22 Απριλίου ο Καρατάσος, μαζί με τους άνδρες του, διείσδυσε μέσα στο 'Αγ. Όρος, όπου προμηθεύθηκε τρόφιμα από τους Χιλανδαρινούς.

 Έστειλε τότε πάλι προς τους μοναχούς τον αξιωματικό του Ιωάν. Στυλούδη αποβλέποντας σε φιλική προσέγγιση και επίλυση των διαφορών.
Ύστερα από λίγες μέρες πραγματοποιήθηκε στις Καρυές συνάντηση του Καρατάσου με τους αντιπροσώπους των μοναστηριών.
Για την έκβαση της συνάντησης αυτής έγραφε στις 26 Απριλίου χαρακτηριστικά ο Βατοπεδινός αντιπρόσωπος Δανιήλ:
« Του καπετάν Τζάμιη το ποθούμενον θέλημα έγινε... Επηρε όλους τους κοσμικούς, έως διακοσίους ανθρώπους, εκ προαιρέσεως, ωσαύτως και όλον το μολύβι,. όπου ηύρεν εις το μπεϊλίκι, οκάδες 300. Εδώσαμεν ολότροχα 1000. Αν περάσουν και ζητησουν κουμπάνια, δώσετε, καθώς και άλλοι έδωσαν, έξω του Μοναστηριού».

Η πρόθυμη συμπαράσταση των Αγιορειτών μοναχών στον Καρατάσο ερμηνεύεται από την δυσάρεστη θέση, στην οποία είχαν περιέλθει, ύστερα από τα αλλεπάλληλα και πιεστικά αιτήματά του, αλλά και από την απειλή της ένοπλης παρουσίας του. Η θερμή ανταπόκρισή τους στις απαιτήσεις των επαναστατών απάλλασσαν τους Αγιορείτες από την παρουσία του Καρατάσου, ενώ ταυτόχρονα απομάκρυναν κάθε πιθανότητα τουρκικής εισβολής με τις συνεχείς δηλώσεις τους για υποταγή και αφοσίωση στον σουλτάνο.

Ενώ βρισκόταν στην Κουμίτσα, ο Καρατάσος δεν σταμάτησε ν ’ αλληλογραφεί και πάλι με τους μοναχούς και να ζητά όπλα και πολεμοφόδια.
Παραπονιόταν μάλιστα, γιατί δεν είχαν κρατήσει την υπόσχεσή τους και δεν τον είχαν συνδράμει αποτελεσματικά στις προσπάθειές του.

 Στις 3 Μαΐου σημειώνεται για δεύτερη φορά η παρουσία του Καρατάσου στις Καρυές.

 Την φορά αυτή ζήτησε από την Ιερά Κοινότητα να του παραδώσει τον καϊμακάμη, τον υγειονόμο και τους λιγοστούς Τούρκους του Άθω, αίτηση, η οποία δεν έγινε φυσικά δεκτή εκ μέρους των μοναχών, που συμφώνησαν να τοποθετηθεί φρουρά από άντρες του Καρατάσου στις Καρυές με επικεφαλής τον καπετάν Χαρίση.

Ο Καρατάσος, αφού δέχθηκε και πάλι σημαντικές ενισχύσεις από τους μοναχούς σε έμψυχο και άψυχο υλικό, επέστρεψε στη συνέχεια στην Κουμίτσα.

Στις 11 Μαΐου ο σερασκέρης Χατζή Ταΐρ μπέης αναχώρησε με στρατιωτικές ενισχύσεις από τη Θεσσαλονίκη με το τουρκικό ατμοκίνητο «Περσούδ» για τα παράλια της Χαλκιδικής.
 Στόχος του ταξιδιού του υπήρξε η διερεύνηση της συμπεριφοράς των Αγιορειτών μοναχών απέναντι στους επαναστάτες και η ενδεχόμενη συμμετοχή τους σε επαναστατικές ενέργειες.

Με καθαρά απολογητική διάθεση έσπευσαν οι μοναχοί στις 14 Μαΐου να ενημερώσουν με κάθε λεπτομέρεια τον Τούρκο σερασκέρη για τις ενέργειες των επαναστατών και να επαναλάβουν την αφοσίωσή τους προς τον σουλτάνο στοχεύοντας μ ’ αυτόν τον τρόπο να παρεμποδίσουν με κάθε θυσία τουρκική επίθεση στο Αγ. Όρος.

Στις 16/28 Μαΐου 1854 διαδραματίστηκε η τελική σύγκρουση στην Κουμίτσα ανάμεσα στους 600-700 επανάστατες με επικεφαλής τον Καρατάσο και τις τουρκικές δυνάμεις, που ανέρχονταν περίπου σε 4.000 στρατιώτες.

 Ο Καρατάσος αντιμετώπισε με γενναιότητα τον τουρκικό στρατό, αλλά μετά την εξάντληση των πολεμοφοδίων του και αφού είχε ήδη υποστεί σημαντικές απώλειες, αναγκάστηκε να υποχωρήσει στη Μεγάλη ' Βίγλα του Αγ. Όρους.
Οι ειδήσεις της Κουμίτσας κατατάραξαν τους Έλληνες μοναχούς και προκάλεσαν έντονη αναταραχή στην Ιερά Κοινότητα.
Οι πολεμιστές του Καρατάσου δέχθηκαν την περίθαλψη των μοναχών, οι οποίοι αναλογίζονταν με δέος ενδεχόμενη τουρκική εισβολή.

Τελικά οι Αγιορείτες υποχρεώθηκαν να καλέσουν τον τουρκικό στρατό, αφού πρώτα κατανάλωσαν πολύτιμο χρονικό διάστημα σε διαπραγματεύσεις μέχρι την οριστική απομάκρυνση του Τσάμη Καρατάσου και των αντρών του.
Οι νέες πολιτικές μεταβολές που διαδραματίστηκαν στην Αθήνα, δηλαδή ο σχηματισμός του «Υπουργείου Κατοχής» καθώς και η ανάκληση όλων των Ελλήνων επαναστατών, όπως και η αμνηστεία που τους χορηγήθηκε από τις τουρκικές αρχές, αποσόβησαν μια νέα αιματοχυσία στον μακεδονικό χώρο.
 Το γαλλικό πολεμικό «Solon» με κυβερνήτη τον βαρώνο Roussin, περιπλέοντας τον Άθω, αναζήτησε τον Καρατάσο.

Και στις 29 Μαΐου ο Καρατάσος συμφώνησε με τον Roussin να μεταφερθεί, αυτός και οι άντρες του, στο γαλλικό πολεμικό πλοίο και να κατευθυνθούν στην Χαλκίδα, καθώς ο Χατζή Ταΐρ εγκατέλειπε με τον στρατό του το Αγ. Όρος.
Ο Τούρκος πασάς της Θεσσαλονίκης και άλλοι απεσταλμένοι της Πύλης ζήτησαν να επιβιβαστεί στο «Solon» και ένας Τούρκος υπάλληλος, αλλά ο πλοίαρχος Roussin αντιτάχθηκε σ’ αυτό υποστηρίζοντας ότι η συμφωνία είχε κλειστά από κοινού ανάμεσα στον Καρατάσο και τον ίδιο χωρίς την ενεργή συμμετοχή των Τούρκων.

Ενώ όμως ο Γάλλος πρόξενος της Θεσσαλονίκης δεν επέτρεψε να φύγουν μαζί με τον Καρατάσο και το σώμα του και οι Μακεδόνες πολεμιστές, ωστόσο ο ίδιος και ο Άγγλος συνάδελφός του Charles Blunt έκαμαν ό,τι μπορούσαν, για να διαφυλάξουν την σωματική ακεραιότητα των χριστιανών ραγιάδων.

Η προσωπικότητα του Τσάμη Καρατάσου σφράγισε αναμφισβήτητα την έκβαση του επαναστατικού κινήματος στη Μακεδονία στα 1854.

 Ακόμη και αργότερα, μετά την αποτυχία του κινήματος του, στα 1860, ο Καρατάσος σχεδίαζε να οργανώσει νέο κίνημα με επίκεντρο τη Θεσσαλονίκη, αλλά την ίδια χρονιά άφησε την τελευταία πνοή του στο Βελιγράδι.

Το τελευταίο επαναστατικό κίνημα εκδηλώθηκε στα 1854 στον Όλυμπο με πρωτεργάτες τους Έλληνες οπλαρχηγούς Γ. Ζαχείλα, Δ. Ψαροδήμο, I. Διαμαντή, Ε. Κοροβάγκο, Ζήση Σωτηρίου.

Ύστερα από αλλεπάλληλες συγκρούσεις με τις τουρκικές δυνάμεις, κατέλαβαν ολόκληρο το δυτικό τμήμα του Ολύ- μπου και έφτασαν μέχρι τα περίχωρα της Κατερίνης.
 Ιδιαίτερα επίφοβο υπήρξε το σώμα του Διαμαντή, το οποίο είχε πετύχει να ξεσηκώσει ένα μεγάλο ποσοστό του ντόπιου πληθυσμιακού στοιχείου. Τον Ιούνιο του 1854, ενώ διαδίδονταν ότι 800 περίπου επαναστάτες είχαν εμφανιστεί κοντά στην Κατερίνη, συναντήθηκαν ο Γάλλος πρόξενος Mornard και ο γιατρός Πρασακάκης με τους αρχηγούς των ελληνικών σωμάτων, για να τους μεταπείσουν ώστε ν’ αποφύγουν κάθε ένοπλη δραστηριότητα.
Όμως, ακόμη και τόν Αύγουστο του ίδιου χρόνου, η αναταραχή συνεχιζόταν προκαλώντας τις έντονες ανησυχίες των τουρκικών αρχών.
Στα μέσα Αυγούστου η Πύλη διέταξε τον σχηματισμό επιτροπής, η οποία θα αναλάμβανε να δικάσει τους υπεύθυνους Τούρκους αξιωματούχους για τη σφαγή του Πολυγύρου.

 Το αποτέλεσμα της δίκης υπήρξε σχεδόν αθωωτικό για τους διαφόρους μπέηδες.
 Ο Μαχμούτ μπέης και ο Χασάν αγάς καταδικάστηκαν μόνο σε 6 χρόνια εξορία, ο Γιαϊχά σε 4 χρόνια, όπως και ο Αλήμπεη, και ο Αλή σε 1 χρόνο.
Ο ίδιος ο Άγγλος πρόξενος της Θεσσαλονίκης Ch. Blunt έκρινε τις ποινές μικρές.

Παρά τις προσπάθειες των τουρκικών αρχών να πατάξουν την ανταρτική δραστηριότητα των Ελλήνων οπλαρχηγών, τα ελληνικά σώματα συνέχισαν να δρουν στον Όλυμπο καιν’ αποτελούν αντιστασιακές εστίες.

Και στη Δυτική Μακεδονία, ιδιαίτερα στις περιοχές Καστοριάς και Κλεισούρας, οι ένοπλοι ελληνικοί πυρήνες, αποτέλεσαν μόνιμες εφεδρείες των ντόπιων ελληνομακεδονικών επαναστατικών εστιών.

 Η περιφέρεια της Ανασελίτσας υπήρξε για μεγάλο χρονικό διάστημα μόνιμη εστία αναταραχής.

Κατά τους τελευταίους μήνες του 1854 εκδηλώθηκε σημαντικό επαναστατικό κίνημα στην ελληνική Πρεμετή, όπου ο ελληνικός πληθυσμός ξεσηκώθηκε κατά των Τούρκων.


Αλλά και στη Βορειοδυτική Μακεδονία, στο απομακρυσμένο Μορίχοβο, το ελληνικό σώμα του οπλαρχηγού Γιαννούλα εμφανίζεται να δρα το καλοκαίρι του 1857.

 Το τέλος του Κριμαϊκού πολέμου δεν ανέκοψε την ελληνική ανταρτική δράση. 

Πραγματικά τον Αύγουστο του 1857 40 περίπου Έλληνες αντάρτες επετέθηκαν στο Όστροβο και αιχμαλώτισαν τον Τούρκο εισπράκτορα των εσόδων του εκεί δερβενιού, ενώ ο οπλαρχηγός Γιαννούλας είχε τραπεί σε ληστρική δραστηριότητα καταπιέζοντας τους χριστιανικούς πληθυσμούς των πολυάριθμων χωριών του Μοριχόρου .

Δεν υπάρχουν σχόλια: