Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2016

ΘΡΑΚΟΜΑΚΕΔΟΝΙΑ: Η Θράκη από το συνέδριο τον Βερολίνου μέχρι την εξέγερση του Ίλιντεν (1878-1903)


Συμβούλιο των Βοεβόδων της ΒΜΟΡΟ
(Εσωτερικής  Μακεδονο-Ανδιανουπολίτικης
Επαναστατικής Οργάνωσης)
της επαναστασικής περιοχής Ανδριανούπολης
λίγο πριν την Εξέγερση
 του "Προφήτη Ηλία-Μεταμόρφωσης"
"Ilinden–Preobrazhenie"
"Илинденско-Преображенско
" въстание

Κωνσταντίνου Α. Βακαλόπουλου
Ιστορία του Βόρειου ελληνισμού
Θ Ρ Α Κ Η
(οι φωτογραφίες επιλογή Yauna)


  Με την αναχώρηση των ρωσικών στρατευμάτων από την Θράκη η πολιτική κατάσταση στον γεωγραφικό αυτόν χώρο γνώρισε μια έντονη αναταραχή.
Το ελληνικό στοιχείο βρέθηκε αντιμέτωπο απέναντι στην πυκνότερη βουλγαρική δραστηριοποίηση, που εκπροσωπούσε η Εξαρχία και απέναντι στην στυγνότερη τουρκική καταπίεση, που είχε άμεσες επιπτώσεις τόσο στο πολιτικό όσο και στο κοινωνικό καθεστώς των χριστιανών κατοίκων.

Η απόσπαση μεγάλων οθωμανικών επαρχιών μετά το συνέδριο του Βερολίνου και οι θλιβερές συνέπειες της ρωσοτουρκικής σύρραξης σήμαναν αυτόματα την ουσιαστική μείωση των προσόδων του οθωμανικού κράτους, γεγονός, το οποίο επιβάρυνε ακόμη περισσότερο το φορολογικό καθεστώς του χριστιανικού στοιχείου.

Έτσι, μετά το 1880 παρατηρήθηκε βαρύτατη φορολογική επιβάρυνση των χριστιανών κατοίκων της Θράκης.
Η δεκάτη αντιστοιχούσε πια με το 12% της αγροτικής παραγωγής και μεγάλες φορολογικές αυξήσεις έπληξαν την αμπελουργία, τους καρπούς των δένδρων και τις εκτάσεις (στρεμματική φορολογία).



Οι φόροι της αμπελουργίας ήταν βαρύτατοι γιατί συνεπάγονταν δύο είδη φορολογίας τόσο στην παραγωγή όσο και στην έκταση.
Το προϊόν των αμπελοκαλλιεργειών εισπραττόταν σε χρήμα και το ύψος του ποσού καθοριζόταν από μικτή επιτροπή, αλλά συχνά προκαλούνταν διχογνωμίες στους κόλπους της με αποτέλεσμα να προσφεύγουν οι πληττόμενοι σε δικαστικούς αγώνες.

Τα σταφύλια, τα οποία προορίζονταν για την παραγωγή του κρασιού, υπόκεινταν σε συμπληρωματική φορολογία.
Αύξηση παρουσίασε μετά το 1880 και ο επιβαλλόμενος φόρος στα ζώα.

Ο κεφαλικός φόρος (χαράτσι) αντιστοιχούσε περίπου σε μισή λίρα τον χρόνο σε κάθε άρρενα χριστιανό.

Μετά το 1856 επιβλήθηκε και ο στρατιωτικός φόρος, ο οποίος επιβαλλόταν στους μη μουσουλμάνους για την εξαγορά της στρατιωτικής θητείας
.
Ο φόρος αυτός καταργήθηκε το 1908, με την επανάσταση των Νεότουρκων, οπότε θεσπίσθηκε η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία.

Ο φόρος της οδοποιίας επιβλήθηκε κατά τις τελευταίες δεκαετίες του περασμένου αιώνα και αναλογούσε σ’ ένα μετζιτιέ σε κάθε άρρενα χριστιανό.
Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι οι Τούρκοι κατασκεύαζαν δρόμους στις τουρκικές συνοικίες και στις κεντρικές αρτηρίες, ενώ στην ύπαιθρο φτιάχνονταν στρατιωτικές οδοί για την διέλευση των τουρκικών στρατευμάτων όπως π.χ. από την Κωνσταντινούπολη στην Αδριανούπολη και στις Σαράντα Εκκλησιές και από την Αδριανούπολη προς την Καλλίπολη, το Δεδέαγατς (Αλεξανδρούπολη) και την Κομοτηνή.

Τέλος επιβαλλόταν φόρος επιτηδεύματος στους επαγγελματίες, ο οποίος ποίκιλε ανάλογα με το είδος του επαγγέλματος.

Μετά την προσάρτηση της Ανατολικής Ρουμελίας στην Βουλγαρία, το 1885,
η Πύλη επέβαλλε βαρύτερη φορολογία στους Έλληνες της τουρκοκρατούμενης Θράκης και απαιτούσε ακόμη και από τους αμφισβητούμενους Έλληνες υπηκόους στρατιωτικό φόρο και φόρο επιτηδεύματος.
 (σημ. Yauna: Η Ανατολική Ρωμυλία προσαρτήθηκε μεν στο Βουλγαρικό Πριγκιπάτο, αλλά ήταν φόρο υποτελής στον Σουλτάνο.
Άλλη υπόθεση η Αυτονομία και άλλη η Ανεξαρτησία).


Απειλούσε μάλιστα τους Έλληνες εμπόρους ότι σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής του φόρου θα κατάσχονταν και θα εκποιούνταν τα εμπορεύματά τους σε μικρό χρονικό διάστημα από την παρουσία των φοροεισπρακτόρων.
Οι Έλληνες πρόξενοι της Θράκης διαμαρτυρήθηκαν επανειλημμένα προς τις ντόπιες αρχές και ζήτησαν οδηγίες από την ελληνική πρεσβεία της Κωνσταντινουπόλεως, η οποία αποφάνθηκε ότι η Τουρκία δεν είχε δικαίωμα να ζητεί στρατιωτικό φόρο από τους Έλληνες υπηκόους της οθωμανικής αυτοκρατορίας σύμφωνα με το 13ο άρθρο της ελληνοτουρκικής σύμβασης του 1881.

Εκτός βέβαια από τους παραπάνω φόρους, η Πύλη επέβαλε και πολλούς άλλους, έμμεσους φόρους, ανάλογα με τις εκάστοτε πολιτικές και οικονομικές συνθήκες της Τουρκίας.

Η πλήρης διοικητική και οικονομική αποδιοργάνωση της οθωμανικής αυτοκρατορίας μετά το 1878 επέτεινε το κλίμα της αυθαιρεσίας και της αναρχίας στον θρακικό χώρο.

Οι συνθήκες διαβίωσης των ελληνικών πληθυσμών των σημερινών γεωγραφικών περιοχών που αντιστοιχούν με την Δυτική και την Ανατολική Θράκη χειροτέρευσαν ακόμη περισσότερο έπειτα από την αποχώρηση των ρωσικών στρατευμάτων, την διόγκωση της βουλγαρικής ανταρτικής δράσης και της τουρκικής ληστρικής ενεργοποίησης.

Βουλγαρικά σώματα, τα οποία είχαν οργανωθεί και στελεχωθεί κατάλληλα κατά την διάρκεια της ρωσικής κατοχής, επιδίδονταν τώρα σ’ ένα χωρίς προηγούμενο εκφοβισμό του ελληνικού στοιχείου με στόχο την προσέλκυσή του στην βουλγαρική Εξαρχία.

Το γεγονός ότι οι Τούρκοι είχαν προβεί σε αλλεπάλληλες βιαιοπραγίες σε βάρος των χριστιανικών πληθυσμών είχε παρακινήσει τα ρωσικά στρατεύματα να παρατείνουν σε ορισμένες περιοχές της Θράκης την παραμονή τους ιδιαίτερα στις περιοχές Φερρών-Αδριανουπόλεως, Τυρολόης-Αδριανουπόλεως, στις Σαράντα Εκκλησιές, στο Μπαμπά-Εσκή και σε άλλα μέρη.

 Σε αξιοθρήνητη κατάσταση βρίσκονταν οι κάτοικοι του Σουφλίου, οι οποίοι ικέτευαν τον Έλληνα πρόξενο της Αδριανουπόλεως Ν. Γεννάδη να μεσολαβήσει στους Ευρωπαίους συναδέλφους του, γιατί οι τουρκικές σφαγές και οι συνεχείς επιδρομές τους είχαν κατατρομοκρατήσει και τους
είχαν φέρει σε απόγνωση.

Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι η σταδιακή αποχώρηση των Ρώσων από τις περιοχές όπου είχαν εγκατασταθεί, η αθρόα είσοδος μουσουλμάνων εποίκων από την Ανατολική Ρουμελία και η επανεμφάνιση των τουρκικών στρατευμάτων στην Θράκη είχαν δημιουργήσει τόσο μεγάλη αναταραχή ανάμεσα στους χριστιανικούς πληθυσμούς
ώστε προκλήθηκε ισχυρό προσφυγικό ρεύμα ιδιαίτερα από τις επαρχίες
Σηλυβρίας, 
Τυρολόης, 
Κεσσάνης, 
Διδυμοτείχου και 
Αδριανουπόλεως προς την 
Ανατολική Ρουμελία.

 Πολλοί Βούλγαροι, αλλά και Ελληνες, έσπευδαν στην Βόρεια Θράκη, στην αυτοδιοικούμενη πια Ανατολική Ρουμελία, για να γλιτώσουν από τις επιπτώσεις της νέας τουρκικής κατοχής και ν αποφύγουν κυρίως τα τουρκικά αντίποινα.

Εξοργισμένοι Τούρκοι επέστρεφαν και πάλι στις πατρίδες τους, εισέβαλαν στα χριστιανικά σπίτια και λεηλατούσαν τα πάντα.
Οι Έλληνες εγκατέλειπαν τα χωριά τους, γιατί οι Ροδοπαίοι επαναστάτες εισέβαλαν σ’ αυτά και κακοποιούσαν όλους τους κατοίκους τους.

Σε ορισμένες περιοχές οι Ρώσοι, αποβλέποντας ν’ αποκομίσουν πολιτικά οφέλη, υποκινούσαν, σε συνεργασία με τους Βουλγάρους, τους ελληνικούς πληθυσμούς να μεταναστεύουν στην Ανατολική Ρουμελία.
Οι Ρώσοι κατόρθωναν να πείθουν τους κατοίκους των χωριών της μεθοριακής γραμμής Κεσσάνης—Ουζούν-Κιοπρού (Μακρά Γέφυρα) ν’ απευθύνουν αναφορές ζητώντας να συμπεριληφθούν στην δικαιοδοσία των ρωσικών αρχών που παρέμειναν στην Μακρά Γέφυρα.

Πολλοί Ελληνες Θρακιώτες, απελπισμένοι και απογοητευμένοι από την κατάσταση, έσπευδαν στους κατά τόπους Έλληνες διπλωματικούς εκπροσώπους και τους παρακαλούσαν να τους επιτρέψουν ν’ αναλάβουν ένοπλη δράση. 

Τους διαβεβαίωναν ακόμη ότι αρκούσε η εμφάνιση ενός οπλαρχηγού,
για να ξεσηκώσει χιλιάδες Θρακιώτες επαναστάτες 
κατά των Τούρκων και των Βουλγάρων.

Συστηματική υπήρξε κατά την εποχή αυτή η δράση της βουλγαρικής και της βουλγαρουνιτικής κίνησης στις επαρχίες Αδριανουπόλεως, Σαράντα Εκκλησιών, Γκιουμουλτζίνας και Διδυμοτείχου.

Η ουνιτική κίνηση, η οποία διέθετε την ισχυρή, υλική και ηθική, συμπαράσταση της Αυστρίας και ιδιαίτερα της Γαλλίας και των διπλωματικών εκπροσώπων τους στην Θράκη, προωθούσε ουσιαστικά τα βουλγαρικά συμφέροντα και τις βουλγαρικές επιδιώξεις στον θρακικό χώρο.

Η καθολική κίνηση καλυπτόταν κάτω από τον θρησκευτικό μανδύα και σε τελευταία ανάλυση αποτελούσε το άσυλο των σλαβόφωνων πληθυσμών, οι οποίοι έλπιζαν ότι με την αναγνώριση των πρωτείων του Πάπα θ’ απαλλάσσονταν από τα δεινά του τουρκικού ζυγού.
Έτσι λοιπόν επενέβαινε κάθε φορά εκεί, όπου αποτύχαιναν οι προσπάθειες της βουλγαρικής κίνησης, αφού αποτελούσε το κύριο προστάδιό της.

Έτσι στα τέλη του 19ου αιώνα οι βουλγαρουνιτικοί πληθυσμοί προσχώρησαν οριστικά στην Εξαρχία. 

Η βουλγαρική κίνηση δράστηριοποιήθηκε με ιδιαίτερη ένταση μετά το συνέδριο του Βερολίνου τόσο στην σημερινή Ανατολική όσο και στην Δυτική Θράκη.

Ανάμεσα στους σλαβόφωνους εξαρχικούς πληθυσμούς δρούσαν πολυάριθμοι απόστολοι του πανσλαβισμού, οι οποίοι προσπαθούσαν ν αναπτερώσουν το ηθικό τους και να τους υποκινήσουν σε συγκεκριμένες ενέργειες, δηλαδή στην υποβολή εγγράφων αναφορών προς την Πύλη σχετικά με την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων και την παραχώρηση Οργανικού νόμου σύμφωνα με το 23ο και 62ο άρθρο της συνθηκης του Βερολίνου και στην αποστολή πολυάριθμων αιτήσεων 
για την εφαρμογή του δέκατου άρθρου του φιρμανιού της Εξαρχίας, που προέβλεπε την επέκταση της δικαιοδοσίας του Βουλγάρου Εξάρχου σε περιοχές,
 όπου τα 2/3 των κατοίκων τους θεωρούνταν Βούλγαροι. 

Η πολιτική κατάσταση στην Θράκη επιδεινωνόταν περισσότερο από την διαρκή διείσδυση ένοπλων βουλγαρικών ομάδων, των οποίων η παρουσία είχε σαν βασικό σκοπό την ανάπτυξη βουλγαρικών αντιστασιακών εστιών και την προσέλκυση των ελληνικών πληθυσμών με την βία στην Εξαρχία.

Αλλά οι προσπάθειες της βουλγαρικής πλευράς να εμφανίσουν στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη την πληθυσμιακή υπεροχή του βουλγαρικού στοιχείου στην Θράκη προκαλούσε πάντοτε τις εύλογες αντιδράσεις και ανησυχίες των ελληνικών κοινοτήτων.

Πολύ ασθενής εμφανιζόταν το 1878 η παρουσία του βουλγαρικού στοιχείου μέσα στην Αδριανούπολη και στις Σαράντα Εκκλησιές συγκριτικά με τις αντίστοιχες ελληνικές κοινότητες των δύο πόλεων, αλλά στα γύρω χωριά ζούσαν πυκνοί βουλγαρικοί πληθυσμοί.

 Σημαντικές προόδους είχε πραγματοποιήσει η βουλγαρική κίνηση στην περιοχή (μουεσαριφλίκι) της Γκιουμουλτζίνας (Κομοτηνή).

Μέσα στην Κομοτηνή κατοικούσαν 450-500 ελληνικές οικογένειες και 200 βουλγαρικές.

 Από τα 49 χωριά του γεωγραφικού τμήματος Γκιουμουλτζίνας και Δεδέαγατς αμιγή ελληνικά ήταν τα εξής:
Χιρκάς, 
Γριτζάν Χισάρ, 
Πλάτκιοϊ, 
Μαρώνεια, 
Κουτσούκ Κιοϊ, 
Μάκρη, 
Δεδέαγατς, 
Φέρρες, 
Ρουμτζούκι, 
Πασμακτζή και 
Καβατζήκ. 

Σχεδόν όλα τα υπόλοιπα ήταν μικτά ή αμιγή βουλγαρικά (Καλαϊτζή Δερέ, Μοναστήρι, Γιασούντ, Κουζλούκια και άλλα).

Κέντρο της βουλγαρικής κίνησης υπήρξε το χωριό Δογάν Χισάρ με βουλγαρικό σχολείο. Βουλγαρικά ήταν και τα χωριά 
Δομούζ Δερέ, 
Δερβέντι, 
Λήτζια Κιοϊ, 
Μαρχαμλή και 
Χαχτατζήκι.

 Οι βουλγαρικές προσπάθειες είχαν εντοπισθεί κυρίως στην εκκλησιαστική επαρχία Μαρωνείας, όπου ο βουλγαρικός πληθυσμός (37 βουλγαρικά χωριά) ήταν διπλάσιος από τον ελληνικό.

Σκληρές βουλγαρικές προσπάθειες για την προσέλκυση των σλαβόφωνων πληθυσμών πραγματοποιούνταν στα γεωγραφικά τμήματα
Κεσσάνης, 
Μαλγάρων, 
Ουζούν Κιοπρού, 
Αίνου, 
Ηράκλειας, 
Φερρών και 
Ξάνθης. 

Βουλγαρικές ενέργειες για την ίδρυση βουλγαρικών σχολείων στις περιοχές αυτές συναντούσαν ωστόσο τις σφοδρές αντιδράσεις των ελληνικών πληθυσμών.

Οι βουλγαρικές κινήσεις στην Ξάνθη στόχευαν στην ίδρυση βουλγαρικού σχολείου και εκκλησίας, αλλά σχεδόν πάντα αντιμετώπιζαν την άκαμπτη ελληνική αντίσταση.

 Χάρη στην δράση των δύο ελληνικών σωματείων, του «Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου» και της «Αδελφότητος των Ξένων» που ιδρύθηκαν το 1884, οι Ξανθιώτες αντιμετώπισαν με επιτυχία τις βουλγαρικές απόπειρες με την πολύτιμη συμβολή του μητροπολίτη Ιωακείμ (1891).

Η βουλγαρική κίνηση, επωφελούμενη από την αδύναμη θέση, στην οποία είχε περιέλθει ο υπόδουλος ελληνισμός μετά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, επιχείρησε να επαναδραστηριοποιηθεί στην Ξάνθη, αλλά τα αλλεπάλληλα διαβήματα και οι παραστάσεις των κατοίκων της προς τις ντόπιες τουρκικές αρχές και στην Πύλη εξουδετερωσαν τα βουλγαρικά σχέδια.
Η Τσέτα του Tane Nikolov-Тане Николов

 Βέβαια το 1903, την εποχή της βουλγαρικής εξέγερσης του Ίλιντεν στην Μακεδονία, η κατάσταση οξύνθηκε και στην Ξάνθη καθώς οι εξοπλισμένοι κομιτατζήδες Χατζηγεωργίου, Νικολώφ, Πίζεφ και Καραουλάνωφ πίεζαν το ελληνικό στοιχείο με κάθε τρόπο, για να το προσελκύσουν στην Εξαρχία.

Ο Θρακικός αγώνας έγινε τότε στην Ξάνθη σκληρότερος.

Στην επαρχία Διδυμοτείχου δεν είχαν εμφανισθεί μέχρι το 1878 Βούλγαροι.

 Οι Έλληνες χωρικοί προέρχονταν από την Πελοπόννησο και την Θεσσαλία τα χωριά
Κουρουτζή (Καρωτή), 
Καδήκιοϊ (Μανη), 
Τσομπανλή (Ποιμενικό), 
Κιζιλτζήκιοϊ (Σκουρτοχώρι), 
Παζαρλή (Παταγή), 
Κουλακλή (Αμπελάκια), 
Κουφόβουνο, 
Καραμπουνάρ (Βρυσικά), 
Άκμπουναρ (Ασπρονέρι), 
Κιρέτσκιοϊ, 
Ιντζέσκιοϊ (Ασβεστάδες) και 
Τσαουσλή (Κυανή). 

Οι κάτοικοι των χωριών
Μπουλγκάρκιοϊ (Ελληνοχώρι), 
Τσαλλήκιοϊ (Παληούρι), 
Τομπάκ (Μεταξάδες), 
Ιβλεδίν (Λάδη), 
Καρλή (Χιονάδες), 
Δουγαντζή (Δοξαπάρα) και 
Καμπαΐκ (Χανδράς) 
κατάγονταν από την Ήπειρο.

Ελληνικότατο υπήρξε το χωριό Αη-Αλάν, το οποίο επιδικάσθηκε τελικά στην Βουλγαρία καθώς και η αλβανόφωνη Μανδρίτσα, που αποτέλεσε τον πυρήνα των τελειόφοιτων του γυμνασίου Αδριανουπόλεως.

 Οι κάτοικοι των χωριών
Καπουτζή (Θυρέα), 
Κουλελή Μπουργάζ (Πύθιον), 
Πετράδες και 
Πραγγίο 
προέρχονταν από την Βόρεια Ηπειρο.

Κανένα γωριό απ’ αυτά δεν είχε αποσκιρτήσει από το πατριαρχείο. 

Ακόμη και αυτά τα 4-5 ορεινά χωριά
Καγιατσηκ (Κυριακή) 
Δερβέντι (Δέριο), 
Πασκλησέ (Πρωτοκλήσι), 
Καράκλησε (Μαυροκλήσι), 
των οποίων ο σλαβόφωνος πληθυσμός προερχόταν από την Βουλγαρία,
παρέμειναν αφοσιωμένα στο πατριαρχείο.

Σε μεμονωμένες μόνο περιπτώσεις παρατηρήθηκε το φαινόμενο προσηλυτισμού των κατοίκων στην ουνία και στην Εξαρχία, ιδιαίτερα στο Δερβέντι (Δέριο) και στο Διδυμότειχο, όπου ήδη από το 1884 δραστηριοποιούνταν οι εξαρχικοί με την συμπαράσταση των τουρκικών αρχών για τον διορισμό Βουλγάρων δασκάλων.
Παράλληλα, από την εποχή της ρωσικής κατοχής, πολυάριθμοι απεσταλμένοι των πανσλαβιστικών κομιτάτων, ανάμεσα στους οποίους και ο Βούλγαρος επίσκοπος της Βράτζης (κοντά στο Τατάρ Παζαρτζίκ).
Υπόσχονταν την απελευθέρωση στους χριστιανικούς πληθυσμούς της επαρχίας Διδυμοτείχου, προσπαθούσαν να τους ξεσηκώσουν και τελούσαν την εκκλησιαστική λειτουργία στα ρωσικά με την συνεργασία Ρώσων ιερέων.

Στο εκκλησιαστικό πεδίο οι βουλγαρικές ενέργειες στόχευαν να καταλάβουν το μετόχι του Αγ. Χαραλάμπους και το παρεκκλήσι του Αγ. Νικολάου.
Τον Απρίλιο του 1886 δόθηκε όμως η έγκριση του βαλή Αδριανουπόλεως για την κατάληψη της ελληνικής εκκλησίας του χωριού Δερβέντι.

Στα 1903, την χρονιά του Ίλιντεν, παρατηρήθηκε βίαιη προσχώρηση 4 ελληνικών χωριών στην Εξαρχία:
 του Καγιατζήκ (Κυριακή), 
του Πάσκλησε (Πρωτοκλήσι), 
του Καράκλησε (Μαυροκλήσι) και 
του Δερβέντι.

Τότε προσηλυτίσθηκαν και 5 ελληνικές οικογένειες του Διδυμοτείχου, που ζήτησαν (χωρίς όμως ανταπόκριση) την ίδρυση βουλγαρικού σχολείου μέσα στην κωμόπολη.

Γενικότερα η βουλγαρική δράση στην περιοχή Διδυμοτείχου και μέσα στην κωμόπολη απέβλεψε να παρεμβάλει εμπόδια στην εύρυθμη λειτουργία των ελληνικών σχολείων και να ματαιώσει την ίδρυση νέων με αλλεπάλληλες καταγγελίες στις τουρκικές αρχές.

Η τελική έγκριση για την δημιουργία του αρρεναγωγείου Διδυμοτείχου, τον Σεπτέμβριο του 1911, δικαίωσε τις τριαντάχρονες αγωνιώδεις ελληνικές προσπάθειες και ματαίωσε τα βουλγαρικά σχέδια.
Η γενική απογραφή του χριστιανικού στοιχείου της Θράκης που πραγματοποιήθηκε στα 1883-1884, έδωσε την ευκαιρία στο ελληνικό στοιχείο να ζητήσει την διάκριση του πληθυσμού κατά εθνότητες και όχι κατά θρήσκευμα, όπως προβλεπόταν από την Πύλη, ενώ οι εξαρχικοί κατόρθωναν συχνά με διάφορα μέσα να επηρεάζουν μεροληπτικά τις επιτροπές των απογραφών.

 Τον Απρίλιο του 1883 ο Έλληνας πρόξενος στην Αδριανούπολη διαμαρτυρήθηκε στον γενικό διοικητή, γιατί είχε αναγνωρίσει σε ελάχιστους Έλληνες την ελληνική ιθαγένεια.
Τα πορίσματα της απογραφής έδειξαν ότι στην επαρχία Σαράντα Εκκλησιών και στους γύρω καζάδες ο πληθυσμός ανερχόταν σε
53.908 Έλληνες 
27.364 Τούρκους, 
22.525 Βουλγάρους, 
648 Εβραίους, 
2 Αρμένιους και 
251 άλλων εθνοτήτων.

 Στους καζάδες Αρκαδιουπόλεως (Λουλέ-Μπουργκάζ) και Μήδειας οι κάτοικοι είχαν απογραφεί μόνο ως προς το θρήσκευμα (χριστιανοί και μουσουλμάνοι).

Το γεωγραφικό τμήμα της Ξάνθης περιλάμβανε 108 κωμοπόλεις και χωριά.
Εκτός από την Ξάνθη οι κυριότερες κωμοπόλεις ήταν:
Γενιτζές, Πολούστρα ( Αβδηρα), 
Ινελή, 
Κουγιούνκιοϊ, 
Σαλή και 
Πόρτο Λάγος, όπου κατοικούσαν μόνο Έλληνες.

Στο γεωγραφικό τμήμα της Γκιουμουλτζίνας (Κομοτηνής) οι Έλληνες διαμαρτυρήθηκαν ότι δεν είχε γίνει σωστά η απογραφή και ο βαλής διέταξε την επανάληψή της κατά θρήσκευμα.

Μέσα στην Αδριανούπολη η μεγάλη πλειοψηφία των κατοίκων έδειξε ότι ήταν οι Έλληνες και ακολουθούσαν οι Εβραίοι, οι Αρμένιοι, οι Τούρκοι και οι Βούλγαροι.

 Στο προάστειο του Γιλδιριμίου της Αδριανουπόλεως ζούσαν
15.000 περίπου Έλληνες και μόνο
700 Βούλγαροι.

Την ίδια ακριβώς εποχή ξέσπασε σε ολόκληρη την οθωμανική αυτοκρατορία το προνομιακό ζήτημα, που αφορούσε την αμφισβήτηση των πατριαρχικών προνομίων εκ μέρους της Πύλης.

Το νέο καθεστώς στόχευε στην ανακοπή της αλματώδους ανάπτυξης της εκπαιδευτικής δράσης του υπόδουλου ελληνισμού, ιδιαίτερα της Μακεδονίας και της Θράκης, διά μέσου του ελέγχου των πτυχίων των Ελλήνων δασκάλων, των διδακτικών βιβλίων και των σχολικών προγραμμάτων καθώς και των αλλεπάλληλων επεμβάσεων των ντόπιων τουρκικών αρχών στα εκπαιδευτικά ζητήματα των Ελλήνων.

Η κατάλυση των πατριαρχικών προνομίων και η παραίτηση του πατριάρχη Ιωακείμ Γ ' ευαισθητοποίησαν ενεργά τους ελληνικούς πληθυσμούς της Θράκης, που έσπευσαν ν’ απευθυνθούν με αλλεπάλληλες αναφορές τους στο πατριαρχείο, στην Πύλη και στις κατά τόπους τουρκικές αρχές διατρανώνοντας την αφοσίωσή τους στην Ορθοδοξία, εκφράζοντας την βαθιά θλίψη τους για την παραίτηση του πατριάρχη και δηλώνοντας ότι θ’ αγωνίζονταν με όλα τα μέσα για την διατήρηση των εκκλησιαστικών προνομίων.

Η αναταραχή όμως που προκλήθηκε την εποχή εκείνη στο ελληνικό στοιχείο της Θράκης, δημιούργησε πρόσφορο έδαφος για την απρόσκοπτη διείσδυση της βουλγαρικής κίνησης, η οποία απέβλεψε κυρίως στην προσέλκυση των σλαβόφωνων ελληνικών πληθυσμών στην Εξαρχία, στην διάβρωσή τους με υλικά ανταλλάγματα, στον διορισμό εξαρχικών εκπροσώπων και στην ίδρυση βουλγαρικών σχολείων.

 Η εντατικοποίηση της βουλγαρικής δράσης που παρατηρήθηκε στον θρακικό χώρο μετά την προσάρτηση της Ανατολικής Ρουμελίας, επικεντρώθηκε στις επαρχίες
Αδριανουπόλεως, 
Σαράντα Εκκλησιών και 
Διδυμοτείχου. 

Η εφαρμογή του 23ου άρθρου της συνθήκης του Βερολίνου για την εισαγωγή διοικητικών μεταρρυθμίσεων παραμένει και την εποχή αυτή ένα από τα κυριότερα αιτήματα του βουλγαρικού στοιχείου της Θράκης.

Γύρω στα 1890 αναζωπυρώθηκε και πάλι το προνομιακό ζήτημα και οι τουρκικές αρχές της Θράκης ανανέωσαν τις επεμβάσεις τους στα σχολειακά του υπόδουλου θρακικού ελληνισμού με τις αλλεπάλληλες παρεμβολές τους στην εύρυθμη λειτουργία των ελληνικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και επιχείρησαν ν’ αμφισβητήσουν στις σχολικές εφορίες το αποκλειστικό δικαίωμά τους να διορίζουν, να μεταθέτουν και ν απολύουν το εκπαιδευτικό προσωπικό.

Κατά το χρονικό αυτό διάστημα ο βουλγαρικός παράγοντας ανέπτυξε ζωηρότατη πολιτική δράση στον θρακικό χώρο τοποθετώντας εξαρχικούς εκπροσώπους σε νευραλγικές περιοχές, αναπτύσσοντας έντονη εκπαιδευτική κίνηση, καλλιεργώντας βουλγαρική εθνική συνείδηση σε μεγάλο ποσοστό του ντόπιου πληθυσμιακού στοιχείου των περιοχών Σαράντα Εκκλησιών και Αδριανουπόλεως και δημιουργώντας, ανάλογα με τις περιστάσεις και το μέγεθος της ελληνικής αντίστασης, μικρούς ή μεγαλύτερους αγροτικούς και αστικούς πυρήνες.

Όργανα της Εξαρχίας και της βουλγαρικής κυβέρνησης δραστηριοποιούνταν ενεργά στα ορθόδοξα χωριά της στενής σλαβόφωνης ζώνης κατά μήκος των βουλγαρικών συνόρων με κατεύθυνση το Δεδέαγατς και το κέντρο του βιλαετιού Αδριανουπόλεως.

Τις θλιβερές επιπτώσεις από τις επεμβάσεις των τουρκικών αρχών στα σχολειακά ελληνικά ζητήματα και από τους αλλεπάλληλους ελέγχους των διπλωμάτων των Ελλήνων δασκάλων, των διδακτικών βιβλίων και των σχολικών προγραμμάτων περιγράφουν σε εκτενείς εκθέσεις τους οι Έλληνες διπλωματικοί εκπρόσωποι της Θράκης, οι οποίοι επισημαίνουν την ανάγκη για την μεσολάβηση του ελληνικού κράτους και την διευθέτηση του ζητήματος.

Δεν ήταν όμως μόνον οι θλιβερές συνέπειες από την ανακίνηση του προνομιακού ζητήματος που έπλητταν την εποχή εκείνη τους Ελληνες της Θράκης, αλλά και η οικονομική δυσπραγία του ελληνικού κράτους, το οποίο, λόγω των εσωτερικών προβλημάτων και των εξωτερικών περισπασμών, αδυνατούσε να συνεχίσει την πολιτική της παροχής επιχορηγήσεων για την λειτουργία των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων του υπόδουλου ελληνισμού και είχε υποχρεωθεί να τις περικόψει σημαντικά.

 Η εκπαιδευτική δράση των Θρακών στηρίχθηκε τότε στις δικές τους δυνάμεις και στις επιχορηγήσεις των πολυάριθμων φιλεκπαιδευτικών συλλόγων. 

Εξίσου σοβαρές επιπτώσεις στο πολιτικό καθεστώς του ελληνισμού της Θράκης είχε και η εφαρμογή του πατριαρχικού μέτρου για την εκ περιτροπής τέλεση της εκκλησιαστικής λειτουργίας σε μικτές χριστιανικές κοινότητες, μέτρο, το οποίο ενθάρυναν και οι τουρκικές αρχές, για να υποδαυλίζεται η ελληνοβουλγαρική διαπάλη και να διαιωνίζεται η τουρκική εξουσία.

 Το φαινόμενο αυτό εντάθηκε ιδιαίτερα στις επαρχίες Αδριανουπόλεως και Σαράντα Εκκλησιών, όπου Έλληνες και Βούλγαροι συγκρούονταν καθημερινά διεκδικώντας την κυριότητα των εκκλησιών και των σχολείων.
Οι διαμάχες αυτές έδιναν την αφορμή στις τουρκικές αρχές ν’ αναστέλλουν την λειτουργία των εκκλησιαστικών και των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και να συμβάλλουν στην όξυνση των σχέσεων των χριστιανικών εθνοτήτων.

Η άρνηση των μεγάλων δυνάμεων να υιοθετήσουν τις προτάσεις του Μακεδονοθρακικού κομιτάτου για την εισαγωγή διοικητικών μεταρρυθμίσεων στις δύο μεγάλες ευρωπαϊκές επαρχίες της οθωμανικής αυτοκρατορίας καθώς και τα πενιχρά αποτελέσματα από την μέχρι τότε δράση της βουλγαρικής κίνησης, μετέστρεψαν στις αρχές του 20ού αιώνα και στην Θράκη τις βάσεις της βουλγαρικής Οργάνωσης.

Εφόσον είχε σταθεί αδύνατο ν’ αποδώσει θετικά σε γενικές γραμμές 
ο προσηλυτισμός του χριστιανικού στοιχείου της Θράκης με ειρηνικά μέσα, 
μεθοδεύθηκε η χρήση βίαιων και απάνθρωπων μεθόδων 
σε βάρος των ελληνικών πληθυσμών 
με σκοπό την προσέλκυσή τους στην Εξαρχία

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε
 στην κατατρομοκράτηση του ελληνικού στοιχείου της Θράκης
 και στην φυσική εξόντωση των 
Ελλήνων προκρίτων, ιερέων και δασκάλων,
οι οποίοι αποτελούσαν την ραχοκοκκαλιά της ελληνικής αντίστασης

Παρολαυτά οι ανθελληνικοί διωγμοί στην Θράκη πήραν πολύ μικρότερες διαστάσεις από ό,τι στην Μακεδονία,
 γιατί οι συνθήκες εδώ υπήρξαν εντελώς διαφορετικές εφόσον
 το βουλγαρικό στοιχείο αντιπροσώπευε μικρό μόνο ποσοστό του συνολικού θρακικού πληθυσμού.

Έτσι εξηγείταν και το γεγονός ότι το βουλγαρικό κίνημα δεν στάθηκε δυνατό να εδραιωθεί και ν’ αποκτήσει ισχυρά λαϊκά ερείσματα.
 Είναι χαρακτηριστικό ότι στις αρχές του τωρινού αιώνα λειτουργούσαν στην Θράκη (βιλαέτι Αδριανουπόλεως)
416 ελληνικά σχολεία με 32.210 μαθητές, τα οποία αντιπαραβάλλονταν απέναντι σε
162 βουλγαρικά σχολεία με 4.661 μαθητές.
 Η διαφορά υπήρξε οπωσδήποτε τεράστια. 

Ο ελληνικός πληθυσμός ήταν διασπαρμένος σε ολόκληρο το βιλαέτι Αδριανουπόλεως εκτός από το βορειοδυτικό τμήμα του, που αποτελούνταν από τον οροσειρά της Ροδόπης (καζάδες Αχή-Τσελεμπή, Εγρή-Δερέ, Δαρή-Δερέ και ΣουλτάνΓερί), όπου ζούσαν οι Πομάκοι.

 Το ελληνικό στοιχείο εμφανιζόταν πυκνότερο προς την θάλασσα, νοτιά και ανατολικά, και αραιοτερο προς τα τουρκοβουλγαρικά σύνορα.

Οι Βούλγαροι επικρατούσαν σε στενή ζώνη κατά μήκος της οροθετικής γραμμής από την Ροδόπη μέχρι τον Εύξεινο Πόντο.
Βουλγαρικά χωριά υπήρχαν ακόμη σε δύο εδαφικές ζώνες, οι οποίες άρχιζαν από την σλαβόφωνη περιοχή κατά μήκος των τουρκοβουλγαρικών συνόρων και εκτείνονταν στο εσωτερικό του βιλαετιού.
 Η πρώτη γεωγραφική ζώνη με διακλάδωση προς τα δυτικά (στην επαρχία Διδυμοτείχου) κατευθυνόταν προς το Δεδέαγατς.
Η δεύτερη ζώνη περιλάμβανε ολόκληρη την επαρχία Τιρνόβου, προχωρούσε στην αρχή παράλληλα προς τις ακτές του Εύξεινου Πόντου και έπειτα έπαιρνε νοτιοδυτική κατεύθυνση διευθυνόμενη προς τις επαρχίες Σαράντα Εκκλησιών και Αδριανουπόλεως.

Στις υπόλοιπες γεωγραφικές περιφέρειες του βιλαετιού Αδριανουπόλεως υπήρχαν μεμονωμένοι πυρήνες βουλγαρικών χωριών.

Είναι διαπιστωμένο ότι στις αρχές του εικοστού αιώνα παρατηρήθηκε σημαντική επιδείνωση του πολιτικού καθεστώτος του χριστιανικού στοιχείου του βιλαετιού Αδριανουπόλεως.

Η διαρκής αποσύνθεση της οθωμανικής αυτοκρατορίας και η ραγδαία αποδιοργάνωσή της εκδηλώνονταν καθημερινά σε όλους τους τομείς της δημόσιας διοίκησης.

Δεν ήταν μόνο η εξαντλητική φορολογία, οι ανεξέλεγκτες αυθαιρεσίες και οι καταχρήσεις των ντόπιων διοικητών, αλλά κυρίως η καταδίωξη των χριστιανικών πληθυσμών καθώς και η απονομή της δικαιοσύνης σχεδόν πάντα με υποκειμενικά και ιδιοτελή κριτήρια.
Οι δικαστές χρηματίζονταν, ενώ οι ψευδομαρτυρίες και η επιορκία αποτελούσαν πια συνηθισμένα φαινόμενα.
Η συχνή παρουσία τουρκικών εξεταστικών επιτροπών στην Θράκη και στην Μακεδονία σκοπό είχαν να καθησυχάσουν τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, για ν’ απέχουν από οποιαδήποτε επέμβαση στα οθωμανικά πράγματα.

Τεκμηριωμένη εικόνα για την κατάσταση που επικρατούσε στις αρχές του 20ού αιώνα στην Θράκη, δίνει ο Στυλιανός Γονατάς σε σχετική έκθεσή του:
Στυλιανός Γονατάς (1876-1966)
Πρωθυπουργός Ελλάδας (1922-1924)
«Ο κόσμος όμως ο αγροτικός πένεται και ο των πόλεων δεν ευημερεί.
Η κακοδιοίκησις, η έλλειψις ασφαλείας, οι βαρύτατοι φόροι συντελούσιν ώστε και η γη να καλλιεργήται ατελώς και εκ του εισοδήματος ελάχιστον μέρος να απομένη εις τους καλλιεργητάς.

Η δε από του τουρκικού κράτους απόσπασις της Ανατολικής Ρωμυλίας συνετέλεσεν, έτι πλέον, εις την καταστροφήν του ολίγου της Θράκης εμπορίου, καθόσον ολόκληρος η εύφορος και πλούσια επαρχία αύτη, ήτις άλλοτε συνηλλάσσετο αποκλειστικός μετ ’ αυτής, μετά την παρεμβολήν του χειρίστου διά το εμπόριον φραγμού της οροθετικής γραμμής,
εστράφη προς την Φιλιππούπολιν και την Σόφιαν.

Και βλέπει τις ήδη την Αδριανούπολιν, την πρωτεύουσαν ταύτην της Θράκης, εν καταστάσει πλήρους παρακμής, μίαν πόλιν της οποίας η ζωή και η κίνησις διαρκώς φθίνουν, χωρίς δυστυχώς να διαφαίνεταί που παρήγορός τις ελπίς διά την βελτίωσιν του μέλλοντος της.

Ούτε περιουσίαι μεγάλαι υπάρχουν ήδη, ούτε μεγαλοβιομήχανοι ούτε μεγαλέμποροι.


Και οι χωρικοί, καίτοι το πλείστον σχεδόν της υπαίθρου χώρας ανήκει εις αυτούς, και τα πλείστα των χωρίων είναι ίδια των χωρικών κτήματα, εν αντιθέσει προς την Μακεδονίαν όπου τα πλείστα είναι τσιφλίκια, εν τούτοις και αυτοί κυριολεκτικώς πένονται και εν και μόνον έτος αφορίας, οίον υπήρξε το παρελθόν, αρκεί να τους φέρη εις αληθή απόγνωσιν.
Πρόσθετος πληγή διά τους εν Θράκη χριστιανούς ήσαν και είναι ακόμη οι πρόσφυγες Τούρκοι (μουαντζήριδες) οι εγκαταστάντες εν αυτή, μετά την υπό των Βουλγάρων κατάληψιν της Ανατολικής Ρωμυλίας, και ενσφηνωθέντες κατ ’ ιδίους συνοικισμούς μεταξύ των χριστιανικών χωρίων, τα οποία ποικιλοτρόπως διά των αυθαιρεσιών των πιέζουσι, καταλαμβάνοντες αγρούς, ούς καλλιεργούσι και βοσκάς άς νέμονται, ουδεμίαν ευρίσκοντες, ως είναι ευνόητον, παρά ταις αρχαίς προστασίαν, οσάκις εις ταύτας καταφεύγουσι».

Μέσα σ’ αυτήν την αναταραχή και την αφόρητη κατάσταση που επικρατούσε στην Θράκη, εντατικοποιούνταν οι προσπάθειες της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης (ΕΜΕΟ) και άλλων βουλγαροθρακικών κομιτάτων, για να ξεσηκώσουν το χριστιανικό στοιχείο κατά των Τούρκων χρησιμοποιώντας βίαια μέσα σε βάρος των σλαβόφωνων ελληνικών κοινοτήτων του θρακικού χώρου και για να κάμψουν το ηθικό των Γραικομάνων, οι οποίοι αρνούνταν να υποκύψουν στις βουλγαρικές πιέσεις.

Σχετικά με τους Γραικομάνους ένας από τους πρωτεργάτες της βουλγαρικής Οργάνωσης στην Θράκη, ο Γκέρτζικωφ, σημείωνε τα εξής:

Mihail Gerdzhikov (1877-1947)
Михаил Герджиков
«Η γλώσσα του, τα ήθη και τα έθιμά του, η νοοτροπία του, η φορεσιά του, οι σπιτικές συνήθειες, όλα σου φωνάζουν την βουλγαρική καταγωγή του.

Και όμως μένει κολλημένος σαν το στρείδι στην Πατριαρχική κι ’ ενωμένος στην Ελληνική ιδέα.
Γι ' αυτήν είναι έτοιμος να θυσιασθή.

Ανοίγωμεν στα χωριά τους βουλγαρικά σχολεία που τα συντηρούμε.

Τους στέλνουμε Βουλγάρους παπάδες και δασκάλους, που τους πληρώνουμε ημείς. Συντηρούμε φτωχές οικογένειες.

Τίποτε!

Πληρώνουν μόνοι τους παπάδες και δασκάλους, που τους στέλνει το Πατριαρχείο της Πόλης.

Τους παραχωρούν δωρεάν δωμάτια στα σπίτια των, συχνά τους διατρέφουν...

Και βλέπεις ένα μοναδικό, ένα ακατανόητο φαινόμενο για κάθε λογικευμένο άνθρωπο, έστω και αν δεν είναι Βούλγαρος.

Στις μεγάλες Χριστιανικές γιορτές, Χριστούγεννα, Πάσχα, Αγίου Γεωργίου, Αγίου Δημητρίου, στους γάμους και τα βαφτίσια τους, όταν στρώνονται στο τραπέζι με συγγενείς και φίλους, και η τσότουρα με το κρασί περνά από χέρι σε χέρι, —δεν εύχονται για την απελευθέρωσί τους από τον τούρκικο ζυγό, για την ενωσί τους με την μεγάλη Πατρίδα, αλλά τους ακούς να διαδηλώνουν τα αισθήματά τους με τα λόγια: 

Ντά Ζοβέε Ορτοντοξία = Ζήτω η Ορθοδοξία. 
Δηλαδή «ζήτω το Πατριαρχείο, ζήτω ο Ελληνισμός».

 —    Και είναι πολλοί; τον διέκοψα.

—    Σχεδόν τα δύο τρίτα των σλαβοφώνων στη Μακεδονία, και όχι λίγοι στη Θράκη».

 Ουσιαστικά η βουλγαρική δράση στην Θράκη είχε αρχίσει στα 1897 με τον διαχωρισμό των Βουλγάρων επαναστατών σε δύο κατηγορίες:

τους νόμιμους, δηλαδή τους δασκάλους και ιερείς, που εργάζονταν με ειρηνικά μέσα για την προσέλκυση ελληνικών πληθυσμών στην Εξαρχία,

και τους παράνομους, δηλαδή τους ένοπλους κομιτατζήδες, οι οποίοι στρατολογούνταν και οπλίζονταν στην Βουλγαρία με επικεφαλής Βουλγάρους απόστρατους αξιωματικούς.

Τα δύο κυριότερα κέντρα της βουλγαρικής κίνησης στην Θράκη βρίσκονταν στην περιοχή του Μπουνάρ Χισάρ (Βρύση), που γειτόνευε με την επαρχία της Βιζύης (στο βιλαέτι Αδριανουπόλεως) και στην επαρχία των Σαράντα Εκκλησιών.

Στο Μπουνάρ Χισάρ υπήρχαν 8-10 βουλγαρικά χωριά που αποτελούσαν κρησφύγετο των κομιτατζήδων.
Μετά το 1900 αποκαλύφθηκαν οι βουλγαρικοί στόχοι στην Θράκη. 

Τότε, για πρώτη φορά, έπειτα από την σύλληψη του Έλληνα Σαρανταεκκλησιώτη γιατρού Κεριμιτζόγλου από βουλγαρική ομάδα —ο Κεριμιτζόγλου απελευθερώθηκε έπειτα από την καταβολή λύτρων—, άρχισαν οι τουρκικές αρχές ν’ ανησυχούν ιδιαίτερα για την έκταση και το μέγεθος της βουλγαρικής δράσης στον θρακικό χώρο.

Η άγρια καταδίωξη των ένοπλων βουλγαρικών ομάδων συνέβαλε προς στιγμήν στην προσωρινή διάλυση των τοπικών βουλγαρικών κομιτάτων, αλλά σύντομα πάλι επαναδραστηριοποιήθηκαν στο Μπουνάρ Χισάρ και στις Σαράντα Εκκλησιές.

Τα βουλγαρικά ανταρτικά σώματα εξοπλίζονταν και πίεζαν αφόρητα τους χριστιανικούς πληθυσμούς να παίρνουν όπλα και να τα κρύβουν κάτω από την γη μέχρι την στιγμή της γενικής εξέγερσης για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού.

Στις αρχές του 1903 εντάθηκε η διείσδυση βουλγαρικών σωμάτων από την Ανατολική Ρουμελία, ενώ το Ανώτατο Μακεδονο-Αδριανουπολιτικό κομιτάτο της Φιλιππουπόλεως έντεινε το επαναστατικό έργο του, συγκέντρωνε συνεισφορές και στρατολογούσε νέους οπαδούς.

 Τον Μάρτιο του 1903 ομάδα κομιτατζήδων προσπάθησε ν’ ανατινάξει γέφυρα στην σιδηροδρομική γραμμή, που ένωνε την Αδριανούπολη με την Κωνσταντινούπολη.

Τον Μάϊο του ίδιου χρόνου κομιτατζήδες επιχείρησαν ν’ ανατινάξουν την ελληνική μητρόπολη στο Δεδέαγατς (Αλεξανδρούπολη).

Τον ίδιο μήνα ο Ρώσος συνταγματάρχης Μοσχώφ περιόδευε στα θρακικά χωριά των τουρκόφωνων χριστιανών, των Γκαγκαούζων, για να διερευνήσει την κατάσταση και ν’ ανιχνεύσει το έδαφος ελπίζοντας στην προσέλκυση των εκεί πληθυσμών.

Τον Ιούλιο του 1903 170 βουλγαρικά ανταρτικά σώματα βρίσκονταν συγκεντρωμένα στην Ανατολική Ρουμελία και περίμεναν το σύνθημα για την τελική αναμέτρηση.

Stamat Ikonomow (1866-1912)
Стамат Икономов
Στις παραμονές της εξέγερσης του Ίλιντεν όλα τα βουλγαρικά σώματα είχαν χωρισθεί σε τρεις ομάδες, από τις οποίες ισχυρότερη υπήρξε εκείνη του βοεβόδα Οικονόμωφ, εφέδρου του βουλγαρικού στρατού.

 Με την έκρηξη της εξέγερσης, τον Ιούλιο του 1903, το σώμα του Οικονόμωφ προσπάθησε να καταλάβει το ελληνικό χωριό Ιντζέκιοϊ, αλλά απέτυχε μπροστά στην άριστα οργανωμένη άμυνα των τουρκικών δυνάμεων.

Η εξέγερση του Ίλιντεν στην Θράκη πήρε πολύ μικρότερες διαστάσεις από τον μακεδονικό χώρο.

 Στις αρχές Αυγούστου βουλγαρικές ένοπλες ομάδες συγκρούσθηκαν με τον τουρκικό στρατό στα τουρκοβουλγαρικά σύνοτα (Κουλελή-Μπουργκάζ) και στην συνέχεια εισέβαλαν στην ορεινή περιοχή του Τιρνόβου.

Από εκεί, ενισχυμένες και με την προσχώρηση ένοπλων κατοίκων των γύρω σλαβόφωνων χωριών, ξεχύθηκαν λεηλατώντας και πυρπολώντας ελληνικά και τουρκικά χωριά μέχρι την πρω-τεύουσα του σαντζακιού των Σαράντα Εκκλησιών.

Η πόλη των Σαράντα Εκκλησιών κινδύνευσε να καταληφθεί όπως το Κρούσοβο στην Μακεδονία, αλλά η ντόπια φρουρά ειδοποιήθηκε έγκαιρα και διασκόρπισε τους επαναστάτες.

 Βούλγαροι, ένοπλοι χωρικοί, κατευθύνθηκαν από τον Πύργο προς τα παράλια του Εύξεινου Πόντου, στον ελληνικό Βασιλικό και στην ελληνική Αγαθούπολη.

Εκεί κατάργησαν τις αρχές (στις 6/19 Αυγούστου στον Βασιλικό και στις 19 Αυγούστου/1 Σεπτεμβρίου στην Αγαθούπολη), λεηλάτησαν τα ελληνικά χωριά που βρίσκονταν μεταξύ της Μήδειας και των τουρκικών συνόρων και εξανάγκασαν πολλούς απεγνωσμένους κατοίκους τους να φύγουν με πλοία στην Κωνσταντινούπολη.

Αυτόπτες μάρτυρες της εξέγερσης του Ίλιντεν στην Θράκη μνημονεύουν ότι ταυτόχρονα με την αποτυχημένη βουλγαρική επίθεση στο Ιντζέκιοϊ πραγματοποιήθηκε και άλλη με 100-120 άντρες κατά της μεθοριακής φρουράς του Βασιλικού, ενέργεια, η οποία υποχρέωσε τους Τούρκους να καταφύγουν στην έδρα του μεθοριακού λόφου στον Βασιλικό και από εκεί μαζι με τις πολιτικές αρχές να κατευθυνθούν προς την Μήδεια

Σύγχρονα οι επαναστάτες απέκοψαν τις τηλεγραφικές επικοινωνίες και προωθήθηκαν σε ακτίνα 60 χιλιομέτρων μέσα στο τουρκικό έδαφος.
Απερίσπαστοι οι Βούλγαροι επαναστάτες προχώρησαν προς τα βουλγαρικά χωριά Ούλγαρι και Γραμματικό, όπου ενίσχυσαν τις δυνάμεις τους, και, αφού λεηλάτησαν τα χωριά Πετρινάκι και Βαρβάρα, κατέλαβαν τις κωμοπόλεις του Παλαιού και Νέου Βασιλικού, όπου εγκαταστάθηκε ο αρχηγός των βουλγαρικών επαναστατικών ομάδων της Θράκης Μιχαήλ Γκέρτζικωφ με 15 περίπου κομιτατζήδες.

Το υπόλοιπο τμήμα συνέχισε ανενόχλητα την πορεία του προς τα ελληνικά κεφαλοχώρια Προδίλοβο και Κωστή, τα οποία κατέλαβε και προχώρησε στην συνέχεια στην Αγαθούπολη με αρχηγό τον βοεβόδα Τσένωφ.

 Αφού απέκοψε όλες τις διόδους της πόλης, συναντήθηκε στην συνέχεια με αντιπροσωπεία Ελλήνων Αγαθουπολιτών, η οποία είχε συγκροτηθεί από τους Γεώργιο Χατζηγεωργίου, Θεοφ. Μιχαηλίδη και Βασ. Πολύχρονη. 

Η αντιπροσωπεία διαβεβαίωσε τους επαναστάτες ότι δεν υπήρχαν Τούρκοι στην πόλη.

 Με το πρόσχημα της συναδέλφωσης του ελληνοβουλγαρικού στοιχείου για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού, η επιτροπή διατάχθηκε να ενισχύσει τις επαναστατικές δυνάμεις με την στρατολογία 100 τουλάχιστο νέων και να πληρώσει 5.000 χρυσές λίρες.

Με την είσοδο των Βουλγάρων στην Αγαθούπολη, στις 6/19 Αυγούστου 1903, καταλύθηκαν οι τουρκικές αρχές, στρατολογήθηκαν νέοι από τις βουλγαρικές συνοικίες και πυρπολήθηκαν τα χωριά Λιμάνι, Νιάδα και Κορφοκαλύβη.

Στις προθέσεις των επαναστατών ήταν να κατευθυνθούν προς το Σαμμάκοβο, την Μήδεια και την Βιζύη, αλλά η επικείμενη άφιξη ισχυρού τουρκικού στρατού από το Τίρνοβο και τις Σαράντα Εκκλησιές, τους εξανάγκασε να διαλυθούν και να διαφύγουν στο βουλγαρικό έδαφος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: