Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2016

Μακεδόνες στην Επανάσταση του 1821: Η ηρωική μακεδονική οικογένεια Καρατάσσου.


Tasos Karatasos (1764-1830)


Makedonische Freiheitskämpfer der griechischen Revolution 1821.

Die heroische Familie des Makedonier Tasos Karatasos (1764-1830).

Tausende von Makedonische Freiheitskämpfer haben in Makedonien vor der Revolution und unmittelbar danach, in Makedonien für die Wiedergeburt des neuen griechischen Staates gekämpft.


Es gab zahlreiche revolutionären Bewegungen in Mazedonien nach der Revolution von 1821.Solche fanden in Jahre 1854, 1878 und 1896 statt.
Alle wurde von den Türken blutig niedergeschlagen.

Ziel aller dieser Freiheitsbewegungen war die Einigung mit Griechenland.

Dennoch blieb Makedonien  bis 1912 unter osmanischen Herschafft.

Diese Freiheitskämpfe beweisen  dass Mazedonier nie für einen unabhängigen Staat gekämpft hat.
Mazedonien war, ist und wird immer ein Teil von Griechenland sein.
Um dieses Ziel zu ereichen haben unsere Väter unser Vorväter unser Vor.. Vorväter  EHRE, LEBEN und VERMOEGEN  geopfert.
Unserer Boden=Makedonien ist uns Heilig.     
---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Τα επαναστατικά κινήματα της Μακεδονίας πριν την επανάσταση του 1821 και αμέσως μετά αποδεικνύουν ότι οι Μακεδόνες ποτέ δεν πολέμησαν για ανεξάρτητο κράτος. 
Θυσιάστηκαν για μια ελεύθερη Μακεδονία.
Ο ιερός αυτό σκοπός χιλιάδων ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ που έπεσαν υπέρ πίστεως και πατρίδας θυσιάζοντας "Τιμή, ζωή, περιουσία" στις ανεπιτυχείς μακεδονικές επαναστάσεις δεν πήγε χαμένος.
Ολοκληρώθηκε προτού 100 χρόνια με την ενσωμάτωση της Μακεδονίας στην μητέρα Ελλάδα.


Δίπλα στην πρωτοπόρο οικογένεια του Εμμανουήλ Πάπα από τις Σέρρες και η οικογένεια του αήττητου Μακεδόνα  στρατηγού της ελληνικής Επανανάστασης, από την Βέροια, Κατατάσου που θυσίασαν "Τιμή, ζωή, περιουσία".
ΓΕΩΡΓΙΟΣ X. ΧΙΟΝΙΔΗΣ

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΚΑΡΑΤΑΣΟΥ:
ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΠΕΡΙ 
ΤΟΥ ΓΕΡΟ ΚΑΡΑΤΑΣΟΥ
ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΤΟΥ

Α'. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Ο Αναστάσιος (Γέρο-) Καρατάσος είναι ο Μακεδών στρατηγός του 1821, 


ο οποίος, αφού επολέμησεν ανδρείως δια την απελευθέρωσιν της περιοχής Ναούσης Βέροιας και εθυσίασεν εις τον κοινόν αγώνα την σύζυγόν του, υιούς και τας θυγατέρας του, κατήλθε μετά του Γάτσου, Διαμαντή και των άλλων συμπολεμιστών του εις την υπόλοιπον αγωνιζομένην Ελλάδα, έλαβε μέρος εις πλείστας μάχας της Στερεάς, της Θεσσαλίας, της Εύβοιας, των Νήσων, της Πελοποννήσου, κλπ. και εν γένει προσέφερεν όσα ολίγοι αρχηγοί του 1821. 


Έν τούτοις η συμβολή τούτου δεν έχει αξιολογηθή ακόμη πρεπόντως, πλείστα δε στοιχεία της ζωής και της δράσεως του παραμένουν σκοτεινά, με αποτέλεσμα να λέγωνται και να γράφωνται πολλάκις ανακρίβειαι και υπό γνωστών συγγραφέων. 

Είναι συνεπώς απαραίτητον να βιογραφηθή ο διαπρεπής ούτος ηγέτης της Επαναστάσεως.


Είναι καιρός πλέον να γραφή συντόμως μία περιεκτική μουογραφία, της οποίας σκοπός θα είναι η λεπτομερής και πλήρης έξιστόρησις και αξιολόγησις του βίου του Γέρο Καρατάσου βάσει των εγγράφων των ιστορικών αρχείων του Κράτους και των ιδιωτικών συλλογών.


Προς επιβοήθησιν του μελλοντικού βιογράφου του Καρατάσου δημοσιεύονται κατωτέρω δύο έγγραφα, εκ των οποίων μάλιστα το εν εχει γραφή υπό του υιού του Τσάμη.



Ο Ίω. Μαμαλάκης έχει δημοσιεύσει βεβαίως αποσπάσματα τούτων, άνευ όμως των σχετικών ενδείξεων (σελίδων κλπ.) και περιγραφής, πρός τούτοις δε και με παραλείψεις και λάθη. Ούτος κατεχώρησε και έτερα δύο έγγραφα εκ του αυτού φακέλλου, τα όποια δεν άνευρον κατά την μελέτην τούτου (Ιούλιος 1968), διότι φαίνεται ότι εν τω μεταξύ παρέπεσαν.

Β'. ΚΕΙΜΕΝΟΝ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟ ΚΑΡΑΤΑΣΟΥ
 ΓΡΑΦΕΙΣΗΣ ΥΠΟ ΤΟΥ ΥΙΟΥ ΤΟΥ ΤΣΑΜΗ

Εις το «Αρχείον αγωνιστών» της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος υπάρχει εις μικρός, χαρτώος, δίφυλλος φάκελλος, εις τον οποίον περιέχονται νυν δύο αιτήσεις. Τα έγγραφα ταύτα έχουν γραφή επί συνήθους κόλλας αναφοράς, η οποία φέρει ενσφράγιστον χαρτόσημου 25 λεπτών ανά 4 σελίδας, ήτοι εις τας σελίδας 1, 5 και 9 της πρώτης και εις την σελ. 1 της δευτέρας. Άμφότεραι φέρουν την ένδειξιν 1735, ήτοι αριθμόν πρωτοκόλλου τεθέντα κατά την ύποβολήν της δευτέρας.
Η πρώτη (άριθ. 1), αποτελουμένη εξ ένδεκα σελίδων, είναι λεπτομερής και συντεταγμένη με ύφος άλλοτε επικόν και πανηγυρικόν και άλλοτε παρακλητικόν, φέρει δε αριστερά (υπό τον γνωστόν και σήμερον τύπον των αιτήσεων) τας λέξεις: 

«Αθήναι τη 1 Ιανουαρίου (sic) / 1860.

Αίτησις του Συνταγματάρ/χου Δ. Τσάμη Καρατάσσου /
 περί δικαιοσύνης της Καρα/τασαικής οικογενείας».

Η δευτέρα (άριθμ. 2), συντομωτάτη, εκ μιας σελίδος, αποτελεί τρόπου τινά διαβιβαστικόν έγγραφον της πρώτης, φέρει δε αριστερά τας λέξεις:

 «Έν Άθήναις την 31 Μαίου 1865» και τους ύστερον τεθέντας χαρακτηρισμούς:
 «Έλ[ήφθη] τή 3 Ιουνίου 1865/. Άριθμ. 1735 (1) Αον τμήμα θ 1η»(;).

Η πρώτη αίτησις, ως αναφέρεται εις την δευτέραν, είναι αντίγραφον, όπερ εγράφη η αντεγράφη υπό της ιδίας χειρός, η οποία έγραψε και την δευτέραν τοιαύτην. 
Τα υπάρχοντα ορθογραφικά και συντακτικά λάθη είναι σχετικώς ολίγα, η δε γραφή καλλιγραφική (ίσως της συζύγου του Τσάμη ή, άλλως, του υίου του Αναστασίου), άνευ σβησμάτων και ξεσμάτων.

Σημειωτέον ότι η δευτέρα αίτησις είναι γραμμένη επί κόλλας, η οποία φέρει διαφορετικόν ενσφράγιστον χαρτόσημου, γεγονός όπερ δύναται να ερμηνευθή ότι δεν αντεγράφη η πρώτη αίτησις ότε εγράφη η δευτέρα αλλά κατά το 1860, οπότε εκρατήθη αντίγραφον της πρωτοτύπου.
Αμφότερα τα κείμενα, ιδίως το πρώτον, είναι άξια προσοχής, διότι εγράφησαν βάσει στοιχείων δοθέντων υπό του Τσάμη, ήτοι υπό κατέχοντος καλώς τα της δράσεως του Γέρο Καρατάσου ως συμπολεμήσαντος μετά τούτου. δεν πρέπει βεβαίως να παροράται το γεγονός ότι οπωσδήποτε αι πληροφορίαι και οι χαρακτηρισμοί του έχουν το γνωστόν προτέρημα (αμεσότητα), αλλά και το μειονέκτημα (υπερβολήν) των τοιούτων έγγράφων, όταν ταυτα συντάσσονται υπό των άπογόνων των ίστορουμένων προσώπων.
1
Πρός
Τό Σεβαστόν Ύπουργικόν Συμβούλιον Κύριε Πρόεδρε!
Έπ ονόματι τον αγώνος και των μεγάλων αυτον Θυσιών προσερχόμενος ενώπιον τον Σεβαστον τούτον Συμβουλίου, λογίζομαι ευτυχής, Κύριε Πρόεδρε, διότι αποτείνομαι εις την δικαιοσύνην ανδρών, εκ των οποίων οι μεν διέπρεψαν ως πρωταθληταί, οι δε σεμνύνονται ως τέΚυα ημιθέων, των οποίων η μνήμη συνδέεται με την ανάστασιν τής'Ελλάδος. Κοινοί λοιπόν αγώνες και συμφοραί, κοιναί θυσίαι και θρίαμβοι, φέρουσιν εμπροσθέν Σας ενα συναθλη την παθημάτων, όστις, λησμουημένος, ζητεί μερίδα άρτον από την τράπεζαν την κοινήν...
*Οτε το σάλπισμα τον Φεραίον αντήχησε το 1821 και η Ελληνική φυλή πάσα ηγέρθη, σείουσα τα δεσμά της, εις μόνος πόθος εκίνει τους παλμούς όλων, η ελευθέρωσις της Πατρίδος, εν όνειρον, η εξόντωσις των τυράννων, μία ευχή, τό ν΄ αποθάνωμεν όλοι θρησκείαν σώζοντες και Πατρίδα.
Έκ τούτοτ υψοι το λάβαρον ο Γερμανός μετά τον αοίδιμου  Ζαίμη και Λόντον, και εις μίαν στιγμήν Κολοκοτρώναι όμου και Μαυρομιχάλαι τας χειρας τείνουσιν εις Μιαούλας και Κουντουριώτας, ενώ τους χαιρετά ταντοχρόνως εις Βότζαρης μετά τον Σουλίου,  εις Όδυσσεύς εκ της Στερεάς,  εις Γέρων Καρατάσσος των Μακεδόνων, και άλλοι μάρτυρες άλλοθεν, και όντως επεκτείνεται πανταχόθεν   σείσασα εν Κράτος πυρκαιά τον αγώνος!...

Δεν ήτον ίσως επάναγκες, Κύριε Πρόεδρε, να περιγράψω  εις το Σ. τούτο σώμα τας πράξεις και τα παθήματα της οικογενείας μου.
Aι κατά τον αγώνα θυσίαι αχνίζουσιν ετι, και \ έκαστος (σ. 2) υμών, Κύριοι, γνωρίζει τας θυσίας του άλλον, ως τας θυσίας και άθλα των ιδίων πατέρων τον.
Επειδή όμως η έξιστόρησις τοιούτων ιερών θυσιών η άναμιμνήσκει την όφειλομένην εις τους αγωνιστάς αμοιβήν η άνακουφίζει τουλάχιστον την θλιβεράν τύχην αυτών και πραΰνει την δυστυχίαν των, ας μοί επιτραπή, Κύριοι, να περιλάβω εν ολίγοις τινά των άθλων και θυσιών της οικογενείας μου...

Ο αείμνηστος πατήρ μου Καρατάσος, εις των πρωτίστων αρματολών  της Μακεδονίας, πολυ προ τον αγώνος οπλισθείς κατά των τυράννων, ον μόνον υπήρξε, Κύριε Πρόεδρε, το φόβητρον της δυνάμεως των και ήνοιξε τους τάφους χιλιάδων εχθρών, 
αλλά και επί τεσσαράκοντα ετη εξέτεινε την κυριαρχίαν τον επί τριών επαρχιών,
 της Βερροίας, των Γιαννιτσών  και του Βαρδαρίου, 
όπου μόνον ήκούετο των όπλων τον η κλαγγή και μόνος ήτον νόμος η θέλησίς τον.

Ανίκανοι να καταβάλωσιν  αυτόν ως πολέμιον, οι κατά καιρούς πασάδες της Ρούμελης επεκύρουν δια βασιλικών φιρμανίων την κυριαρχίαν τον και επί τεσσαράκοντα ετη άνεγνώριζον αντόν οπλαρχηγόν άνενόχλητον.

Τοιουτοτρόπως λοιπόν προμάχων της Μακεδονίας απάσης, 
οπλαρχηγός τριών μεγάλων επαρχιών και κέντρον μέλλοντος ανωτέρον,
 ήτον η ζώσα διαμαρτύρησις του 'Ελληνισμού και ο σωτήριος λιμήν των άδικουμένων...

Ενώ δε μόνη η μεγάλη περιουσία τον, έξισούτο, Κύριε Πρόεδρε, με την απέραυτου δύναμίν τον, και οικίαι  πολυτελείς και πλήθος τσιφλικίων, και αγέλαι βοών και ίππων και πάσα αφθονία συνεπλήρουν την ίσχυν και ενδαιμουίαν τον, ηκούσθη μόλις η εμβατήριος σάλπιγξ, και ο αείμνηστος πατήρ μου, αρνούμένος προνόμιά  και τιμάς, λησμουών πλούτη, δόξαν, κυριαρχίαν, προσέφερε τα πάντα ως ολοκαύτωμα της Πατρίδος, και μόνον με το ξίφος άγων ιστόν εσπευσε ν΄ αποθάνη η ν΄ άσπασθή Πίστεως και  Ελευθερίας... \ \(σ. 3).

Εις την φωνήν του τότε ηγέρθη, Κύριε Πρόεδρε, ολόκληρος η Μακεδονία, και δεν είναι κρημνός η φάραγξ  η χείμαρρος,  εις ον να μήν ηκούσθη των όπλων τον η βοή, και δεν είναι σπιθαμή τον εδάφους εκείνον, όπου να μην εστρώθη με αίμα τα και σάρκας τυράννων.

Τοιουτοτρόπως, εις μάχην από μάχης θυμομαχών και εις παν βήμα με σμήνη συμπλεκόμενος πολεμίων, συνεκεντρώθη τέλος πάντων εις Νάουσαν, και μόνος μετά των οικείων και επιλέκτων τον αντέστη, Κύριε Πρόεδρε, πρός τεσσαράκοντα χιλιάδας εχθρών, και ημέραν και νύκτα τας φάλαγγας αυτών ανατρέπων και νέας απαντών φάλαγγας, ξιφήρης επί τέλους διέσχισε τα σμήνη των εναντίων και από πλήθους πεζών, ιππέων και πυροβόλων κεραυνωδώς διερχόμένος αφήκεν οπισθέν τον τα ίχνη αίματος και καταστροφής, και μετά δισχιλίων ανδρείων έλαβε την πρός την δυτικήν Ελλάδα οδόν...

 Ενώ δε η περιφανής αυτη πάλη κατέπληξε τοσούτον τους πολεμίους και εις την αγωνιζομένην 'Ελλάδα παρέσχεν ευκαιρίαν ανέσεως, ο μακαρίτης πατήρ μου έξήλθε τον πολέμου εκείνον με δάφνην θλιβερού μεγαλείον, διότι και η σύζυγος και αι θυγατέρες του και πέντε αδελφοί μου, μετά την κένωσιν της Ναούσης, έμειναν εις την λύσσαν των πολεμίων.

Τοιουτοτρόπως η Νάουσα, Κύριε Πρόεδρε, υπήρξεν εκ των αγιαστηρίων εκείνων, 
το οποίον εβράχη με εκατόμβας εχθρών δια την γενικήν σωτηρίαν,
 άλλ΄ έβαπτίσθη συνάμα  εις δάκρυα μαρτύρων και αιχμαλωσίας!...

Λαβών, ως είπον, την εις την δυτικήν 'Ελλάδα οδόν, καθ’ όλον το διάστημα τούτο ο μακαρίτης πατήρ μου συνήντα νέους εχθρούς, και εις παν βήμα προσβάλλων και προσβαλλόμενος και πανταχον άναγκαζόμενος να νικά, εφθασε τέλος εις Μεσολόγγιον πυρίφλεκτος και αιμοσταγής όλος, και με τους δισχιλίους οπλίτας του έσπευσε να συναποθάνη έκει μετ’ αδελφών πολιορκουμένων...

Μετά τας γνωστάς κατά την πολιορκίαν εκείνην νίκας και κατορθώματα των 'Ελλήνων, ο μακαρίτης πατήρ μου μετέβη, Κύριε Πρόεδρε, μετά των υπό την οδηγίαν τον στρατευμάτων και οπλαρχηγών  εις το πολιορκούν την Χαλκίδα στρατόπεδον, όπου διεκρίθη τοσούτον δια τας ήρωικάς πράξεις τον και έδρεψε τοσαύτας κατά των εχθρών νίκας... || (σ. 4).

Άλλ εν τω μεταξύ έφθασε θλιβερά είδησης, ότι δύο ισχυρά σώματα ήρχοντο να εισβάλουν εις την 'Ελλάδα, και το μεν εν εξ αυτών επέπεσεν εις την Λαμίαν υπό τον πολύπειρον Μπερκώφ Τσαλλήν, έτοιμου να εισβάλη  εις την Ανατολικήν 'Ελλάδα, το δε υπό την οδηγίαν του ονομαστού Κιονταχή ερρίφθη εις Μακρυνίτσαν της θετταλομαγνησίας, ενώ η εμπροσθοφυλακή αύτου υπό τον τολμηρόν Αλόπασαν όδηγουμένη επέπεσεν  εις τας χώρας Λαύκον και Μπρομήρι, όπου και άνδρας και γυναίκας και τα ανήλικα βρέφη κατέσφαξεν απανθρώπως.

Τότε τα ολίγα περισωθέντα λείψανα των χοιρίων τούτων αποστέλλουν, Κύριε Πρόεδρε, εις τον μακαρίτην πατέρα μου ένα των προκρίτων και έν όνοματι του Θεού τώ ζητούσι να σπεύση πρός βοήθειάν των δια να σωθώσιν η ν΄ αποθάνωσι μετ’ αύτού.

Ο μακαρίτης πατήρ μου αναθέτει τότε την πολιορκίαν [τής] Χαλκίδος εις τον Καπετάν Διαμαντήν, Όλυμπιον, ρίπτεται εις Θετταλομαγνησίαν, άπαντα τους εις το Νησίον Αλατά 380  Οθωμανούς και , μετά 48 ωρών πολύκροτον μάχην, αλλους διαπερά εκ του ξίφους και καίει τους λοιπούς εντός των οχυρωμάτων του.

 Επέρχεται τότε προσεκτικώς απέναντι του μανιώδους Αλόπασσα και οχυρώνεται εμπροσθέν τον μετά 400 στρατιωτών, ενώ οι λοιποί οπαδοί τον καλύπτονται εις παρακείμενον δάσος.

Ο αλαζών Αλόπασας, βλέπων όλίγους τους έναντίους τον, επιπίπτει κατά του οχυρώματος του πατρός μου μετά δυνάμεως παμπληθούς, αλλά τον δέχεται με χάλαζαν πυρός ο πατήρ μου και εφορμούν οι εκ του δάσους οπλίται του, μετά τινάς δε ώρας δεν έβλεπες εί μή στρατόν ολόκληρον φονευμένον, διότι και αξιωματικοί και στρατιώται και αύτός ο πασάς εύρον έκει το όνειδος και τον τάφον, ενώ περιήλθον εις χειρας μας η πυριτις, τα πυροβόλα και το ταμείον το εχθρικόν.

Δύναμαι δε να καυχηθώ, Κύριοι, ότι ο ειρημένος πασάς είναι ο μόνος, όστις καθ’ όλην την Στερεάν εφονεύθη, και τούτον μάρτυρας προκαλώ όλους της Στερεάς τους αγωνιστάς.
Τότε ο πολυμήχανος Κιουταχής, πνέων εκδίκησιν και σφαγήν, προσβάλλει τα εις το Τρίκκερι οχυρώματά μας, τα υπό τον αντιπρόσωπον του πατρός μου Κωνσταντίνον Δουμπιώτην.

Άλλ΄ ο πατήρ μου έπιβάς || (σ. 5) εις τας λέμβους, φθάνει υπόπτερος  εις επικουρίαν και μετά μάχην αιματηράν φονεύεται ο αρχηγός των Αλβανών Κοστέρφ-μπέης, πληγώνεται καιρίως ο έτερος αρχηγός των Σουλιχτάρ-Πόδας, και ο Κιουταχής, αφίνων οπισθέν τον πλήθος νεκρών, αποσύρεται εις την θέσιν Ράδια, όπου στρατοπεδεύει και οχυρούται πρός άσφάλειαν.

 Ένώ δε εις την θέσιν εκείνην έξακολουθει επί έξ μήνας ο πόλεμος και οι εχθροί προσβάλλονται εις τα οχυρώματά των, φθάνει εξαίφνης η άγγελία, ότι στόλος πολυπληθής εκπλέει κατά των Βορείων νήσων υπό τον εγνωσμένον Τοπάλ-πασάν.

Εις την περίστασιν ταύτην προσκληθείς ο πατήρ μου υπό της Δημογεροντίας Σκοπέλον και Σκιάθον, ινα προκινδυνεύση των νήσων, συνήψε την εξής μετά του Κιουταχή συνθήκην :

α) Να αποσυρθή ο Κιουταχής και τα στρατεύματά τον άφ΄ όλης της θετταλομαγνησίας

β)  εις μεν τα 24 χωρία να μείνη αρχηγός ο Μήτρος Βασδέκης,  εις την Επαρχίαν 'Αγιάς και Κισσάβον ο Μήτρος Λιακόπουλος, εις δε την τον 'Αλμυρού και Βελεστίνον ο Βελέντζας, και γ) να δύναται ο Κιουταχής να διορίση ένα και μόνον Τούρκον  εις Τρίκκερι, τον Ταίρ άγαν.

Μετά την εκτέλεσιν της συνθήκης ταύτης προσπλέει ήδη ο οθωμανικός στόλος εις Σκιάθον και είναι έτοιμος να φέρη την καταστροφήν και αιχμαλωσίαν. 'Ο μακαρίτης πατήρ μου δεν χάνει τότε ουδέ στιγμήν, ορμά υπόπτερος εις την Σκιάθον, και , απαντών τους αποβάντας εχθρούς, κροτεί αιματηράν μάχην, και άλλους μεν φονεύει αγεληδόν, άλλους αιχμαλωτίζει, και άλλους θαλασσώνει διώκων, ενώ ενώπιον τον φεύγει ο στόλος περιδεής...


Εκ τούτου, Κύριε Πρόεδρε, το ηρωικόν αυτό όπλον έχοντες υπ΄ οψιν οι περιώνυμοι της Ύδρας, εκάλεσαν δια των εντίμων προκρίτων και συναινέσει της Κυβερνήσεως ως γενικόν Φρούραρχον της νήσον των τον πατέρα μου, και δίς ο μακαρίτης πατήρ μου ελαβε την τιμήν να περιφρουρήση την ηρωικήν εκείνην νήσον εις περιστάσεις κρισίμους. Μάρτυρας τών\ \ (σ. 6) λόγων μου επικαλούμαι τους επιζώντας της 'Ύδρας αγωνιστάς...

Πως δε να περιγράψω, Κύριε Πρόεδρε, τας εις Κομπότι, Πέτα, Πλάκα και καθ’ όλην την Εύβοιαν μάχας αυτου, όπου τοσάκις αντήχησεν εντίμως το όνομά τον, και τοσαύτα διέπραξεν έργα ηρωισμού και φιλοπατρίας;

Όχι. Δεν θέλω απασχολήσει δι αυτών το Σεβαστόν τουτο σώμα, ουδέ δύναμαι να περιγράφω έργα ανήκοντα εις την Ιστορίαν.

Ο βίος τον αειμνήστου Καρατάσου, ως ο βίος των πρωταγωνιστών όλων, είναι, Κύριοι,
 ο βίος και οι θρίαμβοι της αναγεννηθείσης  Ελλάδος,
 και δια τούτο αρκούμαι να είπω ότι δεν είναι ίσως μάχη η θέσις ένδοξος τον αγώνος, όπου να μην ακούης :
 « Τα ταμπούρια του Καρατάσου».

Άλλ΄  η Δυτική και Ανατολική 'Ελλάς, Κύριε Πρόεδρε, δεν υπήρξαν μόναι το στάδιον των θυσιών και αγώνων τον.

Εις εν και μόνον αποβλέπων, το προς την πίστιν και την πατρίδα καθήκον τον, ο μακαρίτης πατήρ μου, έσπευσε να προσφέρη το αίμα του και εις την ένδοξον Πελοπόννησον, και δεν είναι μάχη η κίνδυνος, εις ήν δεν παρευρέθη ως αρχηγός, εις ήν δεν εκινδύνενσεν ως στρατιώτης.

Οτε δε ο άλαζών Ιμβραίμης διήρχετο έν λόγχη πνυκνή και συνεσωματώθη εις το Νεόκαστρον, και ήτον πυρ και θάνατος η διάβασίς του, ο μακαρίτης πατήρ μου υπόδακρυς προέταξε τα στήθη τον  εις Σχοινόλακκα και , κτυπών και κτυπούμενος πανταχόθεν,
« Ελευθερία η θάνατος» επεφώνησε και ξιφήρης ριπτόμενος κατά των εχθρών έθεσε την σημαίαν εις λύθρον αίματος και θριάμβον, ενώ η έφευγον πανταχόθεν η επιπτον νεκροί οι δαίμονες της Αιγύπτον!...

Μετά τούτο, κατά το 1827, ότε το ένδοξον Μεσολόγγι δεν υπήρχεν, ότε εις τας ήρωικάς Αθήνας εκυμάτιζεν η ημισέληνος των εχθρών, ότε ο φοβερός Κιουταχής επλημμύρισεν όλην την Ρούμελην και κατέκαυσε και την τελευταίαν αντής κωμόπολιν, τα Μέγαρα, ότε ο αλαζών  Ιμβραίμης επυρπόλει τας χώρας της Πελοποννήσου και εφθασε και μέχρι των Μύλων  είς\\(σ. 7) τα πρόθυρα τον Ναυπλίον, η τότε Κυβέρυησις έπεμψεν άντιπρόσωπον, πληρεξούσιον, τον έντιμου νυν γερουσιαστήν Άδάμ Δούκαν, δίδουσα  υπό την διεύθυνσίν τον τους αοιδίμους  αρχηγούς Νικόλαον Κριεζώτην και Βάσον Μαυροβουνιώτην, ίνα, ελθόντες εις τας Βορείους  νήσους, ευρωσι  τον αείμνηστον πατέρα μου και οι τρεις ομού συμπράξωσιν  εις βλάβην τον εχθρόν της Πατρίδος.

 Συσκέψεως τότε γενομένης απεφασίσθη να κτυπήσωσι τους έχθρούς  εις θετταλομαγνησίαν, ο δε Άδάμ Δούκας έφερε προς τοις άλλοις, διαταγή της Κυβερνήσεως, και πλοία τινα των γενναίων Ψαρριανών.

Τότε ο πασάς της Λαρίσης, μαθών ταύτα, έπεμψεν εις Θετταλομαγνησίαν υπέρ τους τρισχιλίους Οθωμανούς υπό την οδηγίαν του Νούρκα Σέρβιανη και άλλων οπλαρχηγών, εις δε την θέσιν  Παλαιά Παναγιά και Ράδια  έγινε  πεισματωδεστάτη μάχη, όπου ολίγοι  Οθωμανοί έμειναν, ίνα επιστρέφοντες αναγγείλουν εις τον κυριάρχην των την φοβεράν ήτταν των, οι δε αρχηγοί, οι οπλαρχηγοί, αι σημαίαι, τα πάντα, και πλήθος λαφύρων, έμειναν εις χείρας των ημετέρων.

Μετ’ ολίγας ημέρας οι μέν  Ν. Κριεζώτης, Βάσος Μαυροβουνιώτης και Αδάμ Δούκας επέστρεψαν εις Κέαν και Σαλαμίνα, όπου είχε διαδοθή  ότι έρχεται ο αείμνηστος Κυβερνήτης, ο δε πατήρ μου έμεινε και πάλιν με τα στρατεύματά του αρχηγός της θέσεως.

Κατά τα τέλη   Ιανουαρίου  1828 έφθασε και ο περιμενόμενος Κυβερνήτης της 'Ελλάδος, και επειδή ο αρχιστράτηγος Γκενεράλ-Ζούρτζ, πολιορκών τότε την Βόνιτσαν, είχεν ανάγκην πλοίων δια τον ’Αμβρακικόν κόλπον, σταλθείς τότε ο αρχιναύαρχος  Άνδρέας Μιαούλης πρός τον πατέρα μου, ελαβε παρ  αυτόν τα δύο ιδιόκτητα πλοία του, υπεχρέωσε δε και τους υπό την οδηγίαν του να παραδώσωσι και τα ιδικά των, τα όποια εστάλησαν εις τον εν Βονίτση αρχιστράτηγον δια τον αντιναύαρχον  Αντώνιον Κριεζή, όστις διέβη, πολεμών και πολεμούμενος, δια των φρουρίων Πρεβέζης και Προύντης, εις τον  Αμβρακικόν  κόλπον.

Μάρτυρας των λόγων μου επικαλούμαι τον αρχιστράτηγον Ζούρτζ, τον αντιναύαρχον Αντώνιον Κριεζήν, και τόσους άλλους ανωτέρους αξιωματικούς.
Τοιουτοτρόπως, ενώ ο αγών επερατώθη το 1829, ο πατήρ μου\ \ (σ. 8) διήλθεν άπ αρχής μέχρι τέλους όλας αυτού τας περιπετείας ως Γενικός αρχηγός, και , φέρων πάντοτε τας πλέον Ιεράς αναμνήσεις, απέθανε την 22 Ίανοναρίου 1830.

Όλα ταύτα, Κύριε Πρόεδρε, αν διεγράφησαν με τον χρόνον, και ως οι αυτουργοί των ερρίφθησαν εις την λήθην, δεν είναι, οχι, μά τα παθήματα τον αγώνος, δεν είναι μύθοι κενοί, ούτε υπερβολαί λόγων.

Αν δε ασθενώς μόνον και εν ολίγοις τα περιέλαβον δια της παρούσης, πολύ ευγλωττότερον τα διαβεβαίουν άλλοι, εις ους οφείλομεν και σέβας και θαυμασμόν, και οίτινες καλούνται Ζαίμης, Κουντουρίώτης, Μαυρομιχάλης, Βότζαρης, Κολοκοτρώνης κ.τ.λ.

Τα πιστοποιητικά λοιπόν τοιούτων περιδόξων ανδρών υποβάλλω ενώπιον' Υμών, Κύριοι, και εις τους υιούς αυτών απόκειται να είπωσιν ήδη αν εκτελούν την πάτριον διαθήκην και αν αναγνωρίζουν την πιστοποίησιν των πατέρων των.

Καθ’ όλην δε την πολυστένακτον αυτήν σειράν των κινδύνων, εις όλον τον κυματισμόν τοιούτων πράξεων και αγώνων, ο ευσεβάστως υποφαινόμενος παράπλευρος αείποτε τον πατρός μου, δεν είναι, Κύριε Πρόεδρε, αγών η κίνδυνος, όν δεν συνεμερίσθην μαζί του, δεν είναι συμφορά, ην δεν υπέστην πλησίον αυτού, ουδέ δοκιμασία, ην δεν διήλθομεν έκ τον ίσου, διότι το αυτό σύνθημα, η έγερσις της Πατρίδος, ήτον το σύνθημα όλων, και σφαγαί και αιχμαλωσίαι και στέρησις υπαρχόντων το καθήκον εκάστου.

'Η [έκ] νεκρών ανάστασις των εθνών, απαιτεί, ως δεν αγνοείτε, Κύριοι, ου μόνον ποταμούς αιμάτων μαρτυρικών, άλλα και καταστροφάς πόλεων και εμπρησμούς οικιών και εξόντωσιν υπαρχόντων και εν γένει πάσαν θυσίαν ατομικήν, δια να έλθη η έπιούσα γενεά να πνεύση την ζωήν επί των έρειπίων της παρελθούσης.

Τήν στερεάν ταύτην αλήθειαν δεν ηδύνατο να αγνοή η  Ελλάς του 1821, και δια τούτο όλαι κατά σειράν αι Έθνικαί Συνελεύσεις, βλέπουσαι, Κύριοι, ότι κατά την εναγώνιον πάλην εκείνην ου μόνον εκαλείτο ο  Ελλην εις φόρον αίματος και θανάτου, άλλ΄ έπρεπε να κλαύση την σφαγήν η την ατίμωσιν τώ οικείων του, να ίδη καιομένας τας πόλεις του, τα κτήματά του καταστρεφόμενα και εις βάραθρον |[ (ο. 9) χαίνον να καταρρεύσωσι τα πλούτη, αι οικίαι, τα αγαθά του, και γυμνός και ανέστιος να έξέλθη του χάους εκείνου με το προνόμιον  του αλήτου και μίαν δάφνην όδυνηράν.

Αυτά βλέπουσαι, Κύριοι, αι κατά καιρούς Έθνικαί Συνελεύσεις μια φωνή ανεκήρυξαν όλαι ότι εις πάντας τους υπέρ του αγώνος μοχθήσαντας αμα τή σωτηρία του ’Έθνους, θέλει δοθή ανάλογος των έργων των αμοιβή, και τούτο δια να εύρωσι καν έν στρέμμα γής να θρέψη την δυστυχίαν των, ολίγον θλιβερόν χώμα να κρύψη τα γυμνά κόκκαλά των.

Τό κήρυγμα τούτο των Εθνικών Συνελεύσεων είναι, Κύριοι, συμβόλαιον 'Ιερόν, εις το οποίον εγγυητής εγράφη το ’Έθνος, και επισφράγισις  είναι τα αίματα των μαρτύρων.

 Ο αναβάλλων λοιπόν τοιούτο συμβόλαιον διαψεύδει  το  Έθνος και επί της οδύνης λιμοκτονούντων αγωνιστών καταδικάζει το παρελθόν και το μέλλον. Έκ τούτου και η έν Αθήναις επελθούσα Συνέλευσις, πρώτον αυτής ανέγραψε ψήφισμα την αμοιβήν των αγωνιστών και , επιβεβαιούσα τα υπό των Συνελεύσεων όλων ψηφισθέντα, εκήρυξεν ότι δεν λησμονεί το  Έθνος τας ημέρας εκείνας τών θυσιών και αγώνων, και εν καθήκον αισθάνεται, την εκπλήρωσιν των ιερών του ύποχρεώσεων...

Αι υποσχέσεις αύται δεν ήσαν — όχι — τα ελατήρια, ένεκα των οποίων ερρίφθη εις τας φλόγας ο  Ελλην και , όταν από τον Ταΰγετον μέχρι τον Αίμου, ολόκληρος φυλή απέθνησκε μαχομένη, όταν Κασσάνδρα και Νάουσα  ελούοντο  εις το αίμα και αναπέτα πυρίφλεκτον  το Άγιον Μεσολόγγι, με τας ιεράς εκείνας ημέρας, εν είχε σύνθημα έκαστος, τον θούριον  του Φεραίον, μιαν αξίωσιν αμοιβής, την ελενθέρωσιν της Πατρίδος!...

Και όταν θυσιάζη τις και πλούτη και τέκνα, όταν αρνήται  το ένεστως και δίδη προσφοράν την ζωήν του, δεν εμπορεύεται αντί τούτων μελλούσας αμοιβάς αμφιβόλους...

Έκ τούτον, Κύριοι, ιδέτε εκ των μεγάλων εκείνων ανδρών αγωνιστών, οι μεν απέθανον επί ψάθης, και δημοσία δαπάνη τοις επρομήθευσαν τον λίβανον της κηδείας, οι δε απήλθον εις τας εστίας των, μη καταρώμενοι την ελευθερίαν, άλλοι δε κείνται εις άγνωστα μνήματα με ένα παρήγορον βόλι  εις την καρδίαν, και κυρτοί μόνον και άστεγοι περισωζόμεθα πού ολίγοι έτι αγωνισταί, το δάκρυ πνίγοντες αγερώχως, άλλ΄ αποθνήσκοντες εκ της πείνης!

Σπεύσατε, Κύριοι, Σπεύσατε ! Μετ ου πολυ δεν θέλομεν πνέει ουδ΄  αυτήν της Πατρίδος την αυραν και αντί του οβολού της κηδείας, δότε μας καν τον οβολόν ξηρού άρτον!

Αυτό σας υπαγορεύει το δίκαιον, αυτό || (σ. 10)σάς επιβάλλει το Εθνος, και η καρδία Σας...

Τιμή, ζωή, περιουσία, ιδού νομίζω, Κύριοι, η πολυτιμοτέρα τριάς του άνθρωπον, και όλα ταύτα προσέφερεν ο πατήρ τον  εις τον βωμόν της Πατρίδος... 

Τιμή; 
Και πού είναι σύζυγος  η αι θυγατέρες αυτού, τας οποίας ως σπλάγχνα του αποσπώντες έσυραν οι εχθροί εις όνειδος και δουλείαν;

Περιουσία;

Και πού είναι οι θησαυροί; τα ποίμνια, ολόκληροι συνοικίαι και κτήματα, άφ ών απεκδυθείς ο πατήρ μου κατέβη  εις τον στρόβιλον βασάνων και δυστυχίας;

 Ζωή;

Και δεν εθρήνησε πεντήκοντα οικείους τον φονευθέντας;
Και δεν αιμάτωσεν η ψυχή τον  εις την απώλειαν πέντε ήρωικών τέκνων του;

Και δεν προσέφερεν έτι τοσάκις την ζωήν του ως τελευταίαν θυσίαν και προσφοράν;

Τι άλλο τω ελλείπετο πλέον;

Μία ισχνή και πολυδάκρυτος ύπαρξις και ταύτην την εκύβευσε  χιλιάκις, άλλ\ η σκληρόν η εύσπλαχνον, δεν τον ανέπαυσεν  ένα βόλι.

Ναι, Κύριοι, ως οι μεγαλουργοί και περιώνυμοι πατέρες υμών ανέκραξαν «εις τα όπλα» και Πελοπόννησος και Στερεά και Νήσοι, ηγέρθησαν εις την κλήσιν των, και ο αείμνηστος πατήρ μου ήγειρεν ως αυτοί ολόκληρον την Μακεδονίαν, αιρων τον σταυρόν  εις τους ώμους, προσέφερεν ως έκεινοι ό,τι πολύτιμον κρατεί τον άνθρωπον εις τον κόσμου, και τας θυσίας ταύτας με μόνον άντεζύγησε τον όλεθρον των εχθρών, κομίζων  εις το μνήμα ως μόνην αμοιβήν την πενίαν...

Τοιούτοι μάρτυρες τον Χρίστον, τοιούτοι άθληταί παθημάτων, οι Μωυσείς αυτοί ενός Εθνους, ειπέτε, Κύριοι, δεν είναι άξιοι του Σεβασμού της Πατρίδος, και αν δεν τοις οφείλωνται  ανδριάντες, δεν τοις ανήκει καν ο άρτος ο ξηρός του ελέους;

’Αλλ΄ εν μέσω της συναισθήσεως ταύτης ευρίσκει τις την παρηγορίαν, ότι τινά των ευγενών τούτων ονομάτων δεν παρελείφθησαν εντελώς και αι φωναί των Εθνοσυνελεύσεων εισηκούσθησαν υπέρ ενός τουλάχιστον Καραίσκου, υπέρ ενός μεγαλουργού Βότζαρη, υπέρ του περιδόξου Ζαίμη, υπέρ του πατριάρχου του αγώνος μας Κουντουριώτου, υπέρ του ημιθέου Μιαούλη, υπέρ των Μαυρομιχαλαίων, του Γιατράκου και άλλων.

Τις να μην χύνη, Κύριοι, ευγνωμοσύνης εθνικής δάκρυα, βλέπων ότι εις τας ενδόξους ταύτας οικίας εδόθησαν ανά 1000 τουλάχιστον στρέμματα γής, δια να δοθή μέρος δικαιοσύνης εις τους υιούς, άνθ΄ ών εθυσίασαν || (σ. 11) οι πατέρες;

Αλλ΄ η δικαιοσύνη αύτη οφείλεται αρα και εις τον γηραιόν Καρατάσον;

Τα άθλα και αι θυσίαι αυτού αναγνωρίζονται ως των άλλων ή, αντί πλούτου και αίματος, προσέφερεν ευχάς εις το  Έθνος και η φωνή των Εθνοσυνελεύσεων πρέπει να βωβαθή δι αυτόν και να διαγραφή ως παρίου το όνομα, αι πράξεις και το μνημείον ίσως αύτού;

Το ζήτημα τούτο, Κύριοι, υποβάλλω εις την κρίσιν υμών, και εις υμάς απόκειται να δικάσητε, αν εις συναθλητής των πατέρων Σας, εις δηλαδή πατήρ Σας, πρέπει να αποκλεισθή της μερίδος του, και να διαγραφή ως αλλόφυλος.
Θέσατε την δεξιάν εις το στήθος και αποφασίσατε, Κύριοι...
Αν αι θυσίαι και τα παθήματα του Πατρός μου αναγνωρίζωνται, αν οι αγώνες και κίνδυνοί μας δεν είναι όνειρα, αν μετά τόσους πόνους λαμβάνω σήμερον ό,τι εις Γραμματεύς Υπουργείου και με 250 δραχμάς ζητώ να συντηρήσω υιούς ή ν΄ αποκαταστήσω τας θυγατέρας μου, αν αι αλήθειαι αύται αναγνωρίζωνται, δότε την αναλογίαν μου, Κύριοι, δότε και εις εμέ 1000 πολυπαθή στρέμματα γης, δια να ασφαλίσω τον άρτον των τέκνων μου, πριν κλείσω μετ ολίγον τους οφθαλμούς...
Δότε με, Κύριοι, την αποκατάστασιν ταύτην επ’ ονόματι του δικαίου  δότε με την εν ονόματι των Εθνικών Συνελεύσεων δότε μέ την έν ονόματι της Πατρίδος και της τιμής της  δότε μέ την εν ονόματι του Θεού, διότι Πατρις και δίκαιον, εστιν ο Θεός...

Αν όχι, ειπέτε το, Κύριοι, άλλ΄ είπέτε το πλέον "μακράν ημών Καρατάσε" δεν έχεις το δικαίωμα εις την ευγνωμοσύνην του έθνους, δια να λάβω καν μίαν απόφασιν και , ευλογών το όνομα της Πατρίδος, να θάψω εις γωνίαν τινά τους πόνους και τας θυσίας μας.

Ο ευπειθής
Δημήτριος Τζάμης Καρατάσος


2
Πρός

Τήν Σεβαστήν Επιτροπήν τον Άγώνος Κύριε Πρόεδρε!

Αν και είναι περιττόν να εξιστορήσω τας θυσίας και τα δικαιώματα τον μακαρίτου συζύγου μου και εν γένει της οικογενείας του Καρατάσου, διότι αποτείνομαι πρός ανδρας, οίτινες γνωρίζουσι κάλλιστα τα παθήματα και δικαιώματα του αγώνος, ως μετασχόντες  ενδόξως αυτού, μόλον τούτο ως εκ περισσού εσωκλείω ώδε αντίγραφον αναφοράς την οποίαν ο μακαρίτης σύζυγός μου είχε δώσει κατά τον Ιανουάριον του 1860  εις το τότε Ύπουργικόν Συμβούλων, το οποίον, μη λαβόν ύπ οψιν τας δικαίας απαιτήσεις του, ένεκα της τότε κατ αυτού καταφοράς της Κυβερνήσεως της πεσούσης δυναστείας, τον απήλπισε και εν τη απελπισία του έπαθεν όλα όσα υμείς καλώς γνωρίζετε.

’Ήδη πιστεύω αδιστάκτως, ότι θέλετε ίδει το δίκαιον και θέλετε απονείμει την απαιτουμένην δικαιοσύνην, ό,τι ανήκει άπ έναντι των θυσιών και αγώνων εις την οικογένειαν του Καρατάσου.

Μένω με βαθύτατον Σέβας

Εύπειθεστάτη χήρα

Αικατερίνη Δ. Τζάμη Καρατάσου.

Γ. ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΚΑΡΑΤΑΣΑΙΩΝ

Παρατηρητέα τα έξης έπι των δημοσιευθέντων έγγράφων έν συνδυασμω πρός τας συλλεγείσας πληροφορίας δια την οικογένειαν των Καρατασαίων.

1.    Τό oνοματεπώνυμον του Καρατάσου

Ο Τσάμης Καρατάσος αναφέρει τον πατέρα του, ως ο «Γέρων Καρατάσσος», «Καρατάσος», «ό Πατήρ μου», μή μνημονεύων το βαπτιστικόν όνομά του. 
Ο Ν. Φιλιππίδης γράφει:


 «Τινές νομίζουσιν, ότι ο Καρατάσος προσέλαβε το όνομα τούτο εκ τού πρός δυσμάς και εις απόστασιν τεσσάρων περίπου ωρών της Ναούσης κειμένου ορούς «Καρατάτσι», αλλά πλανώνται δεινώς  διότι αυτό το κύριον όνομα αύτού, ως θετικως γιγνώσκομεν, ήτο Τάσσος (= Αναστάσιος), προσετέθη δε κατόπιν εν τή άρχή του κυρίου ονόματος του γενναίου ανδρός μόνον το τουρκικόν επίθετον καρά (= μαύρος), όπερ συνήθως τιμής χάριν προσήρμοζον οι Όθωμανοί τοις ονόμασι των γενναίων και μελανόχρων ανδρών, και ούτω έσχηματίσθη το Καρατάσσος, ως το Καραίσκος, Καραισκάκης, Καραγιώργος, Καραμήτσος, Καραμπατάκης κλπ.

Άλλως ουχί σπανίως ο ανήρ απεκαλείτο και μετά ταύτα και πρότερον άπλως μόνον Τάσος η Καπετάν Τάσσος, τουτέστιν άνευ του προσθέτου καρά».

 Ο Ί. Πετρώφ γράφει  ότι ιδρυτής της οικογενείας των Καρατασαίων ήτο «ό Αναστάσιος η κοινώς Τάσος Καρατάσος, ο έπικληθείς γέρω Καρατάσος».

Είς τα δημοσιευθέντα κείμενα μας παραδίδεται ο τύπος Καρατάσσος, ως γράφει τούτον και ο Ν. Φιλιππίδης, άλλου δε Καρατάσος  και Καρατάσιος .

Το πιθανώτερον είναι ότι η οικογένεια Καρατάσου θα είχεν αρχικώς ετερον επώνυμον, ώνομάσθη δε ούτω κατά την εποχήν της ακμής του Γέρο Τάσου, ο οποίος εφερε το όνομα Αναστάσιος, ήτο δε μελαμψός και δια τούτο ωνομάσθη Καρα (= μαύρος) Τάσος, όπως η Βέροια εκαλείτο Καρα Βέροια και Καραφέροια, διότι κατά την παράδοσιν κατελήφθη δυσχερώς υπό των Τούρκων, η κατ’ άλλην άποψιν επειδή εταλαιπωρούντο ούτοι εκ του κλίματός της λόγω των πολυημέρων βροχοπτώσεων.

 Συνεπώς, εκ του ονοματεπωνύμου τούτου γνωρίζομεν μόνον το όνομα Αναστάσιος η Τάσος, το δε αρχικόν επίθετόν του είναι άγνωστον, έπισκιασθέν υπό του νέου τοιούτου, όπως συμβαίνει συνήθως με τους πολεμάρχους.

Έν πάση περιπτώσει δεν δικαιολογούνται οί τύποι Τάσσος και Καρατάσσος (με δύο σ), ούτε ο τύπος Καρατάσιος, διότι το επίθετόν τούτο δεν προήλθεν έκ του Αναστάσιος, οπότε έδει να λέγηται ούτος Καραναστάσιος, αλλά έκ του ύποκοριστικού Τάσος και έπομένως όρθοτέρα, ίστορικως και γλωσσολογικώς, είναι η γραφή Τάσος η Καρατάσος.

2.    Η καταγωγή τον Καρατάσου

Γίνεται κοινώς παραδεκτόν ότι ο Καρατάσος εγεννήθη εις το χωρίον Ντοβρά η Δοβρά Βεροίας κατά το έτος 1764. 


Παρά ταύτα ο Ν. Κασομούλης γράφει ότι ούτος κατήγετο έκ του άλλοτε επί του Βερμίου όρους άκμάζοντος χωρίου Ξερολιβάδου, όπερ δεν φαίνεται όρθόν, εκτός έάν οί πρόγονοι του Καρατάσου κατήγοντο από τον οικισμόν τούτον. 
Η οικογένεια του Καρατάσου έγκατεστάθη περί το 1770 εις το περί την Νάουσαν χωρίον Διχαλεύρι. Απ’ εκεί άνεχώρησεν οικογενειακως ο Καρατάσος περί το 1798 και έγκατεστάθη εις την Νάουσαν, όπου και έμεινε μέχρι της κατά τό 1822 γενομένης καταστροφής της πόλεως . Διά τούτο ενίοτε αναφέρεται και ως Ναουσαίος, συνήθως όμως ως Βεροιεύς, διότι το χωρίον Δοβρά ευρίσκετο πλησίον της Βεροίας, αλλά κυρίως επειδή αυτη ήτο η πρωτεύουσα της επαρχίας και η πλέον γνωστή πόλις της περιοχής.

Όπωσδήποτε, ο Καρατάσος, άγωνισθείς εις ολόκληρον την Ελλάδα και δή έκ των πρώτων, ών και μέλος της Φιλικής έταιρίας, άνήκει πλέον εις τους Πανέλληνας.

3.   Η οικογένεια τον Καρατάσου

Είς το κείμενον του ύπ΄ άριθμ. 1 έγγράφου (σελ. 3) αναγράφεται ότι η οικογένεια του Καρατάσου εκινδύνευσε να άπολέση κατά την καταστροφήν της Ναούσης την σύζυγον του άρχηγού, τας θυγατέρας του και πέντε άρρενα τέκνα.


Η σύζυγος τούτου, η ήρωίς Καρατάσαινα, ώνομάζετο κατά τον Ί. Πετρώφ Μαρία και ήτο θυγάτηρ ίερέως έκ της περιφερείας της Βεροίας.

Είναι γνωστά τα μαρτύρια εις τα οποία ύπεβλήθη υπό των Τούρκων και εξ αιτίας των οποίων απεβίωσε, μή δεχθείσα να έξισλαμισθή. 

Διά τας θυγατέρας του Καρατάσου δεν εχομεν έτέρας είδήσεις, πλήν ότι έθυσιάσθησαν και αυται. Πάντως θα ήσαν τουλάχιστον δύο. 

Ο Τσάμης Καρατάσος γράφει, ότι «έμειναν εις την λύσσαν των πολεμίων» πέντε άδέλφια αύτού.

 Έκ τούτου συνάγεται, ότι ο Καρατάσος είχε τούλάχιστον εξ άρρενα τέκνα (συνυπολογιζομένου και του Τσάμη) και έν συνόλω το όλιγώτερον οκτώ τέκνα.

 Έκ τούτων γνωρίζομεν τα έξής:

 α) Τσάμης (Δημήτριος) Καρατάσος.

Τό όνομά του ήτο Δημήτριος, πλήν όμως είναι γνωστός ως Τσάμης η Τσιάμης και Τζάμης η Τζιάμης απεκλήθη οΰτω διότι ήτο υψηλού άναστήματος.
Δευτερότοκος υιός του Γέρο Καρατάσου εγεννήθη εις το Διχαλεύρι κατά τον Ιανουάριον του 1798 και διεκρίθη πολεμών παρά το πλευρόν του πατρός του. Έν συνεχεία εγένετο ήρως των γνωστών «Μουσουρικών» και προσεπάθησε να βοηθήση εις την απελευθέρωσιν των ύποδούλων Ελλήνων.
Η εις την δευτέραν αιτησιν ύπογράφουσα σύζυγός του Αικατερίνη ήτο αδελφή του στρατηγού Θεοδώρου Γρίβα, 

β) Γιαννάκης (Ιωάννης).

Ήτο ο πρωτότοκος υιός του Γέρο Καρατάσου, έξ ου δυνάμεθα να ύποθέσωμεν ότι ο πατήρ του Γέρο Καρατάσου έλέγετο Ιωάννης. 
Ούτος έγεννήθη εις Διχαλεύρι κατά το ετος 1795.

 Έλαβε μέρος κατά τας διεξαχθείσας εις την περιοχήν Ναούσης κατά το 1822 μάχας, όπου και εφονεύθη.

 γ) Κωνσταντίνος (Κώστας η Κωσταντής η Κουτούλας η Κωτούλας). 

Φαίνεται ότι ήτο ο τρίτος υιός του Γέρο Καρατάσου Ο Κωνσταντίνος διεσώθη και επολέμησε μαζί μέ τον πατέρα του και τον αδελφόν του Τσάμην. Δεν γνωρίζομεν επακριβως πότε εγεννήθη και πως απέθανε.


 δ) Θανάσης.

Ούτος, νήπιον ών η έφηβος, εφονεύθη εις την Θεσσαλονίκην ως αιχμάλωτος.




ε) Έτερος, νήπιον η έφηβος, άγνώστου ονόματος.

Κατά τον Τ. Πετρώφ κατά την καταστροφήν της Ναούσης 

ηγόρασαν τούτον δύο Άραβες έξ Αιγύπτου, οι οποίοι τον έξισλάμισαν. 
Ούτος εγένετο πασάς («Καρατάς πασάς»), κατά δε το 1857 συνηντήθη μετά του άδελφού του Τσάμη εις Αίγυπτον και κατ’ άρχήν ηθέλησε να έγκαταλείψη τον μωαμεθανισμόν, 
τελικως όμως δεν έπραξε τούτο, δια να δύναται να βοηθά τους εκεί Έλληνας.


στ) δεν έχομεν άλλας ειδήσεις δια τον έτερον υιόν του Καρατάσου, όστις έθυσιάσθη κατά τον άπελευθερωτικόν αγώνα. 

δεν γνωρίζομεν έάν ήτο τέκνον τούτου ο εις τουρκικά έγγραφα άναφερόμενος «Αντώνιος, υιός του Τάσιου».

Εις την κατωτέρω νεκρολογίαν αναγράφεται ότι εφονεύθη ό πρωτότοκος υιός Γιαννάκης και ηχμαλωτίσθησαν έτεροι τρεις, ήτοι έν όλω τέσσαρες, εις ούς δέον να προστεθή και ο διασωθείς έν αρχή Κωτούλας.

Επομένως εθυσιάσθησαν έν όλω πέντε υιοί του Καρατάσου.

Δέν γνωρίζομεν τίποτε δια τους έν τή περιοχή Ναούσης απογόνους των Καρατασαίων.

Εις την Νάουσαν ζοΰν και σήμερον είσέτι αι οίκογένειαι του Θωμά Γεωργίου Καρατάσου και του Αναστασίου Πέτρου Καρατάσου, εις δε την Θεσσαλονίκην η οικογένεια του Αναστασίου Πέτρου Καρατάσου, των οποίων οί αρχηγοί ισχυρίζονται ότι είναι απόγονοι συγγενών του Γέρο Καρατάσου.

Η έξακρίβωσις όμως της αλήθειας του ισχυρισμού τούτου δεν είναι δυνατή.

Ο Καρατάσος εθυσίασεν εις τον αγώνα έκτος της οικογενείας του και την μεγάλην περιουσίαν του, η οποία κατά τον Τσάμη ν (έγγρ. 1, σελ. 2), απετελείτο έκ πολυτελών οικιών, πλήθους τσιφλικίων, αγελών βοών και ίππων. 
Τούτο έπιβεβαιούται και έκ των έγγράφων του τουρκικού ιστορικού αρχείου της Βεροίας.

Δικαίως λοιπόν ζητείται δια των ως άνω αιτήσεων δικαιοσύνη δια την οικογένειαν των Καρατασαίων. 
Αρκεί να σημειωθή ότι μέχρι σήμερον δεν έστήθη ανάλογος άνδριάς πρός τιμήν τοιούτου ήρωος, καιτοι η συμβολή του εις τον αγώνα της υποδούλου Ελλάδος έθεωρήθη εύθύς μετά τον θάνατόν του σημαντική.
Διά τούτο έδημοσιεύθη η κάτωθι νεκρολογία εις το ύπ΄ άριθμ. 25/26.3.1830 φύλλον της επισήμου «Γενικής Έφημερίδος της Ελλάδος» (σελ. 100, στήλη 1η), έκδιδομένης τότε έν Αίγίνη:

 Τό κείμενον τούτο κρίνομεν σκόπιμου όπως επανεκδώσωμεν ενταύθα, λόγω της σπανιότητος της έφημερίδος έκείνης:
Νεκρολογία

Εις των περίφημων παλαιών καπετάνων της Ρούμελης και των ανδρειοτέρων αγωνιστών της Ελληνικής επαναστάσεως, ο γέρων Καρατάσιος, ετελεύτησε κατά την 21 τον παρελθόντος Ιανουαρίου έν Ναυπάκτω.

Γευνηθείς έν Δοβρά της Μακεδονίας, έδειξε παιδιόθεν σημεία έλενθέρας φυσεως και έφεσιν  εις τα πολεμικά.
Άνήρ δε γενόμενος, απέδειξε πραγματικως το φιλελεύθερον και το φιλόπατρι τον χαρακτήρος τον, φυγών την τυραυνίαν των κρατούντων και Υπερασπιζόμενος μέ τα όπλα  εις τας χειρας την Ιδίαν αυτου έλενθερίαν και τα δίκαια τον πλησίον τον.

Έπί τον  Αλλη πασά επολιτεύθη φρονίμως και ωφέλησε την πατρίδα, τούτο μεν έξολοθρεύων τους κακούργους, τούτο δε δίδων άσυλον και καταφυγην εις πολλούς κινδύνους άπό αυτόν της Ηπείρου τον ώμότατον τύραυνον.

'Άμα ήχησεν η σάλπιγξ της ελευθερίας και ο Καρατάσιος ακούεται  εις την Μακεδονίαν.

Τό άνισον της πάλης πρός πολυαρίθμους έχθρικάς δυνάμεις φέρει την άφευκτον αποτυχίαν των έκει πραγμάτων.
Φονεύεται ο πρώτος του υιός και αιχμαλωτίζονται τρεις ετεροι μετά τής γυναικός του,
και αυτός ατρόμητος τρέχει εις νέους αγώνας' όθεν
και εις Τρίκκερα
και εις Σκιάθον
και εις Εύβοιαν
και εις την Άνατολικήν  Ελλάδα,

παντού έστησε τρόπαια κατά των εχθρών.

Πρώτος εταπείνωσε την όφρύν του ’Άραβος εις τα πεδία της Μεσσηνίας,
δείξας καρτερίαν και γευναιότητα ηρωίκήν.

Διεφύλαξε μέχρι γήρατος άκμήν νεανικήν, ύπήρξε δε γενναίος και ευεργετικός.




Δεν υπάρχουν σχόλια: