Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2016

Μακεδόνες στην επανάσταση του 1821: Ο Μακεδόνας οπλαρχηγός Θεόδωρος Ζιάκας.

Θεόδωρος Ζιάκας (1798-1882)
ΜΙΛΤ. Ι. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ
ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΛΑΪΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

Ο ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΙΑΚΑΣ 
ΚΑΙ Η ΣΥΜΕΤΟΧΗ ΤΟΥ 
ΣΤΟΥΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ

 Ο Θεόδωρος Ζιάκας άνήκει σε μια μεγάλη και ισχυρή άρματολική οικογένεια των Γρεβενών, που πρόσφερε πολυ μεγάλες υπηρεσίες στους εθνικούς απελευθερωτικούς αγώνες. 

Οι υπηρεσίες της αρχίζουν από τα μέσα του 18ου αιώνα, ίσως και νωρίτερα, και συνεχίζονται σχεδόν ως τα τέλη του 19ου.

Η οικογένεια του καταγόταν από το Μαυρονόρος, μικρό και ασήμαντο χωριουδάκι με 40-50 οικογένειες σήμερα, μα που ως τα μέσα του περασμένου αιώνα παρουσίαζε άξιόλογη εμπορική κίνηση με εβδομαδιαία αγορά για τις εμπορικές συναλλαγές των κατοίκων των γύρω χωριών κι ετήσια μεγάλη εμποροπανήγυρη, που συγκέντρωνε κόσμο από τη Μακεδονία, την Ήπειρο  τη Θεσσαλία κι άκόμα μακρύτερα κι είχε μεγάλη κίνηση άγοραπωλησίας μεγάλων και μικρών ζώων.

 Ακόμα και σήμερα δείχνουν στον περίεργο επισκέπτη τη θέση, όπου γινόταν η άγορά και η εμποροπανήγυρη.
Είναι στη θέση «’Αργαστήρια», στο νότιο μέρος του χωριού, προς την κατεύθυνση του χωριού Μαυραναΐοι.
Σήμερα είναι χωράφια. Η παροιμία «σάν οί γκαβοί στο Μαυρονόρος», που μεταφορικά σημαίνει πυκνή συρροή κόσμου σ’ ενα μέρος, έχει την άρχή της στις καλές μέρες του Μαυρονόρους, όταν , με την εύκαιρία της εβδομαδιαίας άγορας και της έμποροπανήγυρης, συνέρρεαν εκεί παντος εΐδους άνθρωποι, κυρίως ζητιάνοι και γενικά άνίκανοι για εργασία, για να ζητιανέψουν.

Κατά την παράδοση η άγορά καταργήθηκε, γιατί δεν υπήρχε καμιά άσφάλεια για τον κόσμο έξαιτίας της κακής διοικήσεως της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και των συχνών επιδρομών των ληστών και των Άρβανιτάδων.

Κατ’ άλλες πάλι πληροφορίες, που κι χύτες οφείλονται στην προφορική παράδοση, την αγορά την κατάργησε ο ονομαστός σιλιχτάραγιχς των Γρεβενών Μεχμέτ Τάγος. Μάλιστα επειδή η αγορά είχε καθιερωθεί με σουλτανικό διάταγμα (φιρμάνι) και δεν ήταν εύκολο να καταργηθεΐ, ο Μεχμέτ Τάγος υποχρέωσε το μητροπολίτη Γρεβενών Αγάπιο και τους προέδρους (μουχτάρηδες) των κοινοτήτων των γύρω χωριών και γενικότερα της περιφέρειας, να υπογράψουν άναφορά πρός την Υψηλή Πύλη και να ζητούν οί ΐδιοι την κατάργηση της άγορας του Μαυρονόρους και τη μεταφορά της στα Γρεβενά.

Πότε ακριβώς μετοίκησαν οί Ζιακαΐοι από το Μαυρονόρος δεν είναι γνωστό.

Το πιθανότερο είναι ότι μετοίκησαν κατά τα τέλη του 18ου αιώνα, όταν   Άλή πασάς προσπάθησε να συντρίψει τη δύναμη των άρματολικιών, που του ήταν έμπόδιο στα επεκτατικά και απολυταρχικά του σχέδια και την καταπίεση των χριστιανικών πληθυσμών.
Τότε, υποθέτω, και οί Ζιακαΐοι, μή νιώθοντας ασφαλή τον έαυτό τους κοντά στα Γρεβενά—το Μαυρονόρος απέχει μόλις 10 χιλιόμετρα από τα Γρεβενά—αναγκάσθηκαν να μετοικήσουν.

Άλλο ζήτημα είναι το που έγινε  ή μετοικεσία τους, στην Τίστα, το σημερινό Ζιάκα, η στο Σπήλαιο, χωριά, που απέχουν 20-25 χιλιόμετρα από τα Γρεβενά και σε τοποθεσία φυσικά οχυρή. Το πιθανότερο είναι ότι η μετοικεσία έγινε στην Τίστα  και διότι αυτή εϊναι η επικρατέστερη παράδοση και διότι εκεί δείχνουν τα κτήματα, που ανήκαν στούς Ζιακαίους, και διότι υπάρχουν δημοτικά τραγούδια, που μνημονεύουν την Τίστα και που θά άναφέρονται στην έποχή, που οί Ζιακαΐοι είχαν μετοικήσει εκεί.

Μολαταύτα και στο Σπήλαιο υπάρχει παράδοση ότι εκεί είχαν μετοικήσει οί Ζακαΐοι, άναφέρεται κι εκεί τοπωνύμιο με την ονομασία «στής Ζιάκινας την κοπριά» κι υπήρχαν κι εκεί κτήματα της οικογένειας Ζιάκα.

Για τους προγόνους του Ζιάκα δεν έχουμε πολύ συγκεκριμένες πληροφορίες.

Τά σχετικά άρθρα της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας και του Εγκυκλοπαιδικού Λεξικού   Ελευθερουδάκη, που τα ακολούθησαν και τα νεώτερα εγκυκλοπαιδικά λεξικά, όπως π.χ. του Ηλιον, μνημονεύουν το όνομα, του γερο-Ζιάκα, που χρημάτισε αρματολός στην περιφέρεια Γρεβενών, πήρε μέρος στην επανάσταση του 1770, που είχε υποκινήσει η αύτοκράτειρα της Ρωσίας Αικατερίνη, και ήρθε σε σύγκρουση με τον Κούρτ πασά κι αργότερα με τον Άλή πασά των Ίωαννίνων.

Μνημονεύεται άκόμα ένας γιός του, ο πατέρας του Γιαννούλα και του Θόδωρου, που πήρε μέρος στην έπαναστατική κίνηση του Θύμιου Βλαχάβα το 1802.
Αργότερα συμφιλιώθηκε με τον ’Αλή πασά και πήρε το αρματολίκι των Γρεβενών και της Κόνιτσας που τα κράτησε ίσαμε το 1810.

Απ’ όσα λέγει όμως ο έγγονός του Γούλας Ί. Ζιάκας, ο γιός του Γιαννούλα, σε μια αίτησή του προς την ελληνική κυβέρνηση, προφανώς για να έξάρει τις ύπηρεσίες της οικογένειας Ζιάκα προς το έθνος και να διεκδικήσει ορισμένα δικαιώματα ύπέρ αυτής (βρίσκεται στο ’Αρχεϊο Αγωνιστών, στα χειρόγραφα της Εθνικής Βιβλιοθήκης με αριθμό 27.832)  κι απ’ όσα λένε ο ’Αραβαντινός, ο Κρυστάλλης και οι Wace-Thompson στο αξιόλογο βιβλίο τους The Νοmads of Balkans, πρόκειται για ενα μόνο πρόσωπο (Γεωργάκης-ΓάκηςΖιάκας) , που χρημάτισε πρωτοπαλίκαρο του Ντεληδήμου και του Τότσκά,
πρωτεξαδέλφου του, τον οποίο διαδέχθηκε στο αρματολίκι των Γρεβενών.

Ο ίδιος πήρε μέρος και στην επανάσταση του 1770 και στο κίνημα του Βλαχάβα.

 Αργότερα, άφού συμφιλιώθηκε με τον Άλή πασά, ξαναπήρε το άρματολίκι των Γρεβενών, που το κράτησε ίσαμε το 1810, ή, κατά τον Άραβαντινό, στο προμνημονευόμενο έργο του, ίσαμε το 1814.

Αναφέρουν ακόμα τα εγκυκλοπαιδικά λεξικά, προφανώς από σύγχυση, ότι κατά το 1854, η οικογένεια Ζιάκα έχασε 30 μέλη. 

Ο άριθμός είναι ασφαλώς εντελώς απίθανος. Πιο πιστευτή είναι η πληροφορία του Γούλα στην προμνημονευόμενη έκθεσή του προς την επιτροπή έκδουλεύσεων, σύμφωνα με την οποία 30 μέλη της οικογένειας Ζιάκα, μεταξύ των όποιων και τέσσερα άδερφια του παππού τού, και φυσικά και ο πατέρας του, σκοτώθηκαν σ’ όλο το διάστημα των υπέρ του έθνους άγώνων της οικογένειας, δηλ. ίσαμε το 1854.

Εκείνο που φαίνεται πιθανότερο, όπως σωστά υποστηρίζει ο γυμνασιάρχης Χρ. Ένισλείδης, είναι ότι ο γερο-Ζιάκας εχασε κατά τη διάρκεια των άγώνων του προς τους Τούρκους την ιδιαίτερη οικογένεια του κι ότι ξαναπαντρεύθηκε σε προχωρημένη ηλικία. Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι έχει μικρά παιδιά σε μεγάλη ηλικία, όπως θά φανεί άμέσως παρακάτω.

Γιος του γερο-Ζιάκα είναι ο Γιαννούλας, που γεννήθηκε, κατά τον Ένισλείδη1, το 1795 κι ο λίγο μικρότερος του Θόδωρος.
Σύμφωνα με την προμνημονευόμενη έκθεση του Γούλα Ζιάκα, όταν  ο παππούς του, περί το 1810 ή, το πιθανότερο, κατά τον Άραβαντινό, τον Κρυστάλλη και τους Wace-Thompson4 (οί τελευταίοι υποστηρίζουν πώς τότε σκοτώθηκε), το 1814, γέρος πιά και κουρασμένος από τους άγώνες και τις κακοπάθειες άποχώρησε από τη διοίκηση του καπετανάτου, που περιλάβαινε τις επαρχίες Γρεβενών, Βεντζίων, Κόνιτσας και Άνασελίτσας και άποτελούσε, όπως παραστατικά μάς λέγει ο Γούλας Ζιάκας, «μίαν μικράν ηγεμονίαν με 600 χωρία», τότε τον διαδέχθηκε σε πολύ νεαρή ηλικία ο πρωτότοκος γιος του Γιαννούλας.

Αυτός, κατά τις ίδιες πηγές, για να άντιμετωπίσει καλύτερα τα στίφη των ληστών και των Άρβανιτάδων, που λυμαίνονταν τα χριστιανικά χωριά των περιοχών, κράτησε μόνο τις περιφέρειες Γρεβενών και Βεντζίων, που άποτελούσαν μια γεωγραφική ενότητα (καί οί δυό περιοχές άνήκουν σήμερα στο νομό Γρεβενών) και διέθεσε τις άλλες δυό σε συγγενείς του και στον άδερφό του Θόδωρο, όταν κάπως ένηλικιώθηκε.

Όταν άρχισε η ελληνική επανάσταση, ο Γιαννούλας, που φαίνεται ήταν μυημένος στη Φιλική Εταιρεία, ξεσήκωσε τη Δυτική Μακεδονία και πρόσφερε πολλές υπηρεσίες στον αγώνα παρεμποδίζοντας τις τουρκικές δυνάμεις να κατεβαίνουν δια των ορεινών διαβάσεων από την 'Ήπειρο προς τη Μακεδονία και τη Θεσσαλία και άπασχολώντας άρκετο τούρκικο στρατό στην περιοχή του.

Εναντίον του Ζιάκα ήρθε ο βουλγαρικής καταγωγής Μπεχλιβάν Μπαμπά πασάς και με τις σημαντικά άνώτερες δυνάμεις του τον άνάγκασε να συμπτυχθεΐ προς τα ορεινότερα μέρη και λεηλάτησε την περιφέρεια Γρεβενών.

Ιωάννης Πετρώφ
Άλλες πληροφορίες για την έπαναστατική δράση του Ζιάκα στα χρόνια εκείνα δεν έχουμε, αλλά ασφαλώς δεν έμεινε με σταυρωμένα χέρια.


Ξέρουμε μόνο, όπως μάς πληροφορεί ο Ρώσος φιλέλληνας Ιωάννης Πετρώφ, ότι πήρε μέρος στην ηρωική έπανάσταση της Νάουσας το 1822 και θά είχε τις σχετικές ταλαιπωρίες και άπώλειες.

Αργότερα ο Γιαννούλας, με τη μεσολάβηση του Χουρσίτ πασά, τον οποίο είχε βοηθήσει κατά του Άλή πασά των Ίωαννίνων, ύποσχέθηκε να σταματήσει τη δράση του και να παραμείνει ήσυχος, όταν  μάλιστα σκεφθούμε πώς ο άγώνας θά ήταν μάταιος, άφού είχαν παύσει να υπάρχουν επαναστατικές εστίες στη Μακεδονία.

Σέ άντάλλαγμα διορίσθηκε αρματολός («ύπομίσθιος ύποφύλαξ», λέγει, προφανώς για να τον μειώσει, ο ’Αραβαντινός) των περιοχών, που είχε και προηγουμένως και πιθανότατα και των περιφερειών Ζαγορίου και Μετσόβου, που διεκδικούσε από καιρό.

Παρά ταύτα δεν έπαυσε να βοηθεί και να ένισχύει την έπανάσταση. Κατά την πολιορκία του Μεσολογγίου έστειλε εκεί τον ύπαρχηγό του Απόστολο Κυρίμη, από τον Τσούργιακα, τη σημερινή ’Αετιά των Γρεβενών, με αρκετή δύναμη. 

Το μεγαλύτερο μέρος των άνδρών αύτών, μεταξύ των οποίων και τέσσερα ξαδέρφια του Ζιάκα, βρήκαν ήρωικο τέλος κατά την πολιορκία και την έξοδο του Μεσολογγίου.

Για τον Απόστολο Κυρίμη ο Ί. Βασδραβέλλης, στηριζόμενος σε ένθύμηση γραμμένη σε εκκλησιαστικό βιβλίο του Άγιου 'Όρους, μας λέγει ότι είχε δράσει κατά τον Ιούλιο του 1821 στη Χαλκιδική υπό τον Έμμ. Παπά κι ότι σ’ αύτόν όφείλεται η έξόντωση του πληρώματος τουρκικού πλοίου, που είχε έξοκείλει στο Άγιον ’Όρος.

Για τις υπηρεσίες του αυτές η ελληνική κυβέρνηση άπένειμε στο Γιαννούλα δίπλωμα χιλιαρχίας (κάτι αντίστοιχο με το βαθμό του συνταγματάρχη), στο δε αδερφό του Θόδωρο το βαθμό του ταγματάρχη.

Το φθινόπωρο του 1826 ο σιλιχτάρ αγάς των Γρεβενών Μεχμέτ Τάγος, είτε από δική του πρωτοβουλία, γιατί έκρινε πώς η δύναμη και το κύρος του Γιαννούλα ήταν εμπόδιο και φραγμός στις αυθαιρεσίες του έναντι των χριστιανικών πληθυσμών, είτε και με διαταγή του Κιουταχή, που άσφαλώς θα είχε ύπόψη του τις ένέργειες και τη δράση του Ζιάκα υπέρ της επαναστάσεως  κατόρθωσε να τον σκοτώσει στο χωριό Μαυρονόρος υστέρα από προδοσία των αδελφών Άλέξη και Νικόλα Μακρή που κατάγονταν από το ίδιο χωριό Μαυρονόρος.
Αύτοί, λέγεται, είχαν λόγους να μισούν το Ζιάκα, γιατί τον θεωρούσαν υπεύθυνο για το φόνο ένός άλλου άδελφού τους.

Στή δολοφονία θά συνήργησαν άσφαλώς και άλλα πρόσωπα, όπως άφήνει να υπονοηθεί ο Γούλας στην προμνημονευόμενηέκθεσή του.

Εναντίον όλων αυτών των προσώπων θα στραφεί αργότερα η μήνις του Θεόδωρου Ζιάκα.

Κατά την παράδοση μαζί με το Γιαννούλα βρισκόταν στο Μαυρονόρος κι ο άδερφός του Θόδωρος, αλλά σε άλλο σπίτι, κι είναι μυθιστορηματικός ο τρόπος με τον οποίο κατόρθωσε να διαφύγει.
 Ενώ δηλ. το σπίτι, όπου έμενε, είχε περικυκλωθεί από παντού και δε φαινόταν από πουθενά ελπίδα σωτηρίας, έβαλε σε ενέργεια ένα πολύ τολμηρό σχέδιο.
Πάνω στη ράχη του άλογου του έδεσε τεχνικά την κάπα του, έτσι που να δείχνει άνθρωπος καβαλάρης και κατόπιν μαστίγωσε το άλογο δυνατά. "Υστερα άνοίγοντας την πόρτα το άφησε να πεταχτεΐ έξω. Το άλογο αφηνιασμένο όρμησε πρός τα έξω.

Οΐ Τούρκοι νομίζοντας πώς είναι ο Ζιάκας, που προσπαθεί να ξεφύγει, πυροβολούν όλοι έπάνω του.
 Πάνω στη σύγχυση και την ταραχή ο Θόδωρος κατόρθωσε να ξεφύγει.
Ως το Σεπτέμβριο του 1943 το σπίτι αύτό, το σπίτι του Μαχαιρα, σωζόταν ανέπαφο κοντά στην εκκλησία των 'Αγίων Θεοδώρων. Κάηκε από τους Γερμανούς μαζί με τα άλλα σπίτια του χωρίου κατά τις έκκαθαριστικές τους επιχειρήσεις εναντίον των ανταρτών στην περιφέρεια Γρεβενών.

Σχετικά με το φόνο του Γιαννούλα ο μέν Βασδραβέλλης υποστηρίζει στο προμνημονευόμενο έργο του ότι πιάσθηκε από τον Κιουταχή και κρεμάσθηκε στη Λαμία, ο δε Ένισλείδης ότι σκοτώθηκε με προδοσία στα Γρεβενά. Καί οΐ δυο κάνουν κάποια σύγχυση. Ότι σκοτώθηκε στο Μαυρονόρος φαίνεται και από την προφορική παράδοση, που είναι ομόφωνη, κι από τις πληροφορίες του Κρυστάλλη και του Άραβαντινού καί, έμμεσα, από την προμνημονευόμενη έκθεση του Γούλα Ζιάκα.

Υστερα από το θάνατο του Γιαννούλα άρχηγος της άρματολικής και έπαναστατικής κίνησης στην περιφέρεια Γρεβενών και γενικότερα στη Δυτική Μακεδονία γίνεται ο Θεόδωρος Ζιάκας, ο θρυλικός επαναστάτης του Σπηλαίου, σάν επίτροπος του άνήλικου γιου του Γιαννούλα Νικολάκη, τον όποιο, με τα έξαίρετα στρατιωτικά και διοικητικά του προσόντα, θά ύποκαταστήσει οριστικά. 

Σχετικά με την κατοπινή δράση του Ζιάκα κατά την επανάσταση του 1821 δεν έχουμε πολλές πληροφορίες.

Μονάχα ο Άραβαντινός μάς πληροφορεί ότι πιεζόμενος από τις τουρκικές δυνάμεις άναγκάσθηκε ο Ζιάκας, μετά την καταστολή και των άλλων έπαναστατικών κινημάτων στη Μακεδονία, να καταφύγει και να δράσει στη νοτιότερη Ελλάδα.

Μά στα τέλη του 1827 τον βρίσκουμε, μαζί με άλλους οπλαρχηγούς, έξαιτίας των διαδόσεων για την επικείμενη κατάπαυση των πολεμικών επιχειρήσεων στην Ελλάδα και τον επικείμενο καθορισμό των συνόρων του συνιστώμενου νέου έλληνικού κράτους, να παίρνει μέρος σε ζυμώσεις και κινήσεις στην περιοχή του Όλυμπου.
Δημήτριος Υψηλάντης
Έτσι πρόκριτοι και οπλαρχηγοί, μέσα στους οποίους είναι και ο Ζιάκας, συνέρχονται σε μυστική σύσκεψη στη μονή του άγίου Διονυσίου του ’Ολύμπου και με δυο αναφορές τους προς την κεντρική έλληνική κυβέρνηση, ζητούν να τους ύποστηρίξει υλικά και ηθικά και να τους στείλει άρχηγό της έπαναστατικης κινήσεως στη Μακεδονία είτε το Δημήτριο Υψηλάντη είτε το Γερμανό φιλέλληνα συνταγματάρχη Heidek.

Τήν άναφορά υπογράφουν έκτος από το Ζιάκα και άλλοι όνομαστοί οπλαρχηγοί του ’Ολύμπου, όπως οί άδελφοί Κώστας και Διαμαντής Νικολάου, Γεώργιος και Αθανάσιος Συρόπουλοι, ο Τόλιος Λάζου και άλλοι.

 Οι απαντήσεις, που πήραν οί άρχηγοί του Όλύμπου στις προαναφερόμενες άναφορές τους τόσο προς το Δημήτριο 'Υψηλάντη, το 1827, όσο και προς τον Καποδίστρια, τον Ιούλιο του 1828, τους έκοβαν και τις τελευταίες έλπίδες.
Στις άπαντήσεις τους τους συνιστούν να συμβιβαστούν με τους Τούρκους και να ησυχάσουν καθ’ δσον το θέμα της άπελευθερώσεως της Ελλάδος και του καθορισμού των συνόρων είχε περάσει στη δικαιοδοσία των μεγάλων δυνάμεων κι ότι έπρεπε να περιμένουν καλύτερους καιρούς.

 Έτσι όσοι άρχηγοί εμειναν άκόμα στη Μακεδονία άναγκάσθηκαν να συμβιβασθούν, ενώ οί υπόλοιποι, όπως και ο Ζιάκας, καταφεύγουν στην ελεύθερη Ελλάδα.

Μά ο Ζιάκας δεν μπορεϊ να ησυχάσει.
 Τό σχέδιό του είναι πάντοτε να βρει εύκαιρία να επιτεθεί κατά των Γρεβενών και να εκδικηθεί το Μεχμέτ Τάγο και τους άλλους έχθρούς του για την προδοσία και το φόνο του άδελφού του.
 Τά σχετικά με την έπίθεση του Ζιάκα κατά των Γρεβενών μάς τα λέγει το παρακάτω δημοτικό τραγούδι:

Έσεϊς, πουλιά μ΄ πετούμενα, 
που πάτε στον αέρα,
 αύτού που πάτε κι ερχεστε 
και πίσω δε γυρνάτε,
 μην εϊδατε το Θόδωρο,
 το Θόδωρο το Ζιάκα;
—’Εψές, προψές τον είδαμε 
μέσ" στ Άσπρο το ποτάμι.
 Παλικαοάκια μάζωνε όλο των είκοσι ένα.
Παίρνει το Νάσιο Μάνταλο και το Σωτήρη Στράτο.
Τριών μερών περπάτημα το κάνει σε μια μέρα, 
στα Γρεβενά ξημέρωνε, στον έμορφο τον τόπο.
Τηταν ημέρα του Βαγιού, ήμερα του Λαζάρου.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες του δημοτικού τραγουδιού, με τις όποιες άλλωστε συμφωνεί και η δημοτική παράδοση, στα μέρη του Άσπροποτάμου (τού Αχελώου) θά τραβήξει ο Ζιάκας, για να στρατολογήσει τους άντρες που του χρειαζόταν, όταν  εκρινε πώς μπορούσε να επιστρέφει στην περιφέρεια Γρεβενών και να έκδικηθεΐ τους έχθρούς του.

Άνθρωποι ορεινοί οί Άσπροποταμίτες, γενναίοι, πολεμικοί, άλλα και πάμπτωχοι, ήταν φυσικό να μή λογαριάζουν τους πολεμικούς κινδύνους και να λαβαίνουν μέρος στη συγκρότηση άνταρτικών σωμάτων, που θά τους έπέτρεπε και στο έθνος να προσφέρουν τις ύπηρεσίες τους αλλά και να ζήσουν.

Και το αρματολίκι των Γρεβενών ήταν από τα πλουσιότερα, αφού  όπως μας λέγει ο Γούλας Ζιάκας, είχε εισόδημα 700 χιλιάδες γρόσια, ποσό αστρονομικό για κείνη την εποχή, κι αριθμούσε στις μέρες της άκμής του 1.700 άντρες. 

Υστερα το όνομα του Ζιάκα ήταν μια εγγύηση πώς θα χτυπούσαν με επιτυχία τους κυρίαρχους.

Κατά την προφορική παράδοση συγκρότησε σώμα με 300 περίπου άντρες και με οπλαρχηγούς το γνωστό και από άλλα δημοτικά τραγούδια Νάσιο Μάνταλο και το Σωτήρη Στράτο.

Ό πρώτος είναι γνωστός κι από την επανάσταση του 1821, ο δε δεύτερος είναι ο κατοπινός συνταγματάρχης του ελληνικού στρατού, που πήρε μέρος σαν εθελοντής στην Ήπειρο κατά την επανάσταση του 1854.

Το να έρθουν άγωνιστές της αξίας του Μάνταλου και του Στράτου και να καταταχτούν στα σώμα του πολύ νέου άκόμα Θ. Ζιάκα, δείχνει την πανελλήνια φήμη και έκτίμηση, που είχε από τότε ο Γρεβενιώτης άγωνιστής.

Το σχέδιο του Ζιάκα ήταν να μπορέσει να καταλάβει τα Γρεβενά, να μπει στο κονάκι του και να σκοτώσει το Μεχμέτ Τάγο.

Μά ποιος είναι αύτος ο Μεχμέτ Τάγος;

Πάλι η δημοτική παράδοση θά μας σταθεί κατά το πλείστο βοηθός.
 Σύμφωνα μ’ αύτήν ο Μεχμέτ Τάγος, υπασπιστής του Άλή πασα, σε μια από τις πολυάριθμες μάχες του έναντίον των εχθρών του του έσωσε τη ζωή και σε άντάλλάγμα των υπηρεσιών του διορίσθηκε σιλιχτάρ άγάς των Γρεβενών και του παραχωρήθηκαν μερικά από τα πολυάριθμα τσιφλίκια, που είχε ο Άλή πασάς στην περιφέρεια Γρεβενών αύτά άργότερα, μετά το θάνατο του Άλή, έγιναν δημόσια (ΐμπλιάκια), για να άπαλλοτριωθούν ύπέρ των κατοίκων μετά την άπελευθέρωση του 1912.

Ό Μεχμέτ Τάγος παντρεύθηκε στα Γρεβενά και πήρε γυναίκα του χριστιανή, την όνομαστή για την ομορφιά και την καλοσύνη της Μιγδάλω (Μαγδαληνή) από τη Φυλή των Γρεβενών, η οποία, όπως και η Βασιλική του Άλη πασά, πρόσφερε πολλές υπηρεσίες στούς χριστιανούς της περιοχής.

Μονάκριβος γιός τους, μαζί με τρεις θυγατέρες, υπήρξε ο Βελής, που κι αυτός πήρε γυναίκα του χριστιανή, συγγενή της οικογένειας Σπίρτου από τα Γρεβενά. Γιοι του Βελή υπήρξαν ο Ριφάτ μπέης και ο Φουάτ μπέης (ό ένας τους χρημάτισε και υποψήφιος βουλευτής κατά την περίοδο του 1915-20• λέγεται μάλιστα ότι κατά τις εκλογές του 1920, που είχαν γίνει με σφαιρίδιο, ο συγγενής του μακαρίτης φαρμακοποιός Θεμ. Σπίρτος, πολιτικά άντίθετός του, τον καταψήφισε ρίχνοντας στο μαύρο χρυσό σφαιρίδιο), που έφυγαν από την Ελλάδα με την άνταλλαγή των πληθυσμών το 1924.

Η κατοικία του Μεχμέτ Τάγου, τα όνομαστά «κονάκια του μπέη», βρίσκονταν στο νότιο άκρο των Γρεβενών, κοντά στο Γρεβενίτικο ποταμό, λίγο πιό κάτω από τη «σμίξη» του Αύλίτη, του καθαυτό Γρεβενίτικου ποταμού, με το Δοξανίτικο ποταμό κι άπέναντι από τη θέση «Τσακάλια».

Σωζόταν σχεδόν άνέπαφη ως τα τελευταία χρόνια (λίγο πρίν από τον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο), όπότε κατεδαφίσθηκε από τον τελευταίο ιδιοκτήτη της μακαρίτη Άντρέα Παπαλεξίου και πουλήθηκε όλη η περιοχή της για οικόπεδα• σήμερα στο μέρος αύτό, κοντά στη γέφυρα, που οδηγεί προς την Καλαμπάκα, έχει κτισθεΐ ολόκληρος συνοικισμός σπιτιών. Κτισμένη σ’ ένα ορθογώνιο οικόπεδο έκτάσεως περισσότερο από δέκα στρέμματα, άποτελούνταν από μια σειρά επιβλητικών σε όγκο, ύψος και εμφάνιση οικοδομημάτων, που τα περιέβαλλε ένα πελώριο
καί επιβλητικό τείχος ύψους δέκα περίπου μέτρων.

Στις άκρες, μα και στο μέσο των μακρών πλευρών, της δυτικής και της ανατολικής, πανύψηλοι πύργοι χρησίμευαν σάν παρατηρητήρια και πολεμίστρες.
Πάνω από τις μεγάλες σιδερένιες πόρτες (ή κυρία είσοδος βρισκόταν στη νότια πλευρά, προς το ποτάμι) βρίσκονταν οί «ζεματίστρες», άπ’ δπου ζεμάτιζαν με καυτό νερό, πίσσα η λάδι, τον τολμηρό, που θά επιχειρούσε να τις παραβιάσει. "Ως τα τελευταία διακρίνονταν πάνω στους τοίχους οι χαρακιές του λαδιού η της πίσσας. Μέσα στους άδειους χώρους, που άφηναν τα χτισμένα κτήρια, έβοσκαν, όπως μας πληροφορούν οί Wace-Thompson, που τα έπισκέφθηκαν και τα γνώρισαν από κοντά, τα άλογα και τα πρόβατα του νοικοκύρη.

Κατά την παράδοση, αλλά και από τις πληροφορίες των επιγραφών, που σώζονταν πάνω στις εξωτερικές πλευρές του τείχους, κτίσθηκε το 1829-30 (αύτές τις ενδείξεις έφεραν οί επιγραφές) κι ότι για την κατασκευή λένε ότι βοήθησαν με χρήμα και προσωπική εργασία δλα τα γύρω χριστιανικά χωριά.

Κι αύτό δεν είναι καθόλου άπίθανο, αν σκεφθούμε το κλίμα που επικρατούσε κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας (έχω ύπόψη μου ότι στο χωριό μου, τον Έλατο Γρεβενών, που ο πληθυσμός του ήταν μικτός, Τούρκοι και 'Έλληνες, οί χριστιανοί κάτοικοι του χωριού καλλιεργούσαν δωρεάν με προσωπική εργασία τα κτήματα του σημαντικότερου Τούρκου γαιοκτήμονα του χωριού) και το πόσο άγριος και καταπιεστικός ήταν ο Μεχμέτ Τάγος.

Τόση τρομοκρατία άσκούσαν στούς χριστιανικούς πληθυσμούς τα άφεντικά του κτηρίου αύτού ώστε, όταν , μετά την απελευθέρωση και την ανταλλαγή των πληθυσμών έφυγαν οί Τούρκοι ιδιοκτήτες του και το κτήριο έμεινε έρημο και άφύλακτο, και τότε άκόμα κανένας δεν τολμούσε να το πλησιάσει. Μονάχα, πού και πού, τα παιδιά, που δεν είχαν ζήσει τη φρίκη των χρόνων της σκλαβιάς (κι αυτός που γράφει τις γραμμές αύτές άνάμεσα σ’ αύτά), σκαρφάλωναν από κάποιο χάλασμα και περιτριγύριζαν τα ερημικά κτήρια και τις χορταριασμένες αύλές.

Ένα δέος, κάτι σαν φόβος και θαυμασμός, έπιανε τον περιπατητή, που περιδιάβαζε, μέσα στην άπόλυτη ησυχία και ερημιά, όπου δεν έφθανε ο θόρυβος και η άναταραχή της σύγχρονης ζωής, τα επιβλητικά απομεινάρια περασμένων μεγαλείων, που παραδίνονταν σιγά σιγά στην καταστροφή και στο χαμό, κατοικίες τώρα της κουκουβάγιας και της νυχτερίδας, και σαν άκουε τους θρύλους και τις παραδόσεις για τις ωμότητες των κατακτητών, και σαν του έδειχναν, στην είσοδο κάποιου κτηρίου, το μέρος, όπου ήταν στημένη (ψέματα, άλήθεια; ποιός ξέρει;) η λαιμητόμος.

"Ως τα τελευταία σωζόταν, μπηγμένο στον τοίχο, ενα πλάγιο ξύλο, όπου στηριζόταν για να κοπεί το κεφάλι του καταδίκου. Κάπου εκεί κοντά έδειχναν ενα πηγάδι, δπου έριχναν, κατά την παράδοση πάντα, το κεφάλι του καταδίκου.

Μέ την παρέκβαση έφυγα κάπως μακριά από το θέμα μου, την επίθεση του Ζιάκα κατά των Γρεβενών.
Η επίθεση έγινε άφού χωρίστηκε το σώμα σε τέσσερα τμήματα. Τά τρία μπήκαν από τρία διαφορετικά σημίεΐα στην πόλη, ενώ το τέταρτο κατέλαβε το Βαρόσι, την παλαιά Μητρόπολη, προαστειακό συνοικισμό των Γρεβενών (σήμερα ένώθηκε τελείως με την υπόλοιπη πόλη των Γρεβενών), για να υποστηρίξει ένδεχόμενη υποχώρηση και να τιμωρήσει τους εκεί εχθρούς του Ζιάκα. Το σχέδιο του Ζιάκα ήταν να κόψουν το νερό του μυλαύλακου, που περνούσε κάτω από τα τείχη των κονακιών, και περνώντας κάτω από το άνοιγμα, που θά σχηματιζόταν, να μπουν στα κονάκια και να σκοτώσουν το Μεχμέτ Τάγο.

Οι σύντροφοί του όμως δείλιασαν και περιορίσθηκαν στη λεηλασία των Γρεβενών.

Πότε έγινε η επίθεση αύτή;

Κατά τόν Άραβαντινό και τους WaceThompson, που κι αύτοί άντλούν τις πληροφορίες τους από τδν Άραβαντινό, έγινε το 1831 και πήραν μέρος σ’ αύτήν χίλιοι άντρες που λαφυραγώγησαν «χριστιανούς και Τούρκους πυρπολήσαντες τα δύο τρίτα των οικιών».

Η πληροφορία και ως πρός τον άριθμό των άνδρών, που πήραν μέρος στην επιχείρηση, αλλά πρδ παντός ως πρός το τελευταίο μέρος της, τη λαφυραγώγηση και την πυρπόληση χριστιανικών και οθωμανικών σπιτιών, δεν είναι καθόλου άληθινή.

'Ο Άραβαντινός είναι η μόνη πηγή, που δεν κάνει καμιά διάκριση μεταξύ ληστών και κλεφτοαρματολών, προφανώς επηρεασμένος από το περιβάλλον, μέσα στο οποίο έζησε, το περιβάλλον του Άλή πασά, που είχε κάθε λόγο να χαρακτηρίζει κοινούς ληστές και έγκληματίες τους άγωνιστές και υπερασπιστές του άδικούμενου και καταπιεζόμενού από τδν κατακτητή έλληνισμού.

Έτσι θεωρεί κοινούς ληστές το Ζιάκα, το Βλαχάβα, το Σωτήρη Στράτο κι όλα τα τιμημένα ονόματα των άπελευθερωτικών άγώνων του έθνους και δε μας εξηγεί πώς πήραν ήθικές και ύλικές αμοιβές και ανώτερα άξιώματα από την ελληνική κυβέρνηση για την έθνική τους δράση.

 Ο Στράτος έγινε συνταγματάρχης του ελληνικού στρατού σε μια εποχή, που οί άνώτεροι στρατιωτικοί βαθμοί δε δίνονταν καθόλου εύκολα, ο δε Ζιάκας και οί ανεψιοί του, οί γιοι του Γιαννούλα, έκτος από τα στρατιωτικά αξιώματα, σε άνταμοιβή των υπηρεσιών τους, θά πάρουν και κτήματα στην περιοχή της Λαμίας, όπου και θά περάσουν και τα τελευταία χρόνια της ζωής τους.

 Σχετικά με το Ζιάκα καμιά άλλη πηγή δε μας λέγει πώς ξέφυγε από την εθνική δράση και κατάληξε στο ποινικό άδίκημα, που είναι η ληστεία.

Αύτός ο Αυστριακός πρόξενος Ίωαννίνων Φερδινάνδος Χάας, μολονότι ποτέ η αυστριακή διπλωματία δεν εδειξε φιλικά αισθήματα προς την Ελλάδα και γενικά προς τις φιλελεύθερες και τις επαναστατικές ιδέες, σε έκθεσή του σταλμένη προς την κυβέρνησή του ομολογεί πώς η δράση του Ζιάκα ήταν καθαρά εθνική και πώς μόνο προστασία παρείχε στούς έλληνικούς πληθυσμούς.

Ο ϊδιος ο Άραβαντινός παραδέχεται άλλου  ότι, όταν  ο Ζιάκας μπήκε το 1831 στα Γρεβενά, λεηλάτησε το πλεΐστον μέρος μόνο των οθωμανικών οικιών.

Τώρα άν καμιά φορά τα παλικάρια του, επηρεασμένα από τη φτώχεια και το πνεύμα της εποχής, παρεκτρέπονταν εις βάρος και των χριστιανικών πληθυσμών, αύτό άσφαλώς δε βαρύνει τόν άρχηγό.

 Ότι βέβαια θα τιμωρήθηκαν και χριστιανοί, που θεωρήθηκαν προδότες και υπεύθυνοι του φόνου του άδελφού του κι ότι άκόμα μπορεί να έγιναν από τα παλικάρια του Ζιάκα και κάποιες υπερβολές, αύτό είναι πολύ πιθανό, αλλά ότι ο θρυλικός εθνικός άγωνιστής θά μεταβαλλόταν σε κοινό ληστή, αύτό είναι τελείως άπίθανο και απαράδεκτο.

Μνημονεύονται άκόμα από τα δημοτικά τραγούδια και δυο επιθέσεις του Ζιάκα κατά της Καστανιας της Καλαμπάκας και των Νιγάδων του Ζαγορίου, αλλά και εκεί άσφαλώς θά πρόκειται για τιμωρίες προδοτών .

Για την περίοδο της δράσης του Ζιάκα, που άναφέρεται στην ελληνική επανάσταση, μαθαίνουμε από τόν Κασομούλη  ότι ο Κιουταχής κατά το 1830 προσπάθησε να σκοτώσει με δόλο τους οπλαρχηγούς, που έξακολουθούσαν να δρουν στό τουρκικό έδαφος, καλώντας τους τάχα σε συνεννόηση για την κατάπαύση του πυρός κι ότι κατάφερε να παρασύρει στην παγίδα και να σκοτώσει αρκετούς, αλλά οί υπόλοιποι, μεταξύ των οποίων και ο Ζιάκας, δεν έπεσαν στην παγίδα και δεν πήγαν στον τόπο της συναντήσεως με τον Κιουταχή.

Άπό τους διασωθέντες οί μέν οπλαρχηγοί των Χασίων, και φαίνεται ότι μέσα σ’ αύτούς ήταν και ο Ζιάκας, κατέφυγαν στα Τζουμέρκα και συνέχισαν τον άγώνα, οί δε οπλαρχηγοί του Όλύμπου συγκεντρώθηκαν στη Θεσσαλονίκη και με τη μεσιτεία του προξένου της Ρωσίας Μουστοξύδη κατέφυγαν στην Ελλάδα.

Ποια είναι η κατοπινή δράση του Ζιάκα κατά την περίοδο αύτή κι ως πότε δρα αύτός σάν οπλαρχηγός στην περιφέρεια Γρεβενών, δεν είναι γνωστό.

Κατά τόν Άραβαντινό ο Ζιάκας ειχε γίνει το φόβητρο των Όθωμανών της περιφέρειας Γρεβενών ίσαμε το 1835,
 οπότε πιεζόμενος από την έντονη καταδίωξη των τουρκικών αρχών άναγκάζεται να καταφύγει στην ελεύθερη Ελλάδα.

Άπό τον ίδιο τον Άραβαντινδ μνημονεύεται άκόμα ότι το 1832 ο Ζιάκας με τους ύπαρχηγούς του Κώστα Βλάχο και Μεντερλή προσεβλήθη από πολυάριθμο τουρκικό στρατό στο Σπήλαιο των Γρεβενών, άλλα περισσότερα για το περιστατικό αύτό, στο οποίο άναφέρεται και σχετικδ δημοτικό τραγούδι, δεν ξέρουμε.

 Σχετικά με τη δράση του Ζιάκα πριν από την έπανάσταση του 1854 υπάρχουν και πολλές άλλες παραδόσεις, αλλά ως ποιό  σημείο υπάρχει άλήθεια σ’ αύτές, δεν ξέρουμε ούτε μπορούμε να είμαστε βέβαιοι.

"Ετσι λέγεται ότι κάποτε το σώμα του Ζιάκα άποκλείστηκε στο βράχο της Άετιας, του παλιού Τσιούργιακα, συνοικισμού της κοινότητας Φιλιππαίων Γρεβενών, που είναι βατός μόνο πρός το νότιο μέρος, πρός το χωριό, ένώ από τα άλλα μέρη εϊναι άπότομοι κρημνοί ύψους 100-200 μέτρων.

 Οι Τούρκοι έπιασαν το νότιο μέρος, άπ’ όπου μόνο ήταν δυνατό να περάσουν οί άντρες του Ζιάκα, με τη βεβαιότητα πώς θά τους άναγκάσουν να παραδοθούν.

Μά τη νύχτα εκείνοι ξήλωσαν τα σιρίτια από τις κάπες τους, τα έκαμαν μακρύ σχοινί, σύρθηκαν από το σχοινί κάτω από τους βράχους και σώθηκαν. 
Γίνεται επίσης λόγος για τη συνεργασία του Ζιάκα με κάποιον καπετάν Λάμπρο, με τον οποίο χώρισε αργότερα, αλλά τί είδους συνεργασία είχαν και γιατί χώρισαν δεν είναι γνωστό. Για το χωρισμό τους υπάρχει μόνο μια παροιμιακή φράση:

«όσοι είστε με τα κόγκολα(;) και τις τραγατσίκες με τον καπετάν Λάμπρο, κι όσοι με τους τροβάδες και τ’ ασκιά με τον καπετάν Ζιάκα», αλλά τί ακριβώς σημαίνει δεν είναι γνωστό.

Από το 1835 χάνονται τα ίχνη του Ζιάκα. Κατά τη μαρτυρία του Άραβαντινού, που άναφέραμε παραπάνω, είχε αποσυρθεί στην ελεύθερη 'Ελλάδα, περιμένοντας πιο πρόσφορους καιρούς για να δράσει.


Συνέχεια στο Ο ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΖΙΑΚΑΣ  ΚΑΙ Η ΣΥΜΕΤΟΧΗ ΤΟΥ ΣΤΟΥΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: