Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2016

Μακεδόνες στην επανάσταση του 1821: Ο εκ Βλάστης Μακεδόνας φιλικός Ιωάννης Φαρμάκης

Ο Ιωάννης Φαρμάκης με τον Γεώργιο Ολύμπιο,
ενώ βάζει φωτιά στη μονή Σέκου
Μιχ. Αθ. Καλινδέρη
"Ο βίος της κοινότητος Βλάτσης επί τουρκοκρατίας
εις το πλαίσιον 
του δυτικομακεδονικού περιβάλλοντος
"ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ


Η ΕΚΠΡΟΣΩΠΗΣΙΣ ΤΗΣ ΒΛΑΣΤΗΣ 
 ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΕΘΝΙΚΟΥΣ ΑΓΩΝΑΣ

Περί της Βλάτσης ως έδρας του άρματολικίου της περιοχής της άνω του Αλιάκμονας κειμένης και περί των Βλατσιοτών άρματολών Βράκα και Ντόκου των έπαπειλούντων τα πέριξ Καστοριάς, Σιατίστης, Κοζάνης, Βέροιας, Βοδενών, προ της προωθήσεως του ’Αλή πασιά εις την Δυτικήν Μακεδονίαν, έγένετο ήδη λόγος άνωτέρω.

Δια την στρατηγικότητα του τόπου, μαρτυρουμένην ήδη από των μέσων του ΙΖ' αίώνος δια της παρουσίας και εύχεροΰς κινήσεως της μεγάλης ομάδος των κλεφτών του καπετάν Πάνου, αι καθ’ ολου άγωνιστικαι προσπάθειαι δεν νοούνται διακοπεΐσαι εις τούς: Βράκαν και Ντόκον μετά την χηρείαν του ύπ΄ αύτούς άρματολικίου.



Εν άλληλοσυναρτήσει προς το γενικώτερον κλίμα το επικρατούν εις την εγγύς περιοχήν του Όλύμπου και των Χασίων άρχομένου ιδίως του ΙΘ' αίώνος, δύο Βλατσιώται:
Φαρμάκης Ιωάννης

ο Ι. Φαρμάκης και ό Γ. Ζάγλας 

θά έξέλθουν άνεπιστρεπτί των ορίων της Βλάτσης ως άγωνισταί της ελευθερίας, εντασσόμενοι εις τους έκπροσώπους του συγκεκριμένου ήδη αγώνος ύπέρ της εθνικής άποκαταστάσεως.

Άρχομένου του αίώνος μας και ύπό την πρόσθετον απειλήν κινδύνων ίδιομόρφων εις βάρος του Ελληνισμού της Μακεδονίας τρεις κυρίως Βλατσιώται, έξ ών οι δύο οπλαρχηγοί μαχόμενοι θά έκπροσωπήσουν έπαξίως την άντίστασιν καθ’ ο μέρος άφεώρα εις τον εντόπιον παράγοντα.

Την σταδιοδρομίαν των άνωτέρω εκλεκτών άγωνιστών θυσιασθέντων κατά τας σημαντικωτέρας περιόδους της έθνικής ημών ιστορίας, ήτοι την προ της έπαναστάσεως του 1821 και κατ’ αύτήν ως και κατά τον Μακεδονικόν άγώνα θά παρακολουθήσωμεν δι όσων στοιχείων κατέχομεν, άναλυτικώτερον του Ι. Φαρμάκη, έπιμένοντες εις τα της πατρίδος των πρωτίστως δεδομένα τα προκαλέσαντα την μεταλλαγήν του βίου των ίδιων και των οικογενειών των.

Παραλλήλως προς τους έπωνύμους τούτους έκπροσώπους της έθνικής ιδέας έκρίθη χρήσιμος η σύνθεσις ίδιου κεφαλαίου περιλαμβάνοντος γενικά τινα σχετιζόμενα προς τας δυνάμεις άμύνης τας περισσότερον μονίμους, αι όποιαι συνείχον την Κοινότητα ως ομάδα, άνευ των υπηρεσιών των όποιων η συντήρησις αύτής (τής Κοινότητος) επί μακρόν ΐσως θά ήτο προβληματική, άν μη άδύνατος.

Τάς δυνάμεις ταύτας άποτελούσας την συνεχή άξιόμαχον φρουράν και άντιπροσωπευομένας από άνωνύμους κατά το πλεΐστον άγωνιστάς ώνομάσαμεν ύπερασπιστάς.

Απήχησιν της εν γένει μαχητικότητος και του άδουλώτου πνεύματος νομίζω ότι άπέδωσεν η γνωστή ανά την εύρεΐαν έκτασιν του δυτικομακεδονικοΰ χώρου χαρακτηριστική προσωνυμία
 «το ήρωϊκόν Μπλάτσι»,
καθώς και το έπιγραματικο στιχάκι
«ή Σιάτιστα εχει το φλουρί, το Μπλάτσι το ντουφέκι», 
διατυπωθέντα κατά τινα ΐσως υπερβολήν, κατά το πιθανώτερον όμως δια της έπισωρεύσεως εντυπώσεων εξ άνδραγαθημάτων των άγωνιστών κ.λ., μέχρι των θυσιών του άπλοΰ αγγελιοφόρου η του κοινού τζιομπάνου Βλατσιώτου.

  Προ της έπαναστάσεως του 1821 και κατ’ αυτήν

  Περί της οικογενείας και τον αγωνιστού Ίωάννον Φαρμάκη

Ή οικογένεια Φαρμάκη ήτό ποτε εκ των άξιολόγων της Βλάτσης, δια την έμπλοκήν όμως του εκ των μελών της Ίωάννου κυρίως εις τα κλεφταρματολικά και τα έθνικοαπελευθερωτικά έκτόςτου κατατρεγμού και των ζημιών, τας όποίας ύπέστη, δεν άπέφυγε κατ’ άνάγκην και το ξεκλήρισμα έκ της εστίας της, καταλιποΰσα εν αυτή μόνον ίχνη τινά της ζωής της και συντρίμματα άναμνήσεων εις τους χωριανούς.

Αφετηρίαν ύπάρξεως της οίκογενείας εν Βλάτση προσδιορίζει η μνεία δύο ονοματεπωνύμων Φαρμακαίων εις προγαμιαιον σύμφωνον έτους 1795. 

Ένας Στέργιος δηλαδή Φαρμάκης και ό Ιωάννης Στεργίου Φαρμάκη έμφανίζονται ύπογράφοντες ως μάρτυρες προικοσύμφωνον συντασσόμενον εν Σιατίστη την 20 Μαΐου του έτους τούτου (1795) και περιέχον καταγραφήν προικώων κινητών της Αγνής, γυναικαδέλφης του Σιατιστέως Χατζή Κώνστα Παπαγεωργίου, ύπανδρευομένης τον Δημήτριον Χατζή Κώσταν, Βλατσιώτην, τον μετέπειτα Γραμματικόν, περί ου βλ. άνωτέρω εις τον βίον Δημητρίου Γραμματικού.

Ές έτέρου έγγράφου πωλητηρίου του επομένου έτους 1796, Μαΐου 25, εν «Μπλάτση» συνταχθέντος, σημαντικόν στοιχειον παρέχεται δια της άπλής μνείας σπιτιού του Στεργίου Φαρμάκη συνορεύοντος κολλητά μετά τόπου Βλατσιώτισσας πωλουμένου προς τδν Δημήτριον έπίσης X" Κώνστα.

Ουτω εις το έξ άλλων πηγών σκότος δια των ως άνωτέρω λαμβανομένων πληροφοριών προσδιορίζεται έκτόςτης παρουσίας δύο Φαρμακαίων μετά της συγγενικής αύτών σχέσεως, ό Ιωάννης του Στεργίου υιός, και η συμμετοχή της οίκογενείας Φαρμάκη εις εγγείον κυριότητα έντόςτου συνοικισμοΰ Βλάτσης, συνεπως και η καταλογή της οίκογενείας εις τας έχούσας ύποχρεώσεις και δικαιώματα έντόςτ ου χώρου της Κοινότητος, γεγονός πολλής σημασίας δια το έκπαλαι ιδιόρρυθμον σύστημα εισόδου και διαμονής, τδ καλοκαίρι μόνον, οικογενειών ποιμένων έντόςτου συνοικισμοΰ των γηγενών έπί ένοικίω και εις τα ξεχειμαδιά Θεσσαλίας και Χαλκιδικής.

Είδικώτερον δε προσδιορίζεται η θέσις του σπιτιού Φαρμάκη, του Στέργιου και του υίοΰ Ίωάννου
 έν σχέσει προς τον πωλούμενον τόπον, ήτοι κάτω του Γραμματικού (Δ. X" Κώστα) και άνω του Στέργιου Φαρμάκη, εις τον ενδιάμεσον χώρον, όπου ένθυμοΰνται οί γεροντότεροι ότι ό Γραμματικός είχεν ιδιαίτερον παράρτημα (ως άχυρώνα).

Ή παρατήρησις αυτη είναι πολύ χρήσιμος και δια την άγνοιαν των πλείστων έκ των συγχωριανών περί του που εντός του συνοικισμοΰ εύρίσκετο το σπίτι του Φαρμάκη, αλλά και προς πίστωσιν και έπαλήθευσιν όσων οί άμεσοι γείτονες διέσωζον εξ άναμνήσεων των γεροντοτέρων.

(( Ούτω προκειμένου περί της προελεύσεως της οίκογενείας διασώζονται μεν αναμνήσεις τινές, άλλ’ ό έλεγχος των στοιχείων κατά τας παραλλαγάς δεν φαίνεται άποδοτικός  εις άκρίβείαν. Επειδή όμως και τα άπίθανα σήμερον είναι δυνατόν νά άποδειχθοΰν και εν μέρει άληθή από τίνος πηγής άγνώστου εις ήμάς η εις άλλον εχοντα μείζονα ήμών παρασκευήν, δεν έφάνησαν παραλειπτέα: 

Οί Φαρμακαΐοι κρατούσαν ρίζα από το Φαρμάκι, χωριό περιφερείας Σαρανταπόρου Έλασσόνος

Χάλασέ ποτε το χωριό αυτό και οί Φαρμακαΐοι έπιασαν πιο ξέμακρα και πιο επάνω, το Βλάτσι. 

Τό Φαρμάκι ως χωριό της Επαρχίας του Δεσπότου Έλασσόνος βλ. εις μονήν Ζάμπορδας μεταξύ 1534-1692 με διακοπήν άφιερωτών εφεξής. 
Χαλασμόν του χωρίου είχεν άκουστά γραία Βλατσιώτισσα (ή Δεσπούλου Τσιουκρικα) από εκείνες που κατέβαιναν εις τα ξεχειμαδιά της Θεσσαλίας και δια το όνομα συνέφυρε και την μετοικεσίαν της οίκογενείας Φαρμάκη εις το Βλάτσι.

 Προκειμένου περί της προελεύσεως του έπωνύμου έκ χωρίου δέν δύναται νά είναι βέβαιον
 (παρά τα γνωστά: Βλαχάβας, Γκούρας, Σούλης, Λιδωρίκης, Πάτρας κ.λ.), διότι 
το Φαρμάκης άπαντάταί πολλαχοΰ και εις το σαρακατσιάνικο τσελνικάτο.

 Έπώνυμον Φαρμακιώτης και οικογένεια -ιώτη κτηνοτροφική, άσχετος προς την παλαιάν του Φαρμάκη, ύφίσταται εν Βλάτση.

Ή κατά την ιδίαν γραίαν και κατά τον ισχυρισμόν άλλων προέλευσις και καταφυγή εις Βλάτσην και των Καλιαντεραίων όφείλεται, ως φρονοΰμεν, πρώτον εις την άνάμνησιν περί του ότι οί Καλιαντεραΐοι ήσαν Χασιώτες (έ'νας Θεόδο^ρος από τα Χάσια διωκόμενος έπιασε το Βλάτσι) και δεύτερον εις την γειτονίαν των οικογενειών έντός του άρχικοΰ οικισμού, όπου ειχον κατειλημμένον χώρον εύρύν και σχεδόν ’ίσον εις εκτασιν και σχήμα, οί έξώπορτές μας άντίκρυστές κ.λ. Άλλ’ ό προτιθέμενος νά άποδεχθή την παράδοσιν άνάγκη νά άρη κωλύματα: 
1) το γεωργικόν της έγκαταστάσεως των Καλιαντεραίων εν άντιθέσει προς το ώργανωμένον τσελνικάτον των Φαρμακαίων, 2) την σχέσιν συνδέσεως της είκόνος του πολιούχου Αγίου Μάρκου με το παλαιοχώρι του Πεκρεβενίκου με το υφιστάμενον εικονοστάσι εις εν των παραρτημάτων των σπίτιών μας κ.λ., εν οις και τας έπιγαμίας μετά γεωργών γηγενών.

Διασώζονται και άλλαι άναμνήσεις περί προελεύσεως των Φαρμακαίων έκ της Πίνδου κατά την ούχί άσυνήθη μεταλλαγήν καλοκαιρινών βοσκοτοπίων του τσελνικάτου προς  τούς μέσους ορεινούς όγκους της Δυτικής Μακεδονίας, Σινιάτσικου-Βίτσι προς Πρέσπες. Κατά ταύτας η οικογένεια Φαρμάκη προέρχεται από την Βωβοΰσαν (πλησίον του Μετσόβου), δθεν και η οικογένεια Ζήκα, μεθ’ ής ήλθεν εις έπιγαμίαν. 
Βλ. εύθύς κατωτέρω και την σημείωσιν δια την Βαγγελίτσου Φαρμάκη την ύπανδρευθεΐσαν τον Άδάμον Έξάρχου έκ Σαμαρίνης.
 Άπό την Βωβοΰσαν κρατάει και το τραγούδι εις τον τρανόν χορόν των κτηνοτροφών (άγνωστον εις τους γηγενείς): 
«Άιντε εσείς Τσαλαπανιώτες, όπου πάτε μόν’ παινέστε του χουριό μας δεν πατιέτι» κ.λ., του όποιου παραλλαγή εξυμνεί τον έκ Βωβούσης άρματολόν Νικόλαον Δούβλην. Τσαραπλανά: γείτονικόν χωρίον, παλαιόν. Βλ. Λαμπρίδου, Ήπειρ. Μελετήματα, Ζαγοριανά\, μέρος Β', Άθήναι 1889, 39, 41, 55, 56, σημ. 1.))

Έκ της ύπάρξεως σπιτιού Στέργιου Φαρμάκη εν Βλάτση το 1796 δύναται να συναχθή το περί γεννήσεως του Ιωάννου εν Βλάτση και τοΰτο ούχί μετά βεβαιότητος, όπως έκ της άπλής ομολογίας περί της ήλικίας του κατά τον χρόνον μυήσεώς του εις την Φιλικήν Εταιρείαν (45 έτών το 1817) ύπελογίσθη ό χρόνος της γεννήσεώς του (1772), άνευ κωλύματος τίνος έκ του έγγράφου του 1795, έφ΄ όσον ήδύνατο νά παρίσταται ως μάρτυς άγων τότε το 23 έτος

 Ό προσθέσας το Γεώργιος ως όνομα πατρός του καπετάν Γιαννάκη ήτο υποχρεωμένος νά άρη το μεμαρτυρημένον έκ πηγής των χρόνων έκείνων «Ιωάννης Στεργίου»δι άμαρτύρου διευρύνσεως του συγγενολογίου Φαρμάκη με πρώτα έξαδέλφια ομώνυμα η άλλως πως.

Κατ’ άκολουθίαν δεν ήμπορεΐ νά γίνη άποδεκτόν, άνευ έλέγχου, το άλλοθεν άμάρτυρον ονομα Γεώργιος ως πατήρ της ώραίας κόρης Φαρμάκη της ζητηθείσης δια τα χαρέμια του Άλή πασιά κατά την διασκευήν του Γ. Μόδη (Μακεδ. 'Ιστορ.), Άθήναι 1920, σ. 36-48), μή παραλειπομένης ένταΰθα της έκ παραδόσεως της γειτονιάς μας μνείας περί του ότι ό Γιαννάκης ειχεν άδελφόν Γεώργιον όνόματι φονευθέντα εις μάχην
«αύτοΰ κατά το Βελιγράδι, σ΄ ενα μέρος Ντόγτσιλάρ λεγόμενον».

Εις την αύτήν, έκ πηγής πιστουμένην, περίοδον περί της οίκογενείας Φαρμάκη εν Βλάτση και των κατ’ αυτήν, μελών κ.λ., άναφέρεται και η πολύτιμος πληροφορία του Νικολάου Κασομούλη περί της μητρός του.

Περιλαμβάνεται αύτη ως συμφραζόμενον με όσα περί μετοικεσίας του πατρός του μετά της μητρός του και του ίδιου, νηπίου τότε εν Βλάτση, ως και περί προσκολλήσεώς του (του πατρός του Κωνσταντίνου) εις τον Ίωάννην Φαρμάκην, θειον της μητρός του, μετά τα θλιβερά γεγονότα της Κοζάνης μεταξύ των άντιμαχομένων μερίδων:
Αύλιώτου (σουλτανικοΰ τα φρονήματα) και Κοντορρούση (άληπασιαδικού), τα όποια ό Ν. Κασομούλης άνάγει εις το ετος 1795.
Κασομούλης Νικόλαος εκ Κοζάνης

Λαμβανομένου όμως ύπ οψιν του ήδη άναμφισβητήτου περί γεννήσεως του Νικολάου (Κασομούλη) τον Αύγουστον (20) του 1795 εν Κοζάνη, η αύτή χρονολογία (άορίστως πως) προ η μετά την γέννησίν του δεν συμφωνεί με τα άλλοθεν σαφώς καθωρισμένα χρονολογικώς γεγονότα, τα λαβόντα χώραν μετά τον Μάϊον του 17972, ήτοι με τα περί φονικής έντός της πόλεως Κοζάνης συμπλοκής των άντιμαχομένων (και Αλβανών) και σωτηρίας τινών έκ των άποδρασάντων οπαδών του Αύλιώτου, εις ους κατελέγετο και ό πατήρ του, οπαδός του φονευθέντος άρχηγού Αύλιώτου.

Δυσχέρειαν προσδιορισμού παρέχει και η πληροφορία του έκ της διατυπώσεως «προσκολληθείς εις τον 'Ιωάννην Φαρμάκην».

 Τι είδους προσκόλλησιν έκαμεν εις τον 23ετή η 25ετή Ιωάννην, τον θείον της γυναικός του;

 Κατά το πιθανώτερον έπιφανείας κατωτέρας και δεν την άναφέρει.

Δεν άναφέρει έπίσης το γένος της μητρός του, όθεν θά ύποβοηθούμεθα εις άλλας διαπιστώσεις.

Δεν το ένθυμειτο;
Αύτά τα έκ Κοζάνης-Βλάτσης, ημπορώ νά παρατηρήσω, τα έγραψε μετά παρέλευσιν πολλών έτών και εις ιδιαιτέραν μάλιστα προσθήκην εις τα «άρματολικά» του.

 Τό ετος 1795 δεν ήτο αύθαίρετον, άλλ άνεφέρετο εις τον χρόνον έπιστροφής του Αύλιώτου εις Κοζάνην μετά 14 έτών άπουσίαν εις Πέστην λόγω κατατρεγμού του δια τα γκοτζαμπασλίκια.

'Η προσκόλλησές του πατρός Κωνσταντίνου εις τονΙ. Φαρμάκην δύναται να έχη σχέσιν με άλλην πληροφορίαν του 1817, χρόνου μυήσεως του Φαρμάκη εις την Φιλικήν Εταιρείαν μακράν της Βλάτσης ευρισκομένου από ετών.

 Εις τον κατάλογον δηλαδή των μελών της Φιλικής «ό έκ της κώμης Μπλάτζι» καπετάν Ι. Φαρμάκης είχε χρηματίσει έκει (εις Βλάτσην) «έξουσιαστής και διοικητής της πολιτικής και πολεμικής».

 Τό «και πολεμικής» άγει κατ’ άνάγκην εις την άποδοχήν ότι κατείχε και το άρματολίκι, εις ό θά είχε θέσιν και η προσκόλλησις του Κ. Κασομούλη φυγάδος εν όπλοις έκ Κοζάνης.

 Άλλ’ ό ίδιος ό Νικ. Κασομούλης δεν θα έγνώριζεν η δεν θά είχεν άκούσει ότι ο θειος της μητρός του ήτο αρματολός;

"Έπειτα σαφής είναι εις την διατύπωσίν του ότι μετά τον φόνον του Βράκα και Δόκου «Μπλατζιωτών» έκτοτε έμεινε χηρεύουσα η θέσις των (ώς άρματολών της περιοχής) πέραν του ποταμού Βίστριτζας (Αλιάκμονος).

 Δια ταύτα και ό,τι έγράφη υπό τινων περί Γεωργίου Φαρμάκη ως πατρός του Ίωάννου, ως αρχηγού του αρματολικιού της περιοχής της πέραν του Αλιάκμονος και ως συμμετασχόντος μετά του Ζιάκα εις τα Όρλωφικά μετά σώματος Μακεδόνων πολεμιστών κατελθόντων εις Πελοπόννησον κ.λ., εχει άνάγκην τεκμηριώσεως.

Προκειμένου περί του  ασφαλώς κατά παράδοσιν, θεσμού του προεστού της Κοινότητος από του 1806 και έφεξής άνελλιπως παρακολουθοΰμεν τα πρόσωπα έπί δεκαετίας.
Πάντως κατ’ άμφότερα τα σκέλη της άσκήσεως.τής έξουσίας ήτο έκ των ών ούκ άνευ πρωταρχικόν το της πολιτογραφήσεως ούτως είπεΐν της οίκογενείας εν Βλάτση κατά τα έξ αρχής λεχθέντα.
 Διότι, έάν ό Γιαννάκης ήτο «άρχιποιμήν», ως γράφει ό Κασομούλης, ήτοι τσέλνικας μή κατοικών χειμώνα καλοκαίρι εν Βλάτση, θά ήτο άνέφικτος η άσκησις έξουσίας και άπαράδεκτος δια τους γηγενείς, τους κυρίους του τόπου, ως έπιμαρτυρεΐται και έκ των έφεξής κατά παράδοσιν συνηθειών εις την διοίκησιν των κοινοτικών της Βλάτσης.

Διό και κατά παρέκκλισιν είναι άνάγκη νά δεχθώμεν ότι ό άρχιποιμήν 'Ιωάννης Φαρμάκης κατά την θητείαν του ως προεστοΰ (ή άρματολοΰ) παρέμεινεν εν Βλάτση (τον Ιανουάριον, χειμώνα καιρό, του 1808 δραπετεύει πόθεν;), της φροντίδος των ποιμνίων του εις Θεσσαλίαν δια ξεχείμασμα έμπιστευομένης εις τους συγγενείς του κ.λ. Δικαιολογείται δθεν ως μή άσφαλής και η σημείωσις του ίδιου Κασομούλη περί σκηνιτών τσελιγκάδων, εις τα παραδείγματα των όποιων κατέλεγε και τον Φαρμάκην, άποσβεσθείσα υπό του ίδιου (σελ. 133 του χειρογράφου, έκδ. σελ. 105, σημ. 3).
'Οπωσδήποτε έκ των όσων διέσωσεν η γειτονιά μας άναμφισβήτητον πρέπει νά θεωρήται ότι ό Γιαννάκης ειχεν εξουσίαν τινά στο χωριό και κατά πως έλεγεν ό ομώνυμος πάππος μου (στη μάνα μου), «και δίκαζε και φυλάκωνε στην Κούλια του και είχε και φάλαγγα».

Κατά τα άνωτέρω δια την συντήρησιν των ποιμνίων των Φαρμακαίων κατ’ άναστροφήν μετατοπίσεως βοσκοτοπίων, χειμερινών ανά έξάμηνον προς Δαμάσι Θεσσαλίας, και δια την άσκησιν της έξουσίας εν Βλάτση παρά του Ί. Φαρμάκη άπητοΰντο ικανότητες εις χρόνους μάλιστα λίαν ταραχώδεις, ως οί του τέλους του 18ου και αρχών του 19ου αίώνος, δταν η μέν κλεφτουριά των Χασίων και του Όλύμπου εύρίσκετο εις έντονον δρασιν, καθ’ ά γνωρίζομεν, ό δ΄ Άλής πασιάς προωθούμενος δια των οργάνων του προς έδραίωσιν της επικυριαρχίας του έπάτασσε πάντα άντιφρονοΰντα η άπειθαρχούντα.

Ή περίπτωσις της Κοζάνης (Αύλιώτου-Κοντορρούση), χωρίς νά είναι μοναδική, είναι χαρακτηριστική και δια την καταφυγήν του Κ. Κασομούλη εις Βλάτσην, δπου θά κατέφευγον και κλεφταρματολοί μετά των ποιμνίων των Βλατσιωτών και των Φαρμακαίων κατά το μέχρι των ήμερών μας συνηθέστατον σύστημα συνδρομής και περιθάλψεως, πολλάκις έξ άνάγκης και φόβου.

Εις τας ως άνω συνθήκας περιβάλλοντος η έμπλοκή του Ί. Φαρμάκη εις συνωμοτικάς ένεργείας ήτο άναπόφευκτος. της μεταπτώσεως όμως αύτου εις την κατηγορίαν των διωκτέων παρά των οργάνων του Άλή τα λεπτομερειακά είναι πολύ θολά μεμειγμένα με άναξίας διαφωνίας προσωπικών (διά διαφοράν π.χ. τόπου έγγύς και άνω του Φαρμάκη).

Έκ μεταγενεστέρας πηγής μανθάνομεν ότι ό Ι. Φαρμάκης ήτο «διακεκριμένος έχθρός του ’Αλή πασια», έκ της αύτής και τον χαρακτηρισμόν του ως διασήμου άντάρτου, προφανώς προερχόμενον από την γνώσιν της καθ5 έκαστα δράσεώς του ως κλέφτου.

Άπό πότε όμως ό Ί. Φαρμάκης, άρχιποιμήν και έξουσιαστής και διοικητής εν Βλάτση ών μεταλλάξας βίον εύρέθη μακράν της Βλάτσης;


Την πρώτην πληροφορίαν μας παρέχει ό D. Popovic. 

Ούτος γράφει ότι ό Φαρμάκης (πατήρ της Νούλας) με τον συγχωριανόν του Ζάγλαν και άρχηγόν τον Γεωργάκην Όλύμπιον με επτά συντρόφους ήλθον εις βοήθειαν των έπαναστατησάντων Σέρβων καταταχθέντες εις το στράτευμα του χαϊδούκ Βέλκου.

 Μη έχοντες ούδέν στοιχείον προς άμφισβήτησιν της πληροφορίας ταύτης του Popovic ήμποροΰμεν νά συμπεράνωμεν περί της δράστηριότητος του Άλή πασια εις την περιοχήν των πατρίδων των διωχθέντων.

 Μετά διετίαν, ήτοι το 1806, το Βλάτσι από κεφαλοχώρι γίνεται τσιφλίκι του Άλή.

 Επάνοδον του Φαρμάκη εις την πατρίδα του σημαίνουν, όσα γράφει ό Κασομούλης (σ. 70) περί του Γιαννάκη Φαρμάκη συμβάντα το 1808.
Τον Ιανουάριον δηλαδή του έτους τούτου — ό προσδιορισμός του μηνός άξιοπρόσεκτος — οί Λαζαιοι και οί Τζιαραΐοι έπεκτείνοντες το πνεύμα όργανώσεως νέου έπαναστατικοΰ κινήματος

«και εις τους σημαντικωτέρους έβοήθησαν ... εις την δραπέτευσιν του περιφήμου άρχιποιμένος Γιαννάκη Φαρμάκη». 

Εις την φυγήν ταύτην του Φαρμάκη πρέπει να άναφέρεται και κάποιος περιωρισμένος λόγος, καθ’ ον έκ του Πεκρεβενίκου (παλαιοχωρίου) ό Φαρμάκης με δύο άλλους επιασαν αύθημερον κονάκι εις το άνω των Σερβίων, δεξιά, χωρίον Καλντάδες η Ράχοβον εις ύπάρχουσαν εκεί συγγενικήν του ενός των συντρόφων οικογένειαν.

Τό γεγονός τούτο της δραπετεύσεως — υπονοούνται ένέργειαι του Φαρμάκη κατά του Άλή ως και ένημερότης των Λαζαίων και Τζιαραίων εις τας προθέσεις κατά του Φαρμάκη — συμπίπτει με τον έπαναστατικόν εις ’Όλυμπον και Χάσια οργασμόν τον ένταθέντα άρχομένου του 1808,
την άποστολήν Ρώσων έκ Σερβίας εις τον ’Όλυμπον, την σύγκλησιν συνόδου καπεταναίων περί τα μέσα Φεβρουάριου του 1808 υπό του Παπά Εύθυμίου Βλαχάβα, τον καθορισμόν ήμέρας ένάρξεως έπαναστάσεως την 29 Μαΐου, την υψωσιν σημαίας έπαναστάσεως υπό του Παπαευθύμη την 5 Μαΐου1 με συμμετοχήν και του Φαρμάκη κατά την περιεκτικήν διατύπωσιν την εν τώ ύπομνήματι του Φιλικού Ξάνθου « άποκτήσας (ώς συνεργός ό Φαρμάκης) επ’ αύτού (τού περιφήμου δηλ. Εύθυμίου Βλαχάβα) και εις άλλας περιστάσεις μεγάλην επιρροήν εις την Ρούμελην...».

Ή κατά το 1808 άπομάκρυνσις του Ι. Φαρμάκη έκ Βλάτσης φαίνεται ότι ήτο οριστική.

Ή εχθρα του με τον Άλή πασια ήτο βαθυτάτη, διό και προυτίμησε νά ύπηρετήση προσωρινώς τον Ισμαήλ μπεην των Σερρών (φρούριον Θεσσαλονίκης, άρματολίκι Καλαμαριάς) ως επραξε και μερίς άλλων άρματολών (Τζιαραΐοι, Μπζιωταΐοι, ό Γούλας Δράσκος (εις Σέρρας από 1813-1816) κ.λ.) μή ύποκυψάντων εις συμβιβασμόν με τον Άλή πασιάν.

Τότε η ολίγον βραδύτερον θά μετεκινήθη και η σύζυγός του έκ Βλάτσης εις Σέρρας, πόλιν με άρκετούς Βλατσιώτας.

Πριν άκριβέστερον άναζητήσωμεν προσδιορισμόν του χρόνου άπομακρύνσεως της συζύγου του Γιαννάκη έκ Βλάτσης βάσει μαρτυρίας, δεν θεωρούμεν παραλειπτέα και όσα η παράδοσις των Βλατσιωτών διέσωσε λείψανα άναμνήσεων, θολά έστω και πενιχρά, σχετικά όμως προς την φυγήν της οίκογενείας έκ της πατρίδος της.
Άπομνημονεύουν λοιπόν οί χωριανοί, άλλοι μέν ότι ό Φαρμάκης οίκογενειακώς έφυγε προς Βελιγράδι, Σερβίαν, λαβών την προς βορράν οδόν δια μέσου του Παλαιοχωρίου, περιοχής Εμπορίου (νήπιον κλαυθμηρίζον το έπνιξαν δια νά μήν προδοθούν), άλλοι δέ, οί περισσότεροι, ότι άποβραδίς φορτώσας ό Γιαννάκης τα πολυτιμότερα (άφησαν επίτηδες και τις λάμπες αναμμένες) κατηυθύνθη προς  χωρίον Φραγκότσι, περιφερείας Καιλαρίων, και από το Σέλι καταβάς προσεπέρασε το Βαρδάρη όριον κυριαρχίας του Άλή πασιά, και γλύτωσε καταφυγών εις Σέρρας.
Και περισσότερον συγκεκριμένα άναφορικώς με τα ξεχειμαδιά των ποιμνίων του Φαρμάκη εις Δαμάσι Θεσσαλίας, ως και με την φήμην φυγής του πέραν του Βαρδαρίου συνήψεν ό λαϊκός τραγουδιστής:

 «Τρία πουλάκια κάθουνταν, 
Γιαννάκη Φαρμάκη μ΄,
 στήν Κούλια ’π του Δαμάσι... 
Γιαννάκης δε μάς φάνηκε
 κι ούδέ στού Μπλάτσι άκούσκι. 
Μάς είπαν κάτι ψέματα,
 μάς εΐπαν κάτι άλήθεια. 
Γιαννάκης, μωρ’ άπέρασιν πέραν άπ’ του Βαρδάρι...».

Εις τον προσδιορισμόν του χρόνου της οριστικής έκ Βλάτσης άπομακρύνσεως της συζύγου του Ι. Φαρμάκη ύποβοηθούμεθα έκ των πολυτίμων στοιχείων μιας έπιστολής του ίδιου Φαρμάκη προς τον Αλέξανδρον 'Υψηλάντην. 

'Η πολυτιμότης των στοιχείων άφορα και εις το της τύχης ολοκλήρου της εν Βλάτση οίκογενείας Φαρμάκη μετά των περί αύτήν.

Πρός πληρέστερον κατά το δυνατόν σχολιασμόν των εν τή έπιστολή είναι άνάγκη νά λεχθοΰν τα και γενικώτερον γνωστά:
 ήτοι ότι το 1816 ό Ί. Φαρμάκης είχε κατευθυνθή εις Πετρούπολιν με άλλους άξιο λόγους καπεταναίους προτιθεμένους νά ζητήσουν μέσον του Καποδιστρίου άντιμισθίαν δια τας υπηρεσίας των εις τα Επτάνησα εις τον πόλεμον κατά των Γάλλων (1806-1812), ότι το 1817 (Αύγούστου 2) κατηχήθη εις Μόσχαν ως Φιλικός και κατά Μάϊον του 1818 έξ Όδησσοΰ εφθασεν εις Κωνσταντινούπολιν, όπου έχρίσθη «’Αρχηγός των αφιερωμένων της Φιλικής Εταιρείας» προοριζόμενος δια περιοδείαν εις την Μακεδονίαν προς μύησιν εις την Εταιρείαν.

Κατ’ Αύγουστον λοιπόν του 1818 εύρίσκεται εις τας Σέρρας — θά έπιστρέψη εις το Βουκουρέστι τέλη Ιουλίου 1819. 
«'Όταν έμίσεψα από Μόσχαν εις Κωνσταντινούπολιν», γράφει ό Φαρμάκης προς τον 'Υψηλάντην (Μάϊον 1818 ), «οί συνάδελφοι του Τσκαριώτου — οί προδόται δεν ελειψαν ποτέ—προ έμοΰ έπρόλαβαν και έπρόδωσαν και έχάσαμεν τότες σημαντικές φαμίλιες και σχεδόν 250 ήρωες».
Με τας συνεπείας της προδοσίας περί άπωλείας κατά τα γενικώτερα σημαντικών οικογενειών και σχεδόν 250 ήρώων δεν θά άσχοληθώμεν ήμεΐς ένταΰθα, άρκούμενοι εις την διερεύνησιν των εν συνεχεία γραφομένων υπό του Φαρμάκη άφορώντων εις το κύριον ήμών θέμα, ήτοι το της τύχης της οίκογενείας Φαρμάκη.

«Έλήφθη αιχμάλωτον το σπίτι μου με όλους τους άνθρώπους και το βιος μου κινητόν και άκίνητον. Πολλοί έξ αύτών άπέθαναν έκτος της γυναικός μου. που την ειχα εις τας Σέρρας και έγλύτωσε και εως σήμερα εύρίσκεται εκεί». 

Και πρώτον δια της έκφράσεως «τήν είχα εις τας Σέρρας» νοοεΐται από χρόνου προγενεστέρου των εν Βλάτση οδυνηρών συμβάντων εις το σπίτι του και τους ανθρώπους του, έξ ών πολλοί άπέθανον.
Κατ’ Αύγουστον λοιπόν του 1818 ό Φαρμάκης συνηντήθη εις Σέρρας με την σύζυγόν του (ή έπιστολή έγράφη μεταγενεστέρως).
Εφεξής όμως που κατέληξεν αυτη;
 Τό σπίτι του Φαρμάκη με 'ολους τους άνθρώπους και το βιος του, επί μακρόν από της άπομακρύνσεως του ίδιου έκ Βλάτσης υπό τον έλεγχον του Άλή πασια ευρισκόμενα, δεν ειχον ύποστή ζημίας, πρίν δηλαδή γίνουν γνωστά τα της μεταβάσεώς του εις Ρωσίαν και κατηχήσεώς του εις την Φιλικήν.
Συνεπως «ή αιχμαλωσία», ως την χαρακτηρίζει ό Φαρμάκης, των άνθρώπων και της περιουσίας του έγένετο άπόντος του Γιαννάκη, καί, μόνον της γυναικός του σωθείσης κατά πρόνοιαν μετακινηθείσης ένωρίτερον εις Σέρρας.

Αύτή αυτη η αιχμαλωσία ολίγον προ της έκ Μόσχας άναχωρήσεώς του δια Κωνσταντινούπολιν δεν είναι άψευδής μάρτυς ότι η άλλη οικογένεια και το βιος του έξηκολούθουν ύφισταμένα εν Βλάτση;
Έάν προηγούντο φόνοι Τουρκαλβανών του Άλή έντός της Βλάτσης, ως έγράφη, εις δύο μάλιστα έπιδρομάς, δεν θά έπηκολούθουν άντίποινα άνάλογα προς την γνωστήν σκληρότητα του Άλή;

Ό θάνατος πολλών έκ των άνθρώπων του Φαρμάκη και η άρπαγή του βιού του έδωσαν, καθ’ ά φρονούμεν, άφορμήν εις τους χωριανούς νά άναζητήσουν τα αίτια, άγνωστα, άνύποπτα και άνερμήνευτα εις τους περισσοτέρους εν σχέσει προς τα τεκταινόμενα συνωμοτικά της Φιλικής.

Ουτω την έπιδρομήν των Τουρκαλβανών κατά την περίπτωσιν αιχμαλωσίας των Φαρμακαίων το 1818 συνέφυραν προς άλλας έπιδρομάς κατά της Βλάτσης και συμπλοκάς εν αύτή της περιόδου 1821-1826, συνεπεία των οποίων αι περισσότεραι οίκογένειαι, ως είπομεν, έξεπατρίσθησαν προσο^ρινώς η και όριστικώς εις Μοναστήρι, Θεσσαλονίκην, Σέρρας και άλλαχού, παραλειπομένης της μνείας των έφεξής κατά καιρούς έπιδρομών μέχρι και του 1878.

 Πόσαι προγενέστεραι των χρόνων του 1821 δέν θά ήσαν έπισωρευμέναι εις την μνήμην των προγόνων μας!!
 ’Άλλοι τον κατατρεγμόν του Φαρμάκη άπέδωσαν εις την άρνησιν νά δώσουν δια το χαρέμι του Άλή την έπιλεγεΐσαν υπό του Βάγια ώραίαν κόρην του Φαρμάκη Γεωργίου, Νούλαν όνόματι.
Προηγούμενον βέβαιον έθεωρεΐτο η παρά του ίδιου Άλή πασια άποστολή Τουρκαλβανών προς παραλαβήν δια το χαρέμι του της νύφης της Χαριζάμινας (μητρός της Κώτσινας Πιπιλιάγκα, θανούσης 80 περίπου έτών το 1938, Χαριζάνου άξιόλογος οικογένεια). Την έφυγάδευσαν όμως με κιρατζήν (τον Γάκην Τάρην) προσπεράσαντα το ντερβένι της Βέροιας.

Ή διατύπωσις «τό σπίτι έλήφθη αιχμάλωτον» είναι ορθώς διατυπωμένη, δεν έπυρπολήθη δηλαδή, καθ’ ά έγράφη, έφ΄ οσον διετήρήθη μέχρι των χρόνων μας.
 'Υπονοείται λεηλασία των οσων ήτο δυνατόν νά μετακινηθούν, μολονότι οί μετέπειτα, δπως έψιθυρίζετο εις την γειτονιάν μας και εις τους χρόνους μας ως παιδιών, πολλά εδρον άξιόλογα έκ των της οικοσκευής (και θαμμένα).

Τό βιος του, κατά την έννοιαν των ζωντανών, γιδοπροβάτων, φοραδιών (οί υπολογισμοί εις πολλάς χιλιάδας είναι αυθαίρετοι), ώδηγήθησαν δια των τζιομπαναραίων των εις την "Ηπειρον. ('Ένας Κόλτσης λεγόμενος ήτο έκ των βοηθών των συνοδευσάντων τα ποίμνια, έτών 16 τότε, θανών περί τό 1890).

Θά παρέλθη δεκαετία ολόκληρος — ήσαν οί χρόνοι άναταραχής ιδιαιτέρως της Βλάτσης λόγω της θέσεώς της — και το 1828 ως terminus μνείας των Φαρμακαίων εν Βλάτση θά άναγραφή εις τον κατάλογον των σπιτιών των Βλατσιωτών των ύποχρέων εις το μαχτοϋ μπόρτζι
 «Φαρμακάδικα σπίτια 3.100 γρόσια», ήτοι ποσόν συγκριτικώς με το των άλλων πολύ ύπερβολικόν.
Έπηυξάνετο δηλαδή το χρέος δια τον νοούμενον έκπατρισμόν των κτητόρων και την ελλειψιν κληρονόμων άμέσων, ώστε νά δικαιολογήται η μετ΄ ού πολύ έκποίησίς των δυναμένη νά προσδιορισθή έκ των άναμνήσεων των γεροντοτέρων κατά χρόνον και πρόσωπα.

Καί του ποτε τσέλνικα εις Άβδέλλαν Γρεβενών Μπαντραλέξη την ώραίαν θυγατέρα έζήτησε δια το χαρέμι του ό Άλής.
Εις τα προς τοΰτο άποσταλέντα όργανά του ό Μπαντραλέξης εδείξε μεγάλην προθυμίαν άπαντήσας ότι θά την πάη ό ίδιος.
 Φορτώσας όμως με την οίκογένειάν του έτράβηξε προς Κοζάνην και από έκεΐ έπιασε το Σέλι επάνω (Ναούσης) γενόμενος έκ των άξιολόγων οικιστών του οικισμού. (Κατά τας άναμνήσείς Κ. Σαμαρα, πρ. γενικού δίευθυντοΰ Έκθέσεως Θεσσαλονίκης. και η οικογένεια Σαμαρα έξ Άβδέλλας εις Σέλι).

((Τον χώρον όλον, όπου ήσαν τα Φαρμακάδικα σπίτια 
— τα περιέβαλλε κοινή αυλή και εντός κήπος με πολλά όπωροφόρα — 
ήγόρασε περί το 1832-35 ό Δημήτρίος Παναγιώτου, Ζέρβας το έπίθετον, Παναγιωτόπουλος είτα και Άμπράζος γνωστός, με τον άδελφόν του Αναστάσιον. και το μέν κεντρικόν σπίτι, μονώροφον, το πήρεν ό Δημήτρίος, έδώ η μεγάλη εξώπορτα με τα φαρδιά καρφιά και το σκεπαστό της έπάνω, το δέ αριστερά εις την γωνίαν, διώροφον με παραθυρόφυλλα ξύλινα, ό Άναστάσης.
 ’Όπισθεν των σπιτιών, προς την γωνίαν συνοχής των εύρίσκετο η Κούλια, έκ της όποίας μικρόν ύψωμα από χώμα και πέτρες διακρίνεται. 

Τά σπίτια τα παλαιά διεσώζοντο μέχρι των παιδικών μας χρόνων. 
Τον δεξιά χώρον, όπου έλέγετο ότι ήσαν τα βοηθητικά παραρτήματα δια τας έργασίας των γυναικών Φαρμάκη, μαγειρικά, φούρνοι κ.λ., ήγόρασε περί το 1840 ό Νικόλαος Χρήστου Χρηστίδης, κοινότερον Γκράσους, κτίσας το 1852 το ύπάρχον και νυν σπίτι. Εύνόητον το έλλιπές των άναμνήσεων των νέων οίκητόρων ως προς τους πρώην. 
Έκ των ίδικών των ζωηροτέρων άναμνήσεων ούχί περιφρονητέαι έθεωρήθησαν αι άφορώσαι εις τον Χρήστον Χρηστίδην.
 Ούτος κατήγετο από την Ζέρμαν Ηπείρου. 
Ήταν κάλφας κοντά στον Άλή πασιά. Αύτός εφκιασε το μοναστήρι του Άγιου Γεωργίου στά Γιάννινα. Είχε κρατήσει κάνα κόκκαλο από το λείψανο του Αγίου, άλλ  έμφανισθείς κατ’ όναρ ό
 «Αγιώρς, νά μί βάλτς, τούν είπιν, ίκεΐ π’μί πήρις». 
και ήταν άκριβώς τον καιρό που έστρωνε την άγια τράπεζα, ότε τον έπεσε το δακτυλίδι. Άποδώσας το κόκκαλο από το χέρι του λειψάνου, βρήκε το δαχτυλίδι του. Έκ Ζέρμας κατηυθύνθη το πρώτον εις Πιπιλίσταν περί το 1821. Ήτο πλούσιος με πολύ φλουρί, στο μουσιαμά το είχε εδώ στο κιμέρι και στην Πιπιλίστα έφερε 10 μουλάρια πράγματα. Τοΰτο έσκανδάλισε κάπως. Οί κλέφτες μυρισθέντες τον παίρνουν και τον κρατούν 6 μήνες. Τον άπέλυσαν ξημερώνοντας το Πάσχα στήν Παναΐα από το Τσιαρούσινο (ή στο Κοντσικό). Γλύτωσεν από τους κλέφτες, άλλ’ ευθύς έμπερδεύθη εις άλλο.
 Ήταν τον καιρό που χαλνούσαν τή Νιάουστα κινδυνεύσας νά φονευθή εις τα Καϊλάρια, δπως έσημειώθη άνωτέρω εις τα περί μετοίκων.))

Ποιοι από τους πολλούς των ανθρώπων του Φαρμάκη άπέθανον δεν άποσαφηνίζεται. Προκειμένου περί της συζύγου του, η όποια είχε γλυτώσει εις τας Σέρρας, εϊναι άγνωστον, ποΰ κατέφυγεν ιδίως μετά την έπίσημον εις τας Ηγεμονίας κήρυξιν της έπαναστάσεως και κυρίως μετά τον εις την μονήν του Σέκου οδυνηρόν επίλογον των πολυετών άγώνων του άνδρός της.

 Πολύ πιθανόν πλησίον της θυγατρός της Νούλας, η όποια, καθ’ ά παραδίδει ό Popovic ειχε σύζυγον ενα ('Έλληνα)  Απόστολον όνόματι, ειτα δ΄ άνηρπάγη εις Σερβίαν υπό του Βούτσις (δευτέρα σύζυγος τούτου).
Αύτής της Νούλας, μετά ΙΟΟετίαν όλην, ήτοι μετά την άπελευθέρωσιν (1912), έ'νας γαμβρός επ’ άνεψια ένεφανίσθη εις Βλάτσην — συνεννοήθη με τα ολίγα γαλλικά του — κομίζων και σχεδιαγράμματα των χώρων Φαρμάκη.

Έξ άλλου γραία (Μπουζιάνα όνόματι) εγκατεστημένη εις Τζουμαγιάν διετήρει άναμνήσεις (1926, Θεσσαλονίκην) περί προελεύσεως της οίκογενείας της μητρός της έκ Βλάτσης, γένους Ζήκα και συγγενείας Φαρμάκη.

Δια πάντων των ως άνωτέρω έκαλύφθη, φρονούμεν  ό λόγος ό περί τον άξονα της παρούσης έκδόσεως συνεχόμενος ως προς το ίστορικόν δηλαδή της εν Βλάτση εύημερούσης ποτέ οίκογενείας Φαρμάκη συλλήβδην λαμβανομένης.

Είδικώτερον λεπτομερειακά έκ της μακράς σειράς άγώνων και περιπετειών του Ίωάννου Φαρμάκη, άφ’ ής το πρώτον έξήλθεν έκ Βλάτσης διωκόμενος, δεν περιλαμβάνονται ενταύθα.

Κεφαλαιωδώς όμως έχει προσαρμογήν ύπόμνησις των όσων έγραφεν ό Γ. Όλύμπιος προς τον Αλέξανδρον 'Υψηλάντην, έπικειμένης της άποφασισθείσης άναχωρήσεως του Φαρμάκη δια την Μακεδονίαν και ’Ήπειρον προς έξέγερσιν.
 «... με τον Καπετάν Ίωάννην Φαρμάκην παρακαλοΰμεν νά μή μας ξεχωρίσης, διότι κάθε πρώτη αρχή εΐναι δύσκολη’ δταν άποθάνη ό εις νά είναι ό άλλος ,..».

 Εν άλλοις:
 ό Όλύμπιος και τελείως απαραίτητον έκρινε την παρουσίαν του Φαρμάκη εις τον άρχόμενον άγώνα και ισοτιμίαν άνεγνώριζεν εις τον επί 20ετίαν άκαταπόνητον συνεργάτην του.

 Εις το υψος του Γολγοθά προκαλεΐ όμολογουμένως τον θαυμασμόν ό έκάστοτε ήρως.

 Ό Φαρμάκης δεν άφησεν άνεκμετάλλευτον και την τελευταίαν εύκαιρίαν προς έξακολούθησιν της αποστολής του, την όποίαν δεν έθεώρει λήξασαν με το άτυχες τέλος του άγώνος εις την μονήν του Σέκου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: