Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2016

Οι Μακεδόνες και η Επανάσταση 1821: Η ένδοξος Μακεδονική οικογένεια του Εμμανουήλ Παπά από τις Σέρρες.


Yauna:
Οι Μακεδόνες ποτέ στην νεώτερη Ιστορία  δεν ζήτηταν
και δεν πολέμησαν για  ανεξάρτητο κράτος.

Όλα τα επαναστατικά κινήματα στη Μακεδονία που έγιναν πριν και μετά το 1821 και μέχρι το αντάρτικο του 1896 είχαν ένα σκοπό:
ΤΗΝ ΈΝΩΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ.

Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος, 
Σύγγραμα Περιοδικόν
ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑ
ΕΤΑΙΡΕΙΑ  ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ
Θεσσαλονίκη 1986.

Χαρισμένη στον Ετεοκλή Γρηγοριάδη
Μακεδόνες στην επανάσταση του 1821:

Η ένδοξος Μακεδονική οικογένεια του
 Εμμανουήλ Παπά 
από τις Σέρρες.




 1. Η παρακάτω μελέτη μου έχει τη μικρή της ιστορία.

 Κατά τα μέσα Δεκεμβρίου 1985 έλαβα επιστολή του φίλου συγγραφέα κ. Ετεοκλή I. Γρηγοριάδη, ο οποίος με ενημέρωνε ότι κατά την τελευταία του επίσκεψη-έρευνα στα Κρατικά Αρχεία της Βιέννης (Allgemeines Verwaltungs-Archiv, Wallner-Strasse 6), όπου περιέχονται κατά το μεγαλύτερο μέρος εκθέσεις της αυστριακής αστυνομίας, υπήρχαν 2 μικροί φάκελοι σχετικοί με τον Εμμ. Παπά, No 1967 και No 2241 του 1822 με τα στοιχεία του Ευρετηρίου (Inventar) 191, Polizei Hofstelle, Chronol. Listen 1821-1824. Ок. Γρηγοριάδης είχε την ευγένεια να μου γνωρίσει τα παραπάνω στοιχεία, γιατί—έχοντας υπόψη του το βιβλίο μου
 «Εμμανουήλ Παπάς, Αρχηγός και Υπερασπιστής της Μακεδονίας. Η ιστορία και το Αρχείο της οικογενείας του, Θεσσαλονίκη 1981»
—είχε τη γνώμη ότι ήμουν «ο πλέον αρμόδιος», όπως μου έγραφε, να φέρω στο φως τις νέες πληροφορίες που θα περιείχαν οι δυο αυτοί φάκελοι σχετικά με τον Εμμ. Παπά.

Αμέσως, αφού ευχαρίστησα τον κ. Γρηγοριάδη, σκέφθηκα ν’ αποταθώ στον φιλογενέστατο σεβασμιότατο μητροπολίτη Αυστρίας Χρυσόστομο Τσίτερ (ανεψιό του ομώνυμου εθνομάρτυρα Σμύρνης), ο οποίος πράγματι πρόθυμα ανταποκρίθηκε στο αίτημά μου και μου έστειλε τα φωτοαντίγραφα των εγγράφων που περιέχονταν μέσα στους δύο μικρούς φακέλους.

 Γι’ αυτό και τον ευχαριστώ εκ βαθέων. Επειδή όμως τα περισσότερα έγγραφα ήταν αχνά από την πολυκαιρία και γραμμένα στην παλαιά γερμανική γραφή, ζήτησα τη συνδρομή του φίλου συναδέλφου άλλοτε της Γερμανικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και διευθυντή του Goethes-Institut, Graf Kurt ν. Posadowsky, που πρόθυμα ανέλαβε τη μεταγραφή των εγγράφων στη σύγχρονη γερμανική γραφή και ο οποίος, παρά τις μεγάλες δυσκολίες που παρουσίαζαν τα κείμενα, έφερε σε πέρας το έργο του.

 Χωρίς τη βοήθεια του δεν θα ήταν δυνατόν να έλθουν στο φως τα νέα ιστορικά στοιχεία και να γραφτεί η μικρή αυτή μελέτη.

Από την πρώτη ματιά που έριξα στα γραπτά διαπίστωσα ότι αυτά δεν αναφέρονταν στον Εμμανουήλ Παπά, αλλά στον δευτερότοκο γιο του Αναστάσιο (13 Ιουνίου 1796-1858)1 και επομένως πρέπει να γίνει η αναγκαία διόρθωση στους δύο μικρούς φακέλους του στο
Allgemeines VerwaltungsArchiv της Βιέννης.

Ακόμη διαπίστωσα ότι οι παραπάνω φάκελοι διέλαθαν την προσοχή του αλησμιόνητου λαμπρού ερευνητή των αυστριακών αρχείων Γεωργίου Λαΐου, ο οποίος δημοσίευσε πολύ ενδιαφέροντα έγγραφα σχετικά με τη δράση του Αναστασίου Παπά στην Αυστρία και Γερμανία το 1821, αναφερόμενα στο χρονικό διάστημα από 18 Απριλίου-28 Σεπτεμβρίου 18212.

Τα παρακάτω δημοσιευόμενα έγγραφα, που απόκεινται στο WerwaitungsArchiv, ανάγονται στο διάστημα από 3 Ιανουαρίου-11 Μαρτίου 1822, αλλά δεν έχουν την έκταση και τη σπουδαιότητα των αντίστοιχων του Γ. Λαΐου.

 Μολαταύτα μας διευκολύνουν να ιχνηλατήσουμε ορισμένα σκοτεινά σημεία από την παραμονή του Αναστασίου Παπά στην Αυστρία και Γερμανία μετά την 28η Σεπτεμβρίου 1821. 

Οι τελευταίες πληροφορίες που είχαμε ως τώρα γι’ αυτόν ήταν ότι, μετά την αποτυχία του ελληνικού κινήματος στη Μολδαβία, στο οποίο είχε πάρει μέρος, είχε σκοπό να κατέβει μέσω Αεμβέργης-Τεργέστης στην επαναστατημένη Ελλάδα, όπως μαθαίνουμε από την από 9 Σεπτεμβρίου 1821 επιστολή του γνωστού πανεπιστημιακού καθηγητή στο Μόναχο και θερμού φιλέλληνα Friedrich Thiersch, του γνωστού στους Έλληνες ως Ειρηναίου Θειρεχσίου. Εκεί, μεταξύ άλλων, του έγραφε:

«...Στο Τριέστι θα ιδείς, αν θα σου επιτραπεί να αποπλεύσεις για την πατρίδα σου. 
Φοβούμαι όμως το αντίθετο, γιατί τον τελευταίο καιρό η πολιτική των Μεγάλων Δυνάμεων φαίνεται να πήρε με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα μια στάση ενάντια προς τους Έλληνες...
 Στη Γερμανία εκάμαμε ό,τι ήταν δυνατό για να προετοιμάσουμε μια σημαντική βοήθεια για τους Έλληνες και για να είμαστε έτοιμοι, μόλις επακολουθήσει η συγκατάθεση των Κυβερνήσεων (γιατί χωρίς αυτή δεν μπορούμε ούτε ένα διαβατήριο να βγάλουμε, αφήνω πια να συγκροτήσουμε γερμανική λεγεώνα). Αυτή η συγκατάθεση όμως εξαρτάται από την εξέλιξη των πολιτικών σχέσεων... 
Εάν, αγαπητέ μου Αναστάσιε, θέλεις να περιμένεις καμιά ευνοϊκότερη περίσταση κοντά στους Γερμανούς φίλους σου, αντί στο Τριέστι, τότε θα χαρώ κατάκαρδα να σε ξαναϊδώ εδώ.

 Αλλά φυσικά θα απομακρυνθείς περισσότερο από την Πατρίδα σου.
 Εάν δεν σε υποχρεώνει κανένα ορισμένο πατριωτικό καθήκον να μείνεις αυτού, τότε έλα και μείνε κοντά μας, εδώ στη φιλόξενη χώρα μας. 
Δεν χρειάζεται να σου ειπώ, ότι η παρουσία σου θα μας είναι πολύ ευχάριστη, αλλά και πολύ χρήσιμη στην περίπτωση, που θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε στη φιλελληνική μας προσπάθεια και αρωγή». 

 Στο γράμμα αυτό, όπως βλέπουμε, ο Thiersch κάνει λόγο για τις προσπάθειες του να συγκροτήσει μια φιλελληνική γερμανική λεγεώνα, που θα κατέβαινε να πολεμήσει στην Ελλάδα, αλλά φαίνεται απογοητευμένος από την πορεία των πραγμάτων.

Μολαταύτα η λεγεώνα αυτή συγκροτήθηκε και έδρασε στην Ελλάδα, αλλά το τέλος της δεν ήταν ευτυχές, γιατί, όπως γνωρίζουμε, τελικά διαλύθηκε.

Το γράμμα αυτό του Thiersch έπεσε στα χέρια της αυστριακής αστυνομίας, η οποία παρακολουθούσε τη φιλελληνική κίνηση, και είχε κακές συνέπειες για ορισμένους φορείς της, όπως για τον καθηγητή Thiersch και για τον Αναστάσιο Παπά.
 Έτσι ο τελευταίος, μόλις κατέβηκε στην Τεργέστη, πιάστηκε, αλλά για άλλη προβαλλόμενη αιτία:
ότι οι αντιπρόσωποι του ελληνικού εμπορικού οίκου των αδελφών Βλαστού της Βιέννης στην Τεργέστη τον κατάγγειλαν στην αστυνομία ότι είχαν να λαβαίνουν απ’ αυτόν το σημαντικό ποσό των 300.000 δουκάτων για πουλημένο βαμπάκι.

 Ο Παπάς στη φυλακή συμπεριφέρεται με αξιοπρέπεια, διαθέτει πολλά χρήματα «και για την τροφή του δεν αφήνει να του λείψει τίποτε», όπως γράφει ο διευθυντής της αστυνομίας von Cattanei προς τον γενικό διοικητή της Τεργέστης βαρόνο Spiegelfeld.

Ο Παπάς ελπίζει ν’ αποφυλακιστεί σε 14 μέρες.

Από τις αρχές Ιανουαρίου ως τα μέσα Μαρτίου 1822 εμφανίζεται πάλι το όνομα του Παπά με λανθασμένο το μικρό του όνομα ως Εμμανουήλ αντί Αναστάσιος σε έγγραφα της αστυνομίας, η οποία παρακολουθεί τις κινήσεις του.

Σε 3 μάλιστα έγγραφα μνημονεύεται ως Έλληνας πρίγκιπας(!).

 Μολαταύτα τα λίγα αυστριακά έγγραφα, που παρατίθενται παρακάτω, μας δίνουν ορισμένες άγνωστες ως τώρα πληροφορίες για τη δραστηριότητα του Αναστασίου Παπά μέσα στο πρώτο τρίμηνο του 1822.

 2. Με βάση τα έγγραφα των παραπάνω μικρών φακέλων No 1967 και No 2241 του 1822 των αυστριακών αρχείων προκύπτουν οι εξής πληροφορίες για τον Εμμανουήλ και τον δευτερότοκο γιο του Αναστάσιο Παπά, τις οποίες συλλέγει από τις διάφορες υπηρεσίες του στις αρχές Μαρτίου 1822 ο στρατάρχης Heinrich Graf von Bellegarde (1756-1845) απευθυνόμενος προς τον υπουργό της αστυνομίας Graf ν. Sedlnitzky.

Σχετικά με τον Εμμ. Παπά τα στοιχεία είναι σχεδόν ακριβή:

ότι ήταν ένας πλούσιος και πολύτεκνος τραπεζίτης του πασά των Σερρών,
ότι εμφανίστηκε στην Κασσάνδρα ως αρχηγός των επαναστατών  και
ότι μετά την κατάληψή της από τoυς Τούρκους είναι άγνωστη η τύχη του 
ότι ο μεγάλος του γιος (εννοεί τον Αναστάσιο), που φρόντιζε για τις εμπορικές τον δουλειές στη Βιέννη, εγκατέλειψε ξαφνικά την πρωτεύουσα τον Μάρτιο του 1821 και
 ότι ορισμένοι συμπατριώτες τον τον διώκουν δικαστικά για οικονομικές διαφορές. 

Ο ίδιος ως «εταιριστής» (οπαδός της Φιλικής Εταιρείας) πήγε στην Οδησσό.

 Οι δύο νεώτεροι αδελφοί του, που άλλοτε φοιτούσαν στο εκπαιδευτήριο Kraus στη Βιέννη, βρίσκονται τώρα, όπως μπορεί να συμπεράνει κανείς, στη Λειψία, κατά τη δήλωση των αυστριακών πρακτόρων.

Αυτές όμως οι πληροφορίες δεν είναι απόλυτα ακριβείς, όπως θα ιδούμε λίγο παρακάτω.
Μετά την επάνοδο του Αναστασίου στη Βιέννη και απ’ εκεί μετά την κάθοδό του στην Τεργέστη, για να πάγει κατόπιν στην Ελλάδα, οι αδελφοί Βλαστού τον καταγγέλλουν για ιδιοποίηση των 300.000 δουκάτων από το πούλημα του βαμβακιού και τον έβαλαν στη φυλακή.

Στις 28 όμως Νοεμβρίου ο μεγαλύτερος του αδελφός Αθανάσιος, που φεύγει κρυφά από την τουρκοκρατούμενη Μακεδονία, προσκομίζοντας πολλές μαρτυρίες, απέδειξε τον αδελφό του αθώο των κατηγοριών και τον έφερε από τις φυλακές της Τεργέστης στα κρατητήρια της αστυνομίας της Βιέννης.

Σύμφωνα με το πρώτο τώρα χρονολογικά νέο έγγραφο της 3ης Ιανουαρίου 1822 της Αστυνομικής Διευθύνσεως, εντέλλεται η αστυνομική αρχή να κρατήσει, μέχρι νεώτερης διαταγής, τον Αναστάσιο Παπά σε χωριστό θάλαμο και να τον διατρέφει με 2 φλορίνια για κάθε μέρα.

Ήδη η αστυνομική αρχή έχει εισπράξεί προκαταβολικά γΐ αυτόν τον σκοπό 10 φλορίνια.
Και πρέπει ο παραπάνω μνημονευόμενος Έλληνας να παρουσιαστεί χωρίς αναβολή στον ποινικό δικαστή Anton ν. Bock για προανάκριση.

Στις 10 Φεβρουάριου διακόπτεται η προφυλάκιση του Αναστασίου Παπά, και από την ημερομηνία αυτή θεωρείται ως υπαγόμενος στη δικαιοδοσία του ποινικού δικαστηρίου. Κατόπιν στο σχετικό κακογραμμένο και κακοσυνταγμένο έγγραφο γίνεται λόγος για την αξία της ημερήσιας διατροφής των 2 φλ. και της προκαταβολής των 10 φλ., χωρίς να βγαίνει κανένα νόημα από τις σχεδόν διαγραμμένες και δυσανάγνωστες γραμμές του επόμενου φύλλου.

Ακολουθεί το από 12 Φεβρουάριου ψήφισμα, με το οποίο, ύστερ’ από αίτηση των αδελφών Βλαστού, γίνεται προσφυγή κατά της αποφάσεως του Εφετείου, με το οποίο αναιρείται η έναρξη της προανάκρισης του Αναστασίου Παπά και αναφέρεται ότι σχετικά με την τύχη του θα αποφανθούν οι ανώτατες δικαστικές αρχές του κράτους.

Φαίνεται ότι ύστερ’ από την αναίρεση αυτή ο Αναστάσιος, ελεύθερος πια, ταξιδεύει και προβαίνει σε διάφορες ενέργειες σε διάφορες πόλεις της Γερμανίας, παρουσιαζόμενος ως έμπορος Εμμανουήλ αντί Αναστάσιος Παπάς, για να μπορεί δήθεν να ταξιδεύει ανυποψίαστος.

 Κατόπιν, σύμφωνα με τις πληροφορίες αυτές, δοσμένες από τα σύνορα και γραμμένες στις 16 Φεβρουάριου 1822, στη Νυρεμβέργη κατά τις αρχές Φεβρουάριου ο Αναστάσιος Παπάς, 28-29 ετών, περνώντας μέσα από τις χώρες της αυστροουγγρικής μοναρχίας, είχε περάσει συνοδευόμενος από πολλούς ανθρώπους του, προφανώς Έλληνες, με ειδική ταχυδρομική άμαξα, συρόμενη από 4 άλογα, διευθυνόμενος προς το Augsburg και το Μόναχο. Στη Νυρεμβέργη έμεινε 1 ι/2 μέρα και αγόρασε σπαθιά, όπλα, πιστόλια κ.λ. και πλήρωσε τεράστια ποσά.

Ο ίδιος μάλιστα ο πληροφοριοδότης γράφει ότι του πούλησε 2 Kuchenreutner(;) πιστόλια για 15 χρυσά νομίσματα (βλ. εικ. 1).

Εκτός απ’ αυτά έκανε μεγάλες παραγγελίες κάθε είδους πολεμικού υλικού. Από τους ανθρώπους που τον συνόδευαν ορισμένοι έμειναν στο Μόναχο και Augsburg, οι οποίοι επίσης αγόρασαν μεγάλες ποσότητες όπλων και έκαναν αντίστοιχες παραγγελίες.

Ο ίδιος ο Παπάς πηγαίνει για τον ίδιο σκοπό στο Augsburg και στο Μόναχο, καθώς και για να επισκεφθεί τον βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκο Α', για να τον παρακαλέσει να γίνουν δεκτοί στη στρατιωτική σχολή αξιωματικών οι αδελφοί του, που ως τότε σπούδαζαν σε κάποιο εκπαιδευτήριο της Βιέννης και όπου τώρα δεν μπορούσαν πια να μείνουν.

Ο Παπάς εξεικόνιζε την κατάσταση στην Ελλάδα με ελπιδοφόρα χρώματα και θεωρούσε απόλυτα βέβαιο τον προσεχή πόλεμο Ρωσίας-Τουρκίας.

Κατόπιν σκόπευε μέσω Αυστρίας να κατέβει ίσως στην Τεργέστη και στην Ελλάδα.

 Ως προς τον κρατούμενο στο υγρό φρούριο του Munkatz πρίγκιπα Αλέξανδρο Υψηλάντη, ο Αναστάσιος Παπάς σε στιγμές ασφαλώς ερεθισμού, άφηνε να του ξεφύγουν από το στόμα του οι απειλητικοί λόγοι ότι οι Έλληνες θα τον απελευθέρωναν συλλαμβάνοντας ως όμηρο ένα στρατιωτικό ή πολιτικό αυστριακό αξιωματούχο, ωσότου αποφυλακιστεί ο ήρωάς του.

 Μέσ’ από τα περιεχόμενα του πολύ ενδιαφέροντος αυτού εγγράφου προβάλλουν ορισμένες απορίες:

Πώς βρίσκεται στη Βιέννη ο μεγαλύτερος γιος του Εμμ. Παπά, ο Αθανάσιος ή, χαϊδευτικά, Αθανασάκης, που συμπαραστέκεται στον Αναστάσιο, για να τον γλυτώσει από την κατηγορία των αδελφών Βλαστού και τελικά κατορθώνει να τον βγάλει από τη φυλακή, ώστε να κυκλοφορεί ελεύθερος στην Αυστροουγγαρία και στη Γερμανία; 

Ποιοι Έλληνες και ξένοι τον συνοδεύουν, οι οποίοι προβαίνουν με άφθονα χρήματα στις αγορές όπλων και άλλου πολεμικού υλικού; 

Οι ενέργειές του αυτές είναι ατομικές πρωτοβουλίες και ανεξάρτητες από κάθε άλλη παρόμοια γνωστή κίνηση, όπως των Γερμανών φιλελλήνων για τη συγκρότησή της περίφημης γερμανικής λεγεώνας1, για την οποία ενδιαφερόταν ο ίδιος ο Friedrich Thiersch; 

Δυστυχώς δεν έχουμε επαρκή στοιχεία, για ν’ απαντήσουμε με ακρίβεια σε όλα αυτά τα ερωτήματα.
Πρώτα πρώτα πρέπει να παραδεχθούμε ότι ο μεγαλύτερος γιος του Εμμανουήλ, ο Αθανάσιος, μετά τη λήψη της επιστολής του αδελφού του Αναστασίου της 18-4-1821,
με την οποία τον ειδοποιεί ότι εγκαταλείπει τη Βιέννη για να πάγει προς τη Μολδαβία, και μετά τις ειδήσεις για τον ηγετικό ρόλο του πατέρα του Εμμανουήλ στην επανάσταση της Μακεδονίας, φυγαδεύεται από τις Σέρρες προς το αυστριακό Ζέμουν (Σεμλίνο), όπως έχω αποδείξει.

 Έτσι εξηγείται η εμφάνισή του και η συμπαράστασή του προς τον αδελφό του Αναστάσιο κατά τις δικαστικές του περιπέτειες εξαιτίας των κατηγοριών των αδελφών Βλαστού.

Η γνώμη μου είναι ότι τότε τα δύο αδέλφια αποζημίωσαν τους αδελφούς Βλαστού και ότι διέλυσαν τον τραπεζικό και εμπορικό οίκο Παπά της Βιέννης και ότι
 με τα πολλά χρήματα που εισέπραξαν πέρασαν μέσα από τις αυστριακές χώρες 
και τη Γερμανία αγοράζοντας όπλα και άλλα πολεμοφόδια, για να καταλήξουν τελικά οι δυο πατριώτες στα πεδία των μαχών της Ελλάδας. 

Αν τώρα λάβουμε υπόψη μας ότι ο Αναστάσιος Παπάς μετά την αποφυλάκισή του κατευθύνεται προς το Augsburg και απ’ εκεί στο Μόναχο, όπου είχε την έδρα του ο αγαπητός του και οικείος Γερμανός καθηγητής Thiersch, δεν μπορούμε ν’ αρνηθούμε ότι δεν θα είχε επανειλημμένες ίσως συναντήσεις και συσκέψεις μαζί του.

Ανάμεσα στα αιτήματά του που ήθελε να υποβάλει στον βασιλιά Λουδοβίκο А' της Βαυαρίας ήταν—και η πληροφορία αυτή των αυστριακών πρακτόρων δεν είναι ακριβής—να δεχθεί να φοιτήσουν στη στρατιωτική σχολή αξιωματικών της οι δύο αδελφοί του—και αυτοί πρέπει να ήταν ο Γιαννάκης, 24 χρονών, και ο Νικολάκης, 19 χρονών, που ήθελε μάλιστα ν’ ακολουθήσει τον Αναστάσιο στα πεδία των μαχών της Μολδαβίας3—οικότροφοι άλλοτε στο εκπαιδευτήριο Kraus.

Το αίτημα όμως αυτό δεν ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί, γιατί

ο Γιαννάκης είχε κιόλας συμμετάσχει στις πολεμικές περιπέτειες του πατέρα του στη Μακεδονία και μετά την αποτυχία του απελευθερωτικού κινήματος τον είχε συνοδέψει στην ελεύθερη Ελλάδα (Δεκέμβριος 1821), 
ενώ ο Νικολάκης μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό του Αθανασάκη φαίνεται ότι έμενε στη Βιέννη παρακολουθώντας κατά τις κρίσιμες εκείνες ημέρες τη διάλυση των εμπορικών εργασιών του οίκου Παπά.

Στη Βιέννη φαίνεται ότι μένουν για πολλούς μήνες, ωσότου επιστρέφουν μέσω Μονάχου πάλι στις Σέρρες στις 27 Μαρτίου 18231, απ’ όπου με κάποιες προφυλάξεις και ευκαιρίες κατεβαίνουν στην Ελλάδα και παίρνουν ενεργό μέρος στους αγώνες για την ελευθερία της μαζί με τους αδελφούς των του Νότου.
Ο Αναστάσιος;
 Στο Μόναχο ασφαλώς θα έμεινε αρκετό χρόνο και συνεννοούμενος με τον καθηγητή του Thiersch θα διέθεσε μεγάλες ποσότητες του πολεμικού υλικού στους φιλελληνικούς κύκλους και στους φιλέλληνες που κατέβαιναν στην Ελλάδα και, έστω και αν μας λείπουν οι σχετικές ειδήσεις, θα αναμείχθηκε με ζήλο στις κινήσεις για την τόνωση του φιλελληνικού ενδιαφέροντος στην Ευρώπη.

Τελικά ακολουθώντας το παράδειγμα των δύο προηγούμενων αδελφών του κατέβηκε και αυτός στην επαναστατημένη Ελλάδα και έτσι στις αρχές του 1824 τον βρίσκουμε εγκαταστημένο στην Ύδρα με αρκετά χρήματα, όπως διαδίδει η κοινή φήμη.

Τελικά τι απέγιναν οι πλούσιοι ήρωες της μικρής μας μελέτης;

Αν εξαιρέσουμε τον Αναστάσιο, που τον βρίσκουμε και στην πολιορκία του Μεσολογγίου τον Οκτώβριο του 1825 και ο οποίος επιζεί ως δικαστής στην Πάτρα ως τον θάνατό του (1858),
 οι άλλοι τρεις αδελφοί του βρήκαν τον θάνατο στα πεδία των μαχών:

ο Αθανασάκης πιάνεται αιχμάλωτος σε μια αποβατική ενέργεια των Ελλήνων στην περιοχή των Θερμοπυλών, κοντά στην Αταλάντη, τον Νοέμβριο του 1826, και αποκεφαλίζεται έξω από τη Χαλκίδα, 

ο Γιαννάκης σκοτώνεται μαζί με τον Παπαφλέσα στο Μανιάκι στις 20 Μαΐου 1825 και ο Νικόλαος στο Καματερό στις 27 Ιανουαρίου 1827. 

Ποια λοιπόν είναι η προσφορά
 των λίγων αυστριακών παραπάνω εγγράφων
 στη διαλεύκανση της ιστορίας της οικογένειας Παπά; 

Αποκαλύπτουν πώς έδρασε ο Αναστάσιος (μετά την αποφυλάκισή του) Παπάς
 και ο αδελφός του Αθανασάκης στην Αυστρία και Γερμανία,
πώς διέθεσαν τα μεγάλα ποσά του εμπορικού τους οίκου για τον εφοδιασμό τους σε πολεμοφόδια 
και πως τελικά, αυτοί και τα άλλα δυο αδέλφια τους, θυσίασαν και την ίδια ακόμη τη ζωή τους, για να πετύχουν την απελευθέρωση της κοινής μεγάλης πατρίδας τους. 

Ομολογώ ότι στην ιδιαίτερή τους πατρίδα, 
στις Σέρρες,
 θα έπρεπε να στηθεί ένα
 μνημειακό σύμπλεγμα
 που θα παρίστανε 
τον πατέρα και τα τέσσερα παιδιά του.

Δεν υπάρχουν σχόλια: