Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2016

Οι Μακεδόνες και η Επανάσταση 1821: Ο ΑΓΩΝΑΣ ΤΟΥ 1821 ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ.

Καρατάσος Τάσος
 Ιωάννης Βασδραβέλλης
ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ


 Ο αγώνας του 1821 απετέλεσε το αποκορύφωμα των βίαιων επαναστατικών εκκρήξεων από ένα έθνος που πίστευε με την ψυχή του στην ιδέα της ελευθερίας και της άνθρωπίνης αξιοπρεπείας.

Τι αυτό το λόγο η κραυγή του 21, αντήχησε βαθειά στη συνείδηση του 'Έλληνος, σαν μια επιτακτική εκκληση άγάπης και πίστεως, για τα πεπρωμένα του έθνους.

Τα ιστορικά επιτεύγματα της εποχής έκείνης, ξεδιπλώνονται ορμητικά με το διάβα του χρόνου και κατασταλάζουν στη μνήμη μας σάν καθαρές ιδέες. εκεί άφομοιώνονται και απορροφούνται.
Επιδρούν άμεσα αι πράξεις εκείνες στά βάθη της συνειδήσεώς μας γίνονται ιδέες, μορφές και σύμβολα και μνήμη ιστορική.

Γιατί ο αγώνας εκείνος υπήρξε ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του ελληνικού έθνους. 

Οι παλαιοί αμυντικοί πόλεμοι κατά των Περσών στον Μαραθώνα και τη Σαλαμίνα, υπήρξαν μικρότερης διαρκείας και η καρτεροψυχία του ελληνικού λαού ήταν βραχύτερη. 

Η άντοχή του έθνους, που ήταν έλεύθερο και ωργανωμένο τότε, δεν έδοκιμάσθη τόσο όσο στην οκτάχρονη έπανάσταση του 21, που έπεχείρησε ένα έθνος, υπόδουλο 400 χρόνια άνοργάνωτο.

 Η παγκόσμια ιστορία έκρινε σπουδαίους τους Περσικούς πολέμους, όχι για το βαθμό της αντοχής  και της ταλαιπωρίας των Ελλήνων, μα για την ευρύτητα των αποτελεσμάτων στον παγκόσμιο πολιτισμό. αν τότε νικούσαν οι Πέρσαι, ο ελληνικός πολιτισμός του 6ου και 5ου αιώνα θά έπνίγετο μέσα στον Ασιατικό χείμαρρο και η παγκόσμια ιστορία θά είχε διαφορετική εξέλιξη.

 Στο μεγάλο μας αγώνα του 21, λειτούργησε αξιοθαύμαστα ο φυσικός νόμος της άγάπης για την ελευθερία, η δύναμη της εθνικής κληρονομιάς και η καταφρόνηση και το μίσος για τον τύραννο, που είχε στερήσει τους 'Έλληνας από τα στοιχειωδέστερα προνόμια της άνθρωπίνης ζωής.

Οι ηθικοί αυτοί παράγοντες της επαναστάσεως που είναι τόσον σπουδαίοι και αληθινοί, δεν έξεδηλώθησαν μονάχα στους καλλιεργημένους Έλληνες του εξωτερικού μα και στην ψυχή απλών ανθρώπων, όπως ήταν οι περισσότεροι από τους ίδρυτάς της Φιλικής Εταιρείας. 

Η επαναστατική εκείνη οργάνωση που έξεκολάφθη στη Νότιο Ρωσία, που ήταν τότε γεμάτη από 'Έλληνας, απέβλεπε να συνενώση όλες τις ζωντανές δυνάμεις του ελληνισμού και να εκβιάση με τα όπλα μια λύση, που μάταια ψάχνει ένας όρθολογιστής να τη στηρίξη σε λογική βάση.

Διέδωσαν οι φιλικοί πως υπαρχει μια υπέρτατη αρχή και μεγάλη υποστήριξη που κρύβεται στά βάθη της Ρωσίας. στην πραγματικότητα, όμως, όλη αυτή η επαναστατική κίνηση, ξεπηδοΰσε από άσήμαντους εμπόρους, ύπαλλήλους και μερικούς καπετανέους που βρίσκονταν στις Ηγεμονίες του Δούναβη, στη Ρωσία, μα που πίστευαν άκλόνητα στην επιτυχία της επαναστάσεως. Ήταν οι τολμηροί, οι ίδεαλισται που τους κινούσε ένας άγιος ενθουσιασμός. Ήταν οι ριψοκίνδυνοι που επικρατούν σε τέτοιες στιγμές.
 Οι άλλοι θ’ άκολουθήσουν.

Η Φιλική Εταιρεία πέτυχε να κανη τους Ελληνας ένα ζωντανό επαναστατικό σύνολο. 


Χρειάσθηκαν χρήματα και τάδωκαν οι πλούσιοι πατριώτες.

 Χρειάσθηκε στον αγώνα η εκκλησία, το σχολείο που ήταν τα βασικά στηρίγματα του Γένους, κι΄ οι καλύτεροι δεσποτάδες, οι παπάδες, οι καλόγεροι, κι΄ οι δάσκαλοι, ήταν πρώτοι στην ιδέα.

Kαι χρειάσθηκε στρατός επαναστατικός και ναυτικό και ξεκίνησαν κλέφτες κι’ αρματολοί, κι’ η ελληνική αγροτιά και οι τσομπάνιδες άπ’ όλη την Ελλάδα, άπ΄ την Ρούμελη και τη Μακεδονία, το Μόριά και τη Θεσσαλία και την Μικρασία, τη Θράκη και την Κρήτη, και μαζύ ΄ αυτούς άδελφωμένοι οι κουρσάροι και οι πειραται από τα Ψαρά, την Υδρα, τις Σπέτσες. 

’Έτσι η Φιλική Ιδέα διαδόθηκε, σ’ όλη την Ελλάδα, σ’ όλο τον παληό έλληνικό ζωτικό χώρο, και σ’ όλα εκείνα τα μέρη και τις περιοχές, που οι πρόγονοί μας, εζησαν, μεγαλούργησαν, άνδραγάθησαν και μαρτύρησαν.

Το λάβαρο της ελευθερίας ανέμιζε πάντα στην Ελλάδα. Ιδιαιτέρα εδώ στη Μακεδονία, σκιρτούσαν μεγάλες καρδιές κι΄ ακούγονταν ατόφια η φωνή της ελευθερίας.

Οι Μακεδόνες είχαν ταχθή από τη μοίρα τους να είναι οι προπομποί του Έθνους. αι προφυλακές της ελληνικής ελευθερίας.

 Μάς το είπε πριν από δυο χιλιάδες χρόνια ο Πελοποννήσιος ιστορικός Πολύβιος:

“ Πηλίκης γάρ τιμής αξιοΰσθαι Μακεδόνας οι το πλεϊστον του βίου ού παύονται αγωνιζόμενοι τοΐς βαρβάροις και προκινδυνεύοντες υπέρ της των Ελλήνων ελευθερίας”.

Έτσι στην επανάσταση του 21 έλαχε και πάλι στη Μακεδονία να προκινδυνεύση.

Αυτός είναι ο ιστορικός ρόλος της που επαναλαμβάνεται τακτικά, σ’ όλες τις κρίσιμες στιγμές του Έθνους.

 Η Μακεδονία ήταν οργανωμένη από τη Φιλική Εταιρεία.

 Σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές 37 Μακεδόνες είχαν μυηθή στη Φ. Ε. μα πρέπει νάταν περισσότεροι, όπως άπεδείχθη κατά την έναρξη της επαναστάσεως.

Φαρμάκης Ιωάννης
Ολύμπιος Γεωργάκης
 Ο Γεωργάκης Όλύμπιος ο ήρωας της Βλαχίας,
ο Φαρμάκης τραγικό θύμα της επαναστάσεως,
ο Εμμανουήλ Παπάς αρχηγός σε λίγο της Χαλκιδικής και Ανατολικής 'Μακεδονίας, οι μητροπολίτες Σερρών, Άρδαμερίου, Γρεβενών και τόσοι άλλοι, ήταν Μακεδόνες.

Μάλιστα ο Παπάς που διέθεσε όλο το τεράστιο πλούτο για την έπανάσταση, είχε εκλεγεί στην Κωνσταντινούπολη αρχιταμίας της Φιλικής Εταιρείας, αξίωμα έμπιστευτικό κι’ από τα μεγαλύτερα.

Πρώτος έφθασε εδώ ο άρματολός Γιάννης Φαρμάκης 
από το Βλάτσι της Δυτικής Μακεδονίας.

Παλαιός έχθρός του Άλή Πασά, άρματολός στον ’Όλυμπο και στά Εφτανησα μέ τον Κολοκοτρώνη, τον Άναγνωσταρά και τον Χρυσοσπάθη, εξελέγη στο Βουκουρέστι αρχηγός των άφιερωμένων της Φιλικής Εταιρείας κι΄ εφθασε στάς Σέρρας το 1818.

'Ίδρυσε το Κέντρο των Σερρών — Δράμας — Καβάλλας.

Απ εκεί τράβηξε για το Άρδαμέρι και το 'Άγιον ’Όρος, όπου μύησε τον πατριάρχη Γρηγόριο.
Στο άγιώνυμο "Ορος ο Φαρμάκης άνέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα.

Έμύησε πολλούς ήγουμένους, καλογήρους και όλους τους εξέχοντας του Πολυγύρου, των Μαντεμοχωρίων καθώς και τους Θεσσαλονικεΐς, Καυταντζόγλου, Πάϊκον, Μενεξέ και Μπαλανο.
Ναούμ Παναγιώτης
Κασομούλης Νικόλαος
 Σε λίγο εφθασαν στη Μακεδονία άλλοι ντόπιοι Φιλικοί.

Ο Παναγιώτης Ναούμ για την Έδεσσα, τη Σιάτιστα, την Καστοριά και τα Γρεβενά,
 ο Κασομούλης που εδρασε σαν φιλικός στις Σέρρες, στη Σιάτιστα και στην Κοζανη, στο Βλάτσι και την περιοχή Βέροιας και άλλοι πολλοί.


Το έργον λοιπόν των Φιλικών
 εδώ στη Μακεδονία 
δεν ήταν δύσκολο.

Αγώνες συνεχείς 400 ολόκληρα χρόνια, είχαν χαλυβδώση την ψυχή του άγροτικού και ποιμενικοΰ πληθυσμού της Βορείου Ελλάδος και η άνταρσία των βουνών κατά της τούρκικης τυραννίας, ήταν διαρκής.
Είχε δημιουργηθή με την πάροδο του χρόνου στά βουνά της Μακεδονίας, μία παράδοσις από κλέφτες και άρματολούς, να σκοτώνουν τον Τούρκο όπου κι΄ αν τον εύρισκαν, γιατί τον θεωρούσαν συνειδητά, σάν άρπαγο της πατρικής κληρονομιάς.

Tο μίσος αυτό πήγαζε από την πίστη στην ιδέα πως το έργο των ορεινών προ πάντων πληθυσμών, που βρίσκονταν σε διαρκή επαναστατικό οργασμό ήταν εθνικό, και ότι οι άρματολοί και κλέφτες αποτελούσαν το εθνικό στρατό του δουλεύοντος Γένους.

Έτσι το εργο αυτό περιεβάλλετο από τη συμπάθεια του έλληνικού λαού χωρίς καμμιά διάκριση.
Τ΄ αρματολίκια και η κλεφτουργιά εδώ στη Μακεδονία ήταν ωργανωμένα όσο σε καμμιά άλλη έλληνική περιφέρεια.
 Στο βιβλίο μου « Άρματολοί και κλέφτες » που δημοσίευσα πριν από λίγα χρόνια, αποδεικνύω με επίσημες και άγνωστες ιστορικές πηγές, βγαλμένες από τα τούρκικα αρχεΐα, πως πατρίδα του άρματολισμού στην Ελλάδα, θεωρείται η Μακεδονία.

Η άνταρσία στά βουνά κατά της τούρκικης αύθαιρεσίας είχε λάβει εδώ μεγάλες διαστάσεις από τις αρχές άκόμα του ΧΥ αιώνα.

Στον 'Όλυμπο, τα Πιέρια, το Βέρμιο και το Καϊμακτσαλάν, οι Καπετανέοι Περδικάρης, Σερμπέτης, Καλόγηρος και τόσοι άλλοι, κυριαρχούσαν άπόλυτα κι΄ οι Τούρκοι στρατολόγοι που μάζευαν τους γενιτσάρους, δεν τολμούσαν να πατήσουν έκεΐ.

Στά 1700, 3.000 άρματολοί και κλέφτες σε ομαδική έκστρατεία ρήμαξαν τα τούρκικα τσιφλίκια στις περιοχές του Αλιάκμονα στην επανάσταση του 1769.

Στά γνωστά ’Ορλωφικά, ο Ζιάκας, ο Λάζος, ο Ζήδρος, ξεσήκωσαν όλα τα βουνά της Μακεδονίας κι΄ εφθασαν πολεμόντας εως την αιτωλοακαρνανία.


Άλλοι άρματολοί, ο Καζαβέρνης, ο Καρατάσιος και ο Νικοτσάρας, είχαν όργανώση και πειρατικές εκστρατείες, στη Χαλκιδική και την άνατολική Μακεδονία που τις πλήρωσαν άκριβά οι Τούρκοι. σε λίγα χρόνια ο Νικοτσάρας με 500 κλέφτες Μακεδόνας, Θεσσαλούς και Ρουμελιώτες, φθάνει με καΐκια στο Σταυρό της Χαλκιδικής, περνάει τη Ζίχνα και το Νευροκόπι, και πηγαίνει να βοηθήση τους Σέρβους που είχαν επαναστατήση.

Δίνει σκληρές μάχες με 8.000 τούρκους του βαλή των Σερρών, που αποθανάτισε η λαϊκή μούσα και τελικά ξαναγυρίζει στ΄ 'Άγιον ’Όρος για να συναντηθή με τη μοίρα του Ρωσικού στόλου, που διηύθυνε ο ναύαρχος Σενιάβιν.

Αν ο Νικοτσάρας δεν σκοτωνόταν στο Λιτόχωρο και ζούσε στην αρχή της επαναστάσεως, θάταν ο πιο ένδεδειγμένος αρχηγός εδώ στη Μακεδονία, γιατί και μόρφωση είχε, και καταπληκτική ψυχραιμία κι΄ ήταν γεννημένος για ήγέτης.

 Ητο λοιπόν ο έλληνισμός της Μακεδονίας άκμαΐος στά εθνικά του αισθήματα και ωργανωμένος όσο ήταν δυνατό από τη Φιλική Εταιρεία και περίμενε την εκκρηξη της επαναστάσεως.
Η επανάσταση άρχισε από τη Χαλκιδική Χερσόνησο με αρχηγό τον Σερραΐο τραπεζίτη μεγαλέμπορο και αρχιταμία της Φ. Ε. Εμμανουήλ Παπά.

Ο Παπάς που ήταν τότε 44 χρόνων και είχε γεννηθή στο χωριό Δοβίστι των Σερρών ξεκινώντας κρυφά από την Κωνσταντινούπολη εφθασε στο Άγιον Όρος στις 23 Μαρτίου 1821 ως επίσημος άπεσταλμένος του Αλεξάνδρου Υψηλάντη με τον τίτλο του αρχηγοΰ της Χαλκιδικής και Ανατολικής Μακεδονίας.
Στο άγιώνυμο όρος έφθασε με το καράβι του Φιλικού από τη Λήμνο Χατζηβισβέλη, έχοντας μαζύ ως υπασπιστή τον Χατζηπέτρο.

Το σκάφος ήταν γεμάτο όπλα, πολεμοφόδια και τρόφιμα που είχεν άγοράση ο πατριώτης αρχιστράτηγος με χρήματα δικά του.

 Η χερσόνησος του ’Άθω είχε κριθή από τους όργανωτάς της επαναστάσεως ως το κατάλληλο σημείο αποβιβάσεως του Παπά.
Το 'Αγιώνυμο ’Όρος από τα ίστορικώτερα θρησκευτικά κέντρα της Χριστιανοσύνης, άφ΄ ού στό παρελθόν είχεν ύποστη πολλές ταλαιπωρίες από τους Τούρκους, τα τελευταία χρόνια είχαν αποκτήσει σημαντικά προνόμια.

 Έκτος από μια ολιγάριθμη τουρκική φρουρά που έμεινε στις Καρυές, ολόκληρη «ή Χερσόνησος του ’Άθω» εύρίσκετο στη διάθεση των μοναχών. το θρησκευτικό αι σθημα ήταν λυπηρό, τα γράμματα με την περίφημο Άθωνιάδα Σχολή έκαλλιεργοΰντο ικανοποιητικά, άλλά και το πατριωτικό αι σθημα των μοναχών ήταν δοκιμασμένο, γιατί πολλές φορές οι θρησκευτικοί αυτοί λειτουργοί, είχαν διασώση και περιθάλψη 'Έλληνας άρματολούς και κουρσάρους και άλλους δυστυχισμένους ραγιάδες της Χαλκιδικής και της Ανατολικής Μακεδονίας που κατεδίωκαν οι Τούρκοι για τα πατριωτικά τους αισθήματα.
Εμμανουήλ Παπάς
Μόλις έφθασεν ο Παπάς στό μοναστήρι του Έσφιγμένου και συνάντησε τον αρχημανδρίτη Νικηφόρο, Φιλικό και προσωπικό του φίλο, έκάλεσε εκεί γενική σύσκεψη των μεμυημένων της περιοχής. εκεί άπεφασίσθη η γενική στρατολογία όλων εκείνων που μπορούσαν να έξοπλισθοΰν τόσον στη Χαλκιδική όσον και την Ανατολική Μακεδονία έως τη Μαρώνεια.

 Ταυτόχρονα έγραψε στον Φιλικό μητροπολίτη των Σερρών Χρύσανθο ν΄ αποστείλη ενισχύσεις και νάναι έτοιμος, μόλις δοθή το σύνθημα της έξεγέρσεως.

Μέσα στάς Σέρρας όμως είχε γνωσθή η έκρηξη της επαναστασεως στη Μολδοβλαχία και η σφαγή του Οίκομενικού Πατριαρχη και των Συνοδικών, ο δε φρούραρχος και ο βαλής των Σερρών, είχαν λάβει εξαιρετικά μέτρα για να προλάβουν ,κάθε εξέγερση.

Και ναι μέν μία ομάδα Σερραι ων αγωνιστών, άνάμεσα στους όποιους ήταν και ο Κώστας Κασομούλης εμπορευόμενος εκεί και πατέρας του αγωνιστη και ιστορικού Νικολάου Κασαμούλη είχαν καταλάβη το Μοναστηρι της Ήλιόκαλης και περίμεναν οδηγίες, μα ο Μουστάμπεης γιος του πρώην βαλή Γιουσούφ μπέη, άσπονδου εχθρού του Παπά, συνέλαβεν άμέσως τον μητροπολίτη Χρύσανθο κι΄ άλλους 150 επιφανείς Σερραίους και τους έφυλάκισε.

Ταυτόχρονα ένα σύνταγμα τουρκικού στρατού περικύκλωνε την πρωτεύουσα της Ανατολικής Μακεδονίας και οπλισμένοι ως τα δόντια γενίτσαροι και βασιβοζούκοι περιπολούσαν στην πόλη με επί κεφαλής τον φρούραρχο Άμπντούλ Άγάν, δέροντες και σφάζοντες τους κατοίκους.

Ανάμεσα σ’ άλλα κακουργήματα και τάς διαρπαγάς, έβαλαν φωτιά στό σπίτι και τα υποστατικά του αρχηγοΰ της επαναστάσεως και εβασάνισαν άπάνθρωπα τους συγγενείς και την σύζυγόν του.
Με τα δραστικά και εξοντωτικά αυτά μέτρα δεν κατώρθωσε η πόλη των Σερρών να κινηθή.
Οι Σερραΐοι που είχαν συγκεντρωθή στό μοναστηρι της Ήλιόκαλης ύστερα άπ’ αυτά κατώρθωσαν να ξεφύγουν από τους Τούρκους και να φθάσουν στό 'Άγιον ’Όρος πρός ένίσχυσιν των δυνάμεων του Παπά.
Έν τώ μεταξύ στη Χαλκιδική, το κήρυγμα του Παπά κατενθουσίασε τους κατοίκους και τους αγιορείτες και οι επαναστάτες έπολλαπλασιάζοντο.

Στις Καρυές συνελήφθη και έφυλακίσθη από τους καλογήρους ο σούμπασης Χασεή μπέης με τη φρουρά του, στον Πολύγυρο εξηγέρθησαν οι κάτοικοι έσφαξαν τον τοΰρκο βοεβόδα και 14 άνδρας της φρουράς και έτρεψαν σε φυγή 2 τούρκικα αποσπάσματα που έστάλησαν έκεΐ.

Στην Κασσάνδρα οι κάτοικοι συνεπικουρούμενοι από καράβια της Λήμνου και των Ψαρρών ξεσηκώθηκαν μαζύ με τα χωριά της Σιθωνίας και με αρχηγούς τον Δουμπιώνη, τον Χάψα και τον Χιμευτό. σε λίγο μαζύ με τους Σερραι ους και άλλους ’Ανατολικομακεδόνας έφθανε στο Άγιον Όρος και ο ιατρός Ευάγγελος από τη Μαρώνεια με άρκετούς συμπατριώτες του.
 Μά και οι 'Αγιορείτες κατά έκατοντάδας πύκνωναν τις τάξεις των επαναστατων με αρχηγούς τον αρχιμανδρίτη του Βατοπεδίου Θεόφιλο, τον Μ στης Λαύρας Ναθαναήλ, του Έσφιγμένου Εύθύμιον και Ξενοφώντος Γεδεών.

Ο Βαλής της Θεσσαλονίκης Σερήφ Σιννίκ Γιουσούφ μπέης μόλις επληροφορήθη την επανάσταση στο Άγιον Όρος συγκέντρωσε σοβαρές δυνάμεις κι΄ έφθασε στην 'Ιερισσό προκειμένου να είσβάλη στό Άγιον Όρος .
Εκεί οι άγιορεΐτες τον καθησύχασαν, τον ξεγέλασαν και δήλωσαν πως είναι άφωσιωμένοι στον Σουλτάνο. Ο  Γιουσούφ μπέης φαίνεται πως  έπείσθη από τα καλογηρικά άπιχειρήματα κι΄ άφ΄ ού έγκατέστησε φρουρές στην 'Ιερισσό και μάζεψε ομήρους περίπου 80 μοναχούς άπ’ τα διάφορα μετόχια, γύρισε στη Θεσσαλονίκη όπου τους φυλάκισε μαζύ με πολλούς άλλους Θεσσαλονικεΐς ύποπτους που είχαν συλληφθή έν τώ μεταξύ προληπτικά.

Μόλις όμως οι Πολυγυρινοί εξώντωσαν την τουρκική φρουρά και κατέλαβαν ολόκληρη την περιοχή, ο Γιουσούφ μπέης διέταξε δύο ισχυρά αποσπάσματα να καταλάβουν τον Πολύγυρο και να τιμωρήσουν σκληρά τους κατοίκους, μα οι αποσταλέντες τούρκοι ήπήθησαν κατά κράτος και ύπεχώρησαν πρός την Παλαρούδα με πολλές άπώλειες.

Αυτό εξαγρίωσε τον αιμοβόρο Γιουσούφ, που γι άντίποινα έσφαξε όλους τους καλογήρους που είχε ώς ομήρους καθώς και άλλους 27 Θεσσαλονικεΐς υπόπτους μέσα στις φυλακές, συνέλαβε και έκλεισε άλλους 2.000 στην εκκλησία και τον περίβολο του Γρηγορίου του Παλαμά, κρέμασε στό Καπάνι τον τοποτηρητή του μητροπολιτικοΰ θρόνου της Θεσσαλονίκης επίσκοπο Κίτρους Μελέτιο, τους φιλικούς Μπαλάνο, Πάϊκο, Μενεξέ, Κυδωνιάτη, τον ιερέα του ΄ Αγίου Μηνά Παπαγιάννη και 11 άλλους προύχοντας.

Σ’ αυτό το διάστημα της τρομοκρατίας ο τουρκικός όχλος ερεθιζόμενος από άλλοφύλους ξένους αποβλέποντας στην οικονομική καταστροφή του ελληνικού στοιχείου της Μακεδονικής πρωτεύουσας, μπήκε μέσα στη μητρόπολη και κατεκρεούργησε ομαδικά όλους σχεδόν τους εγκλείστους Θεσσαλονικεΐς.

ΌΤούρκος ιστοριογράφος Χαιρουλάχ έφέντης παρών στη Θεσσαλονίκη τότε μας διηγείται πως ελάχιστοι γλύτωσαν από τους δερβίσηδες ένός τούρκικου τεκέ που ήταν εκεί κοντά.

Απάνω από 3.000 Ελληνες της Θεσσαλονίκης υπολογίζω ότι σφάγηκαν κατά τις φοβερές αυτές μέρες της έθνικής δοκιμασίας, ξένος δε συγγραφέας τους άνεβάζει σε 25.000, έχοντας προφανώς ύπ΄ οψει του τους χιλιάδες από αιχμαλώτους και ομήρους από διάφορες ελληνικές περιοχές που μετέφεραν οι Τούρκοι στην Θεσσαλονίκη και καθημερινώς θανάτωναν.

Με την δοκιμασία αυτή τη φοβερή που έπαθε η πρωτεύουσα της Μακεδονίας, έκμηδενίσθηκε κάθε προσπάθεια άπελευθερωτικής κινήσεως.

Η πρώτη αυτή περίοδος της τρομοκρατίας κράτησε δύο μήνες και σ’ αυτό το διάστημα άρκετοί Θεσσαλονικεΐς έφυγαν κρυφά στό εξωτερικό, μερικοί σε επαρχιακές πόλεις και ένας μικρός άριθμός διέφυγε στη Χαλκιδική, ένταχθείς στις επαναστατικές δυνάμεις του Εμμανουήλ Παπά.

Ο Έλλην αρχιστράτηγος έν τώ μεταξύ είχε συγκεντρώσει στό Άγιον Όρος 3. 900 πολεμιστάς από τους οποίους οι 1.000 περίπου ήταν καλόγηροι.
Αυτή τη δύναμη την διήρεσε σε δύο φάλαγγες.

Την μία που περιελάμβανε τους 'Αγιορείτες, ’Ανατολικομακεδόνας και άλλους πολεμιστάς από κοντινές περιοχές, ένέλαβεν αυτοπροσώπως, και την άλλη με τους ντόπιους Χαλκιδικιώτες, έθεσε υπό τάς διαταγάς τού γενναιου Κανδρινού καπετάν Χάψα με τον όποιον συνέπραπεν ο Δουμπιώτης, ο Βασιλικός και άλλοι.

Ο ΙΙαπάς με την πρώτη φάλαγγα επιτεθείς διασκόρπισε την τούρκικη δύναμη της 'Ιερισσοΰ, και νικήσας κατ’ έπανάληψιν τις δυνάμεις του Γιουσούφ μπέη στη Ρεντίνα και την Παλαρούδα, έφθασε μέχρι των σημερινών λουτρών της Άπολλωνιάδος, ένώ ο Χάψας και οι άλλοι αρχηγοί της Χαλκιδικής, κατέλαβον την ’Αρναια, άπελευθέρωσαν όλα τα χωριά της περιοχής του Χολομώντα και έν συνεχεία τον Βάβδον, την Γαλάτισταν, τα Βασιλικά και εφθασαν έως τα λουτρά του Σέδες.

Οι Τούρκοι ήπηθέντες και εις τάς δύο πλευράς και καταδιωκόμενοι και πανικόβλητοι οπισθοχώρησαν στη Θεσσαλονίκη.

Αν τότε υπήρχε σχέδιο ωργανωμένης επιθέσεως και στρατιωτικός ήγέτης έμπειρος, με κατάλληλο επιθετική ενέργεια των δύο επαναστατικών πτερύγων και με τη συνδρομή μερικών καραβιών, η Θεσσαλονίκη θά έπεφτε στά χέρια των επαναστατών. Αι ολίγες δυνάμεις του Γιουσούφ μπέη ήπηθεΐσαι έπανειλημμένως από τους Έλληνες επαναστάτες, που τους κατείχε άκρατος ενθουσιασμός, δεν ήταν σε θέση να προβάλουν άντίσταση. σε ακόμη χειρότερη θέση θά εύρίσκετο η Θεσσαλονίκη, αν ταυτόχρονα με τους επαναστάτες της Χαλκιδικής, έκινοΰντο και οι άρματολοί των Πιερίων, του Βερμίου και του Όλύμπου.

 Ανεξάρτητα όμως από αυτά, η ολη έξέλιξη του άγώνος άπέδειξε ότι ο Εμμανουήλ Παπάς, είχε καταβάλει αξιοθαύμαστη ενεργητικότητα.

Ο άνθρωπος αυτός που είχε έγκαταλείψει πλούτο, εύμάρεια και τόσες απολαύσεις για την ελευθερία της πατρίδος, ήτο ένθουσιώδης πατριώτης και έχοντας πληροφορίες εσφαλμένες για νίκες των Ελλήνων επαναστατων στις Ηγεμονίες του Δούναβη, έκλαιε από συγκίνηση και ώραματίζετο τον Αλέξανδρο Υψηλάντη να μπαίνη νικητής στην Κωνσταντινούπολη και να κάθηται στο θρόνο των Παλαιολόγων.

Με τέτοιο ενθουσιασμό ο αρχηγός, διοικών τους ενθουσιώδεις πατριώτες της Χαλκιδικής και της Ανατολικής Μακεδονίας μπορούσε να καταλάβη τη Θεσσαλονίκη.
Στερούμενος όμως στρατιωτικής παιδείας διέπραξε το σφάλμα ν΄ άναστείλη την προέλαση. Έτσι άδικα κατηναλώθη τόσος ενθουσιασμός.

Την εποχή εκείνη δεν υπήρχε στην Ελλάδα υπεύθυνος αρχηγός ν΄ άντιληφθή τη θέση της επαναστάσεως της Χαλκιδικής και ν΄ αποδώση την εμπρέπουσα σημασία.

'Όταν άργότερα έσυστηματοποιήθη ο αγώνας στην Πελοπόννησο και συγκεντρώθηκαν εκεί όσες προσωπικότητες πολιτικές και στρατιωτικές διέθετε ο έλληνικός κόσμος, τότε οι ιθύνοντες άντελήφθησαν πόσον έξυπηρετική για το έθνος θά ήτο μια ισχυρή επαναστατική εστία στη Χαλκιδική, που θ΄ αποτελούσε μια διαρκή απειλή στά πλευρά των Τούρκων.

Κι’ ενώ σ΄ αυτό το διάστημα ο Γιουσούφ μπέης ώχύρωνε οσο μπορούσε καλύτερα τη Θεσσαλονίκη λαμβάνοντας διάφορα έκτακτα άμυντικά μέτρα, έφθασε στη Θεσσαλονίκη ο μουχασίλης του ’Αϊδινίου και Σαροχάν, βεζύρης Χατζή Μεχμέτ Μπαϊράμ πασάς, επί κεφαλής μεγάλης στρατιάς από 30.000 πεζούς, 5.000 ιππείς και ισχυρό πυροβολικό  αυτός προωρίζετο για την καταστολή της επαναστάσεως στη Ρούμελη και την Πελοπόννησο και πορευόμενος έκεΐ,
διετάχθη από τον Σουλτάνο να καταστείλη πρώτα! το κίνημα της Χαλκιδικής κι΄ ύστερα να συνέχιση την πορεία του.
Αυτό το Σουλτανικό φερμάνι το άνεκάλυψα στο τούρκικο αρχείο της Θεσσαλονίκης.
Προκύπτει άπ΄ την ανάγνωση πως ο Μπαϊράμ πασάς κατέστειλε μαζύ με τ άλλα και μια κίνηση των ραγιάδων στην περιοχή του κόλπου του Σάρρου δηλαδή Άλεξανδρουπόλεως πρός Μαρώνειαν, κι΄ ύστερα έφθασε στη Θεσσαλονίκη.
Αυτό το ξεσήκωμα της περιοχής αυτής ήταν τελείως άγνωστο στην ιστοριογραφία της επαναστάσεως.
Ο Παπάς μόλις επληροφορήθη την άφιξη του Μπαϊράμ πασά, ανησύχησε.
Έγραφε στους 'Υδραίους να στείλουν καράβια και πολεμοφόδια, στην Πελοπόννησο να στείλουν ένισχύσεις καθώς και στους Όλυμπίτες άρματολούς.

Τίποτα όμως δεν πέτυχε, και η κατάσταση άπέβαινε πολύ κρίσιμη. πως ήταν δυνατον οι 4 — 5 χιλιάδες επαναστάτες που είχαν ώς μόνο έφόδιο τον πατριωτικό ενθουσιασμό ν΄ άντισταθοΰν σε μια ωργανωμένη στρατιά της ίσχυροτάτης τότε Όθωμανικης αυτοκρατορίας;

 Ο Μπαιράμ πασάς έπετέθη με δύο φάλαγγες εναντίον των δύο επαναστατικών πτερύγων.
Η πρώτη φάλαγγα με 2.500 ιππείς και 20.000 πεζούς, προσέβαλε τους επαναστάτες του Χάψα στά Βασιλικά όπου μπήκε ο Άχμέτ μπέης με το Ιππικό και κατέστρεψε ολοκληρωτικά την ωραι α κωμόπολη.
 Ο Χάψας ύπεχώρησε σέ μια οχυρά τοποθεσία πέρα από το Μοναστήρι της Αγίας Αναστασίας και σε μια φοβερή σύγκρουση πρός δεκαπλάσιους Τούρκους, σκοτώθηκε ένδοξα μαχόμενος σάν λιοντάρι μαζύ με τα παληκάρια της Συκιάς και του Βάβδου.

162 Έλληνες έμειναν εκεί και 500 τούρκικα πτώματα μαρτυροΰσαν την άγρια άλληλοσφαγή και τον ήρωϊσμό των Ελλήνων.
 Οι άλλοι οπισθοχώρησαν πρός το Βάβδο, τον Πολύγυρο και τη Χερσόνησο της Κασσάνδρας, δίδοντες μάχες οπισθοφυλακής.
Εκεί πρόλαβαν την υποχώρηση 400 κλέφτες του Όλύμπου με αρχηγό τον Καπετάν Διαμαντή άφιχθέντες με πλοιάρια.

Αυτοί κατέλαβαν το Ισθμό της Κασσάνδρας και κατώρθωσαν βοηθούμενοι κι΄ από τους Κασσανδρινούς, να αναχαιτίσουν τους Τούρκους.

Η άλλη φάλαγγα του Μπαιράμ πασά, με ολόκληρο το Ιππικό και 15 000 πεζούς έπετέθη κατά της δεξιάς παρατάξεως του Παπά στον κάμπο της Παλαρούδας. και ναι μέν ο Παπάς καλώς πράπων διέταξε άμεση υποχώρηση άλλά οι Τούρκοι κατώρθωσαν να κυκλώσουν την οπισθοφυλακή των επαναστατων η όποια και έξωντώθη ολόκληρη.

Το υπόλοιπον σώμα διεσώθη και κατέφυγε στον Πρόβλακα του Ξέρξου όπου και ώχυρώθη.

Στο διάστημα αυτό, αποσπάσματα του τουρκικού στρατού και όχλος αποτελούμενος από Τούρκους Εβραίους και Αθιγγάνους πυρπόλησεν το ιστορικό μοναστηρι της Άγιας Αναστασίας, τή Γαλάτιστα, το Βάβδο, τον Πολύγυρο, την Άρναια και δεκάδες άλλα χωριά της Χαλκιδικής, έσφαξαν αδιάκριτα έκατοντάδες Έλληνας χωρικούς, και διήρπασαν όλα τα περιουσιακά στοιχεία. αυτά κράτησαν έως τα μέσα του Ιουλίου του 1821.

Τότε εφθασε στη Θεσσαλονίκη νέα τουρκική στρατιά, με αρχηγό τον μουτεσαρίφη Θεσσαλονίκης και Καβάλας Μεχμέτ Έμίν Έμπού Λουμπούτ πασάν, που προωρίζετο αποκλειστικά να σαρώση με όλα τα μέσα τις επαναστατικές έκδηλώσεις των Ελλήνων στη Μακεδονία.

 Ο Μπαιράμ πασάς άνεχώρησε για τη Θεσσαλία και τη Στερεά, άφήνοντας διάδοχο το αιμοβόρο αυτό θηρίο. σ΄ αυτό το διάστημα από τα τέλη Ιουλίου έως τάς 26 Όκτωβρίου 1821 ο μέν Παπάς καταβάλλων τεράστιες ενέργειες και μεγάλη ζωτικότητα προσπαθούσε να κρατήση τάς δύο χερσονήσους του Άγιου Όρους και της Κασσάνδρας, παλαίοντας πρός άνυπέρβλητες δυσχέρειες που δεν είναι του παρόντος να άφηγηθώ, ο δε Έμπού Αουμπούτ πασάς ώργάνωνε το στρατό του όσο μπορούσε καλύτερα για να επιφέρη το τελικό χτύπημα.

Στις 26 Όκτωβρίου, άφ΄ ού άπέστειλε μικτό άπόσπασμα στη διώρυγα του Πρόβλακα για ν΄ άπασχολή τους επαναστάτες του Άθω, αυτός επικεφαλής 14.000 πεζικού και ιππικού με ισχυρότατο πυροβολικό και άκολουθούμενος και από 400 ώπλισμένους Εβραίους με αρχηγό τον Ιωσήφ Περέζ, εφθασε στις προφυλακές της Κασσάνδρας και ζήτησε την παράδοση των επαναστατών, ύποσχεθείς γενική άμνηστία.

Έστειλε μάλιστα άπεσταλμένο στον Παπά τον ίδιο Περέζ, που γνώριζε τα Ελληνικά και φορούσε στολή Τούρκου άξιωματικού.

Ο Παπάς με σύμφωνη γνώμη όλων των αρχηγών τής Κασσάνδρας, άπέρριψε την πρόταση και δήλωσε πως θα συνέχιση τον αγώνα με όλες τις θυσίες.
Δεν διέθετε εκεί περισσότερους από 1.500 άνδρας κατάλληλους για πόλεμο, με όπλα κάθε μορφής και με πυρομαχικά ελάχιστα. και παρ΄ όλα αυτά, από τις 27   Οκτωβρίου έως τα 13 Νοεμβρίου, οι Έλληνες άπέκρουσαν όλες τις λυσσαλέες επιθέσεις των Τούρκων, προυξένησαν μεγάλες άπώλειες και έξετέλεσαν το πατριωτικό τους καθήκον με πίστη και αυτοθυσία. αυτό όμως δεν έφθανε.

Ούτε μακροχρόνιο αμυντικό αγώνα μπορούσαν να οργανώσουν οι αυτοσχέδιοι πολεμισταί πατριώτες, οΰτε τα πολεμικά μέσα και τις άπαιτούμενες δυνάμεις και τρόφιμα είχαν για τέτοια επιχείρηση.

Τό πρωΐ της 14ης Νοεμβρίου 1821 ο τοΰρκος στρατιωτικός βλέποντας τη μικρή δύναμη των επαναστατων τους παρέσυρε με επιτήδειο τέχνασμα στό άνατολικό τμήμα της διώρυγος όπου είχε ένεργήση συνδυασμένη έπίθεση πεζικού και πυροβολικού.

Κι΄ ενώ οι Έλληνες προσπαθούσαν με τεράστιες θυσίες και άφάνταστους ήρωισμούς ν΄ αποκρούσουν την έχθρική έφοδο, αλλη μεγάλη τουρκική φάλαγγα, ειδικά προετοιμασμένη και έφωδιασμένη μέ ξύλα κλαδιά και σάκκους γεμάτους χώμα παραγέμισε τον αύλακα πρόχειρα και κατώρθωσε νά περάση και κύκλωσε τούς μαχομένους πού εύρέθησαν τώ­ρα σέ δεινή θέση.
Ή μάχη υπήρξε φονική και διεξήχθη σώμα πρός σώμα. 14.000 τούρκοι είχαν κυκλώσει τού: Έλληνας πού έμάχοντο χωρίς κανένας νά ύποχωρήση.

Τά 3)4 σκοτώθηκαν στό πεδίο τής μάχης άφ΄ ού πλήρωσαν πολύ άκριβά τήν ζωή τους, και μόλις 200 πολεμισταί μαζύ μέ τον άρχιστράτηγο, κατώρθωσαν νά διασω­θούν μέ μικρά σκάφη και νά φθάσουν στη Χερσόνησο τού ’Άθω σέ άθλια κατάσταση.
Ό Παπάς όμως παρ’ όλες τις ατυχίες είχε μέσα του πίστη ακατάβλητη για τον αγώνα.
Μή θεωρών τεοματισθέντα τον άγώνα, συνεκάλεσε πολεμικό συμβούλιο και ζή­τησε επικουρίες, πλοία και πολεμοφόδια άπό τήν "Υδρα όπου άπέστειλε σαν έκτακτο άντιπρόσωπο τόν ιατροφιλόσοφο Διονύσιο Πύρρο τό Θεσσαλό.

Επικουρίες έφθασαν σέ λίγο άσήμαντες μά έδώ συνέβη και κάτι τό άπρόβλεπτο.
Ένώ στην άρχή του άγώ­να, όλοι σχεδόν οι μοναχοί, πατριωτικώτατα σκεπτόμενοι μέ ενθουσιασμό άκολούθησαν τον αρχηγό και έδειξαν αύταπάρνηση και ήρωϊσμό, ύστερα άπό τά άτυχήματα άρχισαν νά κάμπωνται και πολλοί άπ΄ αυτούς νά άρνούνται νά συμμετάσχουν στά οικονομικά βάρη και τις θυσίες γιά τήν εξακολούθηση τής έπαναστάσεως.
Ξέχασαν δυστυχώς τά καθήκοντά τους και ύπέκυψαν στην ψυχική άδυναμία.
Ήλθαν σέ επαφή μέ άπεσταλμένους τού Έμπού Λουμπούτ πασά πού τούς ύπέσχετο, κι΄ αύτό άπεδείχθη ψεύδος δπως ήταν έπόμενο, άμνηστία και σεβασμό τής μοναστηριακής περιουσίας.
Έλληνες και ξέ­νοι ιστορικοί κατηγόρησαν δριμύτατα τήν στάση αύτή μεγάλης μερίδος των 'Αγιορει­τών, προσωπικά δέ ό σημερινός ομιλητής, μάταια έψαξε στά μοναστηρια του ’Άθω ναύρη τεκμήρια γιά νά έλαφρύνη αυτήν τήν κατηγορία.
Εύρεθείς σέ μιά τέτοια κατάσταση ό Παπάς και θεωρώντας μάταιο και επικίνδυνο τον περαιτέρω άγώνα, πήρε τό επιτελείο του, μερικούς πιστούς καλογήρους και πολεμιστάς καί, μπήκε στό καράβι τού Χατζηβισβέλη γιά νά μεταβή στην "Υδρα και νά έξακολουθήση προσφέροντας τις υπηρεσίες του στη μαχομένη πατρίδα.
Δυστυχώς συντετριμένος άπό τά άτυχήματα και τήν εξέλιξη τού άγώνος, ύπέστη καρδιακή προσβολή και πέθανε μέσα στό πλοίο.
Μεταφερθείς στην 'Ύδρα, κηδεύθηκε μεγαλοπρεπώς άπό τούς έπιφανεΐς Υδραίους στην έκκλησία τής Υπαπαντής μέ δλες τις τιμές τού άρχιστρατήγου.
Πριν άπό λίγα χρόνια πήγα στην 'Ύδρα γι’ αύτή τήν υπόθεση. Έκεΐ στην έκκλη­σία τής Άναλήψεως πού είναι μετόχιο τού Παναγίου Τάφου άνεκάλυψα μιά επιτύμβια πλάκα πού κάλυπτε άλλοτε τον τάφο τού ’Ανατολικομακεδόνος πατριώτου. Αντέγραψα τό αρχαϊκό επίγραμμα πού λέει;
Γόνος άρητήρος σθεναρός γε Μανουήλ
ος λιπε Σέρης τήν τοτουνί γενναμένην
μαρνάμενος κατά των κοιράνων οφρα σαώση
Ελλάδα κλεινήν και κύδος έλοι το μέγα
Έμπης μαρνάμενο τό χρέον κρατέει παράδοξον σώμα δι΄ ου 'Ύδρα έλεν, πνεύμα δ5 ούρανίων.
1821 Δεκεβμρίου Ε'.
Ό Εμμανουήλ Παπάς, υπήρξε ένας αγνός και ίδεολόγος, πατριώτης από τήν άθάνατη λεβεντογενηά του 21, πού τού άνήκει κάθε τιμή, έπαινος και έθνικός σεβα­σμός. Ανήκει στη χορεία των μεγάλων έκείνων Ελλήνων, πού έθεσαν τον πλούτον και τήν εύμάρεια στη διάθεση τού Γένους χωρίς κανένα άντάλλαγμα, και θυσίασε τή δική του ζωή μαζύ μέ τά 4 παιδιά του, γιά ν΄ άναστηση τήν σκλαβωμένη πατρίδα.

Ξώδεψε γιά τον άγώνα ολόκληρη τήν περιουσία του άπό 200.000 δίστηλα τάλληρα και τέτιο κολοσσιαίο ποσό, ούτε οί Κοντουριώτηδες δέν προσέφεραν στον άγώνα.

Μέ πίστη άπέραντη και άγιο ενθουσιασμό ό χθεσινός φιλήσυχος έμπορος και τρα­πεζίτης έτέθη επί κεφαλής των πατριωτων τής Χαλκιδικής και της Ανατολικής Μα­κεδονίας και χωρίς καμμιά πολεμική πείρα, ώργάνωσε μιά επαναστατική εστία σοβα­ρά, μαχόμενος και προκινδυνεύων 8 ολοκλήρους μήνες.
Μέ τούς γενναίους πολεμιστάς του και συντηρών μέ δικά του σχεδόν χρήματα τον άγώνα αύτόν, έφθειρε και άπασχόλησε σοβαρές έχθρικής δυνάμεις προοριζόμενες νά πνίξουν τον άγώνα στη Θεσσαλία, Στερεά και Πελοπόννησο.

Έγνώριζεν ό Μακεδών άρχηγός πόση μεγάλη ωφέλεια θά προέκυπτε γιά τον όλον άγώνα, άν κατώρθωνε κάμποσους μήνες νά κρατήση τήν έπανάσταση, πού θ’ άπτελούσε μιά οιονεί άπειλή κατά των Τούρκων.

Έγραψαν μερικοί, επιφανειακά έξετάζοντες τήν έπανάσταση εδώ στη Μακεδονία, πώς μπορούσε ίσως ό Παπάς, όταν διεπιστώθη ή κάμμα των Αγιορειτων νά κατάσχη τή μοναστηριακή περιουσίά και ν΄ άποκτήση ρευστοποιώντας την και όπλα και πολε­μοφόδια και άλλα πολεμικά άναγκαΐα.
Ό Θεοσεβής άρχιστράτηγος όμως δέν θέλησε νά μιμηθή τον άρχαΐο Φιλόμηλο και νά θέση χειρα επί τής μοναστηριακής περιουσίας.

 Και αύτό όμως άν έκαμνε, τό άδυσώπητο Τούρκικο στρατηγείο, μέ κάθε θυσία θά προσπαθούσε νά καταστείλη τήν επα­νάσταση έκεΐ, γιατί όπως ξείπα και παραπάνω οί Μακεδόνες σάν προφυλακή και προ­πομποί τού Έθνους είναι προωρισμέναι νά πέφτουν γιά τήν τιμή και τή δόξα τής Ελλάδος.
Μετά τήν καταστροφή τής Χαλκιδικής, άρχισε νά κινείται τό Βέρμιο, τά Πιέρια και ο Όλυμπος.
 Αί συγκρούσεις στον Κολινδρό και τήν Καστανιά πού διηύθυνε ό Καπετάν Διαμαντής, άνάγκασαν τό τουρκικό στρατηγείο ν’ άποστείλη έκεΐ σοβαρές δυνάμεις πού είχαν όμως καθηλωθή άπ’ τούς έπαναστάτες.


Γάτσος Αγγελής
Ταύτόχρονα στην Νάουσα, είχεν άρχίση άπ΄ τις παραμονές άκόμα τού άγώνος, νά οργανώνεται σοβαρή επαναστατική έστία μέ άρχηγό τό Ναουσαΐο εύπατρίδη Ζαφειράκη Λογοθέτη και μέ στρατιωτικούς ήγέτες τούς άρχιαρματολούς Νάουσας και Έδεσσας, Καρατάσιο και Άγγελή Γάτσο.

Αί οδη­γίες πού περίμεναν από τό Δημήτριο 'Υψηλάντη ήταν άνεπαρκεΐς και συγκρουόμενες, κι  έτσι
 ή Νάουσα
μέ μοναδικό κίνητρο τον ένθουσιασμό τής ήρωϊκής φρουράς
τήν Κυ­ριακή τής ‘Ορθοδοξίας 3 Μαρτίου 1822, μέσα στην εκκλησία τού 'Αγίου Δημητρίου,
κήρυξε τήν έπανάσταση.

Μέ τό χρυσοκέντητο λάβαρο μπροστά ποΰχε τον άναγεννώμενο Φοίνικα, εργο περί­φημο λαϊκής τέχνης καμωμένο άπό τά κορίτσια του τόπου, ξεχύθηκαν οί επαναστά­τες έσφαξαν τον τουρκο καντή και τήν φρουρά και έπετέθησαν νά καταλάβουν τή Βέ­ροια.

Ό επιτελάρχης του Βαλή τής Θεσσαλονίκης Έμίν μπέη πού είχε μυρισθή τήν υ­πόθεση, εφθασε μέ 2 συντάγματα στρατού στη Βέροια, κρέμασε 12 Βεροιώτες, άφώπλισε τούς κατοίκους και κατέλαβε επίκαιρες θέσεις γύρω στην πόλη.

 Οί έπαναστάτες όμως έφθασαν, ρίχθηκαν σέ μιά νυχτερινή έφοδο, έκαψαν τις άκρινές συνοικίες, μά τά ξημερώματα άναγκάσθηκαν ν΄ άποσυρθούν στό κοντινό μοναστηρι τής Παναγίας, όπου τώρα βρίσκεται τό Πρεβαντόριο.

 Έκεΐ έγινε τό θαύμα ό Επιτελάρχης ρίχθηκε μέ όλες του τις δυνάμεις νά έκπορθήση τό μοναστηρι, οί έπαναστάτες πού διηύθυνε ό Καρατάσιος πολέμησαν λυσσασμένα, εφθασε κ΄ ό Γάτσος μέ τό Ζαφειράκη μέ ενισχύσεις, και τελικά οί τοΰρκοι ύπεχώρησαν άτακτα στη Βέροια και άφησαν γύρω άπ’ τήν Πα­ναγία 1.500 νεκρούς και τραυματίες,

Ύστερα άπ’ αύτή τήν πρώτη περιφανή νίκη γύ­ρισαν γεμάτοι ενθουσιασμό στη Νάουσα.
Ό Τούρκος σωματάρχης πού κατέλαβε και ρήμαξε τή Χαλκιδική, λογάριαζε πώς ειχε λήξει ό άγώνας στη Μακεδονία και τώρα οί έπαναστάτες τού Βερμίου τού άνέτρεπαν τά σχέδια.
Τον εξέθεταν άπέναντι στό σουλτάνο πού ειχε άφήσει μέ ιδιαίτερο φερμάνι, άπόλυτη πρωτοβουλία, νά πνίξη στό αιμα τή Μακεδονία, νά σφάξη τούς Έλ­ληνας άδιακρίτως ήλικίας, νά κάψη όλα τά ελληνικά χωριά, ούτε φωνή  άλέκτορος, όπως γράφει τό φερμάνι πού δημοσίευσα, νά μήν ξανακουσθή στη Μα­κεδονία.

Στη Νάουσα έν τώ μεταξύ είχαν συγκεντρωθή όλοι οί άετοί των βουνών τής Κεν­τρικής και Δυτικής Μακεδονίας, ψυχωμένοι και χαλυβδωμένοι γιά τήν ύπέρτατη θυσία.
Ό άρχηγός των αρματολών Καρατάσιος μέ 1.200 Ναουσαίους, ό πολιτικός ήγέτης Ζαφειράκης και ό Γιαννάκης Καρατάσιος μέ 600 Ναουσαίους, ό Γάτσος μέ 450 Έδεσσαίους, Δαρζελοβίτες κι  άπ  τά γύρω χωριά, ό Τσάμης Καρατάσιος μέ 500 άπό τό Διχαλεύρι, τή Σκοτίνα και τό Άρκουδοχώρι οί παληοί Κλέφτες τού Όλύμπου και τού Βερμίου, Μαλάμος, Κατσαούνης και Καμπίτης μέ 300 κλέφτες έμπειροπολέμους και ψημένους στό ντουφέκι και τήν άγριάδα, κι  άλλοι 1.000 πολεμιστές άπό τό Βλάτσι, τήν Καστοριά, τήν Κοζάνη, και μερικά υπολείμματα των άγωνιστων τής Χαλκιδι­κής.

 Παλικάρια διαλεχτά κλέφτες και άρματολοί κι  ολόκληρος ό πληθυσμός, αδελφω­μένος στον άγώνα, πολεμούσε νά βγή άπ  τήν σκοτεινή σκλαβιά, γιατί έβλεπε ξεκάθαρα πώς τό τελευταίο κομμάτι τής Μακεδονίας, κινδύνευε.

Τής Νάουσας ό άγώνας υπήρξε σύμβολο κοινής προσπαθείας τής Μακεδονίας, πού χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή άπό τον μελετητή τής ιστορίας. Είναι φαινόμενο συνολικό άπό άπίστευτες και ξαφνικές δυνάμεις, Θρεμμένες και μεγαλωμένες μέσα στη λαϊκή ψυχή.
Είναι φαινόμενο ομονοίας αδελφικής και φιλοτιμίας υπέροχης κι  ένα άνθοβόλημα παληκαριάς, όπου όλοι προσφέρονται αύθόρμητα στόν κοινό σκοπό.
Είναι γέννημα και θρέμμα τού Ελληνισμού τής Μακεδονίας, πού τήν ψυχή του και τηνν καρδιά του, έθρεψαν άγώνας και ποτάμια αίματα και θυσίες 400 χρόνων.
Μένοντας ό λαός ό Ελληνικός άβοήθητος άπό την Εύρώπη, κάτω από βάρβαρη διοίκηση, κι’ έχοντας παντοτεινά σύντροφο τον κρυφ΄ πόθο τής ελευθερίας, γύμνασε κι  άκόνισε τήν ψυχή του στην πίκρα, τήν καταφρόνια και την στέρηση, κι  έκαμε ν’ αστράψη στό σκοτάδι μιά δύναμη υπεράνθρωπη, μέσα άπ’ τήν οποία θάβγαινε ενας κό­σμος καινούργιος, ελεύθερος και άνεξάρτητος.

 Τέτιοι πολεμισταί είχαν συγκεντρωθή εκεί για να δώσουν την τελευταια μάχη, που ώδήγησε στη θυσία της τιμής.

Οι αρχαΐοι Έλληνες τους θεοποιούσαν κι’ η αθάνατη λύρα τραγουδούσε αιώνια τη δόξα τους.

 Ο Έμπού Λουμπούτ πάσας έφθασε εκεί στις 21 Μαρτίου 1822 συνοδευόμενος από 12.000 στρατό τακτικό άφθονο πυροβολικό και άνεξάντλητες εφεδρείες.
 Μόλις στρατοπέδευσε στην τοποθεσία Ροδιά έστειλε άγγελιοφόρο προστάζοντας να παραδώσουν οι επαναστάται την πόλη και να τους δοθή άμνηστεία.

Μά η ήρωϊκή φρουρά που την διηύθυνε ο πολέμαρχος Καρατάσιος, άπέρριψε με περιφρόνηση τις προτάσεις, κι’ έδήλωσε πως θά έξακολουθήση τον αγώνα χωρίς καμμιά υποχώρηση.

 Έγινε η κατανομή των δυνάμεων στά επίκαιρα στρατηγικά σημεία, κι΄ αρχισαν επιθέσεις και άντεπιθέσεις αιματηρότατες στις όποιες έλαμψε το άκατάβλητο φρόνημα και το μαχητικό πνεύμα των Ελλήνων επαναστατών.

Ο εξαντλητικός κλεφτοπόλεμος στον όποιον ο αρχηγός Καρατάσιος ήτο μαθημένος, τα τεχνάσματα των κλεφτών, οι νυκτερινοί αιφνιδιασμοί που πάντοτε έπέφεραν σύγχισι και πολλά θύματα στους Τούρκους, έφεραν τον τοΰρκο σωματάρχη σε άδιέξοδο.

 Αναγκάσθηκε να μεταφέρη από την Βέροια δύο βαρέα φρουριακά πυροβόλα που έβαλλαν αδιάκοπακατά της Νάουσας.

 Σείεται ολόκληρη η πόλη, τα σπίτια πέφτουν και σωριάζονται σε σωρό ερειπίων, οι ντάπιες υποχωρούν, οι σκοτωμένοι κι΄ οι τραυματίες αύξάνονται.

Μά τίποτε άπ’ όλα αυτά τα δεινά δεν κάμνει τους άμυνομένους να δειλιάζουν΄ άντίθετα τους έξαγριώνουν περισσότερο. Με τα μάτια βαθουλωμένα από τις στερήσεις, την άϋπνία, την κούραση και τον αδιάκοπο πόλεμο, ώχροί σαν φαντάσματα, περιμένουν με το καρυοφίλι στό χέρι μπροστά στά προχώματα, άκαμπτοι και αποφασιστικοί.

Ένα μήνα κράτησεν η πολιορκία, αι μάχες κι’ ο αδιάκοπος βομβαρδισμός, κι’ ο Έμπού Αουμπούτ πασάς έμενε καταπληκτος από την άντίσταση των άμυνομένων κι’ άπ΄ τις δικές του άπώλειες.
Τα τρόφιμα αρχίζουν να σπανίζουν γιατί οι Τούρκικες φρουρές της Δυτικής Μακεδονίας που κάλεσε για ενίσχυσή του ο αρχηγός της πολιορκίας, κύκλωσαν τη Νάουσα και από τα γύρω βουνά, κι’ άπέκοψαν κάθε επαφή και τροφοδοσία.

Η Νάουσα τώρα κινδυνεύει.

Οι Τούρκοι φθάνουν στις προσβάσεις της πόλεως και η τύχη των πολιορκουμένων έχει στρατιωτικά κριθή, γιατί ήταν άδύνατο ο στρατιωτικός αυτός ογκος με τις άνεξάντλητες έφεδρείες να μή επιβληθή τελικά του γενναι ου άντιπάλου. Στις 18 Απριλίου 1822, ο εχθρός σε μια άπεγνωσμένη προσπάθεια, πολύωρη και με μεγάλες δυνάμεις, άδιαφορώντας όλότελα για ας άπώλειες, κατορθώνει να παραβιάση την πύλη του Άγιου Γεωργίου και να μπή στην πόλη.
Με άλλαλαγμούς και πρωτοφανή αγριότητα, αρχίζουν τη σφαγή, τον εμπρησμό, τη δήωση.
Οι ύπερασπισται , όσοι είχαν μείνη, άμύνονται σκληρά από δρόμο σε δρόμο, από σπίτι σε σπίτι και ύποχωρούν στις άπάνω συνοικίες. Οι Τούρκοι τους άκολουθούν και συνάπτονται άγριοι άτομικοί άγώνες, σώμα πρός σώμα, με χέρια και με δόντια.

 Ο πατέρας του Κασομούλη, πίσω άπ’ ένα χάλασμα σκοτώνεται, άφ’ ού καθάρισε 15 Τούρκους. .

Στό κέντρο της Νάουσας άλλη νησίδα άντιστάσεως, όπου και η αποθήκη των πυρομαχικών. εκεί πολεμούν ο Ζώτος, ο Τσούπης και ο μικρότερος γυιός του Καρατάσιου, ο Κωτούλας.
Συνάπτεται φονική συμπλοκή και τραυματίζεται βαρειά ο Ζώτος. Κινδυνεύοντας να συλληφθή, βάζει φωτιά στά πυρομαχικά και τινάζεται στον άέρα με τους συντρόφους του και τους είσβαλόντας Τούρκους.

Μιμήθηκε τον συμπατριώτη του Όλύμπιο στό Μοναστηρι του Σέκου και στάθηκε πρόδρομος του Καψάλη στό Μεσολόγγι. εκεί ξαναζωντάνεψε το Σουλιώτικο Κιούγκι με τη μεγαλειώδη θυσία, που δίδαξε στις επερχόμενες γενεές ολο το ύψος της ανθρώπινης προσφοράς για την ελευθερία Σέ λίγο οι Τούρκοι μπαίνουν στη μητρόπολη που είχαν καταφύγει γυναικόπαιδα, γέροντες και τραυματίες.

Τα πλήθη σφάζονται έκεΐ, ο πρωτοσσύγγελος Γρηγόριος, ο Παπαγιάννης και η εκκλησία παραδίδεται στό πυρ μαζύ με τους καταφυγόντας.
Τώρα ο ογκος του τούρκικου πεζικού στρέφεται στον Πύργο Ζαφειράκη που βρίσκεται σε δεσπόζουσα τοποθεσία νοτιοδυτικά, και που τον υπερασπίζεται ο Ναουσαΐος αρχοντας και ο Γιαννάκης Καρατάσιος με 500 πολεμιστάς.

Η Μάχη εκεί διεξάγεται με τη λύσσα των άπελπισμένων και των μελλοθανάτων. Ο Πύργος όμως έχει πολλά γυναικόπαιδα, νεαρές μητέρες και τα νεογέννητα φωνάζουν.

 'Ο Ζαφειράκης διατάσσει το πνίξιμο των παιδιών, και η μακάβρια τραγωδία έκτελεΐται χωρίς άντίρρηση. Τρεις μέρες βάσταξε η άμυνα του Πύργου, και σ’ αυτό το διάστημα κάμποσοι πολεμισται κατώρθωσαν να γλυτώσουν ξεφεύγοντας στά γύρω ύψώματα. δεν απομένει όμως άλλη διέξοδος, κι΄ ύστερα από μια σύσκεψη, αποφασίζουν μια ήρωϊκή έξοδο με το σπαθί στό χέρι. Ο χρόνος δεν τους καρτερούσε. Την νύχτα ανοίγουν τις πόρτες και ξεχύνονται στους Τούρκους.
Και τότε έγινε τέτιο άνακάτωμα και τέτια φρικτή πάλη σώμα με σώμα που υπερβαίνει κάθε περιγραφή. Οι γενναίοι σφάζουν και σφάζονται, σκοτώνουν και σκοτώνονται, κι’ όσοι μένουν, προχωρούν και θερίζουν ό,τι βρίσκουν μπροστά τους.

Ελάχιστοι τελικά γλύτωσαν, μα και τα πτώματα των γενιτσάρων, μαρτυρούσαν την άγρια άλληλοσφαγή.

'Όσοι άπ΄ τους Ναουσαίους πιάσθηκαν ζωντανοί, ώδηγήθηκαν στό Κιόσκι με τα μεγάλα πλατάνια, κι’ εκεί κρεμάσθηκαν χωρίς άλλη διαδικασία.

 Σύμφωνα με τις τούρκικες πληροφορίες, 2.000 κρεμάσθηκαν σ’ αυτή την ώμορφη και ρωμαντική τοποθεσία, που καμαρώνει ο σημερινός επισκέπτης της Νάουσας.

 Ένα μεγάλο μέρος από νέες γυναίκες και κοπέλες της Νάουσας, τρομαγμένο κι’ άλαφιασμένο από τον ολεθρο που συνεκλόνιζε την πατρίδα τους εκείνες τις δραματικές ώρες, μ’ ένα υπέρτατο αύθορμητισμό συγκεντρώθηκε κοντά στη γέφυρα της Άραπίτσας, και μ΄ άπόγνωση προσπαθούσε ναύρη τρόπο γλυτωμοϋ στις άπέναντι όχθες κι΄ άπ΄ εκεί στό βουνό, μα βρέθηκαν κυκλωμένες άπ΄ όλες τις μεριές από το Τούρκικο ιππικό και πεζικό.

Σ’ αυτην την τοποθεσία, έγράφη μια σελίδα, άξια των ήρωϊκών τέκνων της Μακεδονίας κι’ από τις σπάνιες στην ιστορία των έλευθέρων λαών.
Άντί της άτιμώσεως και του βίαιου έξισλαμισμού, αι γυναίκες και αι άδελφές των πολεμιστών, προτίμησαν τον τραγικό μα ένδοξώτερο θάνατο.

 Έπεσαν όλες στό βάραθρο του καταρράκτη 30 μέτρα άπότομη άγρια κατηφοριά, που στό βάθος βροντάει με παφλασμό ενας άλλος Αχέροντας, και σκοτώθηκαν όλες.
Κληροδότησαν όμως μ’ αυτή τη θυσία και τον ομαδικό θάνατο, αθάνατη δόξα στην πατρίδα των, μα και το θαυμασμό και την εύγνωμοσύνη του έλληνικού έθνους.

 Ο ιστορικός έρευνητής μπροστά σ’ αυτό το φωτεινό παράδειγμα της ανθρώπινης αρετής και του ψυχικού μεγαλείου, στέκει βαθειά με κατάνυξη και γονατίζει εύλαβικά στην δραματική αυτοθυσία.

Ο θαυμασμός μας όμως δεν είναι άρκετός.

Δεν μπορούμε εύκολα να συλλάβουμε το ύψος. Η μίμηση είναι δύσκολη. Μάταια με λόγια τώρα έδώ προσπαθοΰμε ν’ άναπαραστησουμε τη μορφή του δράματος. Τη μοίρα τους αυτές την πρόσταξαν γιατί αυτές έπλασαν το πεπρωμένο τους.
Υπήρξαν αυτές αι γυναίκες θρέμματα μιας λεβεντογεννηάς, πλούσιας σε ψυχικές και πατριωτικές έκδηλώσεις.
Έκλεισαν μέσα τους όλο το ψυχικό μεγαλείο μιας σκληρά αγωνιζομένης πατρίδας, και τη θυσία αυτή πιός μπορεΐ να την λησμονήση;
Αραπίτσα 
 Ποιος τολμά να φανή επιδεής σ΄ αυτή τη συναρπαστική εικόνα της ομαδικής περιφρονήσεως πρός τον θάνατο;

Φανηκαν όλες άντάξιες των άλλων πολεμιστών της Μακεδονικής γής, και παραστέκουν περήφανα δίπλα-στις Σουλιώτισσες του Ζαλόγγου.

Η Νάουσα, το τελευται ο αυτό οχυρό του άγώνος της άνεξαρτησίας στη Βόρειο Ελλάδα, όπως έγινε με το Μεσολόγγι στη Δυτική Ελλάδα, έπεσε για την ελευθερία, την άνεξαρτησία και την τιμήν του αγωνισθέντος ελληνικού Γένους.

 Η ωραία αυτή πόλη του Βερμίου, μετεβλήθη σε έρείπια και τα χώματά της έγιναν τάφος νεκρών ενδόξων.

Στις ώμορφρες χαράδρες που οργιάζει η βλάστηση, στά καταπράσινα άμπέλια και τις ρεματιέ: με τα γάργαρα νερά σπάρθηκε ο θάνατος.

Ο θάνατος που με το ξαναγέννημα μιας καινούριας έλεύθερης γενηάς, θάφερνε ολοζώντανη τη μνήμη των ηρώων.
Υπάρχουν πράξεις στη ζωή των λαών που αποτελούν αληθινά σύμβολα στις επερχόμενες γενεές.
Υπάρχουν πράξεις ήρωϊσμού και αυτοθυσίας,πού υψώνονται σά μύθοι, και μυθοποιούν κι΄ άνεβάζουν το πνεύμα της εποχής που έζησαν οι πρωταγωνισται , και του δίνουν νόημα υπεροχής.
Μιά τέτια υψηλή και έξαίρετη πράξη είναι ο αγώνας της Νάουσας.
Μοιάζει μ΄ ένα φωτεινό μετέωρο καταπλήξεως, θαυμασμού και σεβασμού, τοποθετημένο μέσα στον μεγάλο αγώνα του 21.

Σέ μια σύντομη άνάλυση όπως αυτά μόνον πτυχές μικρές ξεδίπλωσα του αγώνα της άνεξαρτησίας στη Μακεδονία. Η τύχη της Χαλκιδικής Χερσονήσου και της Θεσσαλονίκης με τις τεράστιες ουσίες σε ανθρώπινο υλικό και σε οικονομικά άγαθά, υπήρξαν μεγάλες.

89 Ελληνικές κωμοπόλεις και χωριά έκάησαν όλοσχερώς στην Χαλκιδική άλλα 74 μερικώς, καθώς και 58 μετόχια του Άγιου ’Όρους, όλες αι εκκλησίες.
15. 000 Έλληνες σκοτώθηκαν στις μάχες η σφάγηκαν και η καταστροφή σε περιουσίες και γενικά σε άγαθά, ήταν στη Χαλκιδική ολοκληρωτική.

’Όσοι χωρικοί γλύτωσαν και δεν κατώρθωσαν με τα ολίγα καΐκια ν’ απομακρυνθουν στην Στερεά και την Πελοπόννησο, γύριζαν νηστικοί και απελπισμένοι στά βουνά και τις δασωμένες χαράδρες του Χολομώντα άπ΄ όπου με απόγνωση άντίκρυζαν την καταστροφή των οικογενειών τους και την πλήρη έκμηδένιση της περιουσίας, τους.

Μά και στην περιοχή του Βερμίου, έκτος από τη Νάουσα που κείτονταν σε έρείπια και σε άταφους νεκρούς, 120 άλλα χωριά του Βιρμίου και των Πιερίων, έγιναν στάχτη με όλα τα ύλικά άγαθά και χιλιάδες Ελλήνων έσφάγησαν.

Η καταστροφή αυτή συνετάραξε ολόκληρη την αγωνιζομένη Ελλάδα, όπου η είδηση μεταφέρθη από τους έπιζήσαντας πολεμιστάς της Μακεδονίας που μετέβησαν στη Ρούμελη, στό Μεσολόγγι και στην Πελοπόννησο για να συνεχίσουν τον αγώνα στό πλευρό των νοτίων άδελφών.

Η Βόρειος Ελλάς και ειδικά η Μακεδονία δεχθεΐσα πρώτη την έπίθεση των πολυαρίθμων και οργανωμένων στρατευμάτων της άπέραντης τότε ’Οθωμανικής αυτοκρατορίας, προσεφέρθη σάν ιερά θυσία για το μετέπειτα κέρδος του άγώνος.

 Η αντίσταση των τέκνων της, που πρώτα πολέμησαν εναντίον των τουρκικών στρατιών που κατήρχοντο για να πνίξουν την καθολική ελληνική επανάσταση έδωσε τον καιρό στην κάτω του Όλύμπου πατρίδα, και ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο, να συστηματοποιήση και να όργανώση τον αγώνα.

Η Μακεδονία, προσβαλλομένη απ’ όλες τις πλευρές, δημιούργησε δύο επαναστατικές έστίες σοβαρές, μία στη Χαλκιδική Χερσόνησο και την άλλη στο Βέρμιο. Με τις ίδιες δυνάμεις, με τους δικούς της οικονομικούς πόρους, με το αίμα και τον πατριωτισμό των κατοίκων της, έφθειρε και άπασχόλησε σοβαρά τον κατακτητή επί δέκα πέντε μήνες και τελικά έθυσιάσθηκε στον αγώνα της ελευθερίας, για το συμφέρον του υπολοίπου έθνους.

Οι δε αρχηγοί των, πιστεύοντες άπόλυτα στην επιτυχία της επαναστάσεως, θρεμμένοι με τις άναμνήσεις του κλασσικού και έλληνοβυζαντινοΰ πολιτισμού και καλλιεργημένοι ψυχικά από τη Φιλική Εταιρία, αρχισαν τον αγώνα με τον άγιο ενθουσιασμό που γεννά η πίστη, χωρίς σχέδια επιτελικά, άπροετοίμαστοι στρατιωτικά και χωρίς γενικώτερη οργάνωση, όπως συνέβη και με την άλλη Ελλάδα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: