Κυριακή, 17 Μαρτίου 2013

Ιωάννου Πετρώφ, Περιηγητικού: Περίδοξος Κλεφτουριά της Μακεδονίας.

Ιώννης Πετρώφ
(1849-1922)
Ιωάννου Πετρώφ
ΤΟΥ ΕΚ ΜΟΣΧΑΣ ΦΙΛΕΛΛΗΝΟΣ

ΒΙΟΓΡΑΦΙΑΙ 28 ΚΛΕΦΤΑΡΜΑΤΟΛΩΝ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ.

ΠΑΠΑ ΕYΘYΜΙΟΣ ΒΛΑΧΑΒΑΣ

Βλαχάβα, ποιος σ’ έγέννησε
 ποιά μάνα, ποιος πατέρας!
Άριστ. Βαλαωρίτης

Έν μέσω πάντων των μεγάλων προδρόμων της εθνικής των Ελλήνων άναγεννήσεως, ως κολοσσός ούρανομήκης υψούται η απαστράπτουσα μορφή του λεοντοθύμου έθνομάρτυρος Ευθυμίου Βλαχάβα.

Αληθώς. Κατά την έκφρασιν του Βαλαωρίτου,
 «αν ήτο πεπρωμένον ο κώδων της πανελληνίου έθνεγέρσεως  να σημάνη χρόνους τινας 
προ της προσδιορισθείσης ώρας, 
άναντιρρήτως δια της κραταιάς χειρός του παπά Εύθυμίου Βλαχάβα, 
ήθελεν ηχήσει ο φοβερός ορείχαλκος».



Ή βιογραφία του παπά Εύθυμίου Βλαχάβα δικαίως υπενθυμίζει τούς λαμπρούς εναρκτήριους στίχους της τουρκομάχου Ελλάδος του Άλεξ. Σούτσου.

Μακρούς αιώνας παρειδες, Μούσα,
τον Έλικώνα σιωπηλόν
Και δεν άκούσθης καλλιφωνού σα
Κανέν κελάδημα ύψηλόν . . .

¨Το ύψηλόν τού το κελάδημα¨ είναι ο βίος και τα εργα του Παπά Εύθυμίου Βλαχάβα!

Μυστηριώδης παράδοσις ερριψεν ως είπείν ομίχλην επί την καταγωγήν του προκειμένου ήρωος και το προσφιλές τούτο τέκνον των θεσσαλικών όρέων έγεννήθη, ήκμασεν, ήνδρώθη, έτελεύτησε και ούδείς ούδέποτε ήκουσε παρ΄ αύτού  τ΄ ονομα των γονέων αύτού (Κατά παράδοσίν τινα ο πατήρ του Βλαχάβα ώνομάζετο Αθανάσιος..)

Ελάχιστα επίσης έξηκριβώθησαν και περί της νεαρας ηλικίας'του φοβερού τουρκολετήρος και των άγώνων αύτού . Περί της δράσεως του Βλαχάβα ελεεινός τις γραμματοδιδάσκαλος όνόματι Κερασοβίτης , εγραψεν άθλιον στιχούργημα άνέκδοτον παρά τω κ. Σοφοκλεί Οικονομώ, εν ω, μυρίας έπισωρεύων ύβρεις κατά του έθνομάρτυρος, χαμερπέστατα εξυμνεί τον ’Αλή πασάν.

Ούχ ήττον  δε και ο την «Άληπασιάδα» ποιήσας (καθ’ ύπαγόρευσιν) άγράμματος Τουρκαλβανός Χατζή Σεχρέτης μετά του συνήθους μισελληνισμού δια μακρών άφηγείται τα κατά τον Βλαχάβαν (εν τριακοσίοις όγδοήκοντα οκτώ στίχοις).

François Pouqueville
Έκ των ξένων συγγραφέων άξια λόγου είναι μόνον τα μνημονευόμενα παρά του Pouqueville, προξένου, τότε, της Γαλλίας παρά τω Άλή, παρευρεθέντος αύτόπτου του μαρτυρικού θανάτου του Βλαχάβα.

Έκ των ποιητών της άναγεννηθείσης Ελλάδος πρώτος ο καλλικέλαδος ποιητής Παναγιώτης Σούτσος ύμνησε τον άείμνηστον Βλαχάβαν (δρα την τραγωδίαν «Εύθύμιος Βλαχάβας» εν τω Α' τόμω των 'Απάντων του Παναγιώτου Σούτσου»).
 Μετά δε τούτον ο εθνικός ποιητής Αριστοτέλης Βαλαωρίτης συγκινητικώτατα περιέγραψε το μαρτύριον του εθνικού στρατηλάτου δια γλώσσης άποπνεούσης το άρωμα του άρματολισμού  (δρα μνημόσυνα «Εύθύμιος Βλαχάβας» εν τω Α' τόμω των άπάντων του Άριστοτέλους Βαλαωρίτου, σελίδες 133 152, Άθήνεσι 1891).

Γνωρίζομεν μόνον ότι ο Εύθύμιος Βλαχάβας κατήγετο έκ Χασίων της Θεσσαλίας, ένθα ο πατήρ αύτού  επί πολλά έτη ήτο άρχηγός των άρματολών.

 Γνωρίζομεν ωσαύτως ότι το καριοφίλλι του γέρω Βλαχάβα ένέσπειρε τοσού τον τρόμον εις τούς Τούρκους ώστε ταχέως έφείλκυσε την διηνεκή προσοχήν πάντων των πέριξ οίκούντων πασάδων και μπέηδων.
 Σώζεται συνάμα και άλλη παράδοσις περί του άνδρός, καθ’ ήν ουτος εβδομηκοντούτης ών (έβδομήκοντα έξ ετών) και κορέσας πλέον την τυραννοκτόνον δίψαν του, προαισθανόμενος δε και την προσεγγίζουσαν ώραν του θανάτου του, συνέλαβε την γενναίαν άμα και πρωτότυπον δια κλέφτην ιδέαν,  να άπέλθη πεζή  εις τα άγια μέρη όπως εκεί, παρά τον Τάφον του Σωτήρος, αίτήσηται συγγνώμην και έξιλέωσιν ως χριστιανός, δια τάς άμαρτίας αύτού , δια τούς ποταμούς του τουρκικού αίματος του ύπ΄ αύτού  χυθέντος εν τοίς άγώσι αύτού  υπέρ της Πατρίδος.

Τήν εύσεβή ταύτην επιθυμίαν έξεπλήρωσεν ο άείμνηστος, άναχωρήσας πεζή έχων δύο συνοδοιπόρους, τον ψυχογυιόν αύτού  και το άχώριστον τουφέκι του.
 Έκείδέ κατά τάς θερμάς αύτού  εύχάς και έτελεύτησε, προικίσας τον πάσχοντα Ελληνισμόν δια τριών άνταξίων του τέκνων του Εύθυμίου, του Θεοδώρου και του Δημητριού.

Καθ'  όσον άφορα εις  τον πρωτότοκον υιόν αύτού  Εύθύμιον, ούτος, καίτοι προωρισμένος έκ νεαράς ηλικίας ύπό του εύσεβούς πατρός αύτού  εις το έκκλησιαστικόν στάδιον και φθάσας ήδη εις τον βαθμόν του ίερέως, βαρέως έφόρει το ράσον.

 Ό νούς του ζωηρού  νέου και η ευπτερος φαντασία αύτού  αείποτε άνεπόλουν το στάδιον των μαχών, η δέ άενάως πάλλουσα υπέρ της Πατρίδος καρδία αύτού  πάντοτε άνεζήτει τάς μεγάλας συγκινήσεις.
 Ό κρότος των περιβαλλουσών άλύσεων και αί άλγηδόνες του τυραννουμένου έθνους βαρέως άντήχουν εις την εύαίσθητον ψυχήν του Εύθυμίου Βλαχάβα.
Έν τούτοις, μη επιθυμών να λύπηση τον γέροντα πατέρα αύτού, έδάμασε προσωρινώς τούς μυχίους πόθους της καρδίας του.
Έπί τω άγγέλματι όμως του θανάτου του πατρός ο παπά Εύθύμιος Βλαχάβας κατέλιπε πάραυτα την μονήν και ενθους κατετάχθη μεταξύ των κλεφτών.

Κληρονομήσας ως πρωτότοκος το πατρικόν άρματολίκιον, ο νεαρός Βλαχάβας, ταχέως δια των έργων έπεκύρωσε τα δικαιώματα του αρχηγού. 

Οθεν εν τω διαστήματι της πρώτης πενταετίας της πολεμικής αύτού δράσεως (1796-1801) τοσαύτην άνέπτυξε πυρετώδη ενέργειαν, ώστε δεν έβράδυνε  να δημιουργήση έαυτω την επίζηλον θέσιν μεταξύ των οπλαρχηγών.

Ή δημώδης μούσα εγκαίρως έξέλεξεν αύτόν ως προσφιλέστατον ήρωα των άσμάτων τού λαού, ότέ μεν τιμωρούντα τούς τυράννους της Πατρίδος, ότέ δέ τιμωρούντα τάς ένεργείας αύτού.

Έσείς πουλιά τού Γρεβενού κι  άηδόνια τού Μετσόβου,
 Έσείς καλά τον ξέρετε αύτόν τον παπα Θύμιο,
Ποδταν μικρός στά γράμματα, μικρός στά πινακίδια.
 Και τώρα στά γεράματα έβγήκε πρωτοκλέφτης 
'Όλα τα κάστρα πάτησε κι όλα τα μοναστήρια  
Και τού Βαρλάμη το καστρί δεν μπόρεσε  να πατήση, 
Γ’ ήταν ψηλά σε μάρμαρα, ψηλά σ’ ενα λιθάρι !  
Τό ’γούμενον έφώναζε, το ’γούμενο φωνάζει 
«Κατέβα κάτω ’γούμενε,  να μας ξομολογήσης 
Γιατ΄  εχομε ενα άρρωστο βαρυά για  να πεθάνη». 
Πέρνει λαμπάδ  ο ’γούμενος, βάνει και πετραχήλι, 
Και κατεβαίνει στήν αύλή για  να ξομολογήση 
«Πολλά τα ετη ’γούμενε» — «Καλώς τα παλληκάρια» 
«Βγάλ΄ τα τα ράσα, ’γούμενε, βγάλε το πετραχήλι, 
Γιατί στήν στράτα πού βαρούν, λόγγο θενά περάσης»
Πιστάγκωνα τον εδεσαν κ΄ άπ΄* την αύλή τον βγάζουν 
Τέσσαροι παν άπ΄ άμπροστά και τέσσαρ΄ άπό πίσω.

Β'

Άκού τε τί μας γράφουνε και τί μας προβοδούνε 
Οι φίλοι κ΄ οί κουμπάροι μας κι  αύτούνοι οί βλαμάδες 
Άσπρα χαρτιά μας στέλλουνε κι αύτό με μαύραις μπούλαις

"Όσοι κι΄ αν είστε κλεφτουργιά, ούλοι να μερωθήτε 
ηκώθ΄ ο παπά Θύμιος, πάει άρματολός,
Μαζώνει παλληκάρια, όλα διαλεκτά 
Γυρεύει κ΄ ενα γέρον γεροντόβλαχον,
Που ξέρει τα λημέρια για να όδηγηθούν.
«Γώ δεν μπορώ παιδιά μου, ’γώ δεν δύναμαι  
Μόν πάρτε τον ύγιόν μου τον μικρότερο.
Που ξέρει τα λημέρια, που λημέριαζα,
Που ξέρει και ταίς βρύσαις, πουπινα νερό,
Που ξέρει και τούς φίλους πουπερνα ψωμί,
Που ρίχνει στο σημάδι ΄πό με καλήτερα».

'Ως άμεσος συνέπεια της άκαμάτου δράσεως του Βλαχάβα ύπήρξεν 
η έπινόησις
 του τολμηρού σχεδίου 
της γενικής έξεγέρσεως προς άπόσεισιν του επαχθούς ζυγού
  και άναστυλώσεως της βυζαντιακής αύτοκρατορίας,
 όπερ άνέδειξε τον Βλαχάβαν 
κορυφαίον πάντων των πρωτουργών του εθνικού ιδεώδους.

Έπιδοθείς μετ’ άφοσιώσεως εις την διεξαγωγήν του όντος γιγαντιαίου σχεδίου αύτού, ο Βλαχάβας εν πρώτοις κατώρθωσε  να έμπνεύση βαθέως εις την καρδίαν των κλεφτών το άσπονδον μίσος προς τον Άλή πασάν και την άναπόδραστον άνάγκην της καταπολεμήσεως αύτού ως κυρίου αιτίου της άποτυχίας τού κινήματος τού 1806.

Άποδεχθέντος τού γενναίου σχεδίου τού Βλαχάβα υπό των οπλαρχηγών και των άνδρειοτέρων άρματολών, ήρχισε πάραυτα  να συναθροίζηται περί τον Βλαχάβαν το άνθος της κλεφτουριάς της εποχής εκείνης :

Τά Λαζόπουλα, 
ο γέρω-Καρατάσος, 
ο Γεώργιος Ολύμπιος, 
ο Λιόλιος Ξηρολειβαδίτης, 
ο Μπιζιώτης και λοιποί.

Πρώτη άπόφασις ληφθείσα εν τω στρατοπέδω του Βλαχάβα ήτο η διακοπή πάσης συγκοινωνίας του τυράννου μετά των επαρχιών. Ή περί τούτου ιδέα διετυπώθη θαυμασίως εν τω δημοτικώ άσματι περί του Βλαχάβα.

Ταίς στράταις  να του κλείσωμεν, 
πουλί  να μη περάση, 
Νά κατεβή στά Γιάννινα χαμπέρι  να προφθάση.

Άρξαμένης της εφαρμογής του άποκλεισμού , έτέθησαν εις ενέργειαν τα μεταβατικά στρατόπεδα, οτέ μεν επί της Πίνδου, οτέ δέ επί του Όλύμπου και άλλοτε επί της ’Όσσης.

 Ό φοβερός Βλαχάβας έπέπιπτεν ως κεραυνός κατά του ’Αλή πασα, κατασφάζων άδιακρίτως παν το τουρκικόν.

Τό καριοφίλλι άκουες αδιάκοπα  να πέφτη,
Και κάθε ράχη έκρυφτε αρματολό και κλέφτη.

Απ’ άκρου εις άκρον της Ηπείρου, Μακεδονίας και Θεσσαλίας έβρόντα το ονομα του Βλαχάβα και πανικός κατελάμβανε τούς Τούρκους.
Πνέων μένεα κατά του φοβερού  άντάρτου ο αίμοβόρος της Ηπείρου σατράπης έμηχανάτο νυχθημερόν παντί τρόπω την περιστολήν του κινήματος και τον όλεθρον του άρχηγού  του.

Αλή Πασάς
 Άλλά μάτην έστελλε κατ’ αύτού  ο Άλής τα εκλεκτότερα στίφη των Αλβανών, μάτην έδωροδόκει και έστηνε τάς βδελυράς παγίδας αύτού .
Ό Βλαχάβας ήτο άκατάβλητος, η χειρ του ως δρέπανον άληθού ς χολέρας, ως θεία μάστιξ έθέριζε τα πάντα. Άδιαλείπτως ήρχοντο τα λυπηρά άγγέλματα πρός τον ’Αλήν.

Βεζίρη! άπ  τα Τρίκαλα μη καρτερής χαμπέρι,
Κι ο παπά Θύμιος γέμισε ταίς ποταμιαίς άσκέρι . . . 
Έμάζωξε την κλεφτουριά και κάνει τα ’δικά του 
Ακόμη κι΄ όλος ο ραγιάς έτζιούλωσε τ αύτιά του . .

Έξ άλλου αί δυνάμεις του φοβερού παπά όσημέραι ηύξάνοντο δια νέων πολεμιστών.

'Όσοι στά ορη φύγανε, στους κάμπους και στο κύμα, 
Αρματωμένοι έφθαναν με φτερωμένο βήμα!
Ή άσπρη φουστανέλλα τους σμιγμένη έκυματούσεν
 κ΄η Ρούμελη με το Μόριά χειροπιαστά περνούσαν.

Εις την γενικήν ταύτην άμηχανίαν των Τούρκων καθώς και εις το ήθικόν θάρρος των άγωνιζομένων κλεφτών μεγάλως συνετέλεσεν η παρουσία του πολεμικού στόλου της όμοδόξου Ρωσσίας εν Έλλησπόντω και Αίγαίω Πελάγει υπό την άρχηγίαν του περιφήμου ναυάρχου Δημητρίου Σενιάβιν, μεθ΄ οδ ήρωϊκώς συνεπολέμησαν προς τον κοινόν εχθρόν ούκ ολίγοι πεπειραμένοι "Ελληνες, εν οίς ήσαν δ εκ Βάλτου  της Ακαρνανίας πολυμήχανος αρματολός Ιωάννης Σταθάς, ο περιβόητος Νικοτσάρας, ο Καζαβέρνης και άλλοι πολλοί.

Δυστυχώς όμως εν τω μεταξύ συνωμολογήθη η μεταξύ Ρωσσίας και Τουρκίας (τή 12/24 Αύγούστου 1807) άνακωχή, ο δε εν Τενέδω ναυλοχών Σενιάβιν διετάχθη  να λύση την πολιορκίαν του Ελλησπόντου και παύση τας κατά των Τούρκων εχθροπραξίας.
Οώτω και αύθις έγκαταλειφθέντες άσπλάχνως υπό των όμοδόξων αύτών εις την τουρκικήν θηριωδίαν οί πολυτλήμονες του Ελληνισμού πρόμαχοι, εύρέθησαν άπομεμονωμένοι άπέναντι των άναριθμήτων άλβανικών ορδών, άλλά πιστοί εις τον δοθέντα έθνικόν δρκον έξηκολούθησαν τον έσχατον της άπογνώσεως άγώνα μετά της μανίας των άπηλπισμένων.

Άφ΄ ετέρου ο Άλή πασάς μαθών την γενναίαν άντίστασιν των σταυραετών του Βλαχάβα έφρίαξεν εκ λύσσης και ήπείλησεν οτι θά πνίξη τον 'Όλυμπον εις το αίμα. 

Όθεν άμέσως τ άλλεπάλληλα και πολυάριθμα στίφη των Αλβανών είσώρμησαν εις την Θεσσαλίαν και παραδώσαντα εις το πυρ και τον σίδηρον την άτυχή ταύτην χώραν, πανταχόθεν προσέβαλον τούς άρματολούς.
Ούτοι δε ήρωϊκώτατα διεκδικούμενοι σπιθαμήν πρός σπιθαμήν την γην των πατέρων, άντέστησαν μεν καρτερικώς και πολλάκις άπέδειξαν τον ύπεράνθρωπον ήρωϊσμόν αύτών, άλλ΄ επί τέλους ένέδωκαν εις τα πλήθη των βαρβάρων, άρχίσαντες, λήγοντος του έαρος, την τακτικήν ύποχώρησιν, στρώνοντες την πορείαν των δια των τουρκικών πτωμάτων.

Ούτως έχόντων των πραγμάτων κατά τον 7/βριον του 1807 ο Βλαχάβας ως άστραπή ένεφανίσθη εις την Σκόπελον και συνεννοηθείς 2 μετά του αυτόθι διαμένοντος περιβοήτου άρματολού  Ίωάννου Σταθά, άπεφάσισε  να μεταφέρη την ενέργειαν αύτού  εις την θάλασσαν, ίνα ένσπείρη πανταχού  τον τρόμον, λεηλατών τα παράλια της Μακεδονίας και Θράκης.

Φεύγοντες λοιπόν την λύσσαν του Άλή ο Βλαχάβας και οί συναγωνισταί του, εν οίς ήσαν τα γενναία Λαζόπουλα, ο Τσαχείλας, ο Λιόλιος Ξηρολειβαδίτης, ο Σύρος, ο Μπιζιώτης και άλλοι ήρωες, κατέφυγον εις Σκιάθον, ενθα, ένωθέντες μετά του άναμένοντος αύτούς γενναίου Σταθά, έξώπλισαν πάραυτα καταδρομικόν στολίσκον και διατρέχοντες άπό του Στρυμονικού  κόλπου μέχρι του Ελλησπόντου , κατέφθειραν άνηλεώς τα παράλια, αίχμαλωτίζοντες τα τουρκικά πλοία και κατασφάζοντες άδιακρίτως πάν το έχθρικόν.

Κολοκοτρώνης Θεόδωρος
Μετ’ ολίγον η δύναμις των θαλασσινών τούτων αετών ηυξήθη σημαντικώς δια της προσελεύσεως άλλων ηρώων, εν οίς ήσαν ο μέλλων στρατάρχης του Μοριά Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο καπετάν Αλεξανδρής, ο γενναίος αρματολός της Ναούσης Ρομφέης, ο περίδοξος Νικοτσάρας και λοιποί τουρκομάχοι.

Ό κατά της τυραννίας άγων των κλεφτών έλαβε τότε άνάπτυξιν.

Μετ’ άνεκφράστου θυμηδίας παρετήρει ολόκληρον το έθνος την γιγάντειον άλλ΄ άνισον ταύτην πάλην της κλεφτουριάς κατά του τουρκικού  κολοσσού.

Έντρομος ο σουλτάνος ήναγκάσθη  να διατάξη άπειλητικώς τον Άλήν,  να παύση την κατά των άρματολών καταδίωξιν και άποσύρη πάραυτα τούς 'Αλβανούς εξ Όλύμπου.

Οι δέ καταδρομείς, προτραπέντες και υπό της μεγάλης του Χριστού  εκκλησίας, εν άπειθεία άπειλούσης κατά της κεφαλής των τούς κεραυνούς του αναθέματος, ήναγκάσθησαν  να διαλυθώσι και περί τάς άρχάς Δεκεμβρίου του 1807 έπανήλθον εις τάς εστίας των, όρκισθέντες προηγουμένως, ότι εάν τις κινδυνεύση εύθύς πάντες ως εις άνήρ  να σπεύσωσιν εις βοήθειαν αύτού .
Άποσυρθέντες ησύχασαν προσωρινώς άπαντες οί τουρκομάχοι ούτοι.
Εις μόνον εξ αύτών δέν ήννόει  να ήσυχάση.

Εις μόνον εξ όλων έθεώρει την διακοπήν των εχθροπραξιών ως σημείον του ναυαγίου του μεγάλου έθνικού  σχεδίου, όπερ προ δεκαετίας ένεχάραξεν εν τή καρδία αύτού .

 Ό εις ούτος ήτο ο Εύθύμιος Βλαχάβας! 

Η γεννηθείσα δια την άδιάλειπτον ενέργειαν ψυχή αύτού  δέν ήδύνατο  να διακόψη την έθνικήν δράσιν, δι'  ο έσπευσμένως άπήλθεν εις τον προσφιλή αύτού  ’Όλυμπον, κρατών άνά χειρας την φοβεράν δάδα του έθνικού  πυρός . . .

Πρώτη μέριμνα του έπανακάμψαντος εις ’Όλυμπον Βλαχάβα ήτο η διοργάνωσις ίσχυρού  στρατοπέδου και η ταχεία διάδοσις του νέου κινήματος.
Πρός έπίτευξιν του σκοπού  τούτου άπεφασίσθη η σύγκλησις συνόδου των διασήμων άρματολών, ίνα συσκεφθώσι περί της γενικής έξεγέρσεως του τόπου.

Πρός τού το έστάλησαν έσπευσμένως εις διάφορα μέρη της Ηπείρου, Μακεδονίας και Θεσσαλίας πιστοί τού Βλαχάβα άνθρωποι, οίτινες εν όνόματι της Πατρίδος έξώρκιζον τούς παλαιούς συναγωνιστάς  να συνδράμωσιν εις τον νέον κατά των Τούρκων άγώνα.

Ελάτε συναχθήτε όλοι πιστοί όμού  
Νά τρέξωμ΄ εναντίον τυράννου του ώμου . . .

Ταύτα ελεγε το προσφιλές τέκνον των θεσσαλικών ορέων και εις την έθνικήν φωνήν αύτού  άθρόοι  προσήρχοντο πανταχόθεν οί πιστοί σύντροφοι, ένοήσαντες μάλιστα ταυτοχρόνως τα κατ΄ αύτών τεκταινόμενα υπό του πανούργου Άλή.

Εις την εξέγερσιν των επαναστατών συνετέλεσεν οπωσδήποτε και η συμπίπτουσα κατά την εποχήν εκείνην έλευσις εις το στρατόπεδον του Βλαχάβα των μυστικών άπεσταλμένων της Ρωσσίας. 

Ούτοι ήλθον εκ Σερβίας και έκόμισαν προτρεπτικάς έπιστολάς του Καραγεώργη και του παρ΄ αύτώ διατρίβοντος τότε Ρώσσου συμβούλου Κ. Ροδοφοινίκου, Έλληνος το γένος, δι΄ ών άμφότεροι ουτοι προέτρεπον τούς 'Έλληνας, όπως δια τελευταίαν φοράν άναλάβωσι τα όπλα υπέρ της άπελευθερώσεως του γένους, μιμούμενοι το γενναίον παράδειγμα της υπό του Καραγεώργη άπελευθερωθείσης τότε Σερβίας.

Ό δέ Βλαχάβας, καίτοι μετά δικαίας έπιφυλάξεως παρετήρει την νέαν και άπροσδόκητον έμφάνισιν ταύτην των Ρώσσων πρακτόρων, άναλογιζόμενος τάς προηγουμένας συμφοράς, ας ύπέστη το έ'θνος του ενεκεν αύτου εν έτεσι 1770 και 1807 ούχ ήττον όμως χάριν του συμφέροντος του άγώνος έδέχθη αύτούς λίαν φιλοφρόνως, έκμεταλλευόμενος την περίστασιν ταύτην προς οφελος της έπαναστάσεως, ής την ασφάλειαν άγρύπνως και πολυτρόπως έπεδίωκεν.


Ούτως έχόντων των πραγμάτων και περί τα μέσα Φεβρουάριου του 1808 συνεκροτήθη παρά τάς υπώρειας του Όλύμπου η προσχεδιασθείσα σύνοδος των άρματολών, ήτις, καθήκον έθνικής εύγνωμοσύνης έκτελού σα εν [τή] πρώτη αύτής συνεδρία, άνηγόρευσε τον Βλαχάβαν παμψηφεί γενικόν άρχηγόν του άγώνος.

Ούτος, περιβληθείς το υψιστον άξίωμα του έθνικού  στρατηλάτου, ήρχισε πάραυτα την πυρετώδη ενέργειαν αύτού  προς παγίωσιν της έπαναστάσεως, συνεργαζόμενος πάντοτε μετά των άχωρίστων φίλων και συναγωνιστών αύτού  Λαζαίων, Λιόλιου Ξηρολειβαδίτου, Τσαχείλα και επί τέλους του Νικοτσάρα, προσελθόντος περί τα τέλη του 9 Απριλίου, μόλις θεραπευθέντος έκ των πληγών.

Δέν ήρκέσθη δέ ο ακατάβλητος άνήρ  να προσηλυτίση μόνον τούς εν Στερεά Έλλάδι άρματολούς και ομογενείς, άλλ΄ έπωφεληθείς την κατά του Αλή πασά δυσαρέσκειαν των εν Τρικάλοις και Λαρίση Τούρκων, ήρχισε  να προσηλυτίζη και τούτους, ύποδαυλίζων τοιουτοτρόπως την διαίρεσιν μεταξύ των ιδίων μουσουλμάνων, πράγμα σπουδαίον, όπερ έπιτυγχάνον, έστω και κατά το ήμισυ, ήθελε συντελέσει άνυπερθέτως εις την έξασθένησιν των έχθρικών δυνάμεων έπ΄ άγαθώ της έπαναστάσεως, και διευκολύνει την κατάληψιν έπικαίρων τινων θέσεων, πριν η φθάση ο στρατός του Αλή πασά ούτω δ΄ ήθελεν έξασφαλισθή η γενική του τόπου έξέγερσις.

 Ή άκάματος αυτη ένέργεια του Βλαχάβα φυσικώ τω λόγω δέν έβράδυνε  να φέρη άγλαούς καρπούς, διότι ο άριθμός των συνωμοτών όσημέραι ηυξανε, μέγας δέ παρετηρείτο άναβρασμός κατά του Αλή πασά μεταξύ των εν Θεσσαλία Τούρκων, προ πάντων δέ των εν Λαρίση και Τρικάλοις.

Μετ΄ άληθούς άγαλλιάσεως της ψυχής παρετήρει ο Βλαχάβας την εύχάριστον ταύτην πρόοδον της πολυμόχθου έργασίας αύτού  και εν τή ελληνική αύτού  διανοία άνεπόλει τήν προσεγγίζουσαν ώραν της φοβέρας έκρήξεως 1 του εθνικού κρατήρος. . .
Παλιγγενεσία

Έπιθυμών δε  να συνδέση το κίνημα τού το
 μετά μιας των μάλιστ’ άνεπιλήπτων εθνικών άναμνήσεων του Γένους, 
ο Βλαχάβας έπήγαγε και ένθέρμως ύπεστήριξεν ενώπιον της νέας συνόδου,
 ήτις συνήλθε τότε εν Όλύμπω, την πρότασιν,
 όπως όρισθή ημέρα της έκρήξεως  της έπαναστάσεως τή 29 Μαίου, 
έπέτειος ημέρα της προ τριακοσίων πεντήκοντα πέντε ετών 
άλωθείσης πρωτευούσης της Ελληνικής Αύτοκρατορίας, όπερ και έγένετο δεκτόν παμψηφεί.


Άλλ΄ ενώ τα πάντα κατ’ εύχήν πρός τον έθνικόν σκοπόν εβαινον, εις τα σπλάγχνα της ίδιας εφορείας της διεξαγωγής του εθνικού άγώνος ένεφώλευεν όφις.

 Ό νέος ούτος Ιούδας, έκ Μετσόβου καταγόμενος, όνόματι Δεληγιάννης, οπλαρχηγός, αδελφός του τουρκοφάγου Αποστόλου Τσάπου, ούδεμίαν όμως εχοντος σχέσιν πρός την περίφημον οικογένειαν των Δεληγιανναίων εν Πελοποννήσω (δρα εν τω περιοδικώ «'Η Έβδομάς» του 1891, άρ. 25 και 27 και Κωνστ. Ν. Σάθα, «Τουρκοκρατουμένη Ελλάς», ’Αθήνησι 1869, σελ. 588). 

Ούτος, καίτοι ένόρκως συνεδέετο μετά των πρωτουργών του εθνικού άγώνος, κατεδέχθη ο άθλιος  να προδώση εις τον ’Αλήν το τε σχέδιον και τάς διακλαδώσεις της έπαναστάσεως ! . . .

 Ή μυσαρά  αυτη πράξις έγένετο την 1ην Μαίου του 1808.

Οί εν Ήπείρω φίλοι του Βλαχάβα, άμέσως άνήγγειλον αύτω τον επικείμενον κίνδυνον.

'Η άπροσδόκητος αυτη είδησις ως κεραυνός έπληξε τον άτυχή τουρκομάχον, εύρεθέντα άπέναντι άναριθμήτων δυσχερειών. ως πληγωμένος λέων ώρμησεν ο Βλαχάβας άνά τα άρματολίκια και συναθροίσας έσπευσμένως άπάσας τάς προχείρους δυνάμεις αύτού , ύψωσε πάραυτα εν Χασίοις την σημαίαν της έπαναστάσεως (τή 5 Μαίου του 1808)  είτα μετ’ έξακοσίων συναγωνιστών ώς κεραυνός έπέπεσε κατά της στρατηγικωτάτης θέσεως Καλαμπάκας (Καστράκι), ήν και έκυρίευσεν έξ εφόδου.

Στήσας εκεί το εύάριθμον στρατόπεδον ο Βλαχάβας άπέκοψε πάραυτα πάσαν μετά της  Ηπείρου συγκοινωνίαν, καί, δι΄ έκτάκτων πεζοδρόμων άναγγείλας τα γενόμενα, προσεκάλει και τούς ύπολοίπους άρματολούς εις έπικουρίαν.

Στέλνω και στ΄ άγρια τα βουνά της κλεφτουριάς χαμπέρι
Νά κατεβού νε γρήγορα εδώ σ΄  αύτά τα μέρη.
Ή κλεφτουριά μαζώχτηκεν άπάνω στο Καστράκι
Κι΄ εύθύς στην ώρα κούρτισαν ταμπούρλο και μπαϊράκι.

Γνωρίζων ο Βλαχάβας πόσον ωφέλιμος ήθελε γίνει εν τή κρισίμω ταύτη περιστάσει η σύμπραξις των εν Τρικάλοις και Λαρίση Τούρκων, ήν και πρότερον τοσού τον έπεδίωκεν, επεμψεν έκείσε τούς ανθρώπους του, δπως παροτρύνωσι τούς Τούρκους  να ένωθώσι ταχέως μετ’ αύτού  προς καταπολέμησιν των Αλβανών ως κοινών εχθρών του τόπου.

Νά κάμωμε το ενα μας και Τούρκοι και ραγιάδες.
Τον τόπο  να παστρέψωμεν άπ’ τούς Άρβανιτάδες.

Τού θ’ όπερ και έπραξαν κατά γράμμα οί άπεσταλμένοι του Βλαχάβα, δηλώσαντες εύθαρσώς ότι ο Παπαθύμιος έξεστράτευσεν ούχί κατά των Τούρκων, αλλά κατά των κοινών εχθρών του τόπου Αλβανών και του άναφανδόν προστατεύοντος αύτούς Άλή πασά.
Βεβαίως το λαμπρόν τού το στρατήγημα του  άκαταπονήτου Βλαχάβα, άπέβλεπε μεν εις έκμηδένισιν της πολεμικής δυνάμεως του Άλή πασά δια της καταθέσεως αύτού  μεταξύ δύο πυρών, άλλά, κατατροπωθησομένου1 του σατράπου μετά την ένίσχυσιν των εθνικών δυνάμεων, άναμφιβόλως ήθελεν έπέλθει πάραυτα ή βλαχαβαία έξόφλησις των λιμών αύτού  πρός τούς Τούρκους.
 Ένώ δέ και αύθις τα πάντα κατά τα φαινόμενα εβαινον καλώς, αί δέ διαπραγματεύσεις των άπεσταλμένον του Βλαχάβα διεξήγοντο μετά σπανίας δεξιότητος, αίφνης εν τω φρονήματι των Τούρκων έπήλθεν άπαισία μεταβολή.

 Ό άγρυπνος οφθαλμός του ’Αλή, τή συνεργασία του ρηθέντος μυαρού  προδότου, έπρόφθασαν έγκαίρως  να άνοίξωσι τούς οφθαλμούς των Τούρκων, οίτινες παλιμβουλήσαντες

Εύρήκαν το καλλίτερο όλοι  να σκοτωθούνε,
’στόν Παπαθύμιο σήμερο  να μη παραδοθούνε.

Ούτως άπεμονώθη ο ταλαίπωρος σταυραητός του Όλύμπου! 

Ρυθμίσας δέ τάς μικράς αύτού  δυνάμεις απέναντι του έφορμώντος κατ’ αύτού  άλβανικού  χειμάρρου του ’Αλή πασα, ο Βλαχάβας διήρεσε πάραυτα τούς συναγωνιστάς αύτού  εις τρία άποσπάσματα.

Και ο μεν άδελφός αύτού  Θεόδωρος, ταχθείς έπί κεφαλής του Αου άποσπάσματος, έμεινεν εν Καλαμπάκα χάριν της πολεμικής αξίας της πόλεως ταύτης, ο δέ ετερος άδελφός Δημήτριος, οδηγών το δεύτερον άπόσπασμα έκ τριακοσίων άνδρών συμποσούμενον, έστάλη έσπευσμένως  να καταλάβη την γέφυραν του Μπαμπά.
 Αύτός δέ ο ίδιος μεθ΄ ορμής πληγωμένου λέοντος εδραμεν εις τον ’Όλυμπον, τή 6η Μαίου του 1808, ίνα δια της παρουσίας του έπιταχύνη την έλευσιν της ζητηθείσης επικουρίας. Και κατώρθωσεν ο άκατάβλητος άνήρ εν διαστήματι τεσσαράκοντα οκτώ ωρών  να συνάθροιση πεντακόσια εκλεκτά παλληκάρια, όρκισθέντα  να συναποθάνωσι μετά του προσφιλούς άρχηγού  των,
άλλά φεύ ! ήτο αργά. 
Διότι εν τω μεταξύ το άπόσπασμα του Δημητριού Βλαχάβα, εί και έκυρίευσε τον ετερον στρατιωτικόν σταθμόν, το χάνι της Κρύας Βρύσης, μετ’ ολίγον οι έξελθόντες έκ Τρικάλων πολυάριθμοι Τούρκοι, όδηγούμενοι υπό των Αλβανών Βελή μπέη, Ρούση και Μπεκήρ άγα, έφώρμησαν κατά των επαναστατών καί λυσσωδώς έπολέμησαν αύτούς.

Ταύτα έγένοντο την 6 Μαίου του 1808. 
Άφ’ έτέρου ο ’Αλής, εξω φρένων γενόμενος, έπεμψεν άμέσως τον υιόν αύτού  Μουχτάρ πασάν επί κεφαλής πέντε χιλιάδων Τουρκαλβανών, με ρητήν εντολήν δπως τα πάντα παραδώση εις το πυρ και τον σίδηρον.
Ούτως έχόντων των πραγμάτων και συναισθανόμενοι την άνάγκην της ταχείας συγκεντρώσεως των μεγαλυτέρων δυνάμεων, άμφότεροι οί Βλαχαβαίοι ήνώθησαν  πάλιν εν Καλαμπάκα, άνυπομόνως άναμένοντες την έξ Όλύμπου έπικουρίαν του Γενικού Αρχηγού και άδελφού  αύτών παπα Εύθυμίου.
Πιστοί δε εις τον άπαξ δοθέντα όρκον άπεφάσισαν άπαντες  να πολεμήσωσι τον έσχατον υπέρ της Πατρίδος άγώνα.
Τήν 7ην Μαίου του 1808 ο Μουχτάρ ήλθεν εις Μέτσοβον καί, παραλαβών τον μνημονευθέντα προδότην, αμέσους ώδευσε κατά των εν Καλαμπάκα συγκεντρωμένων έπαναστατών.
Από πρωίας της 8ης Μαίου ήρξατο λυσσώδης μάχη των έξακοσίων Ελλήνων κατά δεκαπλασίων έχθρών.
 Άλλ΄ ο Μουχτάρ ήπατήθη οίκτρώς νομίζουν ότι η μικρά αυτη δράξ των άνδρείων ήδύνατο  να πτοηθή άπέναντι του έκ πέντε χιλιάδων στρατού αύτού . Έκεί έκ του σύνεγγυς ήνόησε το ήθικόν γόητρον του Βλαχάβα.
Ή μάχη διήρκεσε δέκα όλας ώρας και κατά μικρόν μετεβλήθη εις τρομεράν και άπερίγραπτον σφαγήν. 
Έγνώριζον κάλλιστα οί άτυχείς τουρκομάχοι την τύχην αύτών, έάν ήχμαλωτίζοντο και μετά της μανίας άπηλπισμένων έρρίπτοντο εις τα άναρίθμητα σμήνη των βαρβάρων, κατασφάζοντες αύτούς άδιακρίτως.
Άλαλάζοντες δε ύπερηφάνως το τρομερόν εκείνο ονομα του άπουσιάζοντος αρχηγού αύτών, ένέσπειρον πανταχού  φρίκην και τρόμον . . .

 Έχοντες συνείδησιν της εθνικής αύτών ιστορίας, έγνώριζον ότι και θνήσκοντες μέχρις ενός θά ώφελήσωσι την ύπόθεσιν του δικαίου της ελληνικής φυλής.

’Ήδη κατεσφάγησαν άνηλεώς άπασαι αί προφυλακαί του τουρκικού  στρατού, άπεκρούσθησαν μετ’ ολέθρου αί έπανειλημμέναι έφοδοι των δεκαπλασίων βαρβάρων άλλα το μαύρο γιαταγάνι των Βλαχαβαίων ως φλόγες του "Αδου , ως άπαίσιοι κεραυνοί άπροσπελάστου δυνάμεως έδεκάτιζον άκόμη παν το τουρκικόν.

Τετράκις ξιφήρης ο Μουχτάρ ήμπόδισε την έπονείδιστον φυγήν του άποδεκατιζομένου στρατού αύτού , άλλά εις μάτην.
Τέλος μετά δεκάωρον συνεχή και λυσσώδη άγώνα τα παλληκάρια του Βλαχάβα, στερούμενα μεν πολεμοφοδίων, άγωνιζόμενα μόνον δια μόνης της σπάθης και άπέλπιδα περί εγκαίρου έλεύσεως και επικουρίας, βλέποντα δε τούς εχθρούς ένισχυομένους δια νέου στρατού  και τηλεβόλων, έξήλθον ως λέοντες των προμαχώνων και δια μέσου των εχθρικών φαλάγγων ξιφήρεις έζήτησαν διέξοδον.
Πάντες έπεσαν ήρωϊκώς μέ το όνομα της Πατρίδος επί των χειλέων . . .
Ακριβώς μετά δύο ώρας ένεφανίσθη ο παπά Θύμιος, τρέχων άπαύστος και φέρων βοήθειαν πεντακοσίων περίπου άνδρών!

Ω σκληρά ειμαρμένη ! άκόμη δύο ώρας και ο πεντακισχίλιος στρατός του Μουχτάρ πασά ήθελε τακή ύπό το μαύρο γιαταγάνιον του Βλαχάβα, καθώς τήκεται η χιών ύπό τάς άκτίνας του φλογερού  ήλίου!

Περίλυπος ο Βλαχάβας άντίκρυσε την καταστροφήν ταύτην, άλλά και δέν ήδύνατο μετά των άπηυδηκότων εκ της ,πορείας 500 άνδρών αύτού   να πολεμήση κατά των έχθρών, ήδη εις δέκα χιλιάδας συμποσουμένων.
"Οθεν, εν τάξει ύποχωρήσας, άνήλθεν εις τον "Ολυμπον, θρηνών την άπώλειαν τοσούτων φίλων και συγγενών και καταρώμενος τον έλεεινόν προδότην . . .

Φειδόμενοι της εύρωπαϊκής ήσυχίας και ισορροπίας των μεγάλων χριστιανικών δυνάμεων της Εύρώπης, παραλείπομεν ένταύθα πάντα, όσα μετά την καδμείαν ταύτην νίκην επραξεν ο άντάξιος ούτος υιός του αίμοβόρου τέρατος της Ηπείρου.

 Δεν θά άναφέρωμεν ούτε τα ονόματα των πυρποληθέντων ελληνικών χωρίων της Θεσσαλίας και Μακεδονίας, ουτε τα πλήθη των κατασφαγέντων κατοίκων. 

Δεν θά άναγράψωμεν τον έκδαρμον των κεφαλών των τόσον ένδόξως πεσόντων άγωνιστών του Βλαχάβα, δεν θά ταράξωμεν την ήσυχίαν της φιλοχρήστου Εύρώπης, άπαριθμούντες αύτή έκ πόσων ήμιόνων συνίστατο το άπαίσιον εκείνο καραβάνιον του Μουχτάρ πασά, όπερ έκόμισεν εις τα Ιωάννινα τα άλατισμένα δέρματα των πεσόντων επί του πεδίου της τιμής Ελλήνων αγωνιστών.. .
Πάντα ταύτα είναι δυσάρεστα βεβαίως δια την εύαισθησίαν της χριστιανικής Εύρώπης . . .
'Όθεν μεταβαίνομεν νοερώς προς τον εν Όλύμπω θρηνού ντα τα παλληκάρια αύτού  Εύθύμιον Βλαχάβαν.
 'Η άπώλεια τοσούτων φίλων και συναγωνιστών, τα μαρτύρια των άθώων κατοίκων, η γενική της χώρας συμφορά, πάντα ταύτα καιρίως έπληξαν την μεγάλην καρδίαν του ήρωος.
Έπί τινας ήμέρας μάλιστα ο άκατάβλητος άνήρ ήτο άπαρηγόρητος.
Άλλ΄ η άείποτε φλεγομένη ύπό της άκράτου φιλοπατρίας ψυχή αύτού  πώς ήδύνατο  να ήσυχάση;
'Όθεν έζήτει πάραυτα την συνέχειαν του έθνικού  άγώνος, ο[ν]περ άνάνδρως διέκοψεν η μυσαρά προδοσία.

Έν τούτοις η σκληρά πείρα έπεισε και πάλιν τον Βλαχάβαν  να συγκεντρώση την φοράν ταύτην άπασαν την ένέργειαν αύτού  εις τα ύδατα της Μακεδονίας , ένθα ως γνωστόν κατά το παρελθόν ετος (τό 1807) ήρατο ο άνήρ τόσας νίκας κατά των βαρβάρων.

 'Όθεν, μετά παρέλευσιν ολίγων ημερών άπό της εν Καλαμπάκα καταστροφής, ήκούσθη έκ νέου η έγερτήριος φωνή του Βλαχάβα, καλού σα το Γένος εις νέον άγώνα.

Καράβια  να μού  δώσετε  να κλείσω το μπογάζι
Νά γκεζερώ στη θάλασσα, ο κόσμος  να τρομάζη
’Από ταίς τέσσεραις μεριαίς ταίς θάλασσαις  να κλείσω 
Του Γένους τα παθήματα βαρειά  να έκδικήσω.

Ταύτα έλεγεν ο άκάματος στρατηλάτης του Γένους και εις την πανελλήνιον φωνήν αύτού  άνεσκίρτησεν έκ νέου παν το έλληνικόν!

Και τα καράβια τουδωκαν καίκια και φεργάδες.
Σε μιά ΄βδομάδα γίνηκε αύτός μέ δυο χιλιάδες! . . .

’Αθρόοι  προσήρχοντο πανταχόθεν οί γενναίοι της έλευθερίας πρόμαχοι. Περί τον προσφιλή αρχηγόν συνηθροίσθη την φοράν ταύτην το άνθος  της κλεφτουριάς.

Μεταξύ τούτων ήσαν τα γενναία Λαζόπουλα, 
ο περίδοξος Νικοτσάρας, 
ο Τσαχείλας, 
ο Μπιζιώτης, 
ο Λιόλιος Ξηρολειβαδίτης, 
ο Σύρος, 
ο Ρομφέης
 και λοιποί τουρκομάχοι.

Μετ’ άπαραμίλλου εθελοθυσίας ως εις άνήρ έπεδόθησαν άπαντες ούτοι εις εξοπλισμόν του άξιολόγου καταδρομικού στολίσκου, είτα δε όρκισθέντες τον μέγαν και ίερόν της Πατρίδος όρκον, άπέπλευσαν έκ της Σκοπέλου, ύψώσαντες ύπερηφάνως την κυανόλευκον του σταυρού  σημαίαν, ώσάν  να ελεγον.

Ταξείδευε, ταξείδευε Έλληνοπούλα πάλι
 όλος ο κόσμος  να ίδή τα γαλανά σου κάλλη.

Καθίσταται βεβαίως περιττή πάσα περιγραφή ένταύ θα των πράξεων της τρομεράς έκείνης μοίρας του χάρου, άφ΄ ου ο ναύαρχος αύτής ήτο δ Εύθύμιος Βλαχάβας.
Μάτην προσεπάθησεν ο τουρκικός στόλος  να άναχαιτίση την άκατάσχετον ορμήν του τρομερού  άντάρτου, μάτην ο αίμοβόρος της Ηπείρου σατράπης έδωροδόκει και εστηνε πάλιν τάς παγίδας της προδοσίας, ο Βλαχάβας ήτο άκατάβλητος.

Έν τή έσχάτη άπελπισία ταύτη η Πύλη έμηχανεύθη και αύθις  να προσλάβη ως συνεργόν την μεγάλην του Χριστού  εκκλησίαν μετά του συνήθους εν τοιαύταις περιστάσεσι άκουσίου  άναθέματος αύτής.

"Οθεν παραχρήμα έξεδόθη σουλτανικόν φιρμάνιον, χορηγούν έπισήμως πλήρη άμνηστείαν τω τε Βλαχάβα και πάσι τοίς συν αύτώ.

 Τό αύτοκρατορικόν έγγραφον τού το άνεκοινώθη μετά πάσης έπισημότητος εν Θεσσαλία και άλλαχού  των έπαναστατηθεισών έπαρχιών, ιδιαίτερον δέ άντίγραφον αύτού  έστάλη εις Σκόπελον πρός γνώσιν των ενδιαφερομένων.

 Ανεξαρτήτως τούτου ο Άλή πασάς διετάχθη έσπευσμένως  να παύση πάραυτα πάσαν έχθρικήν έπίδειξιν εν Θεσσαλία.
Εις έπισφράγισιν δέ πάντων τούτων αύτός ο Οικουμενικός Πατριάρχης Καλλίνικος ο Ε' και η περί αύτόν 'Ιερά σύνοδος έγραψε τω Βλαχάβα παραινετικήν έπιστολήν, δι’ ής λύων αύτόν άπό πάσης προηγουμένης άμαρτίας έξώρκιζε τον ήρωα, όπως έγκαταλείψη στάδιον άσυμβίβαστον προς τον ιερέα του 'Υψίστου.

Τινές των έξιστορούντων την ατυχή έπανάστασιν του Βλαχάβα συγγραφέων, έπιπολαίως φερόμενοι πρός τον δαιμόνιον άνδρα, στερεοτύπως διατείνονται, ότι ούτος έπαυσε τάς καταδρομάς και διέλυσε την μοίραν αύτού  δελεασθείς δήθεν έκ τοιούτων και τηλικούτων προτροπών και έξορκισμών, όπερ κατ΄ έμέ είναι παντελώς άνακριβές ως εικασία προσβάλλουσα τον άτρόμητον τυραννομάχον.
Πιθανώτερον φαίνεται ότι η διάλυσις του στολίσκου έπήλθεν ενεκα της θρησκευτικής εύλαβείας και υποταγής πρός την παραίνεσιν του Πατριάρχου ούχί έκ πρωτοβουλίας του Βλαχάβα, άλλά τή άπαιτήσει των άγαθών συναγωνιστών αύτού , ο δέ Βλαχάβας, μη δυνάμενος  να έξασκή την έπιρροήν αύτού  κατά της εύσεβείας των συντρόφων, ήναγκάσθη ο τάλας μετά ψυχικού  άλγους  να θέση εις την θήκην τον τρομερόν πέλεκυν αύτού , διαλύσας τον στολίσκον.

Απαντες όμως οί οπλαρχηγοί περίλυποι άπεχωρίσθησαν του προσφιλούς ήγέτου αύτών ώσεί προαισθανόμενοι μέγα τι δυστύχημα και ώρκίσθησαν ότι εν περιπτώσει και της ελάχιστης πιέσεως κατ’ αύτού  πάντες ως εις άνήρ θέλουσι παράσχει αύτώ την δέουσαν συνδρομήν.
Έν ένί λόγω έπανελήφθη [ή ] συγκινητικωτάτη σκηνή της διαλύσεως της έκστρατείας του Σταθα.

Ούτως διελύθη η μικρογραφική άλλ΄ εύκαταγώνιστός άρμάδα του Βλαχάβα, οί δε άγαθοί αύτού  σύντροφοι ήρχισαν πάραυτα  να έπανακάμπτωσιν εις τάς εστίας αύτών, ότε ο δόλιος της Ηπείρου σατράπης άπεκάλυψεν αίφνης την άπαισίαν προσωπίδα αύτού  διότι μόλις άφίσας τούς άρματολούς  να έπανέλθωσιν άνενόχλητοι εις τα ίδια, παρευθύς άπήτησε παρ’ αύτών την παράδοσιν του Βλαχάβα έάν έπεθύμουν  να ζήσωσιν είρηνικώς μετ’ αύτού.

 Εύτυχώς όμως την φοράν ταύτην η Θεία Πρόνοια δεν έπέτρεψε  να άμαυρωθή το έλληνικόν όνομα δια της καταπτύστου προδοσίας του έθνικού  στρατηλάτου.

Απεναντίας μάλιστα τα εύγενή Λαζόπουλα, άείποτε φερόμενα μετ’ άδελφικής άφοσιώσεως πρός τον ποθητόν αρχηγόν, εσπευσαν πάραυτα δι΄  έπιστολής  να άναγγείλωσιν εις τον Βλαχάβαν τα κατ’ αύτού  υπό του πανούργου Άλή τεκταινόμενα.

Πλήν άτυχώς η έπιστολή περιέπεσεν εις τάς χείρας του αίμοβόρου σατράπου. Οδτος δέ, πλαστόγραφήσας έτέραν δι΄ ής προσεκαλείτο ο Βλαχάβας άνω της πόλεως Κατερίνης εν ώρισμένη ήμέρα και ώρα, άπέστειλε ταύτην έπιτηδείως εις τον πρός ον δρον, άποστείλας κατόπιν κρύφα πολυαρίθμους ένοπλους Αλβανούς, οϊτινες συνέλαβον τον άτυχή ήρωα, άμα άποβάντα.

Ούτως έτελεύτησεν η πολύμοχθος έθνική υπηρεσία σου, άείμνηστε στρατηλάτα του Γένους! 
’Αφθόνως έπότισας την γην της ταλαίνης Πατρίδος σου δια τουρκικού  αίματος και μετά της γαλήνης του δικαίου άγογγύστως προσέφερες την τιμίαν κεφαλήν σου εις τον βωμόν της έθνικής άπολυτρώσεωςΙ

Σπανίως πολεμική ιστορία έξετυλίχθη μετά τοιαύτης δραματικής ταχύτητος  άλλ΄ ετι σπανιώτερον άτομική ιστορία ειχε τοιαύτην έθνικήν σημασίαν, οίαν η του Βλαχάβα.


Ταχέως και πομπωδώς όδηγηθείς εις Ιωάννινα εν μέσω πολυαρίθμου στρατού  του Μουχτάρ πασά, ο Βλαχάβας εδέθη έπί πασσάλου εν τή εύρεία αύλή του σεραγίου και επί δύο ολοκλήρους ημέρας έμεινεν έκεί έκτεθειμένος εις τάς ύβρεις, τούς προπηλακισμούς και τούς κολαφισμούς του πανταχόθεν προσερχομένου φανατικού  όχλου. 

"Ήτο η εποχή του θέρους, αί δε άκτίνες του φλογερού  ήλιου προσέβαλλον την άγέρωχον κεφαλήν του έθνικού  στρατηλάτου και μάρτυρος, ήτις κατεφρόνει τον θάνατον, άφθονος δέ ίδρώς  ερρεεν άπο της πυκνής αύτού  γενειάδος.

 Έγνώριζε κάλλιστα το τέλος αύτού  ο ατυχής τουρκομάχος και μάλλον άτάραχος, του μελετώντος τα φρικτώτατα βάσανα, του σατράπου, ύψωσε πρός τον παρευρεθέντα έκείΓάλλον Πρόξενον κ. Πουκεβίλλ (Pouqueville) τούς πλήρεις γαλήνης ωραίους οφθαλμούς αύτού , ώσεί έπεκαλείτο αύτόν έπίσημον μάρτυρα του κατά την έσχάτην έκείνην ώραν θριάμβου αύτού  !

Μετά της γαλήνης του δικαίου εϊδε την προσεγγίζουσαν τρομεράν ώραν του μαρτυρικού  τέλους αύτού , μνήμων του θείου παραγγέλματος
"Μή φοβηθήτε άπό των άποκτειννόντων το σώμα, την δέ ψυχήν μη δυναμένων άποκτείναι", Ματθ. ι 28.

Καιόμενος δια του πεπυρακτωμένου σιδήρου δεν έπαυσε  να όνειροπολή το μεγαλείον της Πατρίδος αύτού , άκλόνητος ως πάντοτε έδέχθη τον χυόμενον εις τα ώτα του ζέοντα μόλυβδον.
Ησθάνθη άνευ τρόμου και παραπόνου τα δια σφύρας κτυπήματα των δημίων κατά την έσχάτην στιγμήν του φρικώδους διαμελισμού  του σώματος αύτού !

Άλλά και ού τω φρικτώς βασανισθέντος και θανατωθέντος του Βλαχάβα, δεν έκορέσθη είσέτι η κατ’ αύτού  λύσσα τού  άνάνδρου διώκτου αύτού .
Διότι έξεδόθη και έφηρμόσθη παραχρήμα η νέα συμπληρωματική διάταξις του Άλή πασά, καθ’ ήν το νεκρόν ήδη σώμα του έθνικού  στρατηλάτου,καί μάρτυρος, έτετραμελίσθη, τα δε μέλη αύτού  έπιδεικτικώς διεσύρθησαν εν άλαλαγμώ   του όχλου άνά τάς οδούς των Ίωαννίνων πρός έκφόβισιν των Ελλήνων.

Χάρις εις την φιλοπατρίαν νέου τίνος Μακεδόνος ήλθεν εις φώς το εξής δημοτικόν ποίημα περί του Βλαχάβα, παραχωρηθέν τω μεσαιωνοδίφη κ. Κωνστ. Ν. Σάθα και δημοσιευθέν ύπ΄ αύτού  εν τή «Τουρκοκρατουμένη Έλλάδι», σελ. 595.

Αηδόνια μου περήφανα, πέσκια καμαρωμένα, 
φέτο  να μη λαλήσετε, ’φέτο  να μαραθήτε.
Τον Παπά Θύμιο πιάσανε, τον καπετάν Μπλαχάβα 
Στή μέσητ* ο Μουχτάρ πασάς, πίσω οί τσοχανταραιοι 
κι5 άπό κοντά οί μπέηδες χ οί τουρκοπουλημένοι.
Κι Άλήπασας σάν τώμαθε, δεν πίστευε το θάμα. 
Άτός του τον προβόδισε, άτός του του μιλάει.
«Παπά, βρε κερατόπαπα, μού  χάλασες τον τόπο!
Δε σάρεσ’ ο Άλήπασας, δε σ’ άρεσ΄ ο σουλτάνος,
 και μπαϊράκι σήκωσες  να γένης βασιλέας;
— Μή βλαστημάς, Άλήπασα, μη βλαστημάς βεζίρη, 
σώφταιξα, σε πολέμησα, και σώπαιζα στά χέρια
 «— Γίνεσαι Τούρκος, βρε παπά, κι’ ούλα στά συμπαθάω 
«Ρωμηός έγώ γεννήθηκα, Ρωμηός θενά ’ποθάνω.

Επίκαιρον της ύποθέσεως θεωρού μεν  να μνημονεύσωμεν ένταύ θα και ετερον γεγονός συμπληρού ν τα προλεχθέντα.

Μετά του ήρωος Βλαχάβα, συνεστράτευε πάντοτε καλόγηρος έκ Σαμαρίνας της Πίνδου όνόματι Δημήτριος. 

Ούτος αίχμαλωτισθείς και πλήρης άλύσεων έσύρθη προ του Άλή πασά, οστις παντί τρόπω προσεπάθησε  να έξαναγκάση τον Δημήτριον  να καταγγείλη αύτω τα της έπαναστάσεως, άλλ΄ ουτος ένισχυόμενος άνωθεν και μένων πιστός εις τα πάτρια διέψευσε γενναίως τάς προσδοκίας  του τυράννου. 

Οθεν ύπέστη φρικτώδη βάσανα ένώπιον αύτού  του Άλή. 
Ποδοπατηθείς ύπ΄ αύτού  άνηλεώς, παρεδόθη εις τούς δημίους. 
Ούτοι δέ, άποσπάσαντες εκ τού στήθους αύτού την εικόνα της Θεοτόκου, ένέπηξαν βραδέως ακίδας καλαμίους υπό τούς όνυχας των χειρών και ποδών τού μάρτυρος, διατρυπήσαντες ειτα και τούς βραχίονας αύτού.

 Περατωθείσης δέ της δια των καλάμων βασάνου, έφήρμοσαν, πέριξ τού σεβασμίου μετώπου τού λειτουργού τού Χριστού, άλυσον εξ άστραγάλων, ήν περιέσφιξαν ίσχυρώς, άλλ΄ αύ τη έθραύσθη χωρίς  να τω άποσπάση ούδεμίαν οδύνην. 

Ό μάρτυς ήνωχλήθη μόνον δια τάς κατά τού Χριστού ύβρεις των Αγαρηνών. Επί τέλους οί δήμιοι κεκμηκότες, έζήτησαν διακοπήν των βασάνων μέχρι της επαύριον και το θύμα έρρίφθη εις τα βάθη υγρού δεσμωτηρίου. 
Τήν επιούσαν ο σατράπης δεν παρευρέθη πλέον εις τάς, διαταγή αύτού, έπαναληφθείσας βασάνους. 
Ό μάρτυς έκρεμάσθη ως ο άγιος Παύλος κατακέφαλα επί πυρός βραδέως καταβιβρώσκοντος το δέρμα τού κρανίου. 
Φοβούμενοι όμως οί δήμιοι μη έκπνεύση ταχέως άπέσυραν τον μάρτυρα έκ τού πυρός καί, θέντες αυτόν υπό σανίδα, άνέβαινον έπ  αύτής χορεύοντες ίνα συντρίψωσι τα οστά αύτού. 

Αλλά μήτε αι ακίδες, μήτε το πύρ, μήτε ο σχοινισμός, μήτε η όστεοθλασία ήδυνήθησαν  να νικήσωσι τον μάρτυρα, δστις επί τέλους έκτίσθη τή προσταγή τού σατράπου έντός τοίχου, άφεθείσης έλευθέρας μόνον της κεφαλής, έτρέφετο δέ ίνα παραταθή, όσον οίόν τε, η άγωνία αύτού.
 Ούτω έξέπνευσεν ο έθνομάρτυς την δεκάτην της άγωνίας ημέραν, επικαλούμενος εύθαρσώς το ονομα τού Χριστού και της ταλαίνης Πατρίδος.

 Ή παρά φύσιν καρτερία αυτη του μάρτυρος κατέπληξε πάσαν την 'Ήπειρον και ο όσιος και μεγαλομάρτυς ιερομόναχος Δημήτριος λατρεύεται σήμερον εν Ήπείρω.

Επανερχόμενοι τελευταίον εις τον εθνομάρτυρα Βλαχάβαν ίστάμεθα κατάπληκτοι προ του φρικώδους μαρτυρικού  θανάτου αύτού  . . .

Ναι, διεμελίσθης, νεκρός ήδη ών, Εύθύμιε Βλαχάβα, υπό των τίγρεων της Ασίας, άλλ΄ εκ των ιερών σου αιμάτων ποτισθείσα η δούλη Πατρίς έξεβακχεύθη και τάχιστα ένέπνευσεν εις τα στήθη των τέκνων αυτής το μένος έκείνο, δι ου και η άγία σου θυσία, καθώς και τοσούτων άλλων οπαδών   σου έλληνοπρεπώς έξεδικήθησαν! 

Δικαίως λοιπόν το έθνικόν αίσθημα άνυψοίτο εργον σου εις ύψη αιθέρια, δικαίως στρέφεται η καρδία σύμπαντος του μεταγενεστέρου Ελληνισμού πρός το άθάνατόν σου ονομα, άτρόμητε στρατηλάτα του Γένους, διότι το ονομά σου συμβολίζει το γνήσιον έθνικόν ιδεώδες της ελληνικής φυλής και πληροί τελείως όλόκληρην εποχήν!
 'Η δε άπαστράπτουσα έκ της πανελληνίου αίγλης γλυκεία μορφή σου κινεί τον άμέριστόν θαυμασμόν και την έθνικήν ύπερηφάνειαν!

Έν ετει 1814 ο του έθνομάρτυρος Εύθυμίου Βλαχάβα υιός Φλώρος άπεπειράθη να έξεγείρη την Θεσσαλίαν, άλλά προδοθείς και ούτος υπό των Ψιραίων καπεταναίων, των Χασίων, συνελήφθη και έθανατώθη οίκτρώς ύπό του αίμοβόρου Άλή πασά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: